Legislator Case Law & Legislation
1496/2011 AI generated

1496/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1496/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1496/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 294,295 παρ.1,296,297 και 299 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι στην αναιρετική δίκη, είναι απαράδεκτη η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και από το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτή, διότι προϋποθέτουν, ότι η δίκη της οποίας την κατάργηση επιφέρουν, είναι εκκρεμής και δεν έχει περατωθεί με έκδοση οριστικής απόφασης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1496 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1496/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σπάχο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο αναιρεσείων παραιτείται από το δικόγραφο της αναίρεσης και της αρχικής αγωγής ως προς το 2ο αναιρεσίβλητο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Λ. Δ. του Π. και 2. Κ. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3216/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7837/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 9-1-2006 αίτησή του, και τους από 20-6-2008 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 16-9-2009 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση προκύπτει, ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και με προφορική δήλωσή του, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει κατάργηση της δίκης (ΟλΑΠ 7/1993, ΑΠ 45/2006). Για το κύρος της παραίτησης δε, δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός και, αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σε αυτή, εφ' όσον γίνεται πριν το δικαστήριο να προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (ΑΠ 107/2003, ΑΠ 265/2002). Η κατά τα παραπάνω δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της αναίρεσης, όχι από το δικαίωμα, μπορεί να γίνει και από τον υπογράφοντα αυτό πληρεξούσιο δικηγόρο (αρθρ. 98 περ. β' ΚΠολΔ, ΑΠ 1544/2000).

Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, κατά τη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, ο υπογράφων το δικόγραφο της αναίρεσης πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος Θεόδωρος Σπάχος, με προφορική δήλωσή του πριν από την έναρξη της συζήτησης ανέφερε, ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Σύμφωνα δε με τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν, νόμιμα εχώρησε η πιο πάνω παραίτηση και η προκείμενη δίκη πρέπει, ως προς αυτόν, να κηρυχθεί καταργημένη.

II. Από τις διατάξεις των άρθρων 294,295 παρ.1,296,297 και 299 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι στην αναιρετική δίκη, είναι απαράδεκτη η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και από το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτή, διότι προϋποθέτουν, ότι η δίκη της οποίας την κατάργηση επιφέρουν, είναι εκκρεμής και δεν έχει περατωθεί με έκδοση οριστικής απόφασης.

Η αίτηση της αναίρεσης και η επ' αυτής δίκη δεν καθιστά την αγωγή επίδικη, δεν ανοίγεται με το ένδικο αυτό μέσο νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται, πλέον, η ουσία της υπόθεσης, αλλ' ερευνάται το παραδεκτό και η βασιμότητα των προβαλλομένων με τους λόγους αναίρεσης νομικών πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η για την αγωγή δίκη, με την έκδοση της οριστικής απόφασης έχει καταργηθεί ήδη και, επομένως, ούτε η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ούτε η παραίτηση από το δικαίωμα ως διαδικαστικές πράξεις, επιφέρουν την κατάργησή της, διότι έχουν στερηθεί του αντικειμένου τους (ΟλΑΠ 38/1996, ΑΠ 675/2002). Επομένως, η γενόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος δήλωση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, πριν από την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, ότι αυτός παραιτείται από το δικόγραφο της "...

αρχικής αγωγής ..." κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου, είναι απαράδεκτη. Σημειώνεται, πώς ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις του στο δικαστήριο τούτο, δηλώνει πώς ο δεύτερος αναιρεσίβλητος απεβίωσε, ουδόλως, όμως προσκομίζεται ληξιαρχική πράξη θανάτου. Μόνη, άρα, η δήλωση αυτή δεν επιφέρει τα από τη διάταξη του άρθρου 286 επ ΚΠολΔ αποτελέσματα, εν όψει και των προαναφερθεισών παραιτήσεων.

III. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 498 παρ.1 568 παρ.1 και 4,ΚΠολΔ αν και κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Εξ άλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.1 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματεύς είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων πού πρέπει να συζητηθούν κατά τη νέα δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στο δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή, δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή. Επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί νόμιμα να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη δικάσιμο.

Μόνο δε, αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο, διαδίκου (ΑΠ 1618/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς 1071Δ/2.7.2008 και 1072Δ/2.7.2008 εκθέσεις επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., ακριβή αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, με τις κάτω από αυτές Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου με τις οποίες ορίστηκε το αρμόδιο τμήμα, η αρχική δικάσιμος για την 28/9/2009 και ο Εισηγητής Δικαστής, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στον πρώτο αναιρεσίβλητο. Μετά ταύτα, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο, η οποία σημειώνεται στην αρχή της παρούσας, οπότε παρέστη, νομίμως, μόνο ο αναιρεσείων.

Συνεπώς, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα πού προαναφέρθηκαν, εφ' όσον πρώτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να χωρήσει, όμως, η συζήτηση, παρά την απουσία του (αρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

IV. Κατά το άρθρο 450 παρ.2 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν προς απόδειξη. Εκείνος ο διάδικος πού έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει να υποχρεωθεί ο αντίδικος του στην επίδειξη των εγγράφων, τα οποία κατέχει, μπορεί, κατά το άρθρο 451 παρ.1 ΚΠολΔ, να υποβάλλει στο δικαστήριο της κυρίας δίκης το σχετικό αίτημα με τις προτάσεις του.

Η παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί στην αίτηση αυτή, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ απορρέοντα λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 545/01, ΑΠ 1275/87). Εξάλλου, κατά το άρθρο 766 ΑΚ, η εταιρεία που έχει συσταθεί για ορισμένο χρόνο, λύνεται με καταγγελία πριν περάσει ο χρόνος αυτός, αν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής που προκύπτει και από τον συνδυασμό προς το άρθρο 767 ΑΚ, το οποίο προβλέπει για την λύση της εταιρείας που έχει αόριστη διάρκεια με καταγγελία, καθώς και προς τα άρθρα 777 επομ.

ΑΚ που προβλέπουν για την εκκαθάριση, η λύση της εταιρείας, επομένως και της αφανούς, για την οποία εφαρμόζονται οι λόγοι λύσης της αστικής εταιρείας με βάση τις διατάξεις των άρθρων 765-776 ΑΚ ορισμένης διάρκειας, επέρχεται με την καταγγελία, ανεξάρτητα από την ύπαρξη σπουδαίου λόγου (ΑΠ 1758/1995, ΑΠ 407/1990). Εάν, όμως, δεν υπήρξε τέτοιος λόγος ο εταίρος που προέβη στην καταγγελία, έχει υποχρέωση να αποκαταστήσει την ζημία που επήλθε στους λοιπούς εταίρους από την πρόωρη λύση της εταιρείας.

Όσον αφορά την εταιρεία που έχει αόριστη διάρκεια, αυτή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 767 ΑΚ, λύεται οποτεδήποτε με καταγγελία οποιουδήποτε εταίρου. Αν, όμως, η καταγγελία έγινε άκαιρα και δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος που να δικαιολογεί το άκαιρο της καταγγελίας ο εταίρος που κατήγγειλε άκαιρα την εταιρεία ευθύνεται σε αποζημίωση των λοιπών εταίρων.

Ως άκυρη θεωρείται η καταγγελία όταν έγινε σε χρόνο που η διατήρηση της εταιρείας έχει ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα των εταίρων και, ως εκ τούτου, η λύση της συνεπάγεται γι' αυτούς την πρόκληση θετικής ζημίας ή διαφυγόντος κέρδους (Ολ.ΑΠ 31/98). Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, ότι σε περίπτωση λύσης της εταιρείας με καταγγελία, όταν αυτή είναι ορισμένης ή αόριστης διάρκειας, ο καταγγείλας την εταιρεία εταίρος έχει υποχρέωση να αποκαταστήσει την ζημία που επήλθε στους λοιπούς εταίρους από την πρόωρη λύση της εταιρείας και από το άκαιρο της καταγγελίας, αν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος στην πρώτη περίπτωση και αν έγινε άκαιρα και δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί το άκαιρο της καταγγελίας στην δεύτερη περίπτωση.

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του στο Εφετείο ζήτησε να υποχρεωθεί ο 1ος αναιρεσίβλητος στην επίδειξη του, υπό την κατοχή του, εγγράφου συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης που υπέγραψε τον Ιούλιο του έτους 1999 με το ιδιοκτήτη του καταστήματος όπου λειτούργησε το ιχθυοπωλείο για την εκμετάλλευση του οποίου συνεστήθη η ένδικος αφανής εταιρεία, με εμφανή εταίρο τον 1ο εναγόμενο -1ο αναιρεσίβλητο και αφανή τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα, για να αποδείξει με το έγγραφο αυτό, ότι η εταιρεία αυτή ήταν ορισμένης διάρκειας έξι (6) ετών αρχομένη από 8-7-99 έως 7-7-2005 και όχι αόριστης διάρκειας όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είχε υποχρέωση, κατά τα προεκτεθέντα να αποφανθεί επί της αιτήσεως αυτής, καθ' όσον, εάν απεδεικνύετο η ορισμένη χρονική διάρκεια της αφανούς εταιρείας για το κεφάλαιο της αγωγής που αφορούσε διαφυγόντα κέρδη, θα ερευνούσε, εάν υπήρχε σπουδαίος ή όχι λόγος για την καταγγελία της και, εντεύθεν, την λύση της, εκ μέρους του 1° εναγομένου, εάν δε απεδεικνύετο η αόριστη διάρκεια αυτής, θα ερευνούσε το άκαιρο ή μη της καταγγελίας εκ μέρους του 1° εναγομένου.

Επί του αιτήματος αυτού παρέλειψε το Εφετείο να απαντήσει, χωρίς να διαλάβει κάτι γι' αυτό στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασής του και, έτσι, άφησε τούτο αδίκαστο. Επομένως, ο εκ του αρθ. 9γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρέων σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Με το 2° λόγο αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11γ, προσάπτεται στο Εφετείο, ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη: 1) τις υπ' αριθ. 4921/2003 και 4922/03 ένορκες βεβαιώσεις, 2) την ένορκη εξέταση της μάρτυρος αποδείξεως και πρώην υπαλλήλου του ιχθυοπωλείου Ν.

Β. ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα υπ' αριθ. 3216/04 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και 3) τέσσερις αποδείξεις εισπράξεως του εργολάβου Λ. Κ., ο οποίος εκτέλεσε τις εργασίες ανακαινίσεως του επίδικου καταστήματος από τυροπιτάδικο σε ιχθυοπωλείο. Από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση του, όμως βεβαίωση, ότι κατά τη κατάστρωση του αποδεικτικού του συλλογισμού, έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως, δεν καταλείπεται κάποια αμφιβολία για την, εκ μέρους του Εφετείου, συνεκτίμηση των άνω εγγράφων και τη λήψη υπόψη και της κατάθεσης της άνω μάρτυρος.

Μάλιστα οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις και καταθέσεις, ρητώς αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, ο πιο πάνω λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του από την ίδια ως άνω διάταξη, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη, ότι δεν έλαβε υπόψη της:

α) την εξώδικο ομολογία των εναγομένων που περιέχεται στο από 31-3-00 σημείωμα τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αφορμή προηγούμενη δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων, όπου αναφέρεται ότι, "ο μάρτυρας" του αντιδίκου της (ενν. ο Λ. Κ.) ρητώς κατέθεσε ούτος ότι το ποσόν που έλαβε ούτος, εξ 600.000 δρχ.

του το κατέβαλε ο δεύτερος από εμάς (...) το μόνο που εγνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεως ήταν το γεγονός, ότι το ποσόν που έλαβε ούτος για τις εργασίες του το έλαβε από το δεύτερο από εμάς" και β) τη δικαστική ομολογία των εναγομένων που περιέχεται στις από 29-12-2003 προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία "οι ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, τα πλακάκια κλπ κόστισαν πολύ λιγότερο, είναι αναπόδεικτος για την υπό στοιχείο α' ομολογία, διότι δεν προσκομίζεται το σχετικό σημείωμα και, περαιτέρω, για την ίδια ομολογία και για την υπό στοιχείο β ομολογία είναι απαράδεκτος, γιατί όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης, ο εκκαλών δεν τις επικαλέστηκε ενώπιον του Εφετείου (αρθ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ βλ και ΑΠ 259/2008).

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτ. β, παρέχεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψιν του αποδείξεις πού δεν προσκομίστηκαν και δεν έγινε νόμιμη επίκλησή τους με τις προτάσεις. Δεν είναι, όμως νόμιμη επίκληση η ενσωμάτωση στις προτάσεις του Εφετείου, των πρωτόδικων προτάσεων, στις οποίες μνημονεύεται το έγγραφο (ΑΠ 290/1998) ή γενική αναφορά εκεί σε όλα τα έγγραφα, τα οποία ο διάδικος έχει επικαλεσθεί και προσκομίσει, πρωτόδικα, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (ΑΠ 418/2004).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει να αναφέρεται ποια αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν προσκομίστηκαν νόμιμα, λήφθηκαν, παράτυπα, υπ' όψη (σχ. ΑΠ 244/2001). Ο αναιρεσείων, με τον μόνο πρόσθετο λόγο του σχετικού δικογράφου του εκθέτει, πως "η αντίδικος πλευρά δεν επικαλείται νομίμως ... κανένα αποδεικτικό έγγραφο προς απόκρουση της ένδικης αγωγής μου η προς απόδειξη των ενστάσεως αυτής ...".

Όμως, με τέτοιο περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει ν' απορριφθεί, αφού δεν προσδιορίζεται, όπως θα έπρεπε, ούτε ποιές αποδείξεις λήφθηκαν παράτυπα υπ' όψη, ούτε, ειδικότερα ποιά, ακριβώς, έγγραφα λήφθηκαν υπ' όψη, ενώ δεν έπρεπε να ληφθούν (ΑΠ 1211/2008). Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος κύριος και πρόσθετος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, μέσα στα όριο πού προαναφέρθηκαν και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (αρθρ.580 αρ. 3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του πρώτου αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Απορρίπτει την παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αγωγής.

Αναιρεί την με αριθμό 7837/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και,

Επιβάλλει σε βάρος του πρώτου αναιρεσίβλητου τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17-6-2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 29-9-2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ