Legislator Case Law & Legislation
1496/2007 AI generated

1496/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1496/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/5/1999 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 275/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 6061/2001 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 773/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3446/2004 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/7/2005 αίτησή τους και τους από 12/2/2007 πρόσθετους λόγους.

Legislator headnote

AI generated

1496/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Βασική προϋπόθεση, πάντως, για την εφαρμογή της ανωτέρω αρχής και στους δικηγόρους που απασχολούνται στον ίδιο εντολέα με πάγια αντιμισθία, είναι η παροχή του εντολέα σε ορισμένους από αυτούς να χορηγήθηκε οικειοθελώς, δηλαδή από δική του πρωτοβουλία και χωρίς να έχει σχετική νομική υποχρέωση, επιπλέον δε η χορήγηση αυτής να έγινε νόμιμα.

Keywords

AI generated
occupational disability benefits access to a profession employment subject to social contributions rights and obligations of staff pay policy termination of benefits
AI generated
987/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
863/2018
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
430/2025
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
2029/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/3/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2009 μη οριστική και 193/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 4549/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/12/2012 αίτησή του και τους από 23/4/2013 πρόσθετους λόγους αυτής.
1002/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1496 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1496/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1 , μοναδικού και καθολικού διαδόχου της θανούσης Ζ1 , δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, 2.Χ2 , δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, εκ των οποίων ο μεν 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαντζουράνη, ο δε 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.

Της αναιρεσίβλητης: Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία: "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", η οποία σήμερα φέρει την επωνυμία: "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε", που εδρεύει στη Ν.Σμύρνη Αττικής, όπως νομίμως εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/5/1999 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 275/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 6061/2001 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 773/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3446/2004 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/7/2005 αίτησή τους και τους από 12/2/2007 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 6/9/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης καθώς και την από 1/5/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των προσθέτων λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 569 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως, επιδίδεται δε στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την ίδια προθεσμία. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και προς τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες προβλέπουν τον προσδιορισμό δικασίμου σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία για επίδοση και προπαρασκευή της υποθέσεως, ως και τη σύνταξη εκθέσεως από τον οριζόμενο Εισηγητή, προκύπτει ότι ως ημέρα συζητήσεως για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και επιδόσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων νοείται η ορισθείσα από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος, κατά το άρθρο 568 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., όχι δε και η μεταγενέστερη μετ' αναβολή εξ' αυτής ή ματαίωση προσδιορισθείσα. Επομένως, οι κρινόμενοι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 14-2-2007, δηλαδή μετά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 26-9-2006, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της αναιρέσεως και όχι τουλάχιστον 30 ημέρες πριν την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι.

Σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τα άρθρα 288 του ΑΚ και 22 παρ. 1β' του Συντάγματος και έχει εφαρμογή σε οποιαδήποτε ενοχική σχέση, επομένως και στη σχέση της έμμισθης εντολής δικηγόρου με πάγια αντιμισθία, εκείνος που χρησιμοποιεί με αμοιβή περισσότερα πρόσωπα, τα οποία έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες για την εξυπηρέτηση αναγκών του της αυτής κατηγορίας, υποχρεούται να μεταχειρίζεται ομοιόμορφα τα πρόσωπα αυτά, από απόψεως οικειοθελών παροχών, ανεξάρτητα από το χρόνο που προσλήφθηκε το καθένα, εκτός αν η εξαίρεση ορισμένων από αυτά είναι κατ' αντικειμενική κρίση δίκαιη και εύλογη και δικαιολογείται έτσι κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών.

Βασική προϋπόθεση, πάντως, για την εφαρμογή της ανωτέρω αρχής και στους δικηγόρους που απασχολούνται στον ίδιο εντολέα με πάγια αντιμισθία, είναι η παροχή του εντολέα σε ορισμένους από αυτούς να χορηγήθηκε οικειοθελώς, δηλαδή από δική του πρωτοβουλία και χωρίς να έχει σχετική νομική υποχρέωση, επιπλέον δε η χορήγηση αυτής να έγινε νόμιμα.

Διότι η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελών παροχών δεν δικαιολογεί αντίστοιχη αξίωση εκείνων που δεν τις έλαβαν, αφού δεν μπορεί να υπάρξει ίση μεταχείριση στην παρανομία. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Οι ενάγοντες Ζ1 και Χ2 προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως δικηγόροι της αναιρεσίβλητης με συμβάσεις έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, η πρώτη από 1-6-1986 και ο δεύτερος από 10-7-1987 αντίστοιχα.

Κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως της πρώτης ενάγουσας στη νομική υπηρεσία της αναιρεσίβλητης υπηρετούσαν προσφέροντας τις υπηρεσίες τους με συμβάσεις έμμισθης εντολής και οι δικηγόροι Ψ1 , από 1-10-1981, Ψ2 , από 21-12-1982 και Ψ3 , από 28-9-1981. Κατά το χρόνο προσλήψεως των ανωτέρω δικηγόρων, πλην του Ψ2 , δεν είχε τεθεί σε ισχύ ούτε ο Κανονισμός της αναιρεσίβλητης, ούτε το ενιαίο μισθολόγιο των ασφαλιστικών υπαλλήλων.

Με την ειδική Σ.Σ.Ε. της 1-11-1982 μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του συλλόγου εργαζομένων της συμφωνήθηκε και τέθηκε σε ισχύ ενιαίο μισθολόγιο για τον καθορισμό των αποδοχών των εργαζομένων, πλήρως αποσυνδεδεμένο από τη θέση απασχόλησης και το βαθμό της υπηρεσιακής ιεραρχίας. Στο ενιαίο μισθολόγιο που η αρχική ένταξη έγινε σύμφωνα με όσα όριζε η συλλογική σύμβαση εργασίας εντάχθηκαν και οι δικηγόροι της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι η καθοριζόμενη με βάση αυτό πάγια αντιμισθία τους ήταν ευνοϊκότερη γι' αυτούς από την αντιμισθία που καθορίζει ο Κώδικας Δικηγόρων.

Στους δικηγόρους Ψ1 και Ψ2 , στους οποίους είχαν ανατεθεί τα καθήκοντα του Προϊσταμένου και Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης καταβαλλόταν αντιμισθία ίση με τις αποδοχές των ασφαλιστικών υπαλλήλων βαθμού διευθυντή και Υποδιευθυντή, που κατείχαν αντίστοιχες θέσεις Προϊσταμένου και Αναπληρωτή Προϊσταμένου άλλων διευθύνσεων της αναιρεσίβλητης.

Το έτος 1983 καταρτίσθηκε και τέθηκε σε ισχύ ο Κανονισμός της αναιρεσίβλητης από τις διατάξεις του οποίου εξαιρέθηκαν ρητά οι δικηγόροι της. Τότε από προφανές λάθος των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης εκδόθηκαν πράξεις με τις οποίες γίνονταν ένταξη των ανωτέρω δικηγόρων (Ψ1 , Ψ2 και Ψ3 ) σε βαθμούς της υπαλληλικής ιεραρχίας.

Η ένταξη όμως αυτή δεν ασκούσε καμία επιρροή στην εξέλιξή τους, αφού όπως ανωτέρω αναφέρεται οι δικηγόροι Ψ1 και Ψ2 ασκούσαν καθήκοντα Διευθυντή και Αναπληρωτή Διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της και αμείβονταν όπως οι φέροντες τον αντίστοιχο βαθμό της υπηρεσιακής ιεραρχίας ασφαλιστικοί υπάλληλοι, ενώ ο Ψ3 θεωρήθηκε αρχικά ως ενταγμένος στο βαθμό του Ασφαλιστή Α΄ που στη συνέχεια διορθώθηκε σε τμηματάρχή Γ΄ από 24-5-1983, χωρίς όμως αυτό το προφανές λάθος να επηρεάζει την οικονομική του κατάσταση, αφού ο βαθμός της υπηρεσιακής ιεραρχίας ήταν και είναι πλήρως αποσυνδεδεμένος από το μισθολογικό κλιμάκιο, το οποίο προσδιορίζεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός, παρά μόνο όταν πρόκειται για διευθυντή ή υποδιευθυντή στο βαθμό για τους οποίους υπάρχει ειδικός μισθός.

Από τότε δηλαδή από το έτος 1983 και εφεξής η αναιρεσίβλητη, που διαπίστωσε το λάθος της δεν εξέδωσε καμία απόφαση βαθμολογικής ένταξης ή προαγωγής Δικηγόρου της στο βαθμολόγιο των ασφαλιστικών υπαλλήλων και πάγια τηρεί τις διατάξεις του Κανονισμού της που εξαιρούν τους δικηγόρους της. Ο δικηγόρος Ψ3 έκτοτε κατ' επανάληψη ζήτησε την προαγωγή του σε επόμενους βαθμούς, αλλά η άρνηση της αναιρεσίβλητης ήταν πάγια, η οποία στηριζόταν στις σχετικές διατάξεις του έχοντος συμβατική ισχύ Κανονισμού της.

Ομοίως πάγια ήταν η άρνηση της αναιρεσίβλητης στο σχετικό αίτημα των εναγόντων και των άλλων δικηγόρων που είχαν προσληφθεί από το έτος 1986 και εφεξής για ένταξή τους σε βαθμολογικά κλιμάκια.

Συνεπώς η αναιρεσίβλητη δεν τήρησε διαφορετική μεταχείριση απέναντι στους ενάγοντες απ' ότι στους λοιπούς δικηγόρους της. Οι ενάγοντες έχουν υπογράψει παρόμοια σύμβαση με αυτή του Ψ3 , ο οποίος εσφαλμένα θεωρήθηκε ότι εντάχθηκε την 24-5-1983 στο βαθμό του Τμηματάρχη Γ΄(ασφαλιστικού υπαλλήλου). Ο δικηγόρος αυτός ποτέ μέχρι την αποχώρησή του από την αναιρεσίβλητη, δηλαδή για διάστημα 20 περίπου ετών δεν προήχθη σε επόμενο βαθμό της υπηρεσιακής ιεραρχίας, αφού ο Κανονισμός της αναιρεσίβλητης εξαιρεί ρητά τους δικηγόρους από τις περί βαθμολογίου και προαγωγών διατάξεις.

Με τους δικηγόρους Ψ1 και Ψ2 δεν μπορεί να γίνει σύγκριση των εναγόντων, γιατί σ' αυτούς είχαν ανατεθεί καθήκοντα Διευθυντή και Αναπληρωτή Διευθυντή της νομικής υπηρεσίας και ήσαν επιφορτισμένοι με διαφορετικά καθήκοντα, από αυτά των εναγόντων. Ειδικότερα αυτοί κατένειμαν τη νομική εργασία στους άλλους δικηγόρους, εκτιμούσαν τα αποτελέσματα των δικών, προέβαιναν σε προτάσεις συμβιβασμού, επόπτευαν το έργο των άλλων δικηγόρων, παρευρίσκοντο στα γραφεία της αναιρεσίβλητης καθημερινά και επί πολλές ώρες και κατά συνέπεια αυτοί ασκούσαν ποσοτικά και ποιοτικά διαφορετική υπηρεσία από τους ενάγοντες.

Όσον αφορά την ένταξη στον Κανονισμό του τρίτου συγκρινόμενου (Ψ3 ) με τους ενάγοντες, η οποία έλαβε χώρα πριν την πρόσληψη των εναγόντων, αυτή έγινε από προφανές λάθος των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσίβλητης και είναι προϊόν πλάνης των οργάνων αυτών και όχι προϊόν ελεύθερης βούλησης της αναιρεσίβλητης ως "οικειοθελούς παροχής" της προς αυτόν.

Άλλωστε για την αιτία αυτή η αναιρεσίβλητη ουδέποτε αναγνώρισε αυτή την "ένταξη" και αρνείται έκτοτε να χορηγήσει στον Ψ3 τον επόμενο βαθμό για χρονικό διάστημα 20 ετών περίπου, με αποτέλεσμα να υφίσταται δικαστική διαμάχη με αυτόν. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να ενταχθούν στον Κανονισμό Εργασίας της αναιρεσίβλητης, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ και 22 παρ. 1β του Συντάγματος και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν μπορεί να εφαρμοσθεί για τους ενάγοντες στην προκείμενη περίπτωση η αρχή της ίσης μεταχείρισης, γιατί οι δικηγόροι Ψ1 και Ψ2 , μετά το έτος 1983, όταν τέθηκε σε ισχύ ο Κανονισμός Εργασίας της αναιρεσίβλητης, ανήκαν σε διαφορετική κατηγορία απ' αυτή των εναγόντων και συγκεκριμένα ασκούσαν ποιοτικά και ποσοτικά διαφορετικά καθήκοντα, από αυτά που ασκούσαν οι ενάγοντες (ασκούσαν δηλαδή τα αναφερόμενα παραπάνω καθήκοντα του Διευθυντή και Αναπληρωτή Διευθυντή της νομικής υπηρεσίας, που δεν ασκούσαν οι ενάγοντες), ενώ ως προς το δικηγόρο Ψ3 δέχθηκε ότι, από πλάνη εντάχθηκε το έτος 1983 στον Κανονισμό, χωρίς οικονομική ωφέλεια από την ένταξη αυτή και χωρίς περαιτέρω (δηλαδή μετά το έτος 1983) βαθμολογική εξέλιξη.

Επομένως, ο δεύτερος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. καθώς και ο πέμπτος, από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ.

γ ΄Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Τέλος, αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, όπως όταν με τον ένα λόγο πλήττεται η απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ορισμένο έγγραφο και με τον άλλο ότι παραμόρφωσε το ίδιο έγγραφο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αληθώς από τον αριθμό 11 περ.

γ΄ Κ.Πολ.Δ., και όχι τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες (αφού αυτοί με το λόγο αυτό δεν επικαλούνται "πράγμα", κατά την έννοια του αρ. 8 του πιο πάνω άρθρου, δηλαδή αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση του ασκούμενου με την κρινόμενη αγωγή και κατά τη νομική βάση της από την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά νομική επιχειρηματολογία τους), προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το με αριθ.

πρωτοκόλλου .........έγγραφο της Διεύθυνσης Προσωπικού της αναιρεσίβλητης, από το οποίο προκύπτει ότι η πρώτη ενάγουσα εντάχθηκε στο 6ο μισθολογικό κλιμάκιο και την μισθολογική κατάσταση του έτους 1998, από την οποία προκύπτει ότι μέχρι και τις 31-12-1998 αμείβετο σύμφωνα με το ... μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ θα έπρεπε να αμείβεται σύμφωνα με το.....

μισθολογικό κλιμάκιο. Από τη βεβαίωση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται παραμόρφωση των ίδιων πιο πάνω εγγράφων, είναι προεχόντως απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί είναι αντιφατικός με τον ίδιο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προβλήθηκε η μη λήψη υπόψη των ίδιων εγγράφων.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων και επομένως, στοιχειοθετείται ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος όταν το δικαστήριο παραλείπει να απορρίψει ως αόριστη μια ένσταση, όχι όμως και ισχυρισμό, που αποτελεί άρνηση της αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστο τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ότι η ένταξη του δικηγόρου Ψ3 στην υπαλληλική ιεραρχία είναι προϊόν πλάνης των οργάνων αυτής. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν αποτελεί ένσταση, αλλά άρνηση της αγωγής και επομένως, το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να τον απορρίψει. Επομένως η αίτηση για αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την 902/15-7-2005 αίτηση του Χ1 και του Χ2 για αναίρεση της 3446/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών καθώς και τους 63/14-2-2007 προσθέτους λόγους αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ