Supreme Court quashes appeal judgment for contradictory reasoning on contract type and abuse of rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the Second Instance Court's decision due to contradictory reasoning regarding the nature of the employment contract and the claim of abuse of rights. The appellant argued that the lower court violated the Code of Lawyers by accepting contradictory grounds for rejecting the lawsuit. Consequently, the case was remitted to the same court for retrial with a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code and 92A of Law 3026/1954; A court judgment must not contain contradictory reasoning on essential issues affecting the outcome, such as the existence of a specific contract type versus the characterization of a claim as abusive.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1495 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1495/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου -Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Δ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Δραγασάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδας-ΔΟΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας-Μαγδαληνής Τσίπρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 106/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3389/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-11-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 22-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 9255/ 1038/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 3389/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 8-9-2020 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, υπ' αριθ. 106/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 30-1-2018 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 11189/29/2018) αγωγή αυτού κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 αντικ. με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, συνταξιούχος δικηγόρος, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30-1-2018 αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκε ότι στις 29-3-1983 προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες του ως δικηγόρος, αμειβόμενος με πάγια αντιμισθία, η οποία κατά τα έτη 2009 - 2012 ανερχόταν στο ποσό των 860 ευρώ μηνιαίως.
Ότι η ως άνω πάγια μηνιαία αντιμισθία του, ως δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, υπολειπόταν της νόμιμης, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 1801 ευρώ μηνιαίως, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι παρείχε στην εναγομένη τις υπηρεσίες του, ως δικηγόρος, συνεχώς και αδιαλείπτως από την πρόσληψή του (29-3-1983) έως τη συνταξιοδότησή του, η οποία έλαβε χώρα στις 24-12-2012, ήτοι για χρονικό διάστημα πλέον των 29 ετών, δικαιούμενος, ως εκ τούτου, πλήρη αποζημίωση ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 63.034,80 ευρώ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.
Ότι κατά της εναγομένης είχε ασκήσει προηγουμένως την από 10-11-2014 αγωγή, με την οποία ζητούσε την επιδίκαση α) διαφορών μεταξύ καταβληθείσας και καταβλητέας πάγιας αντιμισθίας, ανερχομένων για τα έτη 2009 - 2012 στο συνολικό ποσό των [(1801 - 860=) 941 ευρώ Χ 56 μήνες=] 52.696 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων δώρων και επιδομάτων αδείας, και β) αποζημίωσης ποσού 63.034,80 ευρώ.
Ότι επί της αγωγής εκείνης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 214/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, επειδή δεν αναφερόταν σ' αυτήν το περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης και ειδικότερα οι υπηρεσίες για τις οποίες προσελήφθη αυτός από την εναγομένη. Περαιτέρω, με την ένδικη αγωγή ισχυρίστηκε ότι η τελευταία αρνείται να του καταβάλει την ως άνω οφειλόμενη αποζημίωση, με συνέπεια να δικαιούται αυτός τη νόμιμη αντιμισθία του για το χρονικό διάστημα από τη λύση της σύμβασης έως την άσκηση της αγωγής, ήτοι από τον Ιανουάριο του έτους 2012 έως τον Ιανουάριο του έτους 2018, η οποία ανέρχεται συνολικά σε (1801 ευρώ Χ 71 μήνες=) 126.070 ευρώ.
Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησε, κατόπιν μερικής μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, 1) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη έχει την υποχρέωση να του καταβάλει α) το ποσό των 52.696 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 25-12-2012 και β) το ποσό των 126.070 ευρώ με το νόμιμο τόκο, για κάθε επιμέρους κονδύλιο, από το τέλος του αντίστοιχου μήνα και 2) να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει το ποσό των 63.034,80 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 25-12-2012.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 106/2020 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων με την από 8-9-2020 έφεσή του, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 3389/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτησή του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 317/2022, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, συνισταμένη σε παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 92Α του Ν. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" και 42 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", τις οποίες δεν εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους στην υπό κρίση υπόθεση.
Ειδικότερα, με τον ως άνω λόγο, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι μεταξύ αυτού και της εναγομένης δεν είχε συναφθεί σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, αλλά ότι "παρείχε στην τελευταία τις υπηρεσίες του κατόπιν εντολών της και έναντι αμοιβών, για τις οποίες αυτός εξέδιδε σχετικές αποδείξεις παροχής υπηρε¬σιών, υπό των στοιχείων της εναγομένης, καθώς και ότι αποτελούσε πάγια τακτική αυτής, για τις δικηγορικές υπηρεσίες που ο ενάγων θα της πα¬ρείχε, να καταβάλλεται η αμοιβή του σε μηνιαία βάση, εντός του ιδίου έτους, γεγονός που και αυτός είχε αποδεχθεί", συνακόλουθα δε, έκρινε μη εφαρμοστέες στην υπό κρίση υπόθεση τις διατάξεις των άρθρων 92Α του Ν. 3026/1954 και 42 του Ν. 4194/2013.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της νομικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτής (ΑΠ 79/2023, ΑΠ 1442/2017, ΑΠ 432/2016) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 79/2023) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.
Τέλος, ο προβαλλόμενος από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης προϋποθέτει τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων με την προαναφερθείσα έννοια, που έχουν προταθεί από εκείνον που ζητεί την αναίρεση της απόφασης και όχι από τον αντίδικό του, διότι στη τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης έννομο συμφέρον (ΑΠ 79/2023, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1231/2015, ΑΠ 1409/2009).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 669/2018, ΑΠ 1350/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1350/2017, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 669/2018, ΑΠ 1350/2017, ΑΠ 798/2010).
Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 669/2018, ΑΠ 1350/2017). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.
Όπως προκύπτει δε από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ιδίου Κώδικα, ομολογία ως αποδεικτικό μέσο υπάρχει, εφόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά, επιζήμια για εκείνον που ομολογεί (ΑΠ 79/2023, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 462/2008). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, προφορική ή έγγραφη, σε κάθε στάση της δίκης, ενώπιον του δικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνον εκείνη, που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς, γι' αυτόν που ομολογεί, γεγονότος και όχι όταν το γεγονός αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου (ΑΠ 79/2023, ΑΠ 1029/2019, ΑΠ 188/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το υπό στοιχ. Α' σκέλος του δευτέρου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, έκρινε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν είχε προσληφθεί από την εναγομένη ως δικηγόρος με σύμβαση έμμισθης εντολής, μολονότι ουδέποτε προτάθηκε από την τελευταία ούτε αποδείχθηκε ισχυρισμός ότι δεν υπήρχε μεταξύ τους σχέση προσφοράς νομικών υπηρεσιών με αντιμισθία. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ήτοι αυτοτελή ισχυρισμό, που τείνει εν προκειμένω στην κατάλυση του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος του ενάγοντος, αλλά συνιστά άρνηση της αγωγής.
Με το υπό στοιχ. Β' σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, α) τον προβληθέντα τόσο με τις πρωτόδικες, όσο και με τις κατ' έφεση προτάσεις της εναγομένης, ισχυρισμό περί πρόσληψης του ενάγοντος ως επιστημονικού συνεργάτη, η παραδοχή του οποίου θα είχε ως συνέπεια να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και η αιτηθείσα με αυτήν αμοιβή του να μειωθεί κατά 1/6, όχι δε να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της, β) το αναφερόμενο στην ένδικη αγωγή και αποδειχθέν γεγονός ότι, εκτός από τον μηνιαίο μισθό του, η εναγομένη κατέβαλλε ανελλιπώς στον ενάγοντα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας, το οποίο (γεγονός) μαρτυρεί ότι ο τελευταίος συνδεόταν με την εναγομένη με σύμβαση έμμισθης εντολής, γ) το πρακτικό του Δ.Σ.
της εναγομένης, στο οποίο αποτυπώνεται η απόφαση αυτής για την πρόσληψη του ενάγοντος υπό τους όρους που αναφέρονται στο εν λόγω πρακτικό, δ) τον αγωγικό ισχυρισμό ότι με τη σύνταξη του ως άνω πρακτικού του Δ.Σ. της εναγομένης τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος για την πρόσληψη του ενάγοντος με σύμβαση έμμισθης εντολής, ε) την έμμεση, με τις κατ' έφεση προτάσεις της εναγομένης (σελ. 10 αυτών), συνομολόγηση της αγωγής, που συνάγεται από τους εξής ισχυρισμούς αυτής: "....
Ως προς όσα αναφέρθηκαν για τη δικηγόρο της Ομοσπονδίας μας, η τελευταία, όπως αναφέραμε, υπηρετεί με σχέση έμμισθης εντολής (πάγια αντιμισθία), παρίσταται για λογαριασμό της Ομοσπονδίας στα Δικαστήρια, που την αφορούν, ενώ η μεταξύ μας σύμβαση έμμισθης εντολής έχει καταρτισθεί εγγράφως, έχει υποβληθεί στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και επ' αυτής καταβάλλονται όλες οι νόμιμες ασφαλιστικές εισφορές και λοιπές κρατήσεις, σε αντίθεση δηλαδή με ό,τι έχει συμβεί στην περίπτωση του ενάγοντος....", την οποία (ομολογία) ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι επικαλέστηκε ενώπιον του Εφετείου, στ) την επικληθείσα και προσκομισθείσα από την εφεσίβλητη - εναγομένη ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Α.
και την ένορκη στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα Κ. και ζ) τις προσκομισθείσες από τον ενάγοντα αποδείξεις, που εξέδιδε αυτός για τις παρεχόμενες στην εναγομένη υπηρεσίες του, καθώς και τις προσκομισθείσες από τον ίδιο βεβαιώσεις αποδοχών, που του χορηγούσε ο λογιστής της εναγομένης, από τις οποίες προέκυπτε ότι είχε σταθερό μηνιαίο μισθό και του καταβάλλονταν ανελλιπώς τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας και, κατά συνέπεια, ότι συνδεόταν με την εναγομένη με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία.
Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, όσον αφορά τις προαναφερθείσες υπό στοιχ. α', β' και δ' αιτιάσεις του υπό στοιχ. Β' σκέλους του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενοι με αυτές ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ήτοι δεν πρόκειται για αυτοτελείς ισχυρισμούς, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος, ειδικότερα δε, ο υπό στοιχ.
α' ισχυρισμός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενώ οι υπό στοιχ. β' και δ' αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αποτελούν στοιχεία της βάσης της αγωγής, αλλά επιχειρήματα του ενάγοντος προς ενίσχυση των θεμελιωτικών της αγωγής ισχυρισμών του. Όσον αφορά τις λοιπές, υπό στοιχ. γ', ε', στ' και ζ', αιτιάσεις του ως άνω λόγου αναίρεσης, με τις οποίες, κατ' ορθή νομική υπαγωγή αυτών, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, λεκτέα τα εξής:
Από τη μνεία στο σκεπτικό της (επισκοπούμενης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη 1) "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης", 2) οι αναφερόμενες στο σκεπτικό αυτής ένορκες βεβαιώσεις, μεταξύ των οποίων και η "υπ' αριθ. ...-1-2019 ένορκη βεβαίωση του Ε.
Α.. του Σ., που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη και νυν εφεσίβλητη, κατόπιν νομίμου κλητεύσεως του ενάγοντα (βλ. υπ' αριθ. ...1-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Μ.)", 3) "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", καθώς και από την αναφορά στη σελίδα 20 της απόφασης, ότι ο ενάγων "εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, στις οποίες ανέγραφε ως αιτιολογία "δικαστικές και εξώδικες ενέργειες", "δικηγορική αμοιβή", "δικαστικά έξοδα"", αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα επίμαχα έγγραφα, καθώς και την ένορκη βεβαίωση του Ε.
Α.. και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Χ. Κ.. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Τέλος, η υπό στοιχ. ε' αιτίαση που περιέχεται στον ίδιο αναιρετικό λόγο, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τη νομίμως επικληθείσα από τον ενάγοντα, έμμεση, με τις κατ' έφεση προτάσεις της εναγομένης, συνομολόγηση της αγωγής, που συνάγεται από τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς αυτής, δεν ιδρύει τον εκ του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, καθόσον οι ως άνω ισχυρισμοί της εναγομένης δεν περιέχουν πραγματικά περιστατικά επιζήμια γι' αυτήν ούτε έγιναν με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτή γεγονότος, ήτοι του γεγονότος ότι μεταξύ αυτής και του ενάγοντος είχε συναφθεί σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, αλλ' αντιθέτως προβλήθηκαν προς ενίσχυση του αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού της, ότι ουδέποτε καταρτίστηκε η ανωτέρω σύμβαση μεταξύ αυτής και του ενάγοντος.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως προς την υπό στοιχ. ε' αιτίαση του υπό στοιχ. Β' σκέλους του. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη.
Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 187/2013, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 15/2019).
Σύμφωνα με την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 187/2013, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξαρτήτως αν, ύστερα από την εκτίμησή τους, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 187/2013, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 677/2015).
Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ (άρθρα 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει στο δικόγραφο να προσδιορίζεται, ποια είναι τα πράγματα, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, καθώς και ποια πράγματα ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 19/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ".... ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη, προκειμένου να της παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες, κατόπιν εντολών της και έναντι αμοιβών, για τις οποίες εξέδιδε σχετικές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, υπό των στοιχείων της εναγομένης....
αποτελούσε πάγια τακτική της εναγομένης, για τις δικηγορικές υπηρεσίες που ο ενάγων θα παρείχε, να καταβάλλεται η αμοιβή αυτή σε μηνιαία βάση, εντός του ιδίου έτους, γεγονός που είχε αποδεχθεί και ο ενάγων", χωρίς τα ανωτέρω να προκύπτουν από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, δηλαδή δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά επισκοπούμενη κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, ως προς την ουσία της υπόθεσης, το Δικαστήριο στηρίχθηκε στα μνημονευόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις ειδικά αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και, συνεπώς, οι παραδοχές της ερείδονται στα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι αναγκαίο να μνημονεύεται από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο σχημάτισε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την κρίση του για την αλήθεια κάθε ισχυρισμού που ερεύνησε.
Με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ειδικότερα δε, α) την έμμεση, με τις κατ' έφεση προτάσεις της εναγομένης (σελ. 10 αυτών), συνομολόγηση της αγωγής, που συνάγεται από τους εξής ισχυρισμούς αυτής: "....
Ως προς όσα αναφέρθηκαν για τη δικηγόρο της Ομοσπονδίας μας, η τελευταία, όπως αναφέραμε, υπηρετεί με σχέση έμμισθης εντολής (πάγια αντιμισθία), παρίσταται για λογαριασμό της Ομοσπονδίας στα Δικαστήρια, που την αφορούν, ενώ η μεταξύ μας σύμβαση έμμισθης εντολής έχει καταρτισθεί εγγράφως, έχει υποβληθεί στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και επ' αυτής καταβάλλονται όλες οι νόμιμες ασφαλιστικές εισφορές και λοιπές κρατήσεις, σε αντίθεση δηλαδή με ό,τι έχει συμβεί στην περίπτωση του ενάγοντος....", την οποία (ομολογία) ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι επικαλέστηκε ενώπιον του Εφετείου, αιτίαση η οποία είναι ταυτόσημη με την προαναφερθείσα υπό στοιχ.
ε' αιτίαση του υπό στοιχ. Β' σκέλους του δευτέρου λόγου αναίρεσης, β) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, γ) τα προσκομισθέντα από τον ενάγοντα αντίγραφα σελίδων του βιβλίου εσόδων-εξόδων του, καθώς και τις προσκομισθείσες από αυτόν βεβαιώσεις αποδοχών, που του χορηγούσε η εναγομένη και δ) τις προσκομισθείσες από την εναγομένη ένορκες βεβαιώσεις.
Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος ως προς την υπό στοιχ. α' αιτίαση αυτού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν σε σχέση με την υπό στοιχ. ε' αιτίαση του υπό στοιχ. Β' σκέλους του δευτέρου λόγου αναίρεσης. Περαιτέρω, ο ίδιος (τέταρτος) λόγος είναι αβάσιμος ως προς τις υπό στοιχ. β', γ' και δ' αιτιάσεις του, καθόσον από τη μνεία στο σκεπτικό της (επισκοπούμενης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη 1) "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης", 2) οι αναφερόμενες στο σκεπτικό αυτής ένορκες βεβαιώσεις υπ' αριθ. ...-2017, ...
και ...-1-2019 των μαρτύρων Θ. Δ., Α. Γ., Γ. Γ. και Ε. Α.. και 3) "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", καθώς και από την αναφορά στη σελίδα 20 της απόφασης, ότι ο ενάγων "εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, στις οποίες ανέγραφε ως αιτιολογία "δικαστικές και εξώδικες ενέργειες", "δικηγορική αμοιβή", "δικαστικά έξοδα"", αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα ως άνω υπ' αριθ. 1, 2 και 3 αναφερόμενα.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ δημιουργείται, αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο ως άνω λόγος αναίρεσης, πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (ΑΠ 1291/2019, ΑΠ 14/2016, ΑΠ 49/2016) και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες της απόφασης, εκτός αν αυτές επέχουν θέση διατακτικού ή όταν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ του διατακτικού και του αιτιολογικού της απόφασης (ΑΠ 1291/2019, ΑΠ 489/2014).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 2267/2013).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 2053/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 7/2002). Κατά συνέπεια, η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προϋποθέτει αναγκαίως τη γέννηση και την ύπαρξή του (ΑΠ 536/2017, ΑΠ 265/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 17 και 19 του ΚΠολΔ και κατ' ορθή νομική υπαγωγή μόνο η πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ειδικότερα δε, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε στο σκεπτικό της απόφασής του αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεχόμενο αφενός ότι ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη ως επιστημονικός συνεργάτης και όχι δυνάμει σύμβασης έμμισθης εντολής και, ως εκ τούτου, δεν δικαιούται τα αιτηθέντα με την ένδικη αγωγή ποσά και αφετέρου ότι η άσκηση του δικαιώματός του αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, για τον λόγο αυτό, η αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη.
Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων και νυν εκκαλών ήταν δικηγόρος, εγγεγραμμένος στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, με AM ..., από την 7-11-1972 μέχρι τις 24-12-2012, οπότε και αποχώρησε από το δικηγορικό λειτούργημα, προκειμένου να συνταξιοδο¬τηθεί.
Στις 29-3-1983, ο ενάγων, προσλήφθηκε από την εναγόμενη, προκειμένου να της παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες, κατόπιν εντολών της και έναντι αμοιβών, για τις οποίες εξέδιδε σχετικές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, υπό των στοιχείων της εναγομένης. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, αποτελούσε πάγια τακτική της εναγομένης, για τις δικηγορικές υπηρεσίες που ο ενάγων θα παρείχε, να καταβάλλεται η αμοιβή αυτή σε μηνιαία βάση, εντός του ιδίου έτους, γεγονός που είχε αποδεχθεί και ο ενάγων.
Το γεγονός αυτό ενισχύει την θέση της εναγομένης περί μη ύπαρξης μεταξύ των διαδίκων σχέσης έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών, δεδομένου μάλιστα ότι ο ενάγων για τις δίκες στις οποίες παρίστατο, ως νομικός παραστάτης της εναγομένης, εξέδιδε αποδειξεις παροχής υπηρεσιών, στις οποίες ανέγραφε ως αιτιολογία, "δικαστικές και εξώδικες ενέργειες", "δικηγορική αμοιβή", "δικαστικά έξοδα", ενώ, αν πράγματι υφίστατο σύμβαση έμμισθης εντολής, θα εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών με διαφορετική αιτιολογία, όπως "καταβολή πάγιας αντιμισθίας" ή "καταβολή έμμισθης εντολής".
Εξάλλου, αν και πράγματι ο έγγραφος τύπος δεν αποτελεί συστατικό για τη σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, είναι βέβαιο ότι ο ενάγων, ενόψει της ιδιότητας του ως δικηγόρου, θα προέβαινε σε τέτοιον έγγραφο τύπο ή ακόμη και αν δεν προέβαινε στην τήρηση του έγγραφου τύπου, θα προέβαινε σε κάθε περίπτωση, σε σχετική δήλωση στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών της σύναψης της σύμβασης έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, με την εναγομένη, κάτι το οποίο ουδέποτε έπραξε.
Ωστόσο προέκυψε ότι, ουδείς των διαδίκων προέβη στη σχετική ανακοίνωση, όπως τούτο αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα με ημερομηνία ...-2013 βεβαίωση του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Γ. Α.. Η ως άνω συμπεριφορά των διαδίκων, της μη δήλωσης και της μη ανακοίνωσης της επικαλούμενης σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, πράγματι ενισχύει την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου περί μη σύναψης μεταξύ των διαδίκων τέτοιας σύμβασης.
Ο συμβουλευτικός χαρακτήρας των υπηρεσιών που παρείχε ο ενάγων, προκύπτει και εκ του γεγονότος, ότι ακόμα και μετά τη συνταξιοδότηση του, περί τα τέλη του 2012, συνέχισε μέχρι και τον Ιούνιο του 2013 να παρέχει υπηρεσίες στην εναγομένη, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες γνωμοδοτήσεις, που αυτός συνέταξε για λογαριασμό της από τις αρχές του έτους 2013 μέχρι και τον Ιούνιο του ιδίου έτους και από τα αποδεικτικά καταβολής χρημάτων εκ μέρους της εναγομένης σε τραπεζικό του λογαριασμό.
Το γεγονός ότι κατά το διάστημα αυτό ο ενάγων δεν είχε πλέον την δικηγορική ιδιότητα, ουδόλως εμπόδισε τη συνεργασία του με την εναγομένη, πράγμα που προφανώς θα συνέβαινε, εάν ο ενάγων είχε προσληφθεί με άλλη ιδιότητα πέραν του επιστημονικού συνεργάτη. Περαιτέρω, η εναγομένη, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και σε αντίκρουση της ένδικης αγωγής, ισχυρίσθηκε ότι το δικαίωμα του ενάγοντος προς διεκδίκηση των εν λόγω κονδυλίων ασκείται καταχρηστικά, υποβάλλοντας ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ (βλ.
ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης, καθώς και έγγραφες προτάσεις της), ένσταση την οποία επαναφέρει νομίμως με τις προτάσεις ενώπιον και του παρόντος Δικαστηρίου, επικαλούμενη ότι, ο ανωτέρω επί μακρό χρόνο και δη καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης του ως ελεύθερος συνεργάτης με την εναγομένη, εισέπραττε αδιαμαρτύρητα και αναντίρρητα τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, χωρίς ουδέποτε να διατυπώσει οποιαδήποτε επιφύλαξη σχετικά με το ύψος των καταβληθέντων, και χωρίς να οχλήσει ποτέ την ενγομένη, αξιώνοντας την καταβολή των υψηλότερων νομίμων αποδοχών δυνάμει σύμβασης έμμισθης εντολής, γνωστοποιώντας της ταυτόχρονα και το προβλεπόμενο στο νόμο ποσό αυτών, τούτο δε δεν το έπραξε, ούτε κατά την λύση της συνεργασίας του με την εναγομένη, λόγω της συνταξιοδοτήσεως του, παρά το πρώτον, δύο έτη αργότερα (έγερση από μέρους του, της από 10-11-2014 και με αριθ.
καταθ. .../2014 αγωγής), με αποτέλεσμα εκ της προαναφερθείσας συμπεριφοράς του να δημιουργηθεί σε αυτήν, η εύλογη πεποίθηση ότι, δεν του οφείλεται για τις υπηρεσίες που της προσέφερε, άλλο ποσό πέραν του συμφωνηθέντος και ότι ουδέποτε θα επεδίωκε στο μέλλον την καταβολή του, αλλά και να παγιωθεί μία πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας με την πληρωμή των αιτουμένων αγωγικών κονδυλίων, θα προκαλούσε στην ίδια απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη οικονομική ζημία.
Εξάλλου, σχετικά με την αξίωση για καταβολή υπέρτερων αποδοχών από τις καταβαλλόμενες, όπως εκτίθεται και στην ένδικη αγωγή, αποδείχθηκε ότι, ο ενάγων παρείχε νομικές συμβουλές στην εναγομένη "Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδος" επί 29 συναπτά έτη, διάστημα κατά το οποίο από κανένα ικανό αποδεικτικό μέσο προέκυψε, ότι πράγματι αυτός παραπονέθηκε ή διαμαρτυρήθηκε αναφορικά με το ύψος των καταβαλλόμενων αποδοχών του.
Ο ενάγων, εξάλλου, πράγματι, δεν εκθέτει στην ένδικη αγωγή του ούτε ότι διαμαρτυρήθηκε ή ότι ενημέρωσε το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, καθ' οιονδήποτε τρόπο, κατά την διάρκεια αυτών των 29 ετών, επικαλούμενος ότι δικαιούται υπέρτερες αποδοχές από αυτές που του καταβάλλονταν, ενώ εξέδιδε, και μάλιστα ανεπιφύλακτα, κάθε μήνα, τις σχετικές αποδείξεις είσπραξης παροχής υπηρεσιών επί της αμοιβής του.
Η πάγια δε αυτή συμπεριφορά του θα μπορούσε να δημιουργήσει και πράγματι δημιούργησε στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν δικαιούται άλλου ποσού, πέραν του συμφωνηθέντος, ώστε να κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα συναλλακτικά χρηστά ήθη, επιβεβλημένη η θυσία των αγωγικών αξιώσεων, διότι ναι μεν ο ενάγων, αν και γνώριζε ότι οι νόμιμες αμοιβές του είναι υπέρτερες των συμφωνηθεισών, εντούτοις συνέχισε να προσφέρει τις νομικές υπηρεσίες του στην εναγομένη επί 29 έτη με τους όρους που προεκτέθηκαν, ενώ σε κάθε περίπτωση δικαιολογείται η εναγομένη να αγνοεί τη σχετική για την καταβολή της νόμιμης αμοιβής του δικηγόρου, που απασχολούσε, υποχρέωσή της ή να αναμένει σχετική ενημέρωση από τον ενάγοντα περί του ύψους των νομίμων αποδοχών του, ως ένας εντολέας που πράγματι δεν διαθέτει νομικές γνώσεις, ή να υπολαμβάνει καλόπιστα ότι ουδέν έτερο πέραν των συμφωνηθέντων οφείλει.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η σχετική ένσταση της εναγομένης περί απόρριψης της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης λόγω καταχρηστικής άσκησης ορθά έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.... Ως εκ τούτου και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 92Α του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", διαλαμβάνοντας αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό της απόφασής του αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα, εάν μεταξύ των διαδίκων είχε συναφθεί σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, η οποία σύμβαση αποτελεί τη βάση της ένδικης αγωγής, καθόσον, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί καταχρηστικής άσκησης των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος, με συνέπεια της απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης, δέχθηκε αφενός ότι ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη ως επιστημονικός συνεργάτης και όχι δυνάμει σύμβασης έμμισθης εντολής και αφετέρου ότι το αγωγικό του δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά, παραδοχή, όμως, η οποία έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος, το οποίο ερείδεται επί της σύμβασης έμμισθης εντολής.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο πέμπτος λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου παρέλκει η εξέταση του έκτου (τελευταίου) λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3389/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ