Lawyer fees claim dismissed for vagueness; contract must specify exact facts determining fee amount.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's rejection of a lawyer's fee claim. The appellants argued for payment based on a contract, but the court found the claim vague because it relied on external documents rather than stating specific facts in the complaint. The court ruled that the complaint failed to clearly describe the events determining the fee amount, constituting a fatal defect that justified the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 170, 111 § 2, 118 § 4, and 216 of the Code of Lawyers; A lawyer's fee claim is inadmissible if it fails to clearly state the specific factual circumstances determining the fee amount based on the contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1496 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Αμοιβή Δικηγόρου. Σύμβαση εργολαβίας.
Για το ορισμένο και το παραδεκτό της αγωγής, απαιτείται, κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 170 του ίδιου Κώδικα Δικηγόρων, σε συνδυασμό μ΄ εκείνες των άρθρων 111 § 2, 118 § 4 και 216 ΚΠολΔ να αναφέρεται σαφώς στο δικόγραφο αυτής, εκτός των άλλων και το ακριβές αντικείμενο της διαφοράς δηλαδή να αναφέρονται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία προκύπτει το ύψος της οφειλομένης και δικαιουμένης αμοιβής με βάση τη σύμβαση της εργολαβίας. Το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή, ως αόριστη, δεν υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ., 8, 14 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Αριθμός 1496/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων .... Παραστάθηκαν αυτοπροσώπως, επειδή είναι δικηγόροι.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ψ Μπαταρίες Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Ηλεκτρονικού και Τηλεπικοινωνιακού Υλικού" και ήδη μετονομασθείσας σε "Ψ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ", που εδρεύει στον... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδάκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4592/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-5-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι αναιρεσείοντες ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, και γ) ορισμένο αίτημα.
Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο αυτής των περιστατικών τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα µε βάση αυτά, ώστε αυτό να είναι, ως λογικό επακόλουθο αυτών, σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση µε βάση τους, από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, λόγους αναιρέσεως.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ.3026/1954), επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 5 του ιδίου άρθρου, η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή.
Σε περίπτωση που ο εντολέας ανακαλέσει την εντολή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, πριν δηλαδή από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την εξωδικαστική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, εφαρμόζονται όσα στο άρθρο 170 του πιο πάνω Κώδικα ορίζονται, δηλαδή αν η ανάκληση της εντολής είναι αδικαιολόγητη, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στο δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή του, αν δε αυτή είναι δικαιολογημένη, αλλά από λόγους που δεν παρέχουν δικαίωμα άσκησης αγωγής κατά το άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, έχει υποχρέωση να καταβάλει στο δικηγόρο τις δαπάνες που αυτός έχει πραγματοποιήσει προς εκτέλεση της εντολής και μέχρι την ανάκληση αυτής, καθώς και την, υπολογιζόμενη σύμφωνα με τον ίδιο Κώδικα, αμοιβή αυτού για τις μέχρι τότε ενέργειές του.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι σε περίπτωση εργολαβίας δίκης, στην οποία υπάρχει συμφωνία περί αμοιβής, αν η εντολή προς το δικηγόρο ανακληθεί αδικαιολόγητα, ο τελευταίος δικαιούται τη συμφωνημένη αμοιβή υπό την προϋπόθεση ότι, αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής, θα διεξήγε επιτυχώς τη δίκη στην οποία αφορούσε η εντολή με βεβαία κατάληξη την έκδοση ευνοϊκής για τον εντολέα του τελεσίδικης απόφασης.
Για το ορισμένο και κατά συνέπεια το παραδεκτό της συγκεκριμένης αγωγής, απαιτείται, κατά τους ορισμούς και την έννοια των άρθρου 170 του ίδιου Κώδικα Δικηγόρων, σε συνδυασμό μ' εκείνες των άρθρων 111 §2, 118 §4 και 216 ΚΠολΔ να αναφέρεται σαφώς στο δικόγραφο αυτής, εκτός των άλλων και το ακριβές αντικείμενο της διαφοράς δηλαδή να αναφέρονται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία προκύπτει το ύψος της οφειλομένης και δικαιουμένης αμοιβής με βάση τη σύμβαση της εργολαβίας.
Διαφορετικά η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, η οποία δεν θεραπεύεται ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, όταν διαπιστωθεί δε από το Δικαστήριο υποχρεώνει τούτο στην απόρριψή της για το λόγο αυτό, άλλως υποπίπτει στην παράβαση του από το άρθρου 559, αριθμός 14 ΚΠολΔ, λόγου αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δικηγόροι εκθέτουν στην ένδικη αγωγή, (παραδεκτώς επισκοπούμενη), ότι το Σεπτέμβριο του έτους 1996 η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, δυνάμει συμβάσεως εντολής, τους ανέθεσε τον χειρισμό της υποθέσεως της, που αφορούσε διαφορά της με την εταιρεία με την επωνυμία "MOBITEL - ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΑΕ", λόγω µη καταβολής αµοιβών της πρώτης από τη δεύτερη που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους, δυνάμει συµβάσεως συνεργασίας αφορούσε δε πωλήσεις προϊόντων κινητής τηλεφωνίας του δικτύου GSM της εταιρείας "STET HELLAS" µε το διακριτικό τίτλο TELESTET, µε την οποία συνδεόταν η δεύτερη ως άνω εταιρεία MOBITEL δυνάµει συµβάσεως αντιπροσωπείας.
Ότι στα πλαίσια της ως άνω εντολής καταρτίσθηκε μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλομένων (εναγόντων και εναγομένης), το από 18-11-1996 συμφωνητικό (πληρεξούσιο - εργολαβικό), µε το οποίο καθορίσθηκε ότι η αµοιβή των αναιρεσειόντων θα ανέλθει σε ποσοστό 12% για κάθε ποσό που θα εισέπραττε η αναιρεσίβλητη, από την αντίδικό της, κατόπιν δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών των, ως δικηγόρων και ότι, σε περίπτωση αποτυχίας, οι ίδιοι δεν θα δικαιούνταν αμοιβής.
Ότι στη συνέχεια άσκησαν ενώπιον του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 12-11-1996 αγωγή, για λογαριασμό της εντολέως τους, κατά της παραπάνω εταιρείας MOBITEL, µε την οποία ζήτησαν: α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) το συνολικό ποσό των 88.753.700 δρχ., για τα συμφωνηθέντα "bonus σύνδεσης" (ποσό 45.719.100 δρχ.) και "extra bonus αύξησης ενεργών συνδρομητών" (ποσό 43.034.600 δρχ.) και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να εξακολουθήσει να καταβάλει στην εντολέα τους το "air time", για όλες τις συνδέσεις πελατών της µε το δίκτυο κινητής τηλεφωνίας της εταιρείας "STET HELLAS" και το διακριτικό τίτλο TELESTET, που είχαν ενεργοποιηθεί από τον Οκτώβριο του έτους 1996 και για όσο διάστημα διατηρούνταν η ενεργοποίηση.
Επικαλούμενοι δε οι ενάγοντες την αδικαιολόγητη εκ μέρους της εναγομένης έγγραφη ανάκληση της ως άνω εντολής της, πριν από τη μετ' απόδειξη συζήτηση της παραπάνω αγωγής, εξ αιτίας της οποίας ματαιώθηκε η μετά βεβαιότητας προσδοκώμενη πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως της επιτυχημένης διεξαγωγής της συγκεκριμένης δίκης μέχρι τελεσιδικίας, ζήτησαν με την ένδικη αγωγή τους, μεταξύ των άλλων, μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής τους σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί να τους καταβάλει 1) το ποσό των 31.255, 89 ευρώ, που αντιστοιχεί στο αιτούμενο καταψηφιστικώς από την εναγόμενη με την ως άνω από 12-11-1996 αγωγή αυτής, κατά της εταιρείας MOBITEL και συγκεκριμένα (για "bonus σύνδεσης", ποσό 45.719.100 δραχμών και για "extra bonus αύξησης ενεργών συνδρομητών", ποσό 43.034.600 δραχμών) ποσό των 88.753.700 δραχμών ή 260.465,73 ευρώ και 2) ποσοστό 20% του ποσού των 581.265 ευρώ, (δηλαδή, ποσό 116.253 ευρώ), που αντιστοιχεί στο 12 % του αναγνωριστικώς αιτούμενου, με την ίδια ως άνω από 12-11-1196 αγωγή συμφωνημένου από την εναγόμενη με την εταιρεία MOBITEL, ποσοστού του "air time " για όλες τις συνδέσεις πελατών της με το δίκτυο.
κινητής τηλεφωνίας της εταιρείας "TELESΤΕΤ", που είχαν ενεργοποιηθεί από τον Οκτώβριο. του έτους 1996 και για όσο. διάστημα διατηρούνταν η ενεργοποίηση, το ύψος του οποίου προσδιορίζεται σε 4.843.879,42 ευρώ, με παραπομπή στην με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4847/2002 αγωγή της εναγομένης, την οποία άσκησε για λογαριασμό της άλλος πλην των εναγόντων πληρεξούσιος δικηγόρος, κατά της εταιρείας MOBITEL, μετά την ως άνω ανάκληση της εντολής της πρώτης προς τους ενάγοντες 3) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να τους καταβάλει το. 80% των ως άνω 581.265 ευρώ (δηλαδή ποσό 465.012 ευρώ), και 4) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να τους καταβάλει ποσοστό 12 % για όποιο ποσό, πέραν των αναφερομένων παραπάνω, το οποίο αυτή θα εισπράξει από την εταιρεία MOBITEL, συνεπεία της ως άνω από 12-11-1996 αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 142/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη ως προς όλα τα αιτήματα της, στη συνέχεια τη δέχθηκε κατ' ουσία, κατά ένα μέρος, ως προς το πρώτο (με στοιχ.1) αίτημα της, και την απέρριψε κατά τα λοιπά. Έτσι όπως είχε η αγωγή δεν ήταν πράγματι ορισμένη, ως προς τα λοιπά αιτήματα της (πλην του πρώτου), αφού δεν αναφέρονταν σ' αυτήν με επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν και γιαυτό έπρεπε ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Η αοριστία της συνίσταται, όσο μεν αφορά το δεύτερο και τρίτο (στοιχ. 2 και 3) από τα ως άνω αιτήματα, στο ότι ο προσδιορισμός του ύψους της συγκεκριμένης απαιτήσεως δεν γίνεται με την ένδικη αγωγή, αλλά ούτε καν με την από 12-11-1996 αγωγή, που οι ίδιοι συνέταξαν για λογαριασμό της εντολέως τους, αλλά με την απευθείας παραπομπή σε άλλη αγωγή, κατά της εταιρείας MOBITEL, δηλαδή τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4847/2002, την οποία συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε, για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, τρίτος πληρεξούσιος δικηγόρος, συνδέοντας έτσι την απαίτησή τους με δικαστική ενέργεια μη ολοκληρωμένη από τους ίδιους και επιδιώκοντας, ανεπιτρέπτως, να θεραπεύσουν την αοριστία της ένδικης αγωγής τους με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων.
Ενόψει δε του ότι, από το ιστορικό της ένδικης αγωγής συνάγεται ότι το ύψος της, ως άνω, απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης κατά της εταιρείας MOBITEL και συνεπώς και το ύψος της απαιτήσεως των αναιρεσειόντων, εξαρτάται από τον αριθµό των ενεργών συνδρομητών της τελευταίας εταιρείας κατά το χρονικό διάστηµα από Οκτώβριο του έτους 1996 και μετά, αλλά και από κυμαινόμενους συντελεστές που συνδέονται µε το χρονικό διάστηµα για το οποίο διατηρούνταν η ενεργοποίηση, όπως από το ποσοστό της ετήσιας απώλειας συνδρομητών λόγω αποσύνδεσης, το ποσοστό της πτωτικής τάσης λογαριασµών και το ποσοστό των κακοπληρωτών, από στοιχεία δηλαδή, που δεν αναγράφονται ούτε στην ένδικη, αλλά ούτε και στην από 12-11-1996 αγωγή, την οποία συνέταξαν οι αναιρεσείοντες, καθίστανται παντελώς αόριστα τα ως άνω αιτήματα.
Όσο δε αφορά το τελευταίο αίτημα (στοιχ 4) η αοριστία του συνίσταται στις ίδιες προηγούμενες ελλείψεις και επιπρόσθετα στην µη αναγραφή οποιουδήποτε ποσού ως βάσης υπολογισμού της οφειλόμενης αμοιβής των αναιρεσειόντων, καθώς και στην έλλειψη προσδιορισμού του χρονικού διαστήματος µε το οποίο συνδέουν την ύπαρξη σχετικής υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης απέναντί τους και συνεπώς τη θεμελίωση του αντίστοιχου εννόµου συμφέροντος αυτών.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων, κατά ένα μέρος και μετά από εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή πάσχει από αοριστία κατά τα παραπάνω (πλην του πρώτου) αιτήματα της, ακολούθως δε την απέρριψε, για το λόγο αυτό, κατά τα αιτήματα αυτά.
Κρίνοντας έτσι, δηλαδή απορρίπτοντας την αγωγή, ως αόριστη, κατά τα αιτήματα που προαναφέρθηκαν, δεν υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ., 8,14 (αληθώς και όχι 1) ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο, περί του αντιθέτου, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από την διάταξη, ο οποίος πλήττει την απόφαση μόνο κατά τα αιτήματα αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 14-5-2009, αίτηση των αναιρεσειόντων, για αναίρεση της με αριθμό 4592/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ