Supreme Court allows appeal against labor contract termination due to abuse of right and lack of proportionality.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a labor court decision terminating an indefinite-term employment contract. The employer argued the termination was necessary to protect business interests after the employee received unauthorized leave, while the employee contended the measure was disproportionate given the minor benefit versus the loss of employment. The court found the lower court failed to assess whether the termination was a suitable and necessary means to achieve the employer's goal, ruling the dismissal abusive and disproportionate.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281, 174, and 180 of the Civil Code; The termination of an employment contract is void if exercised in bad faith or abusively, such as when the means employed are disproportionate to the legitimate interest sought to be protected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1495 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1495/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Α. Δ. Α..Ε.. («Ε. Α..Ε..), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο - Ιωάννη Περλίγκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Γ., κατοίκου Κ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνου - Αποστόλου Κωνσταντινίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1279/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3063/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 18-1-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 18-1-2022 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσης αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμ. 3063/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 Α.Κ., 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, με την έννοια ότι η ύπαρξη ενός ιδιαίτερου λόγου δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της και συνεπώς τούτο (το κύρος αυτής) δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά την καταγγελία άκυρη σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 Α.Κ.
Εξ άλλου η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου.
Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ., για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 Α.Κ.
Τέλος δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφό του, εξ αιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης (Α.Π. 251/2016, Α.Π. 904/2012).
Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Περαιτέρω, αν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους - αφού με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος, διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχισθεί ως επαχθής για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως - όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία ελέγχεται κατά το άρθρο 281 Α.Κ.
από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος.
Ειδικότερα το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (Α.Π. 904/2012).
Συνακόλουθα η καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική και στην περίπτωση κατά την οποία, λαμβανομένης υπόψη της βαρύτητας των λόγων που την υπαγόρευσαν, δεν ήταν, με καθαρώς αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αρχές τις καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, το επιβαλλόμενο μέτρο για την προστασία του καλώς εννοουμένου οικονομικού συμφέροντος του εργοδότη γιατί αυτό θα μπορούσε να προστατευθεί με άλλα ηπιότερα μέτρα (Α.Π. 744/2020, ΑΠ 114/2019, ΑΠ 102/2017, ΑΠ 496/1987).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 5/2023, 3-4/2022, 6/2019, 2/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την από 28-9-2016 αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε κατά την 21-3-2011 από την εναγόμενη, ως λογιστής. Ότι παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη κανονικά μέχρι την 4-7-2016, οπότε η τελευταία κατήγγειλε παράνομα και καταχρηστικά την επίδικη σύμβαση εργασίας, κατά παράβαση του νόμου και της αρχής της αναλογικότητας και κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού του δικαιώματος της, όπως αναλυτικά εξέθετε στην αγωγή του, ενώ ο τρόπος με τον οποίο έλαβε χώρα η καταγγελία αυτή και η δημοσιοποίηση των λόγων για τους οποίους έλαβε χώρα, οδήγησε στη μείωση της εργασιακής υπολήψεως αυτού και της επαγγελματικής δραστηριότητας του, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αγωγή, με αποτέλεσμα να του προκληθεί και ηθική βλάβη.
Ότι έκτοτε η εναγόμενη εξαιτίας της ακυρότητος της καταγγελίας και της άρνησής της να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερθείσες προς αυτήν υπηρεσίες του, περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας. Ενόψει αυτών, ο ενάγων ζήτησε, όπως το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής μετέτρεψε σε εν μέρει αναγνωριστικό, α) να αναγνωρισθεί ότι η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του είναι άκυρη ως παράνομη και καταχρηστική, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδεχθεί την εργασία του με την απειλή χρηματικής ποινής σε περίπτωση άρνησης απασχόλησής του, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 18.067,23 και να αναγνωριστεί ότι είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει το ποσό των 10.037,35 ευρώ, ως οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας συμπεριλαμβανομένων επιδομάτων εορτών και αδείας, από την επομένη της καταγγελίας μέχρι τη συζήτηση της αγωγής με το νόμιμο τόκο, δ) επικουρικά σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, να αναγνωριστεί ότι του οφείλει για αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 7.026,15 ευρώ με το νόμιμο τόκο και ε) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη του οφείλει το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παραπάνω συμπεριφορά της εναγόμενης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής, ως απαράδεκτη, ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία κατά τα κύρια αιτήματά της. Κατόπιν άσκησης από τον ενάγοντα της από 23-1-2018 εφέσεως, με τους λόγους της οποίας παραπονείτο κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και ακολούθως, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή στο σύνολό της κατά τα κύρια αιτήματά της, ως βάσιμη κατ' ουσία.
Το Εφετείο όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων προσελήφθη στις 21/3/2011 από την εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία «Ε. Α. Δ. Α..Ε.., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, η οποία χαρακτηρίστηκε ως ορισμένου χρόνου, για να παρέχει τις υπηρεσίες του, επί δύο έτη, με την ειδικότητα του λογιστή, κατηγορίας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (ΠΕ) και τοποθετήθηκε στο Τμήμα Γενικής Λογιστικής της Διεύθυνσης Οικονομικών Επιστημών, το οποίο εδρεύει στο Κεντρικό Κατάστημα της εναγομένης, ενώ στις 20/3/2013 του ανακοινώθηκε η λήξη της διάρκειας της σύμβασής του.
Δυνάμει όμως της υπ' αριθμό 7355/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του ενάγοντος και υποχρεώθηκε η εναγομένη να αποδέχεται, προσωρινά, τις υπηρεσίες του, ο ενάγων επέστρεψε στην εργασία του, από την 1/7/2013 και συνέχισε να παρέχει σ' αυτήν τις υπηρεσίες του, με την ίδια ειδικότητα, ενώ, με την υπ' αριθμό 3184/2013 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, αναγνωρίστηκε ότι ο εναγών συνδέεται με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την έναρξη της απασχόλησής του, στις 21/3/2011, υποχρεώθηκε, δε, η τελευταία να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, υποχρέωση προς την οποίαν και συμμορφώθηκε.
Περαιτέρω, ο εναγών, στις 11/10/2013, κατέθεσε στην εναγομένη αίτηση χορήγησης άδειας γάμου από 14/10/2013 έως 15/10/2013 και από 17/10/2013 έως 21/10/2013, η οποία εγκρίθηκε βάσει του αντιγράφου του αποσπάσματος της ληξιαρχικής πράξης γάμου του Δήμου Ιλίου, που είχε προηγουμένως καταθέσει ο ενάγων και τηρείτο στον ατομικό υπηρεσιακό φάκελό του, από το οποίο προέκυπτε ότι ο ενάγων είχε τελέσει πολιτικό γάμο στις 31/7/2013.
Εν συνεχεία, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 28 Ν. 4305/2014, η διοίκηση της εναγομένης προέβη σε διενέργεια ελέγχου νομιμότητας των πτυχίων και πιστοποιητικών του συνόλου των εργαζομένων της, που είχαν κατατεθεί και τηρούνταν στον ατομικό υπηρεσιακό του φάκελο του καθενός. Σε αυτό το πλαίσιο, το Τμήμα διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού της Διεύθυνσης Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών της εναγομένης απέστειλε προς τον Δήμο Ιλίου (Τμήμα Δημοτικής Κατάστασης), με το υπ' αρ.
πρωτ. 8020/29.4.2015 έγγραφο φωτοαντίγραφα πιστοποιητικών οικογενειακής κατάστασης και ληξιαρχικών πράξεων γάμου υπαλλήλων της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και το ως άνω απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γάμου του ενάγοντος, για έλεγχο της γνησιότητάς τους. Ο Δήμος Ιλίου, με το υπ' αρ. πρωτ. 2074/18.5.2015 έγγραφό του, γνωστοποίησε στην εναγόμενη εταιρία ότι, μετά από έλεγχο στο αρχείο της υπηρεσίας του, βρέθηκε καταχωρημένη στα βιβλία του η με αριθμό 34 / τόμος 99 / έτος 2013 ληξιαρχική πράξη γάμου του ενάγοντος, με ημερομηνία δήλωσης 3/6/2013 και χρόνο τέλεσης του γάμου 31/5/2013, υπογεγραμμένη από τη ληξίαρχο Χ.
Π., από την οποία εκδόθηκαν και τα υπ' αρ. πρωτ. 2275/3.6.2013 αποσπάσματα, επίσης, ότι, κατόπιν αντιπαραβολής των παραπάνω εγγράφων με το φωτοαντίγραφο του αποσπάσματος ληξιαρχικής πράξης γάμου του ενάγοντος, που είχε αποσταλεί προς έλεγχο από την εναγομένη, διαπιστώθηκαν αλλοιώσεις (νόθευση) επί του τελευταίου ως προς την ημερομηνία δήλωσης, τα στοιχεία του γάμου και την ημερομηνία έκδοσης των αποσπασμάτων, ενώ η τεθείσα υπογραφή δεν αντιστοιχούσε στην υπογραφή της ληξιάρχου και συγκεκριμένα, στο απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γάμου που ο ενάγων κατέθεσε στην εναγομένη είχε αλλοιωθεί η ημερομηνία τέλεσης του γάμου του, ούτως ώστε να αναγράφεται η 31/7/2013, αντί της πραγματικής και η ημερομηνία δήλωσης του γάμου, ώστε να αναγράφεται η 2/8/2013, αντί της 3/6/2013.
Ύστερα από αυτήν την εξέλιξη, ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης, με τη με αριθμό 4754/18.6.2015 απόφαση του, παρήγγειλε τη διενέργεια διοικητικής εξέτασης, διορίζοντας Τριμελή Επιτροπή Διενέργειας Διοικητικής Εξέτασης της εναγομένης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2.10 παρ. 5 εδ. β' του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της, για να διαπιστωθεί εάν ο ενάγων είχε υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα, αυτός, δε, στο από 31/7/2015 υπόμνημά του προς την ως άνω Επιτροπή ανέφερε ότι, αφού πληροφορήθηκε από το τμήμα προσωπικού της εναγομένης ότι δε δικαιούτο άδεια γάμου, επειδή η υπηρεσία του στην εναγομένη δε φαινόταν διαρκής, προέβη στην ως ανωτέρω τροποποίηση των στοιχείων του γάμου του στο απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γάμου του Δήμου Ιλίου, καταφέρνοντας, τελικά, να λάβει την εν λόγω άδεια.
Ακολούθως, η Επιτροπή, μετά τη διερεύνηση της υπόθεσης, κατέθεσε με την υπ' αριθμό 145/10.11.2015 αναφορά της στον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης το από 10/11/2015 πόρισμά της, με το οποίο εξέθεσε ότι η αλλοίωση του αποσπάσματος της ληξιαρχικής πράξης γάμου από τον ενάγοντα και η χρησιμοποίηση - επίκληση του νοθευμένου εγγράφου, με σκοπό τη λήψη άδειας, συνιστά το προβλεπόμενο στο άρθρο 2.9 παρ. 1 περ.
β' του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης πειθαρχικό αδίκημα της παράβασης νόμων και κανονιστικών διατάξεων, καθώς και ότι η παράβαση αυτή θεωρείται σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης του ενάγοντος. Στη συνέχεια, ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης εισήγαγε την υπόθεση στο Δ.Σ.
αυτής, το οποίο, στη με αριθμό 496/15.6.2016 συνεδρίασή του, αποφάσισε κατά πλειοψηφία (με έξι ψήφους υπέρ και μια ψήφο κατά), αποδεχόμενο τη σχετική εισήγηση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, αφενός, την υποβολή μήνυσης κατά του ενάγοντος, για το ποινικό αδίκημα της κατάρτισης και χρήσης νοθευμένου εγγράφου και, αφετέρου, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού, μετά την ολοκλήρωση της υποβολής της μήνυσης, χωρίς αποζημίωση, σε εκτέλεση, δε, της παραπάνω απόφασης του Δ.Σ., στις 29.6.2016, ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης, ενεργώντας με την ως άνω ιδιότητά του και για λογαριασμό αυτής, υπέβαλε, δια του διορισθέντος από αυτόν πληρεξουσίου δικηγόρου Στυλιανού Γκίνη, στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών τη με Α.Β.Μ.
Α2016/1403 έγκληση κατά του ενάγοντος, αιτούμενος την ποινική δίωξή του για το ποινικό αδίκημα της κατάρτισης και χρήσης νοθευμένου εγγράφου, ενώ στις 4.7.2016, ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, επιδίδοντάς του τη με αριθμό 4488/4.7.2016 απόφασή του περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, καθώς και το απόσπασμα πρακτικού της ως ανωτέρω, με αριθμό 496/15.6.2016 συνεδρίασης του Δ.Σ.
της εναγομένης. Στην υπό κρίση περίπτωση, ωστόσο, η κατά τα προδιαληφθέντα καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, που φέρεται ότι έγινε λόγω της παραποίησης από αυτόν αντιγράψου του αποσπάσματος της ληξιαρχικής πράξης γάμου του, το οποίο παρουσίασε στην εναγομένη για να λάβει άδεια γάμου, ελέγχεται, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, ως καταχρηστική, καθόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, έχει παραβιαστεί, με την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας από την εναγομένη, η αρχή της αναλογικότητας -αρχή που ερείδεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης- μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι μεταξύ της επίδικης καταγγελίας και της διαφύλαξης των συμφερόντων της εργοδότριας εταιρίας και τούτο διότι η βλάβη που υπέστη η εναγομένη με το να χορηγήσει στον ενάγοντα μια πενθήμερη άδεια, την οποίαν αυτός δεν δικαιούτο, βάσει του ως ανωτέρω αλλοιωμένου εγγράφου, είναι πολύ μικρή εν σχέσει με την ανυπολόγιστη ζημία που υπέστη ο ενάγων (έγγαμος με δύο τέκνα) από την απώλεια της θέσης εργασίας του - λαμβάνοντας υπόψη και ότι την εν λόγω άδεια επιδίωξε για να φροντίσει το νεογέννητο, τότε, τέκνο του, που αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας -, δεδομένης και της δυνατότητας που είχε η εναγομένη να του επιβάλει μια πειθαρχική ποινή εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 2.9 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού, μη δικαιολογούμενης, εν προκειμένω, απόλυσης, εφόσον υπήρχαν άλλα, ηπιότερα αυτής μέτρα -όπως, επί παραδείγματι, η επιβολή προστίμου-, εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, δεν ήταν δηλαδή η από 4/7/2016 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της εναγόμενης εταιρίας και άραγε τυγχάνει καταχρηστική και εντεύθεν άκυρη, βάσει της αρχής της αναλογικότητας, αναφορικά με την οποίαν εξετάζεται, υποχρεούμενης, κατά συνέπεια, της εναγομένης να δέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, απειλουμένης χρηματικής ποινής εκατό (100) ευρώ, για κάθε ημέρα παράβασης της ως άνω υποχρέωσης.
Επίσης, η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα.....". Κατόπιν αυτών, έκανε δεκτή την έφεση κατά παραδοχή των λόγων που αναφέρονταν σε κακή εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοδικείου, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας ως καταχρηστικώς γενομένης, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα αποδοχές υπερημερίας, καθώς και να αποδέχεται πραγματικά τις υπηρεσίες του στο μέλλον, σε θέση ανάλογη προς αυτήν που είχε προηγουμένως, με απειλή χρηματικής ποινής κατ' αυτής και επίσης αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα αποδοχές υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων 281 ΑΚ και 25 του Συντάγματος, τις οποίες παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή. Ειδικότερα οι παραδοχές του Εφετείου, α) ότι ο ενάγων είχε προσληφθεί και εργάστηκε με την ειδικότητα του λογιστή στην εναγομένη (της οποίας σκοπός είναι η διαχείριση, ανάπτυξη, εκμετάλλευση και αξιοποίηση της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου και λειτουργεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών), β) ότι (κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του) ζήτησε από την εναγομένη την 11-10-2013 και έλαβε άδεια γάμου για το χρονικό διάστημα από 14-10-2013 έως 15-10-2013 και από 17-10-2013 έως 21-10-2013, γ) ότι για να επιτύχει την ικανοποίηση του αιτήματός του έκανε χρήση αποσπάσματος της ληξιαρχικής πράξης γάμου του Δήμου Ηλίου, το οποίο όμως απεδείχθη ότι ήταν αλλοιωμένο ως προς την ημερομηνία τελέσεως του γάμου, από το ορθό 31-5-2013 σε 31-7-2013, και την ημερομηνία δηλώσεως αυτού, από το ορθό 3-6-2013 σε 2-8-2013, διαπράττοντας έτσι το ποινικό αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, δ) ότι η πράξη αυτή του ενάγοντος συνιστά και πειθαρχικό παράπτωμα προβλεπόμενο από το άρθρο 2.9 περ.
β του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης, ε) ότι η εναγομένη υπέβαλε σε βάρος του ενάγοντος την με ΑΒΜ Α2016/1403 έγκληση, ασκηθείσης μετά ταύτα ποινικής διώξεως κατ' αυτού, στ) ότι κατόπιν αυτών το ΔΣ της εναγομένης με την με αρ. 496/15-6-2016 απόφασή του αποφάσισε την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, χωρίς αποζημίωση, ζ) ότι την 4-7-2016 ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης κατήγγειλε την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος, επιδίδοντας σ' αυτόν τη με αρ. 4488/4-7-2016 απόφασή του περί καταγγελίας της συμβάσεώς του και το απόσπασμα πρακτικού της με αρ. 496/15-6-2016 απόφασης-συνεδρίασης του ΔΣ της εναγομένης, η) ότι η, υπό τις ως άνω περιστάσεις, καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος είναι καταχρηστική, ως ασκηθείσα κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητος, με την μη επιβολή σ' αυτόν της ηπιότερης πειθαρχικής ποινής του προστίμου, ενόψει του ότι ο επιδιωχθείς με αυτήν σκοπός της διαφύλαξης των συμφερόντων της εναγομένης από τη βλάβη που υπέστη με το να χορηγήσει στον ενάγοντα μια πενθήμερη άδεια, που δεν εδικαιούτο, είναι πολύ μικρή σε σχέση με την ανυπολόγιστη ζημία που υπέστη ο ενάγων με την απώλεια της θέσης εργασίας του, καθόσον με την εν λόγω άδεια επεδίωξε να φροντίσει το νεογέννητο τέκνο του, που αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας, δεν αρκούν για να συγκροτήσουν το πραγματικό των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε με την υπαγωγή σ' αυτές των ως άνω κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση, δοθέντος ότι ουδεμία αναφορά γίνεται σε πραγματικά περιστατικά συγκροτούντα την έννοια του επιδιωκομένου σκοπού με την άσκηση της καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης, από τα οποία θα μπορούσε να κριθεί, αν το επιλεγέν μέσο, δηλαδή η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, ήταν ή όχι πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού της εναγομένης ήτοι της διαφύλαξης, των μη αναφερομένων πάντως, επιχειρηματικών συμφερόντων αυτής, από τη βλάβη που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπέστη η εναγομένη με τη χορήγηση στον ενάγοντα της άδειας, που δεν εδικαιούτο, σε σχέση με την επιβολή ή μη του ηπιοτέρου μέτρου της επιβολής πειθαρχικής ποινής και επίσης, δεν διαλαμβάνονται παραδοχές για το αν το ληφθέν μέτρο, τελεί ή όχι σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου να κριθεί αν η αναμενόμενη εκ μέρους της εναγομένης ωφέλεια, που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναφέρεται, υπολείπεται ή όχι της βλάβης που προκάλεσε στον ενάγοντα με την απώλεια της θέσης εργασίας του.
Συνακόλουθα ο μοναδικός αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτός ο ανωτέρω μοναδικός αναιρετικός λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 176, 183, 191 Κ.Πολ.Δ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3063/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα για τη δικαστική της δαπάνη το ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης, καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτη
αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ