1495/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1495/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην αγωγή αυτή ο ενάγων ιστορεί ότι κατά το ένδικο ατύχημα που έλαβε χώρα την 21.3.2010, και υπό τις αναφερόμενες σ' αυτή ειδικότερες περιστάσεις, κατά τη σύγκρουση του άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, με το μοτοποδήλατο που οδηγούσε αυτός, τραυματίστηκε σοβαρά, από αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου.
Full text
Απόφαση 1495 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1495/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο.
Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδοκωστάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο, ότι εκ παραδρομής στο αναιρετήριο, το επώνυμο και το πατρώνυμο του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος αναγράφονται εσφαλμένα "Χ. Π. του Ε.", αντί του ορθού, "Χ. Π. του Β.".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2012 αγωγή των Ε. Π. του Χ. και Ρ. συζ. Ε. Π., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τότε γιου τους και ήδη αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος Χ. Π. του Β., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου και συνεκδικάστηκε με τις από 8-10-2012 και 18-1-2013 κύριες παρεμβάσεις - αγωγές του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2013 εν μέρει οριστική και 78/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 137/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα - ανιρεσίβλητη με την από 22-5-2017 αίτησή της και ο αναιρεσίβλητος - αναιρεσείων με την από 19-6-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση με αριθμούς καταθέσεως 19/24.5.2017 και 25/19.6.2017, αντίθετες αιτήσεις, για αναίρεση της 137/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, αντίστοιχα, είναι παραδεκτές και πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας. Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, με την προσβαλλόμενη, με τις δύο αντίθετες αναιρέσεις (της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και του ενάγοντος, αντίστοιχα), απόφαση του Εφετείου Πατρών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής.
Ο ήδη αναιρεσείων, άσκησε διά των ασκούντων την γονική του μέριμνα, γονέων του, λόγω της τότε ανηλικότητάς του την από 14.5.2012 και με αριθμό κατάθεσης 59/2012 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και κατά της Θ. Φ., μη διαδίκου στην προκείμενη δίκη, οδηγού του υπ' αριθμ. ...04 ΙΧΕ αυτοκινήτου, ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη κατά τη λειτουργία του στην άνω εταιρεία.
Στην αγωγή αυτή ο ενάγων ιστορεί ότι κατά το ένδικο ατύχημα που έλαβε χώρα την 21.3.2010, και υπό τις αναφερόμενες σ' αυτή ειδικότερες περιστάσεις, κατά τη σύγκρουση του άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, με το μοτοποδήλατο που οδηγούσε αυτός, τραυματίστηκε σοβαρά, από αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου.
Με βάση το παραπάνω ιστορικό ζήτησε αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης. Επί της άνω αγωγής εκδόθηκε, αρχικά, η υπ' αριθμ. 108/2013 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, με την οποία κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτια για την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης είναι η πρώτη εναγομένη, οδηγός του ασφαλισμένου στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ΙΧΕ αυτοκινήτου και διετάχθη ιατρική πραγματογνωμοσύνη.
Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 78/2014 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε οριστικά δεκτό ότι η υπαιτιότητα για το ένδικο ατύχημα βαρύνει αποκλειστικά την ως άνω οδηγό. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου (78/2014), το Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 137/2017 απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την υπ' αριθμ.
καταθέσεως 51/2014 έφεση των εναγόντων, ενώ δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την υπ' αριθμ. καταθέσεως 50/2014 έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 78/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, κράτησε και δίκασε την ένδικη με αριθμ. κατάθεσης 59/2012 αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στον ενάγοντα, που εκπροσωπήθηκε από τους γονείς του και ήδη ενηλικιώθηκε, εις ολόκληρου εκάστου, το συνολικό ποσό των 168.000 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Ειδικότερα, το Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 137/2017 απόφασή του δέχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα και των δύο εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών και δη την οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου κατά ποσοστό 60% και στον αναιρεσείοντα (οδηγό του μοτοποδηλάτου) σε ποσοστό 40%.
Ήδη οι διάδικοι προβάλλουν αιτιάσεις με τους κρινόμενους καθένας, αντίστοιχα, λόγους αναιρέσεως κατά της άνω αποφάσεως του Εφετείου και δη: Α) Η ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ ...: α) για έλλειψη νόμιμη βάσης της απόφασης αναφορικά με την ύπαρξη ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών (άρθρ. 559 αριθμ. 19) και β) για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του ΚΟΚ 26 παρ. 1 και 26 παρ. 5 εδ.
β' και του άρθρου 300 ΑΚ, Β) Ο ΕΝΑΓΩΝ α) για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 και 26 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999) (άρθρ. 559 αριθμ.1), β) για παραβίαση εκ του αριθμ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γ) για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, δ) για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, ήτοι για παραβίαση εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ε) για παραβίαση εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.ΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 339 εδαφ. β' και 914 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, όταν δηλαδή δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΚΟΚ (ν. 2696/ 1999), για την εφαρμογή του Κώδικα αυτού νοείται ως ισόπεδος οδικός κόμβος "κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές". Κατά δε το άρθρο 26 του ΚΟΚ, η προτεραιότητα στους κόμβους ορίζεται με κατάλληλη σήμανση (παρ. 4).
Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση ή προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από δεξιά. Κατ' εξαίρεση: α) Αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα, β) Αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδιο ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό, γ) Αυτοί που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα, δ) Τα σιδηροδρομικά ή τροχιοδρομικά οχήματα έχουν προτεραιότητα (παρ. 5).
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε οποιονδήποτε οδικό κόμβο, είτε αυτός σχηματίζεται από διασταύρωση, είτε από απλή συμβολή οδών, στον οποίο δεν υπάρχει κατάλληλη σήμανση που να ορίζει την προτεραιότητα, αυτή (προτεραιότητα) ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά με τις εξαιρέσεις, όμως, που προαναφέρθηκαν (ΑΠ 610/2016, ΑΠ 641/2014).
Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 849/2007). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη 137/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 67 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλοκή σ' αυτό, σε σχέση με τους λόγους των κρινόμενων αναιρέσεων: "Την 21.3.2010 και περί ώρα 10.00 π.μ.
η πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη της υπό στοιχεία Β' έφεσης οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμ. κυκλοφορίας ...04 ΙΧΕ, ιδιοκτησίας της, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, στη δεύτερη εναγόμενη, επί της 4ης επαρχιακής οδού της Δημοτικής Κοινότητας ..., με κατεύθυνση προς .... Η ως άνω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας σε κάθε ρεύμα.
Κατά την ίδια χρονική στιγμή το ανήλικο τότε τέκνο των εναγόντων, το οποίο ήδη έχει ενηλικιωθεί και παρίσταται ως εκκαλών της υπό στοιχείο Β' έφεσης, με σκοπό να συναντήσει τους φίλους του στο Δημοτικό σχολείο Αμπελοκήπων, πήρε το ποδήλατό του και αφού διέσχισε τον δρόμο έμπροσθεν της οικίας του εισήλθε στην ως άνω επαρχιακή οδό, με πρόθεση να τη διασχίσει κάθετα και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας από αυτό που κινιόταν η πρώτη εναγόμενη.
Η οδός από την οποία εξήλθε ο ανήλικος αποτελεί σύμφωνα με την αυτοψία της τροχαίας και το συνημμένο σχεδιάγραμμα ιδιωτική εμβασία, ήτοι οδό η οποία καταλήγει σε αδιέξοδο και αποτελεί την μοναδική οδό πρόσβασης των παρόδιων ιδιοκτησιών στην επαρχιακή οδό. Εξάλλου, το ίδιο προκύπτει και από την από 31-1-2016 έκθεση αυτοψίας της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου Ζακύνθου, η οποία αναφέρει ότι το σημείο της σύγκρουσης βρίσκεται στη διασταύρωση της 4ης επαρχιακής οδού με κοινή εμβασία.
Το γεγονός δε ότι η ανωτέρω οδός αναφέρεται στο από Ιανουάριο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Α., στο από Αύγουστο 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Β., καθώς και στα με αριθ. …1/2001 και …47/2007 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Ζ. Β. ως κοινοτική και ήδη δημοτική οδός, δεν δύναται να χαρακτηρίσει την οδό ως τέτοια καθότι τα ανωτέρω αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα.
Περαιτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι ούτε το γεγονός ότι η ανωτέρω οδός είναι ασφαλτοστρωμένη, την καθιστά κοινοτική οδό, δεδομένου μάλιστα ότι αυτή δεν οδηγεί σε κανένα δρόμο και έχει δημιουργηθεί προκειμένου οι παρόδιοι ιδιοκτήτες να έχουν πρόσβαση στην επαρχιακή οδό.
Συνεπώς σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές η οδός στην οποία κινούνταν το όχημα της πρώτης εναγόμενης είχε σύμφωνα με το άρθρο 26 ΚΟΚ προτεραιότητα. Περαιτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι ο ανήλικος κατά την ώρα του ένδικου ατυχήματος είχε εισέλθει εντός της επαρχιακής οδού και κινιόταν σε αυτή, όπως προκύπτει από το σχεδιάγραμμα της τροχαίας λαμβάνοντας υπόψιν την τοποθέτηση του σημείου σύγκρουσης των οχημάτων.
Παρά το γεγονός όμως ότι η πρώτη εναγόμενη είχε προτεραιότητα αποδείχθηκε ότι αυτή έβαινε στην οδό με ταχύτητα περί τα 70 χλμ/ώρα, παρά το ότι το όριο ταχύτητας στην οδό ανέρχεται σε 50 χλμ/ώρα, ενώ δεν είχε τεταμένη και την προσοχή της έτσι ώστε να ελέγχει την κυκλοφορία των λοιπών οχημάτων στην οδό, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα την είσοδο του ποδηλάτου στην οδό και να επιπέσει, με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου της στην εμπρόσθια ρόδα του ποδηλάτου, το οποίο εκτινάχθηκε στον αέρα, ο δε ανήλικος επέπεσε με σφοδρότητα στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου της πρώτης εναγόμενης.
Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι η ένδικη σύγκρουση προκλήθηκε από συγκλίνουσα αμέλεια τόσο της πρώτης εναγόμενης όσο και του ανηλίκου τέκνου των εναγόντων, καθότι αυτό εισήλθε σε οδό που είχε προτεραιότητα χωρίς να ελέγξει επαρκώς την κυκλοφορία των οχημάτων και συνεπώς η υπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος βαρύνει αφενός την πρώτη εναγόμενη, οδηγό του αυτοκινήτου σε ποσοστό 60% και αφετέρου τον ανήλικο σε ποσοστό 40%, γενομένης εν μέρει δεκτής της σχετικής ένστασης περί συνυπαιτιότητας που προβλήθηκε, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε.
Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι από την ανωτέρω σύγκρουση ο ανήλικος υπέστη βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Εξαιτίας του τραυματισμού του, ο ανήλικος διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Ζακύνθου και ακολούθως στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών, όπου νοσηλεύθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας της Κλινικής Παίδων, και παρέμεινε διασωληνωμένος υποστηριζόμενος από αναπνευστήρα από την 21-3-2010 έως την 14-5-2010...".
Ακολούθως το Εφετείο, κατ' αποδοχή ως βασίμου της ενστάσεως συνυπαιτιότητας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, που παραδεκτά πρότεινε η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία πρωτοδίκως και κατ' έφεση, αφού απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του Πρωτοδικείου (που είχε δεχθεί αποκλειστική υπαιτιότητα, της οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου) και δέχθηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε την ένδικη αγωγή κατά ένα μέρος.
Επί της αίτησης αναίρεσης της δεύτερης εναγόμενης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...".
Υπό τις άνω παραδοχές η πληττόμενη απόφαση του Εφετείου διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου (ΚΟΚ άρθρα 26 παρ. 1 και 5 εδαφ. Β και άρθρο 300 ΑΚ), που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, η άνω απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και κατέληξε σε ασαφές πόρισμα, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας της οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ...04 ΙΧΕ αυτοκινήτου. Τούτο δε διότι, στην προσβαλλόμενη άνω απόφαση δεν προσδιορίζεται: α) πόσα, μέτρα του οδοστρώματος είχε καταλάβει, το οδηγούμενο από τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα ποδήλατο, από το ρεύμα πορείας της οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...04 - ΙΧΕ αυτοκινήτου, β) από ποία απόσταση αντιλήφθηκε ή μπορούσε έγκαιρα να αντιληφθεί, η οδηγός του παραπάνω αυτοκινήτου την είσοδο στο ρεύμα κυκλοφορίας της του ποδηλάτου, ώστε να είναι επιτρεπτή η κρίση περί του εάν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, και τις οδηγικές ικανότητες ενός μέσου συνετού οδηγού ΙΧΕ αυτοκινήτου, ήταν δυνατή η έγκαιρη διακοπή της πορείας του αυτοκινήτου ή η έγκαιρη πραγματοποίηση αποφευκτικού ελιγμού, προς αποφυγή της σύγκρουσης των δύο οχημάτων, γ) ποια η απόσταση μεταξύ του αυτοκινήτου και του ποδηλάτου, όταν το τελευταίο εισήλθε στην επαρχιακή οδό, δ) που τοποθετείται το ακριβές σημείο της οδού όπου συγκρούσθηκαν τα δύο οχήματα, ε) ποιο το συνολικό πλάτος της επαρχιακής οδού και το πλάτος της λωρίδας κυκλοφορίας εντός της οποίας έγινε η ένδικη σύγκρουση, στ) ποιος ο τρόπος εισόδου του ποδηλάτου στο ρεύμα πορείας του ΙΧΕ αυτοκινήτου, λαμβανομένου υπόψη ότι οι συγκρουσθείσες επιφάνειες είναι η εμπρόσθια δεξιά του αυτοκινήτου και η εμπρόσθια ρόδα του ποδηλάτου, ζ) εάν ήταν ορατό το ΙΧΕ αυτοκίνητο από τον οδηγό του ποδηλάτου και από ποια απόσταση, η) σε ποιο σημείο του οδοστρώματος έπεσε ο οδηγός του ποδηλάτου και το ποδήλατο μετά την πρόσκρουσή τους στο ΙΧΕ αυτοκίνητο.
Οι ανωτέρω παραλείψεις στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης (ανεπαρκείς), στερούν αυτή νομίμου βάσεως, αφ' ενός μεν διότι δεν επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητος της οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ούτε επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθότητας του πορίσματος στο οποίο, η απόφαση αυτή κατέληξε, σε σχέση με το προαναφερθέν ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητος της οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ΙΧΕ αυτοκινήτου, αφ' ετέρου δε, δεν επιτρέπουν τον έλεγχο της μεγαλυτέρας του ανωτάτου ορίου ταχύτητας του ΙΧΕ αυτοκινήτου και της πρόκλησης του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, έτσι ώστε το πόρισμα στο οποίο κατέληξε η αναιρεσιβαλλόμενη να είναι και ασαφές.
Συνεπώς, ο συναφής με τα ανωτέρω πρώτος λόγος της αναίρεσης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί γι' αυτό η πληττόμενη απόφαση του Εφετείου Πατρών, παρελκούσης της έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας του δεύτερου λόγου αυτής (αναίρεσης), από τον αριθμ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ., λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του προαναφερομένου πρώτου λόγου που έγινε δεκτός.
Επί της αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος ....
Από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από τις ακόλουθες παραδοχές "....Η οδός από την οποία εξήλθε ο ανήλικος αποτελεί σύμφωνα με την αυτοψία της Τροχαίας και το συνημμένο σχεδιάγραμμα ιδιωτική εμβασία, ήτοι οδό η οποία καταλήγει σε αδιέξοδο και αποτελεί την μοναδική οδό πρόσβασης των παρόδιων ιδιοκτησιών στην επαρχιακή οδό. Εξ άλλου, το ίδιο προκύπτει και από την 31.1.2016 έκθεση αυτοψίας της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου Ζακύνθου, η οποία αναφέρει ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στη διασταύρωση της 4ης επαρχιακής οδού με κοινή εμβασία. Το γεγονός δε ότι η ανωτέρω οδός, αναφέρεται στο από Ιανουάριο 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Χ. Β. καθώς και στα με αριθμ. ..3/2001 και ..447/2007 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Ζ. Β. ως κοινοτική και ήδη δημοτική οδός, δεν δύναται να χαρακτηρίσει την οδό ως τέτοια καθότι τα ανωτέρω αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι ούτε το γεγονός ότι, η ανωτέρω οδός είναι ασφαλτοστρωμένη, την καθιστά κοινοτική οδό, δεδομένου μάλιστα ότι αυτή δεν οδηγεί σε κανένα δρόμο και έχει δημιουργηθεί προκειμένου οι παρόδιοι ιδιοκτήτες να έχουν πρόσβαση στην επαρχιακή οδό.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές η οδός στην οποία κινούνταν το όχημα της πρώτης εναγόμενης, είχε σύμφωνα με το άρθρο 26 του ΚΟΚ προτεραιότητας", προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 5Β του ΚΟΚ, δεχόμενο ότι το οδηγούμενο από την εναγομένη ΙΧΕ αυτοκίνητο είχε προτεραιότητα έναντι του κινουμένου από τον ενάγοντα ποδηλάτου, αφού το τελευταίο, εισήλθε στην οδό που εκινείτο το αυτοκίνητο της εναγομένης, από παρόδια ιδιοκτησία και όφειλε να παραχωρήσει προτεραιότητα σ' αυτή (εναγομένη) (άρθρ. 26 παρ. 5Β ΚΟΚ).
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τις αντίθετες αναιρετικές αιτιάσεις, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Μονομελές Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 περ. γ' συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτός (αναιρεσείων) επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του στο Εφετείο και ειδικότερα τις υπ' αριθμ. 25/1990, 322/1991 και 7/2008 άδειες οικοδομής του Τμήματος Πολεοδομίας και ΠΕ της τότε Νομαρχίας Ζακύνθου και στα περιεχόμενα σ' αυτές τοπογραφικά σκαριφήματα, όπου η οδός έμπροσθεν της οικίας του αναφέρεται ως κοινοτική οδός πλάτους 4 μέτρων και στη δεύτερη ως "κοινοτικός δρόμος πλάτους επίσης 4 μέτρων, στη δε τρίτη ανωτέρω οικοδομική άδεια, αναφέρεται ως δημοτική οδός πλάτους 4 μέτρων.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι οι δύο παραπάνω άδειες χορηγήθηκαν από την πολεοδομία που αφορούν ακίνητα για ανοικοδόμηση και ζητήθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους, έχουν πρόσωπο μόνο σε ένα δρόμο και μόνο το γεγονός ότι οι άδειες αυτές χορηγήθηκαν σημαίνει ότι, ο δρόμος στον οποίο αυτός εκινείτο είναι κοινόχρηστος, ότι τα έγγραφα αυτά (οικοδομικές άδειες) είναι δημόσια έγγραφα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο παραπάνω λόγος, της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και εκτίμησε, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα μεταξύ των οποίων και τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα άδειες οικοδομής και συμβόλαια, ενώ το γεγονός ότι εξήρε μερικά από αυτά δεν έχει την έννοια ότι προσέδωσε σε αυτά μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από αυτή την οποία έχουν κατά νόμο, ούτε ότι αγνόησε τις λοιπές αποδείξεις.
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων εξήλθε στην επαρχιακή οδό, όπου εκινείτο το ΙΧΕ αυτοκίνητο από ιδιωτική εμβασία, ήτοι δρόμο που καταλήγει σε αδιέξοδο και αποτελεί την μοναδική οδό πρόσβασης των παρόδιων ιδιοκτησιών στην επαρχιακή οδό (από παρόδια ιδιοκτησία) με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες έκρινε ότι έχει προτεραιότητα στη, συγκεκριμένη περίπτωση το ΙΧΕ αυτοκίνητο και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τις αντίθετες αναιρετικές αιτιάσεις, για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 31.3.2016 έκθεσης αυτοψίας της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου Ζακύνθου στην οποία αναφέρεται ότι: "...διαπιστώθηκε ότι το αναφερόμενο σημείο αποτελεί διασταύρωση της 4ης επαρχιακής οδού με κοινή εμβασία", προκειμένου να καταλήξει στο κρίσιμο για τη διατύπωση της κρίσης του πόρισμα, ήτοι για την υπαιτιότητα της οδηγού του υπ' αριθμ. ...04 ΙΧΕ αυτοκινήτου αλλά και την συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κυρίως στο περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, αλλά προέβη σε συνεκτίμηση του εγγράφου αυτού με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.).
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, εκ του αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολδ, με τις αντίθετες αναιρετικές αιτιάσεις, είναι απορριπτέος και αβάσιμος.
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 2/2001). Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις αυτοτελών ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό που προτάθηκε και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 12/1997), είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχτηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Ο αναιρεσείων με το πέμπτο λόγο της αναίρεσης αποδίδει την αιτίαση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο δέχθηκε και έλαβε υπόψη "πράγματα", που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα ο αναιρεσείων εκθέτει με τον παραπάνω λόγο, ότι ουδείς των διαδίκων ισχυρίσθηκε ότι η οδός στην οποία αυτός, αρχικώς, εκινείτο "καταλήγει σε αδιέξοδο και αποτελεί τη μοναδική οδό πρόσβασης των παρόδιων ιδιοκτησιών στην επαρχιακή οδό", ή ότι αυτή "έχει δημιουργηθεί προκειμένου οι παρόδιοι ιδιοκτήτες να έχουν πρόσβαση στην επαρχιακή οδό". Όπως, προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά και από τις προτάσεις ενώπιον του Πρωτοδικείου που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, αλλά και από την από 2.7.2014 έφεσή της, η τελευταία ισχυρίσθηκε ότι ο αναιρεσείων είναι υπαίτιος του ατυχήματος και του εξ' αυτού τραυματισμού του, διότι εξήλθε στην επαρχιακή οδό από ιδιωτική εμβασία, κατά παράβαση του άρθρου 26 παρ. 5 εδ. β' του ΚΟΚ. Επομένως, το Εφετείο σύμφωνα με τις παραδοχές του, ότι δηλαδή η οδός από την οποία εξήλθε ο ανήλικος αποτελεί.....ιδιωτική εμβασία, (κατά παράβαση του άρθρου 26 παρ. 5 εδ. Β του ΚΟΚ), δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός (5ος) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όσα δε αναφέρονται περαιτέρω, στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (ήδη αναφέρθηκαν), είναι περιγραφικά στοιχεία της "ιδιωτικής εμβασίας", από την οποία εισήλθε ο αναιρεσείων στην επαρχιακή οδό, που αναφέρονται στην ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και ενισχύουν το πόρισμα του Εφετείου περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στο ένδικο ατύχημα και δεν είναι αυτοτελείς ισχυρισμοί κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα η αναφορά σε αυτούς να μην ιδρύει την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.ΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει: Α) να απορριφθεί η υπ' αριθμ. καταθέσεως 25/19.6.2017 αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος Χ. Π., διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που κατατέθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, που κατέθεσε προτάσεις κατά το βάσιμο περί τούτο αίτημά της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 § 1 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα, στο διατακτικό και Β) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης, κατ' αποδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου της αναίρεσης της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις υπ' αυξ. αριθμούς καταθέσεως 19/24.5. 2017 και 25/19.6.2017 αιτήσεις για αναίρεση των αναιρεσειόντων, της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία: "...", και του Χ. Π., αντίστοιχα, της υπ' αριθμ. 137/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. καταθέσεως 25/19.6.2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 137/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών του αναιρεσείοντος Χ. Π..
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Δέχεται την υπ' αριθμ. καταθέσεως 19/24.5.2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 137/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 137/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, ως προς του διαδίκους της προκείμενης δίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Σεπτεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνας σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Οκτωβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ