Legislator Case Law & Legislation
1495/2016 AI generated

1495/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1495/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ.120/2016 πράξη τη; Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1495/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικό έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 Π Κ. Για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια (περ.

Keywords

AI generated
unpaid licensing royalties non-implementation of the offending agreements unpaid advance on costs missing case documents unpaid invoices duty to produce documents
AI generated
1525/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέτα Στράτα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Σταματίκη Μιχαλέτου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
2050/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Δημήτριο Τζιούβα (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 125/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1932/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
116/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Σεπτεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5472/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5466/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Οκτωβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1664/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1495 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1495/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ.120/2016 πράξη τη; Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Α. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 45362/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." (...), η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Βελλοπούλου.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό πρωτ..../9-2-2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.1 Ν, 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεως του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972) "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών".

Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν.Δ 1325/1972 και ορίσθηκε ότι "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".

Από την διάταξη αυτή, από την οποίαν απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγουμένης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής είναι τυπικό και για την στοιχειοθέτηση του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο 2) υπογραφή του εκδότη, στην θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού, ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας, 3)εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4)έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της αυτής πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της εκδόσεως δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη.

Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως. Με βάση τις παραπάνω προϋποθέσεις, και του σκοπού της διάταξης του άνω άρθρου, προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι δράστης (αυτουργός) του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο "εκδίδων" επιταγή, χωρίς αντίκρισμα, δηλαδή αυτός που πραγματοποιεί την επί του τίτλου δήλωση βουλήσεως (υπογράφει το έγγραφο της επιταγής) και θέτει αυτό σε κυκλοφορία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο για το οποίο επέρχονται οι έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή.

Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστό από κάθε ένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ’ επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με αριθμό 45362/2015, αναφέροντας όλα τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ο κατηγορούμενος έχει τελέσει, κατ’ εξακολούθηση, τις πράξεις που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι αποδείχθηκε ότι στην Αθήνα στους παρακάτω χρόνους, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "...

Α.Ε." εξέδωσε με πρόθεση τις επιταγές: 1)με αριθμό ..., εκδοθείσα την 28-11-2008, ποσού 360.000, για να πληρωθεί από την Τράπεζα Πειραιώς σε διαταγή ... (εγκαλούσα) η οποία είναι νόμιμη κομίστρια της και 2)με αριθμό ..., εκδοθείσα την 31-12-2008, ποσού 360.000 για να πληρωθεί από την Τράπεζα Πειραιώς σε διαταγή της εγκαλούσας ...., η οποία είναι νόμιμη κομίστρια αυτής.

Οι επιταγές αυτές αφού εμφανίστηκαν από την τελευταία νόμιμη κομίστρια ..., η οποία είναι νόμιμη κομίστρια αυτής. Οι επιταγές αυτές αφού εμφανίστηκαν από την ανωτέρω τελευταία νόμιμη κομίστρια ...., προς πληρωμή των 28-11-2008 και 31-12-2008 δεν πληρώθηκαν από την Τράπεζα γιατί δεν είχαν αντίκρυσμα". Ακολούθως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "στην Αθήνα στους παρακάτω χρόνους ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε." με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος

εξέδωσε με πρόθεση επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή τους γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και ειδικότερα εξέδωσε τις κάτωθι επιταγές: 1)με αριθμό ... εκδοθείσα την 28/11/2008 ποσού "360.000" ευρώ για να πληρωθεί από την Τράπεζα ΠΕΙΡΑΙΩΣ σε διαταγή "...." νομίμως περιελθούσα εξ οπισθογραφήσεως στην εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "..." η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι νόμιμη κομίστρια αυτής. 2)με αριθμό ...

εκδοθείσα την 31/12/2008 ποσού "360.000" ευρώ για να πληρωθεί από την Τράπεζα ΠΕΙΡΑΙΩΣ σε διαταγή "...." νομίμως περιελθούσα εξ οπισθογραφήσεως στην εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "..." η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι νόμιμη κομίστρια αυτής. Και αφού εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στις 28/11/2008 και 31/12/2008 δεν πληρώθηκαν από την πληρώτρια Τράπεζα γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα.".

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό που συμπληρωματικά αυτό παραπέμπει, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, καθώς και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 79 του Ν.5960/1933, όπως ισχύει, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να την παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία.

Ειδικότερα αναφέρει, την έκδοση από τον αναιρεσείοντα της επίδικης επιταγής που υπογράφεται από τον ίδιο, τον χρόνο έκδοσης της, την εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και την μη πληρωμή της, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο της πληρωμής της.

Ούτε βέβαια, προκύπτει αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και διατακτικού της απόφασης, από το ότι, στο μεν, σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι οι επίμαχες επιταγές εκδόθηκαν σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας, στο δε, διατακτικό της απόφασης αναφέρεται ότι εκδόθηκαν σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας και ότι περιήλθαν σ’ αυτήν εξ οπισθογραφήσεως.

Και τούτο γιατί το κρίσιμο στοιχείο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου της πιο πάνω πράξης, δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή της εγκαλούσας οι επίμαχες επιταγές (γεγονός, άλλωστε, που δεν αμφισβητεί ο κατηγορούμενος, ούτε βέβαια και τη νομιμοποίηση της εγκαλούσας για την υποβολή της έγκλησης), αλλά, ότι εκδόθηκαν αυτές από τον ίδιο, αν και γνώριζε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα.

Κατ’ ακολουθίαν, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το κεφάλαιο ενοχής της προσβαλλόμενης, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί.

ΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.

‘ Οταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων.

Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (περ.α), το ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια (περ.β), το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (περ.δ) και το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ.ε).

Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ’ άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών.

Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικό έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α της § 2 του άρθρου 84 Π Κ. Για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια (περ.

β), πρέπει να εκτίθενται τα αίτια αυτά που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σ’ αυτήν πρακτικών, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για την αποδιδόμενη σ’ αυτόν πράξη της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ’ εξακολούθηση και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 30 μηνών και χρηματική ποινή 5.000€.

Όπως, προκύπτει, ακόμη, από τα πρακτικά ο συνήγορος υπεράσπισης, κατά την αγόρευσή του, ζήτησε, επικουρικά, να αναγνωρισθούν στον κατηγορούμενο οι ελαφρυντικές περιστάσεις 1)του προτέρου εντίμου βίου και 2)των μη ταπεινών αιτίων. Ο αυτοτελής, όμως, αυτός ισχυρισμός για την αναγνώριση των πιο πάνω ελαφρυντικών, όπως προβλήθηκε ήταν εντελώς αόριστος.

Και τούτο γιατί, όσον αφορά τον πρώτο, δεν εκτίθενται περιστατικά που να αφορούν σε όλες τις μορφές της κοινωνικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, ενώ, όσον αφορά τον δεύτερο, δεν εκτίθενται και πάλι, περιστατικά σχετικά με τα αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην τέλεση της πιο πάνω πράξης. Επομένως σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο, να προβεί σε αιτιολογημένη απόρριψή τους.

Παρά ταύτα, τους απέρριψε, εκ περισσού, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία έχει ως εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση τέτοια περιστατικά εντίμου βίου δεν προτείνονται ούτε και προέκυψαν από τη διαδικασία. Περαιτέρω, μόνη η επικαλούμενη οικονομική αδυναμία του κατηγορουμένου, έστω και προκύψασα από κακή συναλλακτική συμπεριφορά της εγκαλούσας, εις διαταγή της οποίας εκδόθηκαν οι επιταγές, δε δικαιολογεί την αναγνώριση ελαφρυντικού περί μη ταπεινών αιτίων, ενόψει του σημαντικού ποσού των εκδοθέντων επιταγών στα πλαίσια της επιχειρηματικής δράσης του κατηγορουμένου και της φύσης του αδικήματος, που είναι τυπικό, σχετιζόμενο με την πίστη των επιταγών ως μέσου πληρωμής, ενώ το γεγονός της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρίας δεν επηρεάζει την ποινική ευθύνη των εκπροσώπων της για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής.

Τα ανωτέρω όμως συνεκτιμώνται για την επιμέτρησης της ποινής. Επομένως, και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το κεφάλαιο ποινής της προσβαλλόμενης, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί.

Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-2-2016 (με αριθ.πρωτ..../2016) αίτηση (δήλωση) του αναιρεσείοντος για αναίρεση της απόφασης 45362/2015 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε από πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Οκτωβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ