Legislator Case Law & Legislation
1496/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of defamation claim regarding news report accuracy.

Case Number 1496/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting a defamation lawsuit. The appellants claimed the news report falsely depicted a judge as having criminal suspicions and being a liar, while the defendants argued they reported facts objectively without intent to harm. The court found the appellate court's factual findings well-supported by evidence and rejected the appeal as baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 919, 920, 57, 59 of the Civil Code; A news report accurately reflecting objective facts without intent to diminish reputation does not constitute defamation, and appeals against such factual findings are inadmissible.

Keywords

AI generated
defamation claim news report accuracy objective facts reputation protection appellate review civil code provisions inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 914, 919, 920, 57, 59 of the Civil Code
Article 561 paragraph 21 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1496 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1496/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2009 με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χατζή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΝΕΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ψ2, κατοίκου ... και 3. Ψ3, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Ανδρεοπούλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Οκτωβρίου 2004 αγωγή του ΑΑ που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 521/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8621/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23 Απριλίου 2008 αίτησής του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 22 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 532/23.4.2008 αιτήσεως για αναίρεση της 8617/31.12.2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 532/23-4-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 8617/31-12-2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 21 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 141567/8531/19-10-2004 αγωγή, με αρχικώς ενάγοντα τον ΑΑ και εναγομένους (α) την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "STAR CHANNEL ΝΕΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ", (β) τον Ψ2 και (γ) τον Ψ3, εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις του δι' αυτής ενάγοντος χρηματικής του ικανοποιήσεως προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αποδιδόμενη στους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων άδικη και υπαίτια πράξη κατά την διάρκεια προβολής των δελτίων ειδήσεων από τον τηλεοπτικό σταθμό εθνικής εμβέλειας της συνεναγόμενης τους ανώνυμης εταιρείας, ως και μεταδόσεως της εκδοθησομένης αποφάσεως και ανακοινώσεως διαψεύσεως των θεμελιωτικών της αγωγής συκοφαντικών για τον ενάγοντα πραγματικών περιστατικών.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε κατά την επακολουθήσα συζήτηση αυτής κατά την δικάσιμο της 21-9-2006, κατά μερική παραδοχή της, η 521/30-1-2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πριν από την δημοσίευση της οποίας, στις 20-11-2006, απεβίωσε ο αρχικώς ενάγων, και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 3991/8-5-2007 εφέσεως των εναγομένων, με εφεσίβλητους (1) την Χ1, (2) Χ2 και (3) Χ3, σύζυγο και τέκνα αυτού, οι οποίοι, ως μόνοι εξ αδιαθέτου αυτού κληρονόμοι, υπεισήλθαν στην δικονομική θέση του αρχικού ενάγοντος, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 8617/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επί της αγωγής κατ' ουσίαν κρίση.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εφεσίβλητοι με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στην συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει, κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566§1 και 577§3 Κ.Πολ.Δ., να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.

Και τούτο για τον λόγο ότι μέσω των ουσιαστικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (Κ.Πολ.Δ. 578).

Ομοίως για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Κ.Πολ.Δ. 559 αρ. 19), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.

Τέλος, η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Εξάλλου, το άρθρο 14 του Συντάγματος, ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου, τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, στην δε παράγραφο 2 ότι ο τύπος είναι ελεύθερος και ότι η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύεται.

Ο τύπος αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίσταται στην πληροφόρηση και τη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η ελευθερία όμως του τύπου δεν αποτελεί αυτοσκοπό και συνακόλουθα δεν πρέπει να συνεπάγεται, χωρίς άλλο, τη θυσία άλλων έννομων αγαθών, γι' αυτό και υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 14 §1 του Συντάγματος, στο γενικό περιορισμό της τηρήσεως των νόμων του Κράτους, οι οποίοι και αποτελούν το γενικό νομικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινείται και αναπτύσσεται ελεύθερα ο τύπος.

Με νόμο, επομένως, μπορεί να περιοριστεί η ελευθερία διαδόσεως των στοχασμών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφορήσεως, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να είναι γενικής φύσεως, να αποτελούν μόνο κατασταλτικά μέτρα και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου. Το άρθρο 10 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και το ν.δ. 53/1974, καθιερώνει με την παράγραφο 1 αυτού την ελευθερία της γνώμης και της μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, όμως με την παράγραφο 2 αυτού προβλέπει δυνατότητα περιορισμού της ελευθερίας του τύπου, ορίζοντας ότι η άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης εκφράσεως συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες και μπορεί να υπαχθεί σε περιορισμούς ή κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για τηνεθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, την προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων, για τηνπαρεμπόδιση της κοινολογήσεως

εμπιστευτικών πληροφοριών ή για την εξασφάλιση του κύρους ή της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 § 1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.

Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής.

Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.

Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμελείας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 § 3 ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικαιοπραξιών (ΑΚ 914'). Προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, το οποίο κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον.

Ο ισχυρισμός ή η διάδοση του δυσφημιστικού γεγονότος μπορεί να γίνει και δια του τύπου, οπότε υπάρχει για τους υπεύθυνους του εντύπου, έγκλημα συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου, το οποίο, μετά την κατάργηση με το άρθρο μόνο του ν. 2243/1994 όλων των ειδικών περί τύπου ποινικών διατάξεων, εκτελείται υπό τις ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις, που απαιτούνται και για την κοινή συκοφαντική δυσφήμηση.

Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη του άλλου. Κατά το άρθρο όμως 367 ΠΚ δεν αποτελούν άδικη πράξη (α) οι δυσμενείς κρίσεις - (γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον η (δ) σε ανάλογες περιπτώσεις, (στ).

Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται (α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363, καθώς και (β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 367 § 1 ΠΚ επί συκοφαντικής δυσφημήσεως και δεν αίρεται ο άδικος αυτός χαρακτήρας και όταν η δι' αυτής προσβολή της προσωπικότητας έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του ν. 1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου", ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση, για την παράνομη περιουσιακή ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα που θίγει την τιμή ή την υπόληψη παντός ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 του Α.

Κ. υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 γνώση ή υπαίτια άγνοια, συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν αυτός είναι άγνωστος στον εκδότη ή το διευθυντή συντάξεως του εντύπου και περαιτέρω με την παρ. 2, καθορίζονται κατώτατα όρια χρηματικής ικανοποίησης, αναλόγως του τόπου εκδόσεως του εντύπου (κέντρο ή επαρχία).

Εξάλλου, με το άρθρο 4 παρ. 10 του ν. 2328/1995, ορίσθηκε ότι στο άρθρο μόνο του ν. 1178/1981 (όπως έχει τροποποιηθεί), υπάγονται και οι τηλεοπτικοί και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί και στα κατά το άρθρο αυτό "δημοσιεύματα", περιλαμβάνονται και οι τηλεοπτικές και οι ραδιοφωνικές εκπομπές. Προκειμένου δε για τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, ως "εκδότης" νοείται ο νόμιμος ή οι περισσότεροι νόμιμοι εκπρόσωποι της αδειούχου εταιρίας, ως "διευθυντής", ο υπεύθυνος προγράμματος και προκειμένου για ειδησεογραφικές εκπομπές, ο διευθυντής του τμήματος ειδήσεων, ως "συντάκτης" δε του δημοσιεύματος, ο παραγωγός ή ο δημοσιογραφικός υπεύθυνος ή ο δημοσιογράφος συντονιστής ή παρουσιαστής της εκπομπής, ανάλογα με το είδος και τη δομή της.

Με τους λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των αμέσως πιο παραπάνω σημειούμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Στο αναιρετήριο όμως, ενώ εκτίθεται το ιστορικό της υποθέσεως και η νομική άποψη των αναιρεσειόντων περί της εννοίας των διατάξεων που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν και το κατά την εκδοχή τους ερμηνευτικό και υπαγωγικό σφάλμα, δεν παρατίθενται με πληρότητα, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και ειδικότερα τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στην κρίση του περί του κατ' ουσίαν αβάσιμου των φερόμενων προς διάγνωση με την αγωγή αξιώσεων του αρχικού ενάγοντος.

Έτσι, όμως, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως ούτε από την άποψη της ευθείας ούτε από την άποψη της εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων. Ειδικότερα, κατά τις διαφεύγουσες τον αναιρετικό έλεγχο πλήρεις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως. "Ο ενάγων, ο οποίος αποβίωσε, ήταν δικαστικός λειτουργός και από 14-2-2003 υπηρετούσε ως Πρωτοδίκης στο Πρωτοδικείο Θηβών.

Στις 29-10-2003, κατά τη συνεδρίαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, του οποίου προήδρευε ο ενάγων, ενώ επρόκειτο να εκδικασθούν κατ' έφεση τρεις υποθέσεις με κατηγορούμενο τον ΩΩ, ο τελευταίος παρέδωσε στον ενάγοντα, ως προεδρεύοντα του Δικαστηρίου, την από 29-10-2003 έγγραφη "αίτηση εξαίρεσης", την οποία ο τελευταίος ανέγνωσε στο ακροατήριο.

Με την αίτηση του αυτή ο κατηγορούμενος ζητούσε την εξαίρεση του Προεδρεύοντος Πρωτοδίκη και της Εισαγγελέως της έδρας ΒΒ, Αντισαγγελέως Πρωτοδικών Θηβών, αναφέροντας, μεταξύ των άλλων, ότι οι ανωτέρω Πρωτοδίκης και Εισαγγελέας "θα επιδιώξουν προς εμέ εμπάθεια" και απέδιδε στο μεν Προεδρεύοντα ενέργειες και παραλείψεις του κατά την άσκηση άλλων προηγούμενων δικαιοδοτικών καθηκόντων του επί υποθέσεων του κατηγορουμένου, ως γενομένων "εξ εμπάθειας" και "επωφελούμενος την έλλειψη συνηγόρου υπερασπίσεως του" και "για να διευκολύνει τους αντιδίκους του", στη δε Αντεισαγγελέα ΒΒ, ότι σε προηγούμενη ποινική υπόθεση "χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα" και πέτυχε την καταδίκη του.

Οι πιο πάνω δύο δικαστικοί λειτουργοί υπέβαλαν αμέσως κατά του εν λόγω κατηγορουμένου εγκλήσεις για συκοφαντική δυσφήμηση στο ακροατήριο, με αποτέλεσμα τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας, αφού διεκόπη η εκδίκαση των συγκεκριμένων υποθέσεων του κατηγορουμένου και των λοιπών υποθέσεων του δικαστηρίου, να εισαχθεί ο κατηγορούμενος ΩΩ να δικαστεί, με την αυτόφωρη διαδικασία, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου (Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών), που συγκροτήθηκε με άλλη σύνθεση, για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος των δύο δικαστικών λειτουργών.

Κατά την έναρξη της δίκης οι εγκαλούντες Πρωτοδίκης και Εισαγγελέας ήσαν καθισμένοι στη δεύτερη σειρά των εδράνων του ακροατηρίου του κοινού, έξω από το κιγκλίδωμα, που χωρίζει τις θέσεις των παραγόντων της δίκης και απείχαν από τον κατηγορούμενο περί τα 6-7 μέτρα. Όταν το Δικαστήριο, ύστερα από αίτημα του κατηγορουμένου, ανέβαλε τη συζήτηση του αυτοφώρου εντός του τριημέρου για την 1-11-2003 και πριν ακόμη αυτό αποφανθεί για την άρση ή μη της κρατήσεως του κατηγορουμένου, ο τελευταίος, μόλις αντιλήφθηκε να πλησιάζει τον ενάγοντα ο δικηγόρος Θηβών ΓΓ, ο οποίος ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος της ..., αντιδίκου του κατηγορουμένου σε κάποιες ποινικές υποθέσεις του, και να συνομιλεί μαζί του, στράφηκε προς τον ενάγοντα και, απευθυνόμενος προς αυτόν, ένωσε και κίνησε χαρακτηριστικά τους δείκτες των χεριών του, υποδηλώνοντας έτσι σαφώς, ότι ο ως άνω δικαστικός λειτουργός συναλλάσσεται με το δικηγόρο της αντιδίκου του κατηγορουμένου σε βάρος των συμφερόντων του.

Τότε ο ενάγων κινήθηκε ταχύτατα κατά του ΩΩ και λέγοντας σ' αυτόν "τι λες βρε παλιάνθρωπε", του επέφερε με το δεξί του χέρι κτύπημα στον κρόταφο, δίπλα στο δεξί του μάτι, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να τραυματιστεί. Ειδικότερα, ο ΩΩ υπέστη μικρό θλαστικό τραύμα δεξιού άνω βλεφάρου με συνοδό αιμάτωμα δεξιού άνω βλεφάρου, μικρό οίδημα δεξιάς ζυγωματικής χώρας, του συνεστήθη δε η εισαγωγή του στο Νοσοκομείο, όπως τούτο προκύπτει από την με αριθ.

πρωτ. ... βεβαίωση του ιατρού του Γενικού Νοσοκομείου Θηβών ... . Ο ενάγων μετά το επεισόδιο απομακρύνθηκε από τα αστυνομικά όργανα από το ακροατήριο προς αποφυγή άλλων επεισοδίων και το δικαστήριο διέκοψε τη συνεδρίαση του, επανήλθε δε μετά από μισή ώρα και αποφάσισε την άρση της κρατήσεως του κατηγορουμένου.

Την 1-1-2003 ο ΩΩ, με την υπ' αριθμ 2024/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 28 μηνών για συκοφαντική δυσφήμηση των ως άνω δικαστικών λειτουργών. Σημειώνεται, ότι ο ανωτέρω ΩΩ είχε επιδείξει και στο παρελθόν ανάρμοστη, προσβλητική και απειλητική συμπεριφορά ενώπιον των δικαστών και εισαγγελέων του Πρωτοδικείου Θηβών, ακόμη και κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων του Δικαστηρίου, και μάλιστα πολλές φορές, αντίθετα προς τις προτροπές των πληρεξουσίων δικηγόρων του, συνέτασσε και υπέβαλλε μηνύσεις και αναφορές κατά των δικαστών και εισαγγελέων του Πρωτοδικείου Θηβών, οι οποίοι, όπως πίστευε, τον είχαν αδικήσει.

Ο ενάγων για την προαναφερόμενη πράξη του τιμωρήθηκε πειθαρχικά, με την υπ' αριθμ 6/2004 απόφαση του Πενταμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκρινε, ομόφωνα, ότι αυτός είχε τελέσει με την ως άνω συμπεριφορά του το παράπτωμα του άρθρου 91 περ. ζ του Ν. 1756/1988 και του επέβαλε, κατά πλειοψηφία, την πειθαρχική ποινή της επίπληξης.

Επίσης, με την υπ' αριθμ 11.100/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών ο ενάγων τιμωρήθηκε και για την αξιόποινη πράξη της απλής σωματικής βλάβης σε βάρος του ΩΩ, κατόπιν εγκλήσεως του τελευταίου, σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών. Το προαναφερόμενο περιστατικό, ήταν, πράγματι, πρωτοφανές και εύλογα προκάλεσε το έντονο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, με αποτέλεσμα να ασχοληθεί με αυτό όλος ο τύπος, τόσο ο έγγραφος όσο και ο ηλεκτρονικός.

Έτσι, η σχετική είδηση μεταδόθηκε στις 30-10-2003 και από το βραδινό δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού, πανελλήνιας εμβέλειας, "Star Channel", ο οποίος ανήκει στην ιδιοκτησία της πρώτης των εναγομένων και του οποίου το καθημερινό δελτίο ειδήσεων επιμελείται, ως διευθυντής ειδήσεων, ο τρίτος των εναγομένων και παρουσιάζει στο κοινό ο δεύτερος των εναγομένων, ο οποίος, όπως και ο τρίτος εναγόμενος, είναι δημοσιογράφος.

Ο δεύτερος των εναγομένων, αναφερόμενος στην ως άνω είδηση, ανέφερε αρχικά τα ακόλουθα: "Πρωτοφανές περιστατικό συνέβη στο αυτόφωρο πλημμελειοδικείο της Θήβας όπου ένας δικαστής στη διάρκεια της δίκης γρονθοκόπησε άγρια έναν κατηγορούμενο με αποτέλεσμα να τον στείλει στο νοσοκομείο. Νωρίτερα ο 57χρονος κατηγορούμενος είχε επιτεθεί φραστικά στο δικαστή και είχε ζητήσει την εξαίρεση του".

Στη συνέχεια, ακολούθησε η προβολή του ρεπορτάζ από δημοσιογράφο - εκφωνητή (ρεπόρτερ) του σταθμού με συνεντεύξεις του παθόντος ΩΩ, ενός φίλου του, του αδελφού του και του συνηγόρου του, υπό τον τίτλο "ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΞΥΛΟΚΟΠΗΣΕ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ", με το ακόλουθο αναλυτικό περιεχόμενο. "Εκφωνητής: εξαιρετικά βαρύς έπεσε ο πέλεκυς της δικαιοσύνης στο κεφάλι του πενηνταεπτάχρονου ΩΩ.

Τα σημάδια που βλέπετε δεν προκλήθηκαν σε ρινγκ αλλά μέσα σε αίθουσα δικαστηρίου της Θήβας και όχι από τον διάδικο αλλά από έναν δικαστή όπως τουλάχιστον υποστηρίζει. ΩΩ: Και σηκώθηκε από το πίσω μέρος που καθότανε με την εισαγγελέα όπως μου είπανε και ήρθε και μου κοπάνησε δυο μπουνιές. Πρέπει να είχε μεταλλικό μέρος ή κλειδιά ή δαχτυλίδι, δηλαδή απόπειρα δολοφονίας και το δικαστήριο έμεινε άναυδο ενώπιον του δικαστηρίου και των παραγόντων της δίκης.

Και μου λέει δε θυμάμαι τώρα, μου είπε θα σε λιώσω, θα σε πατήσω παλιάνθρωπε. Εκφωνητής: Η έδρα του δικαστηρίου έμεινε έκπληκτη, το ίδιο και οι παράγοντες της δίκης. Δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο ένας δικαστής να χάνει την ψυχραιμία του και να ορμά στον κατηγορούμενο. ΩΩ: Είπα στον εισαγγελέα να υποβάλει μήνυση και να γίνει επί ίσοις όροις αυτόφωρη διαδικασία, διότι ήταν πολίτης πια, δεν ασκούσε κανένα λειτούργημα.

Ήτανε πολίτης και ως πολίτης έδρασε σαν χούλιγκαν. Και αρνήθηκε ο εισαγγελέας να πάρει μήνυση. Αρνήθηκε και ήθελε να τον καλύψει. ΔΔ (αυτόπτης μάρτυρας): Εγώ βλέπω τον πρόεδρο να επιτίθεται κατά του κατηγορουμένου και να τον γρονθοκοπεί. Αδελφός ΩΩ: Εμείς προσφύγαμε στη δικαιοσύνη να βρούμε το δίκιο μας και όπως βλέπετε η δικαιοσύνη τον εχτύπησε, τον εκοπάνησε.

Δηλαδή εμείς σαν άνθρωποι απλοί τι πρέπει να κάνουμε, που πρέπει να βρούμε το δίκιο μας; Εκφωνητής: Λίγο νωρίτερα ο 57χρονος κατηγορούμενος είχε ζητήσει την εξαίρεση του συγκεκριμένου δικαστή καθώς και της εισαγγελέως της έδρας. Ίσως όλα αυτά που είπε για να δικαιολογήσει το αίτημα του έφτασαν το δικαστή στα άκρα.

ΕΕ (δικηγόρος ΩΩ): Έχασε τη ψυχραιμία του ο κύριος ΑΑ και επετέθη που δε νομίζω ότι εδικαιολογείτο αυτή η πράξη. Δεν το περιμέναμε. Ήταν κεραυνός εν αιθρία. Εκφωνητής: Ο ΩΩ που έχει τη φήμη του δικομανούς και σύμφωνα με όσα λέγονται έχει μηνύσει κατά καιρούς πολλούς δικαστές και δικηγόρους, έχει ζητήσει τη ποινική δίωξη του δικαστή που τον ξυλοκόπησε, ενώ ο πρωτοδίκης σύμφωνα με πληροφορίες κατέθεσε μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση".

Μετά την παρεμβολή και παρουσίαση άλλων ειδήσεων, ο δεύτερος των εναγομένων επανήλθε στην ανωτέρω είδηση και, αφού αναφέρθηκε περιληπτικά στο συμβάν, άρχισε να συνομιλεί με τον παθόντα ΩΩ και τον προαναφερόμενο δικηγόρο Θηβών ΓΓ. Ειδικότερα, για το εν λόγω θέμα ειπώθηκαν τα εξής: "Ψ2 (δεύτερος εναγόμενος):

Να επιστρέψουμε τώρα κυρίες και κύριοι στο πρωτοφανές περιστατικό που συνέβη μέσα σε δικαστική αίθουσα όταν δικαστής γρονθοκόπησε κατηγορούμενο και να καλησπερίσουμε τον κύριο ΩΩ που είναι το θύμα του ξυλοδαρμού. Να τον ακούσουμε είναι στη τηλεφωνική μας γραμμή και τον κύριο ΓΓ, ο οποίος είναι δικηγόρος διαδίκου.

Κύριε ΩΩ καλησπέρα. ΩΩ: Πολύ καλησπέρα σας κύριε Ψ2 αλλά δε θα έχω καμία επικοινωνία και επαφή με αυτόν τον κύριο. Ψ2: Ωραία, κύριε ΓΓ θα απαντάτε στα δικά μου ερωτήματα. Κύριε ΩΩ καλησπέρα. Θέλω να μου πείτε τι ακριβώς συνέβη. Πως σας ξυλοκόπησε ο δικαστής; ΩΩ: Με γρονθοκόπησε και αν τον αφήνανε θα με σκότωνε εννοείται γιατί κάτι είχε στα χέρια του ή σίδερο ή κλειδιά.

Ψ2: Σας χτύπησε δηλαδή με κάτι σιδερένιο; ΩΩ: Κάτι είχε στο χέρι του για να μου κάνει αυτό το σημάδι, αυτή τη ζημιά. Κάτι είχε στα χέρια του ή δαχτυλίδι ή κλειδιά ή σίδερο. Ψ2: Εσείς του επιτεθήκατε φραστικά; Για να φτάσει σε αυτό το σημείο ο δικαστής τι έγινε; ΩΩ: Εγώ είχα υπόνοιες από άλλες περιπτώσεις επειδή, να μην αναφέρω του κυρίου το όνομα, είχε διαπράξει ορισμένες παράνομες πράξεις ο δικαστής και του έκανα εξαίρεση όπως ήταν το δικαίωμα βάσει του άρθρου 115 του ποινικού κώδικα επειδή ήξερα ότι ήταν και εμπαθής κιόλα.

Ψ2: Κατέβηκε λοιπόν εκείνος από την έδρα ... ΩΩ: ... Χτυπάει τα χέρια του στο έδρανο, δε σε αφήνει να μιλήσεις, σε βγάζει έξω συνέχεια, σε απειλούν ότι θα σε τιμωρήσουν, θα σε βάλουμε 24 ώρες γιατί έχω μια διαδικασία εδώ και 2 χρόνια. Ψ2: Στο περιστατικό να πάμε. Πώς σας χτύπησε; ΩΩ: Και όταν του έκανα εξαίρεση το πρωί μόλις ξεκίνησε μόλις είδα ότι είναι αυτός στην έδρα έκανα μια αίτηση εξαιρέσεως αυτουνού και της εισαγγελέως και μόλις είδε την εξαίρεση άρχισε να χτυπάει τα χέρια του στο έδρανο και μου λέει, με λες εμπαθή, εγώ θα σου κάνω μήνυση και αγωγή και θα σου ζητάω 1 δισεκατομμύριο δηλαδή με λίγα λόγια τρομοκρατία και απειλή.

Ψ2: Εσείς τι του είπατε και τον εκνευρίσατε, τον φέρατε στα άκρα; ΩΩ: Τίποτα, όχι δεν έγινε τίποτα. Εκεί τυπικά συνέβη πήγε και μου έκανε μήνυση. Ψ2: Κύριε ΩΩ πώς σας επιτέθηκε; Κατέβηκε από την έδρα; ΩΩ: Ακριβώς, εκεί. Για να εκδικαστεί η μήνυση του δεν ήξερε ότι και εγώ υπέβαλα μήνυση για ψευδή καταμήνυση, για τρομοκρατία, για απειλή.

Και όταν κατέβηκε γιατί είχε νέα σύνθεση το δικαστήριο ανέβηκε νέα σύνθεση. Γυρίζω και βλέπω την αντιεισανγελέα ΒΒ μαζί με τον ίδιο και τον ΓΓ. Ψ2: Και πως σας χτύπησε, πείτε μου. ΩΩ: Στην ακροαματική διαδικασία, σηκώνεται έξαφνα και όπως έχω στραμένο το κεφάλι μου στο προεδρείο δηλαδή στο δικαστήριο, μου ρίχνει δυο μπουνιές ξέρετε τώρα αφού ήτανε.

Ψ2: Κύριε ΓΓ έτσι γίνανε τα πράγματα; Μια στιγμή κύριε ΩΩ. Κύριε ΓΓ γιατί τον χτύπησε ο δικαστής το κύριο ΩΩ; ΓΓ: Γιατί τον είχε πρήξει κύριε. Ψ2: Τι εννοείτε τον είχε πρήξει; ΓΓ: Και πρώτα από όλα τον είχε συκοφαντήσει με το έγγραφο αυτό. Ψ2: Κύριε ΓΓ για αυτό υπάρχουν τα δικαστήρια και ο άνθρωπος αυτός υπηρετεί τη δικαιοσύνη.

ΓΓ: Ναι, αλλά δε μπορεί να υβρίζεται όποιος υπηρετεί τη δικαιοσύνη. ΩΩ: Ακόμα και να εξυβρίζει τη δικαιοσύνη υπάρχουν δικαστήρια που θα τον δικάσουν και θα τον καταδικάσουν. Άμα ήταν έτσι κύριε ΓΓ και είστε και εσείς φορέας της δικαιοσύνης γιατί είστε δικηγόρος, ο καθένας θα έπαιρνε το νόμο στα χέρια του, θα χτύπαγε τον οποιονδήποτε, πόσο μάλλον ένας δικαστής.

ΓΓ: Με συγχωρείτε, είστε ο κύριος Ψ2; Ψ2: Έτσι νομίζω. ΓΓ: Με συγχωρείτε, γιατί το λέτε έτσι; Εγώ δε σας ειρωνεύομαι. Λοιπόν το θέμα είναι πόσο αντέχει ένας δικαστής να μην είναι άνθρωπος. Εκεί είναι το πρόβλημα. Εάν άντεχε 5 λεπτά ακόμη δεν θα είχε γίνει τίποτα. Δυστυχώς δεν το άντεξε. Αυτή είναι η εκτίμηση μου.

Ψ2: Τον δικαιολογείτε δηλαδή τώρα τον δικαστή; ΓΓ: Είναι θέμα δικό σας. Ο καθένας το εκτιμά όπως νομίζει. Ο δικαστής ήτανε κάτω από την έδρα. Ψ2: Τον έβρισε ο κύριος ΩΩ; ΓΓ: Βεβαίως, όταν λέει ότι έχει εμπάθεια εναντίον μου και ζητάω την εξαίρεση του στα καλά καθούμενα μπορεί να μη θιγεί ο δικαστής; Δε θίγεται;

Ψ2: Μένω έκθαμβος με αυτά που μου λέτε, επιτρέψτε μου κύριε ΓΓ, η ελληνική δικαιοσύνη δίνει το δικαίωμα στον καθένα να την αμφισβητήσει, να κάνει εξαίρεση στην έδρα. Αυτό έκανε ο ΩΩ. Από εκεί και πέρα εάν εκνευρίζεται ο δικαστής, πάει να χτυπάει τον κατηγορούμενο; ΓΓ: Δεν μπορεί να λέει ότι είναι εμπαθής, μα σας παρακαλώ πολύ.

Ψ2: Ακόμα και αυτό, ας του κάνει μήνυση, του έκανε μήνυση; Να μη χειροδικήσει απάνω του. ΓΓ: Και στο τέλος να του κάνει χειρονομίες. Ψ2: Εγώ δε δικαιολογώ το κύριο ΩΩ, κύριε ΓΓ. Εγώ δε δικαιολογώ το κύριο ΩΩ, ο κύριος ΩΩ ήταν ίσως προκλητικός, το λέει και ο ίδιος. Από εκεί και πέρα όμως υπάρχουν άλλα μέσα. ΩΩ: Δεν είπα εγώ τέτοιο πράγμα.

Ψ2:Τα μέσα αυτά τα εκφράζει ο δικαστής. ΩΩ: Εγώ έκανα αυτό που λέει ο νόμος. Είχα το δικαίωμα. Εάν και εφόσον θιγότανε να μου έκανε μήνυση. Λοιπόν και αυτός ο άνθρωπος πως επηρεάζεται όταν έχει την εξουσία απάνω, τι την κάνει και πως την κάνει. Με την έννοια αυτή και αυτός μου έχει κάνει μια εξαίρεση. Ψ2: Λοιπόν να βάλουμε μια τελεία εδώ.

Ούτως ή άλλως το περιστατικό το είπατε και οι δυο, διατυπώσατε τις θέσεις σας. Αυτός που θα κρίνει είναι ο κόσμος που σας ακούει τώρα και σίγουρα κάποιο δικαστήριο στο οποίο θα πάει η υπόθεση και ελπίζω και εκεί να μην έχουμε χειροδικίες". Ακολούθως, στις 3-11-2003 στο βραδινό δελτίο του ίδιου ως άνω τηλεοπτικού σταθμού προβλήθηκε ρεπορτάζ, με ευθύνη του τρίτου των εναγομένων, διευθυντή ειδήσεων του σταθμού, και υπό τον τίτλο "ΚΑΙ ΔΑΡΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΣ", στο οποίο αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Ψ2:

Πειθαρχική έρευνα διατάχθηκε από τον αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου για να διαπιστωθεί η υπαιτιότητα του δικαστή που ξυλοκόπησε πριν από λίγες ημέρες τον κατηγορούμενο ΩΩ στη Θήβα. Εκφωνήτρια: Λόγο στον Άρειο Πάγο καλείται να δώσει τώρα ο δικαστής ΑΑ που κατηγορείται ότι ξυλοκόπησε τον 57χρονο ΩΩ λίγη ώρα αφότου κατέβηκε από την έδρα του.

Ο αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Κακαλής διέταξε επείγουσα διοικητική εξέταση για την υπαιτιότητα του Πρωτοδίκη για την απόδοση ευθυνών αν υπάρχουν. Για αυτό και ο Δικηγορικός Σύλλογος της Θήβας τάσσεται τώρα στο πλευρό του δικαστή. ΓΓ: Επειδή κρίνεται τώρα θέμα πειθαρχικής δίωξης του δικαστού ήρθε Αρεοπαγίτης από την Αθήνα προχθές, έκανε ανακρίσεις, κάλεσε δικηγόρους και είπε ο Δικηγορικός Σύλλογος σύσσωμος σήμερα να συμπαρασταθεί στο δικαστή.

Εκφωνήτρια: Στο μεταξύ δαρμένος και καταδικασμένος για συκοφαντική δυσφήμηση είναι το θύμα του ξυλοδαρμού. Ο δικαστής είχε υποβάλει μήνυση στο ΩΩ για συκοφαντική δυσφήμηση επειδή εγγράφως είχε ζητήσει την εξαίρεση του από την έδρα. Η υπόθεση εκδικάστηκε και ο ΩΩ οδηγήθηκε στη φυλακή. ΩΩ: Ο κύριος ΑΑ μου ζήτησε συγνώμη, σαν άνθρωπος τη δέχομαι, η πράξη του όμως ήταν δολοφονική.

ΕΕ (δικηγόρος ΩΩ): Αυτή η ποινή δεν αφορά καθόλου το περιστατικό. Πρόκειται για μια συκοφαντική δυσφήμηση δήθεν την οποία κατήγγειλε ο ίδιος ο κύριος ΑΑ όταν ήταν στην έδρα, ότι του έγινε δυσφήμηση με το κείμενο εξαιρέσεως του. Εκφωνήτρια: Η εκπομπή Λόγια SΤΑRΑΤΑ ασχολήθηκε με την υπόθεση. Ο επιχειρηματίας ΣΤ που στο παρελθόν είχε ταλαιπωρηθεί στα δικαστήρια όπως λέει, καταδίκασε τόσο την πράξη του δικαστή όσο και την υποστήριξη που του παρέχει ο Δικηγορικός Σύλλογος.

ΣΤ: Γιατί δε λέτε κύριε ΓΓ ότι ήτανε λάθος, τραγικό του δικαστή; ΓΓ: Μα εγώ δεν είπα ότι έχασε την ψυχραιμία του; ΣΤ: Έχασε την ψυχραιμία του; Να δείτε πως χάνουμε εμείς την ψυχραιμία μας που έχουμε την τιμή και να τον κοπανήσω. ΓΓ: Πόσο αντέχει ένας δικαστής να μην ... Ένα λεπτό, είπατε. Αφήστε με να απαντήσω.

Μη μιλάτε μόνο εσείς. ΣΤ: Και βλέπετε τον ανθρωπάκο. Του έσκισε το φρύδι και τον βάλατε και φυλακή. Εκφωνήτρια: Η υπόθεση του ξυλοδαρμού θα εκδικαστεί από το εφετείο και αναμένεται και η απόφαση του Αρείου Πάγου για πειθαρχικές ή όχι επιπτώσεις στον δικαστή ΑΑ μετά την ολοκλήρωση της έρευνας που έχει ξεκινήσει".

Ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι οι εναγόμενοι δεν παρουσίασαν το συγκεκριμένο περιστατικό κατά τρόπο αντικειμενικό και στις πραγματικές του διαστάσεις, αλλά, αντίθετα, καίτοι γνώριζαν και σε κάθε περίπτωση υπαιτίως αγνοούσαν την αλήθεια, διόγκωσαν και διαστρέβλωσαν τα γεγονότα σε βάρος του, περιλαμβάνοντας ψευδή περιστατικά που θίγουν την τιμή και την υπόληψη του και διανθίζοντας το συγκεκριμένο τμήμα του δελτίου ειδήσεων με προσβλητικούς για τον ίδιο χαρακτηρισμούς και αξιολογικές κρίσεις, με σκοπό να παραπλανήσουν και να δημιουργήσουν εσφαλμένες εντυπώσεις στο τηλεοπτικό κοινό σε βάρος του, να τον συκοφαντήσουν ως άνθρωπο και ως δικαστή και τελικά να προσβάλουν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του.

Συγκεκριμένα ισχυρίζεται, ότι οι κατηγορούμενοι, χωρίς να τον αναζητήσουν, όπως είχαν υποχρέωση, προκειμένου να ακούσουν και τη δική του θέση, α) τον εμφάνισαν να βιαιοπραγεί κατά του ανωτέρω παθόντος κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ενώ, στην πραγματικότητα, εκείνη τη στιγμή δεν εκτελούσε καθήκοντα προεδρεύοντος του δικαστηρίου ή μέλους της συνθέσεως αυτού αλλά βρισκόταν στο ακροατήριο ως απλός διάδικος (μηνυτής), χωρίς μάλιστα να προβάλουν την αιτία, εξ αιτίας της οποίας ωθήθηκε στην εν λόγω πράξη του και ειδικότερα την προηγηθείσα ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος σε βάρος του, β) επέτρεψαν στον παθόντα να ισχυρίζεται ψευδή γεγονότα σε βάρος του, χωρίς να τον διακόψουν ή να ερευνήσουν, αν αυτά ήσαν πράγματι αληθή, και γ) περιέλαβαν απαξιωτικά σχόλια για το πρόσωπο του και χρησιμοποίησαν λέξεις ή φράσεις, που δεν ανταποκρίνονταν σε όσα είχαν συμβεί, με παράλληλη παράθεση, μάλιστα, κατά τη διάρκεια του ρεπορτάζ, στην οθόνη του τίτλου "ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΞΥΛΟΚΟΠΗΣΕ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ", με σκοπό να δημιουργηθεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος του.

Όμως, από τη συνεκτίμηση του όλου" αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα από το παραπάνω πλήρες περιεχόμενο των επίμαχων αποσπασμάτων του δελτίου ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού της πρώτης των εναγομένων και των συνοδευτικών ρεπορτάζ, καθώς και των σχετικών συνεντεύξεων που έλαβαν χώρα, προκύπτει, ότι το επίμαχο περιστατικό παρουσιάστηκε, όπως ακριβώς συνέβη, χωρίς να υπάρξει κάποια ιδιαίτερη επεξεργασία ή παραποίηση του γεγονότος.

Η όλη παρουσίαση, δηλαδή, ανταποκρίνονταν πλήρως στο εξαιρετικό, πράγματι, και ασυνήθιστο γεγονός της πρόκλησης σωματικής βλάβης εκ μέρους δικαστικού λειτουργού σε βάρος κατηγορουμένου σε δικαστική αίθουσα, κατά τη διάρκεια συνεδριάσεως του δικαστηρίου, έστω και αν ο πρώτος κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή είχε την ιδιότητα διαδίκου (μηνυτή).

Συγκεκριμένα, από την όλη παρουσίαση του περιστατικού στις 30-10-2003, προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία, ότι ο ενάγων τη στιγμή που επιτέθηκε στον παθόντα δεν ασκούσε δικαστικά καθήκοντα και ότι βρισκόταν στο ακροατήριο ως απλός διάδικος. Τούτο προκύπτει από την περιγραφή του περιστατικού από τον ίδιο τον παθόντα, ο οποίος ανέφερε ότι "Και σηκώθηκε από το πίσω μέρος που καθότανε με την εισαγγελέα, όπως μου είπανε, και ήρθε και μου κοπάνησε δυο μπουνιές ...

το δικαστήριο έμεινε άναυδο ενώπιον του δικαστηρίου και των παραγόντων της δίκης ... Είπα στον εισαγγελέα να υποβάλει μήνυση και να γίνει επί ίσοις όροις αυτόφωρη διαδικασία, διότι ήταν πολίτης πια, δεν ασκούσε κανένα λειτούργημα. Ήτανε πολίτης και ως πολίτης έδρασε σαν χούλιγκαν ...". Επίσης, απαντώντας στην καθ' όλα ορθή διευκρινιστική ερώτηση του δευτέρου των εναγομένων "Κύριε ΩΩ πώς σας επιτέθηκε;

Κατέβηκε από την έδρα;" ο παθών απάντησε "Ακριβώς, εκεί. Για να εκδικαστεί η μήνυση του ...", εννοώντας ότι ο ενάγων δεν ήταν πλέον στην έδρα, διότι είχε κατέβη από αυτή, προκειμένου να εκδικαστεί, από το ίδιο δικαστήριο αλλά με άλλη σύνθεση, η μήνυση που είχε υποβάλει ο ενάγων, όπως και η αντιεισαγγελέας, σε βάρος του παθόντος, όπως τούτο προκύπτει και από τη συνέχιση της περιγραφής του περιστατικού από τον ίδιο τον παθόντα, ο οποίος ανέφερε χαρακτηριστικά ότι "Και όταν κατέβηκε γιατί είχε νέα σύνθεση το δικαστήριο ανέβηκε νέα σύνθεση.

Γυρίζω και βλέπω την αντιεισαγγελέα ΒΒ μαζί με τον ίδιο και τον ΓΓ. Ψ2: Και πώς σας και τον ΓΓ ... Στην ακροαματική διαδικασία, σηκώνεται έξαφνα και όπως έχω στραμένο το κεφάλι μου στο προεδρείο, δηλαδή στο δικαστήριο, μου ρίχνει δυο μπουνιές". Ακόμη και ο δικηγόρος ΓΓ τόνισε ότι "Ο δικαστής ήτανε κάτω από την έδρα ..." Περαιτέρω, στο δελτίο αναφέρθηκε με σαφήνεια, ότι ο τραυματισμός του παθόντος προήλθε από γροθιά που του κατάφερε ο ενάγων, αφού ο παθών ανέφερε σαφώς, ότι "Με γρονθοκόπησε και αν τον αφήνανε θα με σκότωνε εννοείται γιατί κάτι είχε στα χέρια του ή σίδερο ή κλειδιά ...

Κάτι είχε στο χέρι του για να μου κάνει αυτό το σημάδι, αυτή τη ζημιά. Κάτι είχε στα χέρια του ή δαχτυλίδι ή κλειδιά ή σίδερο", ενώ και ο δεύτερος των εναγομένων ανέφερε "Να επιστρέψουμε τώρα κυρίες και κύριοι στο πρωτοφανές περιστατικό που συνέβη μέσα σε δικαστική αίθουσα, όταν δικαστής γρονθοκόπησε κατηγορούμενο".

Επομένως, ο εμφανιζόμενος τίτλος στην οθόνη της τηλεόρασης, ότι "ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΞΥΛΟΚΟΠΗΣΕ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟ" δεν μπορούσε να δημιουργήσει διαφορετική εντύπωση στον τηλεθεατή, ότι δηλαδή ο ενάγων κτύπησε με ξύλο τον παθόντα, αφού ο τελευταίος περιέγραψε σαφώς τον τρόπο, με τον οποίο χτυπήθηκε από τον ενάγοντα, ενώ η χρησιμοποίηση του ρήματος "ξυλοκόπησε" δεν μπορούσε, σε κάθε περίπτωση, να παραπλανήσει το κοινό ούτε και ήταν δυνατό, να προσδώσει μεγαλύτερη απαξία στην πράξη του ενάγοντος.

Επίσης, από το δεύτερο εναγόμενο αλλά και από τον εκφωνητή του ρεπορτάζ επισημάνθηκε, ότι ο παθών είχε το χαρακτήρα του δικομανούς και ότι προηγουμένως είχε προκαλέσει τον ενάγοντα, ενώ η όλη εικόνα, που φανέρωνε προηγούμενη ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος, συμπληρώθηκε και από την τοποθέτηση του δικηγόρου ΓΓ, ο οποίος αναφέρθηκε σε προσβλητικές και δυσφημιστικές αναφορές του παθόντος σε βάρος του ενάγοντος αλλά και σε προκλητική χειρονομία του ίδιου, τη στιγμή της σύντομης συνομιλίας του ενάγοντος και της εισαγγελέως με τον ανωτέρω δικηγόρο.

Συγκεκριμένα, στην αρχική παρουσίαση της είδησης αναφέρθηκε από το δεύτερο των εναγομένων, ότι "Νωρίτερα ο 57χρονος κατηγορούμενος είχε επιτεθεί φραστικά στο δικαστή και είχε ζητήσει την εξαίρεση του", και από τον εκφωνητή ότι "Λίγο νωρίτερα ο 57χρονος κατηγορούμενος είχε ζητήσει την εξαίρεση του συγκεκριμένου δικαστή καθώς και της εισαγγελέως της έδρας.

Ίσως όλα αυτά που είπε για να δικαιολογήσει το αίτημα του έφτασαν το δικαστή στα άκρα ... Ο ΩΩ που έχει τη φήμη του δικομανούς και σύμφωνα με όσα λέγονται έχει μηνύσει κατά καιρούς πολλούς δικαστές και δικηγόρους". Εξάλλου, ο δικηγόρος ΓΓ, αναφέρθηκε στην αιτία που προκάλεσε την έκρηξη του ενάγοντος, λέγοντας ότι "(ο παθών) τον είχε πρήξει κύριε ...

Και πρώτα από όλα τον είχε συκοφαντήσει με το έγγραφο αυτό ... δε μπορεί να υβρίζεται όποιος υπηρετεί τη δικαιοσύνη ... το θέμα είναι πόσο αντέχει ένας δικαστής να μην είναι άνθρωπος ...". Μάλιστα, όταν ρωτήθηκε από το δεύτερο των εναγομένων, αν ο παθών εξύβρισε τον ενάγοντα απήντησε, ότι "Βεβαίως, όταν λέει ότι έχει εμπάθεια εναντίον του και ζητάω την εξαίρεση του στα καλά καθούμενα μπορεί να μη θιγεί ο δικαστής; ...

Δεν μπορεί να λέει ότι είναι εμπαθής ...", ενώ επεσήμανε και το γεγονός ότι ο παθών έκανε προκλητική χειρονομία σε βάρος του ενάγοντος, οπότε ο δεύτερος των εναγομένων είπε "Εγώ δε δικαιολογώ το κύριο ΩΩ, κύριε ΓΓ. Εγώ δε δικαιολογώ το κύριο ΩΩ, ο κύριος ΩΩ ήταν ίσως προκλητικός, το λέει και ο ίδιος". Όσον αφορά την προσπάθεια του παθόντος να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του έναντι του ενάγοντος, λέγοντας, παντελώς αβασίμως όπως αποδείχθηκε, ότι είχε υπόνοιες ότι ο ενάγων είχε διαπράξει ορισμένες παράνομες πράξεις και ήταν εμπαθής, ο δεύτερος εναγόμενος ουδόλως συμφώνησε μαζί του, αλλά τον διέκοψε δύο φορές να περιοριστεί στο συγκεκριμένο συμβάν, επισημαίνοντας στο τέλος ότι δεν συμφωνούσε με τις απόψεις του παθόντος.

Με βάση τα ανωτέρω, λοιπόν, η συνολική εικόνα που εντυπώθηκε στον τηλεθεατή από το συγκεκριμένο τμήμα του δελτίου ειδήσεων, που αναφερόταν στην ένδικη υπόθεση, είναι η ακόλουθη α) ότι ΩΩ, ο οποίος έχει τη φήμη του δικομανούς και ο οποίος στο παρελθόν είχε μηνύσει πολλούς δικαστές και δικηγόρους, κατά την εκδίκαση υπόθεσης του στο δικαστήριο της Θήβας, στο οποίο προήδρευε ο ενάγων, υπέβαλε αίτηση εξαιρέσεως αυτού και της εισαγγελέως της έδρας, στην οποία περιέλαβε προσβλητικούς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς κατά των εν λόγω δικαστικών λειτουργών (και ειδικότερα, όσον αφορά στον ενάγοντα, ότι είχε υπόνοιες κατ' αυτού πως είχε διαπράξει παράνομες πράξεις και ότι ήταν εμπαθής), με αποτέλεσμα οι τελευταίοι, να υποβάλουν σε βάρος του μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση, β) ότι κατόπιν αυτού διακόπηκε η αρχική δίκη και, αφού συγκροτήθηκε το δικαστήριο με άλλους δικαστές, άρχισε η εκδίκαση της υπόθεσης με κατηγορούμενο τον ΩΩ και μηνυτές τους δύο δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι δεν βρίσκονταν πλέον στην έδρα, αλλά στην αίθουσα του δικαστηρίου ως απλοί διάδικοι και γ) ότι κατά τη διάρκεια της δίκης ο ΩΩ προκάλεσε εκ νέου με χειρονομία τον ενάγοντα, τον οποίο είχε και προηγουμένως "πρήξει", και γι' αυτό ο τελευταίος, χάνοντας την ψυχραιμία του από την πρόκληση που δέχθηκε, κινήθηκε αγανακτισμένος προς το σημείο, όπου καθόταν ο κατηγορούμενος, και του κατάφερε δύο γροθιές στο κεφάλι, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει απλή σωματική βλάβη και να αναγκαστεί ο παθών να μεταβεί στο νοσοκομείο.

Η εικόνα αυτή ανταποκρίνεται πλήρως στα πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Θηβών στις 29-10-2003, με μόνη διαφοροποίηση, ότι ο ενάγων χτύπησε τον παθόντα μόνον μία φορά τον ενάγοντα με τη γροθιά του και όχι δύο. Το γεγονός αυτό αλλά και η παράλειψη των εναγομένων να διευκρινίσουν σε τι συνίστατο η προκλητική χειρονομία του παθόντος προς τον ενάγοντα, ότι δηλαδή με αυτή ο παθών άφηνε υπονοούμενα περί αθέμιτης συναλλαγής του ενάγοντος με το δικηγόρο ΓΓ που σε διάφορες δίκες εκπροσωπούσε αντιδίκους του παθόντος, η οποία παράλειψη, όμως, ουδόλως προέκυψε ότι έγινε σκόπιμα, δεν συνιστά διαστρέβλωση της συγκεκριμένης είδησης ούτε και μπορούσε να οδηγήσει σε παραπλάνηση της κοινής γνώμης σχετικά με όσα, πράγματι, συνέβησαν.

Το βασικό στοιχείο ήταν, ότι ο παθών προκάλεσε τον ενάγοντα, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να του επιτεθεί, και η εικόνα αυτή, πράγματι, μεταδόθηκε στους τηλεθεατές, χωρίς να ενδιαφέρει, για την αμερόληπτη μετάδοση της είδησης, το συγκεκριμένο περιεχόμενο της προκλητικής χειρονομίας του τελευταίου και αν η αντίδραση του ενάγοντος ήταν δικαιολογημένη, καλυπτόμενη από τη διάταξη του άρθρου 308 παρ 3 του ΠΚ, ή ήταν αδικαιολόγητη.

Σημειώνεται, πάντως, ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 11.100/2005 απόφαση του απέρριψε τον ισχυρισμό του ενάγοντος, ότι ωθήθηκε στην πράξη του από δικαιολογημένη αγανάκτηση, εξ αιτίας της προηγηθείσας συμπεριφοράς του παθόντος. Επομένως, η συγκεκριμένη είδηση, όπως την παρουσίασε ο δεύτερος εναγόμενος στις 30-10-2003, αναφερόμενος στο παραπάνω περιστατικό, ότι δηλαδή "Πρωτοφανές περιστατικό συνέβη στο αυτόφωρο πλημμελειοδικείο της Θήβας όπου ένας δικαστής στη διάρκεια της δίκης γρονθοκόπησε άγρια έναν κατηγορούμενο με αποτέλεσμα να τον στείλει στο νοσοκομείο.

Νωρίτερα ο 57χρονος κατηγορούμενος είχε επιτεθεί φραστικά στο δικαστή και είχε ζητήσει την εξαίρεση του", και όπως αυτή προέκυπτε μέσα από τα σχόλια και τις συνεντεύξεις, είναι απολύτως αληθής, χωρίς να έχει υπάρξει διαστρέβλωση ή παραμόρφωση του υλικού της είδησης. Αληθή, επίσης, ήταν και όλα τα γεγονότα που αναφέρθηκαν στο δελτίο ειδήσεων της 3-11-2003, ήτοι α) ότι είχε διαταχθεί πειθαρχική έρευνα σε βάρος του ενάγοντος για το συγκεκριμένο περιστατικό, β) ότι με βάση την έγκληση για συκοφαντική δυσφήμηση που υπέβαλαν ο ενάγων και η αντιεισαγγελέας ΒΒ κατά του κατηγορουμένου, ο τελευταίος καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως και γ) ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος Θηβών είχε εκφράσει τη συμπαράσταση του στον ενάγοντα.

Ενόψει αυτών, δεν μπορεί να γίνει λόγος για μη τήρηση εκ μέρους των εναγομένων των συναλλακτικών υποχρεώσεων του τύπου και για υπαίτια άγνοια της αιτίας του περιστατικού, αφού ο τηλεθεατής από το περιεχόμενο των συνεντεύξεων και των ρεπορτάζ μπορούσε να σχηματίσει γνώμη για το λόγο που προκάλεσε την τόσο έντονη αντίδραση του ενάγοντος, πέραν του ότι, πολλές φορές, όπως και στη συγκεκριμένη περίπτωση, το κοινό στα πλαίσια της ενημέρωσης του ενδιαφέρεται για το συμβάν αυτό καθ' εαυτό και όχι για την αιτία που το προκάλεσε, στην οποία ελάχιστη αποδίδει σημασία.

Τήρησαν, δηλαδή, οι εναγόμενοι, όπως είχαν υποχρέωση, το καθήκον αληθείας και το καθήκον ενημέρωσης του κοινού, καλώντας στις σχετικές συζητήσεις το δικηγόρο ΓΓ, που υποστήριζε πλήρως τον ενάγοντα, αφού δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεση του τελευταίου. Εξάλλου, πέραν της κριτικής που ασκήθηκε, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, στον ενάγοντα για την πράξη του, οι εναγόμενοι δεν έλαβαν θέση για τη διάπραξη από αυτόν είτε ποινικού είτε πειθαρχικού αδικήματος, αλλά στο τέλος και των δύο δελτίων δηλώθηκε σαφώς, ότι η υπόθεση θα κριθεί από τα αρμόδια όργανα και συγκεκριμένα δηλώθηκε "Λοιπόν να βάλουμε μια τελεία εδώ.

Ούτως ή άλλως το περιστατικό το είπατε και οι δύο, διατυπώσατε τις θέσεις σας. Αυτός που θα κρίνει είναι ο κόσμος που σας ακούει τώρα και σίγουρα κάποιο δικαστήριο στο οποίο θα πάει η υπόθεση... (30-10-2003), και "Η υπόθεση του ξυλοδαρμού θα εκδικαστεί από το εφετείο και αναμένεται και η απόφαση του Αρείου Πάγου για πειθαρχικές ή όχι επιπτώσεις στον δικαστή ΑΑ μετά την ολοκλήρωση της έρευνας που έχει ξεκινήσει" (3-11-2003), κρατώντας μάλιστα ο δεύτερος εναγόμενος αποστάσεις, όπως αναφέρθηκε, απ' όσα είπε ο παθών για να υποστηρίξει την αίτηση εξαιρέσεως του ενάγοντος, λέγοντας "Εγώ δε δικαιολογώ το κύριο ΩΩ, κύριε ΓΓ.

Εγώ δε δικαιολογώ το κύριο ΩΩ, ο κύριος ΩΩ ήταν ίσως προκλητικός, το λέει και ο ίδιος". Επομένως, από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά πλήρως αποδεικνύεται, ότι οι εναγόμενοι δεν τέλεσαν, με την παρουσίαση του επίμαχου γεγονότος στα προαναφερόμενα δελτία ειδήσεων, το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του ενάγοντος, αφού όσα προβλήθηκαν ήσαν αληθή, χωρίς να περιλαμβάνεται κανένας, εν γνώσει των εναγόντων, ισχυρισμός ή διάδοση ψευδούς γεγονότος, πρόσφορου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος.

Περαιτέρω, εκείνο το οποίο θέλησαν οι εναγόμενοι να παρουσιάσουν στο τηλεοπτικό κοινό και το οποίο, άλλωστε, αξιολογήθηκε από αυτούς ως είδηση, είναι αποκλειστικά και μόνον το εξαιρετικό και ασυνήθιστο, όπως αναφέρθηκε, γεγονός της πρόκλησης σωματικής βλάβης εκ μέρους δικαστικού λειτουργού σε βάρος κατηγορουμένου σε δικαστική αίθουσα, κατά τη διάρκεια συνεδριάσεως του δικαστηρίου, έστω και αν ο πρώτος κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή είχε την ιδιότητα διαδίκου.

Παράλληλα, όμως, θέλησαν να σχολιάσουν καυστικά τη συμπεριφορά αυτή του ενάγοντος, ανεξάρτητα από την, δικαιολογημένη ή μη, αιτία που τον οδήγησε στη συγκεκριμένη ενέργεια. Για αυτό και το συγκεκριμένο γεγονός συνοδεύτηκε και από κάποια ειρωνικά και δηκτικά σχόλια του παρουσιαστή του δελτίου ειδήσεων, δευτέρου εναγομένου, και του εκφωνητή του ρεπορτάζ.

Σημειώνεται, ότι ο συντάκτης του σχολίου βασίζεται σε στοιχεία της είδησης, που προκύπτει από το σχετικό ρεπορτάζ. Το σχόλιο αποτελεί, όπως και το ρεπορτάζ, ένα από τα βασικά είδη του δημοσιογραφικού λόγου, πλην όμως, σε αντίθεση με το ρεπορτάζ, το οποίο αφορά, κατά κανόνα, την καταγραφή γεγονότων για άμεση και πρωτογενή ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού ή συμπλήρωση και ενίσχυση παλαιότερων γεγονότων με καινούργια στοιχεία, το σχόλιο αποτελεί κριτική αναφορά, δηκτική ή χιουμοριστική ή ακόμη και καυστική προσέγγιση μιας επιμέρους πτυχής κάποιου γεγονότος.

Στόχος του είναι να κριτικάρει, σατιρίσει και καυτηριάσει, επικεντρώνοντας σε κάποια λεπτομέρεια και όχι στην ολότητα ενός γεγονότος και πάντα έχει πολύ μικρότερη έκταση από το άρθρο και το ρεπορτάζ, το οποίο ασχολείται με το συγκεκριμένο γεγονός στην ολότητα του. Το σχόλιο, δηλαδή, περιέχει κάποια ή και ένα στοιχείο από την είδηση, που εξετάζεται από το συντάκτη άλλοτε με χιουμοριστική διάθεση άλλοτε με κριτική διάθεση και δηκτικότητα και άλλοτε με τη διατύπωση ερωτημάτων.

Επομένως, το σχόλιο έχει ένα συγκεκριμένο ύφος, καυστικό, κριτικό, δηκτικό κλπ, αφού σκοπός του δεν είναι η ενημέρωση του κοινού πρωτογενώς, αλλά η επισήμανση και ανάδειξη, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, κάποιας πλευράς ενός συγκεκριμένου γεγονότος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συμπεριφορά του ενάγοντος δικαιολογούσε την άσκηση οξείας κριτικής σε βάρος του, ακόμη και με την έκφραση δυσμενών κρίσεων, ενόψει της ιδιότητας του ως εν ενεργεία δικαστή, δεδομένου ότι ο δημοσιογράφος έχει δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη δημοσίευση ειδήσεων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά προσώπων, για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο και στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι δικαστικοί λειτουργοί, ώστε να είναι επιτρεπτά δημοσιεύματα, με σκοπό την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, έστω και αν συνοδεύονται από οξεία κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων, στα οποία αναφέρονται, αρκεί βέβαια το δημοσίευμα να μην υπερβαίνει το αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο προς ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος για την ενημέρωση του κοινού, με βάση αληθινά - και όχι ψευδή και παραπλανητικά - γεγονότα.

Έτσι, οι εναγόμενοι θέλησαν, εκτός από την παρουσίαση της είδησης καθ' εαυτής, να επισημάνουν, περιορισμένα, πράγματι, με σκωπτικό, ειρωνικό και καυστικό τρόπο, το γεγονός ότι ένας δικαστής, έστω και ως απλός διάδικος, έχασε την ψυχραιμία του και χτύπησε τον αντίδικο του μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου.

Για το λόγο αυτό, χρησιμοποιήθηκαν στο δελτίο φράσεις, όπως "Εξαιρετικά βαρύς έπεσε ο πέλεκυς της δικαιοσύνης στο κεφάλι του πενηνταεπτάχρονου ΩΩ. Τα σημάδια που βλέπετε δεν προκλήθηκαν σε ρινγκ αλλά μέσα σε αίθουσα δικαστηρίου της Θήβας και όχι από τον διάδικο αλλά από έναν δικαστή όπως τουλάχιστον υποστηρίζει ...

Δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο ένας δικαστής να χάνει την ψυχραιμία του και να ορμά στον κατηγορούμενο". Επίσης, σ' αυτό κατέτειναν και οι επισημάνσεις του δευτέρου των εναγομένων προς το δικηγόρο ΓΓ, ο οποίος καθ' όλη τη διάρκεια της συνέντευξης υποστήριξε τον ενάγοντα και επιχείρησε, ουσιαστικά, να δικαιολογήσει την πράξη του, ότι δηλαδή, εφόσον ο ενάγων είχε προκληθεί, θα έπρεπε να προσφύγει στη δικαιοσύνη, λέγοντας συγκεκριμένα "για αυτό υπάρχουν τα δικαστήρια και ο άνθρωπος αυτός υπηρετεί τη δικαιοσύνη ...

Ακόμα και να εξυβρίζει τη δικαιοσύνη υπάρχουν δικαστήρια που θα τον δικάσουν και θα τον καταδικάσουν. Άμα ήταν έτσι κύριε ΓΓ και είστε και εσείς φορέας της δικαιοσύνης γιατί είστε δικηγόρος, ο καθένας θα έπαιρνε το νόμο στα χέρια του, θα χτύπαγε τον οποιονδήποτε, πόσο μάλλον ένας δικαστής ... Μένω έκθαμβος με αυτά που μου λέτε, επιτρέψτε μου κύριε ΓΓ, η ελληνική δικαιοσύνη δίνει το δικαίωμα στον καθένα να την αμφισβητήσει, να κάνει εξαίρεση στην έδρα.

Αυτό έκανε ο ΩΩ. Από εκεί και πέρα εάν εκνευρίζεται ο δικαστής, πάει να χτυπάει τον κατηγορούμενο; ... Ακόμα και αυτό, ας του κάνει μήνυση, του έκανε μήνυση; Να μη χειροδικήσει απάνω του". Τα ανωτέρω αποτελούν έκφραση γνώμης και αξιολογικές κρίσεις, υπό μορφή σχολιασμού, οι οποίες, όμως, στηρίχθηκαν, όπως αναφέρθηκε, επί του προαναφερόμενου αληθούς περιστατικού, το οποίο μεταδόθηκε με ακρίβεια και όχι με παραπλανητικό τρόπο, όπως ισχυρίστηκε ο ενάγων.

Όλες οι λέξεις και φράσεις, που χρησιμοποιήθηκαν από τους εναγομένους και τους δημοσιογράφους - εκφωνητές του ρεπορτάζ, ήσαν απολύτως αναγκαίες τόσο για τη μετάδοση της είδησης όσο και για την αποτύπωση των σκέψεων τους με το συγκεκριμένο καυστικό τρόπο και την άσκηση αυστηρής κριτικής στον ενάγοντα για την ανωτέρω συμπεριφορά του, λόγω της ιδιότητας και της θέσης που κατείχε, χωρίς να ενέχουν αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του ενάγοντος ή περιφρόνηση προς το πρόσωπο του.

Δεν αναφέρθηκε κάποια λέξη ή φράση προσβλητική της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος. Το ίδιο ισχύει και για τη μετάδοση αποσπάσματος από τη συνομιλία του επιχειρηματία ΣΤ με το δικηγόρο ΓΓ στην εκπομπή "ΛΟΓΙΑ ΣΤΑΡΑΤΑ", στην οποία ο ανωτέρω επιχειρηματίας απλώς καυτηρίασε έντονα τη συμπεριφορά του ενάγοντος λέγοντας "Γιατί δε λέτε κύριε ΓΓ ότι ήτανε λάθος, τραγικό του δικαστή; ...

Έχασε την ψυχραιμία του; Να δείτε πως χάνουμε εμείς την ψυχραιμία μας που έχουμε την τιμή και να τον κοπανήσω ... Και βλέπετε τον ανθρωπάκο. Του έσκισε το φρύδι και τον βάλατε και φυλακή". Κατά συνέπεια, ενόψει του ότι το περιεχόμενο και των δύο δελτίων ειδήσεων ήταν αληθές, ανταποκρινόμενο πλήρως στην πραγματικότητα (άρθρ. 366 παρ. 1), οι περαιτέρω αξιολογικές κρίσεις που εκφράστηκαν σε βάρος του ενάγοντος, στηριζόμενες αποκλειστικά στο συγκεκριμένο αυτό συμβάν και όχι σε άλλα γεγονότα και χωρίς με αυτές να προσδίδεται μεγαλύτερη ποσοτική και ποιοτική βαρύτητα στο εν λόγω περιστατικό και μεγαλύτερη απαξία εν γένει στη συμπεριφορά του ενάγοντος, δεν στοιχειοθετείται σε βάρος των εναγομένων το αδίκημα της δυσφημήσεως ούτε και της εξυβρίσεως, αφού τα όσα μεταδόθηκαν δεν εξέρχονται από τα όρια της συνταγματικά προστατευόμενης ελευθεροτυπίας, ενώ, εξάλλου, από το όλο περιεχόμενο των δύο δελτίων ειδήσεων, τον τρόπο και τις περιστάσεις υπό τις οποίες μεταδόθηκε η επίμαχη είδηση, ουδόλως προκύπτει μία αυτοτελής, μειωτική της τιμής του ενάγοντος, αξιολόγηση, που δεν καλύπτεται από την ανάγκη έκφρασης και παρουσίασης, κατά τρόπο αντικειμενικό, του αληθινού γεγονότος.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι εναγόμενοι προέβησαν στη μετάδοση του επίμαχου περιστατικού, και μάλιστα κατά τον προαναφερόμενο κριτικό και καυστικό τρόπο, από δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, στα πλαίσια της ενημέρωσης της κοινής γνώμης πάνω στο θέμα που ανέκυψε και αφορούσε τη συμπεριφορά ενός δικαστικού λειτουργού (πρόκληση σωματικής βλάβης σε αντίδικο του μέσα στη δικαστική αίθουσα και ενώπιον του συνεδριάζοντος δικαστηρίου, του οποίου λίγη ώρα πριν από το συμβάν προήδρευε), όπως βάσιμα ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες (άρθρ 367 παρ 1 ΠΚ), χωρίς να προκύπτει, όπως αναφέρθηκε, από το όλο περιεχόμενο των συγκεκριμένων τμημάτων των δελτίων ειδήσεων ειδικός σκοπός δυσφημήσεως ή εξυβρίσεως του ενάγοντος, δηλαδή πρόθεση που να κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης αυτού, αφού όλες οι λέξεις και φράσεις, που χρησιμοποιήθηκαν, δεν υπερβαίνουν, όπως αναφέρηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση το αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο (άρθρ 367 παρ 2 ΠΚ), η δε αναφορά του ονόματος αυτού δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο ενάγων με τη συμπεριφορά του βρέθηκε, έστω και άθελα του, στην επικαιρότητα.

Περαιτέρω, με βάση τα ίδια ως άνω περιστατικά και ανεξάρτητα από την ποινική αξιολόγηση αυτών, δεν αποδείχθηκε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, κατά την έννοια των άρθρων 914, 919, 920, 57 και 59 ΑΚ, που να προσέβαλε την προσωπικότητα του ενάγοντος, αφού οι εναγόμενοι παρουσίαν καλόπιστα τα γεγονότα, όπως πράγματι συνέβησαν και κατά τρόπο αντικειμενικό, στα πλαίσια της άσκησης του επαγγέλματος τους, χωρίς να παραποιήσουν τα επί μέρους περιστατικά και χωρίς προσπάθεια ή σκοπό μειώσεως, καθ1 οιονδήποτε τρόπο, της προσωπικότητας του ενάγοντος.

Ενόψει όλων των ανωτέρω, η αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη". Στις αμέσως παραπάνω σημειούμενες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ότι κατά την παρουσίαση στο δελτίο ειδήσεων του αφορώντας την υπόθεση περιστατικού κατέστη σαφές, ιδία, (α) ότι ο ΩΩ κατά την εκδίκαση υποθέσεώς του στο δικαστήριο της Θήβας, στο οποίο προήδρευε ο ενάγων, υπέβαλε αίτηση εξαιρέσεως αυτού και της Εισαγγελέως της έδρας, στην οποία περιέλαβε προσβλητικούς και συκοφαντικούς για τους εν λόγω δικαστικούς λειτουργούς ισχυρισμούς και ειδικότερα για τον ενάγοντα ότι είχε υπόνοιες κατ' αυτού ότι είχε διαπράξει παράνομες πράξεις και ήταν εμπαθής, με αποτέλεσμα να υποβάλουν σε βάρος του έγκληση για συκοφαντική δυσφήμηση, (β) ότι κατόπιν αυτού διακόπηκε η αρχική δίκη και αφού συγκροτήθηκε το δικαστήριο με άλλους δικαστές, άρχισε η εκδίκαση της υποθέσεως με κατηγορούμενο τον ΩΩ και εγκαλούντες τους δύο δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι ήταν στην αίθουσα του δικαστηρίου, ως απλοί διάδικοι και (γ) ότι κατά την διάρκεια της ο ΩΩ προκάλεσε εκ νέου με χειρονομία τον ενάγοντα, αιτία από την οποία ο τελευταίος απώλεσε την ψυχραιμία του, κινήθηκε αγανακτισμένος προς το σημείο όπου καθόταν ο κατηγορούμενος και τον γρονθοκόπησε στο κεφάλι, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει απλή σωματική βλάβη και να αναγκασθεί ο παθών να μεταβεί στο νοσοκομείο, με καταληκτικό συμπέρασμα της κύριας αιτιολογίας της ότι η εικόνα αυτή ανταποκρινόταν στα πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώραν ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείων Θηβών στις 29-10-2003.

Οι ουσιαστικές αυτές παραδοχές δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των σημειούμενων στην αρχή της παρούσης διατάξεως, απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες με τους διατυπούμενους λόγους αναιρετικές αιτιάσεις της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεώς τους να αξιολογούνται προεχόντως ως αόριστοι και άρα απαράδεκτοι και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμοι.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 532/23-4-2008 αίτηση για αναίρεση της 8617/31-12-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ