1495/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1495/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μόνο δε αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος κατά τη νέα μετ' αναβολή, δικάσιμο διαδίκου (ΑΠ 1618/2008).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1495 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1495/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΩΝΣΤΑΝΤΖΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "APLETON ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ MARKETING ΕΠΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Φραγκούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Aθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1724/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, 1488/2007 μη οριστική και 225/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 13-5-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 18-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 498 παρ.1, 568 παρ.1 και 4 και 576 παρ.1, 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Εξ άλλου, κατά τη γενικός διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.1.3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματεύς είναι υποχρεωμένοι αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη νέα δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή, δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο.
Μόνο δε αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος κατά τη νέα μετ' αναβολή, δικάσιμο διαδίκου (ΑΠ 1618/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την με αριθμό 2501 β' /27-10-2009 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω αυτών πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου με τις οποίες ορίστηκε το αρμόδιο Τμήμα η αρχική δικάσιμος για την 28-2-2011 και ο Εισηγητής Δικαστής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης στην αναιρεσείουσα. Μετά ταύτα, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας, οπότε παρέστη νομίμως μόνο η αναιρεσίβλητη. Συνακόλουθα, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, εφ' όσον η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να δικαστεί ερήμην, να χωρήσει, όμως η συζήτηση παρά την απουσία του (αρθρ.576 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, καθιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της, σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση κανόνα δικαίου, στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (ΑΠ 821/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 720/2003, ΑΠ 90/2004, ΑΠ 463/2004).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 383/2004) και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, εφ' όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995). Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 700/1986) ή μεταξύ νομικών συλλογισμών ή αξιολογήσεων της απόφασης, οι οποίες διατυπώνονται επάλληλα ή επικουρικά και στηρίζουν η κάθε μία, αυτοτελώς το διατακτικό της, οπότε δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 308/1999).
Άρα, χωρεί η εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, κατά νόμο, για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 26/2004, Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 463/2004, ΑΠ 15/2006).
Ακόμη δε, υφίσταται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, όταν η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας εντοπίζεται στο νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών του δικαστή της ουσίας (Ολ.ΑΠ 12/1995 Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1/1992, ΑΠ 865/2003, ΑΠ 1420/2003, ΑΠ 462/2004), αλλά και όταν η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογικού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, εκτός των άλλων, δεν έλαβε υπόψιν το αποδεικτικό μέσο που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ο λόγος αυτός δεν είναι, όμως, βάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψιν, όλα, γενικά, τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Δηλαδή, είναι ανάγκη να έχει γίνει επίκληση του αποδεικτικού μέσου και δή, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 418/2004, ΑΠ 556/2004). Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης και αναφοράς σε καθένα, ξεχωριστά, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες να προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, η λήψη υπ' οψιν του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 853/2006, ΑΠ 126/2006, ΑΠ 1072-1073/2005, ΑΠ 918/2006, ΑΠ 694/2003).
Θα πρέπει, πάντως, για το ορισμένο του λόγου, ο αναιρεσείων να διαλαμβάνει στην αναίρεση του, το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε, παρανόμως, υπόψη και την επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης, επιπλέον δε να ισχυρισθεί, ότι επικαλέστηκε, νόμιμα, στο δικαστήριο της ουσίας τα περιστατικά που υποχρέωναν το δικαστήριο να μη λάβει υπόψη του το αποδεικτικό αυτό μέσο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις, του άρθρου 562 II ΚΠολΔ.
Τέλος, κατ' άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ως "πράγματα" εδώ, δεν θεωρούνται οι αρνητικοί ισχυρισμοί, ούτε τα πραγματικά περιστατικά ή τα νομικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου (ΑΠ 1202/2000, ΑΠ 379/2004), ούτε οι ισχυρισμοί που έχουν σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων και την απόκρουση των ισχυρισμών των αντιδίκων για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 244/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφαση του, έκρινε, αναφορικά με την παροχή εργολαβικής αμοιβής στην ήδη αναιρεσίβλητη, μετά από καταγγελία της σύμβασης έργου από την αναιρεσείουσα. Έκρινε δε, ανέλεγκτα (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα: ... "Στην προκειμένη περίπτωση από την προσήκουσα εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων Χ.
Χ. και Α. Ν. που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επιπλέον η πρώτη και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη και την παρούσα, αντίστοιχα, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης τους και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 211/2006 ΝοΒ 54.849, ΑΠ 1659/2005, ΑΠ 1063/2004 ΧρΙΔ 5.157, ΑΠ 4/2002), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις 9/10/2003, στην Αθήνα, καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας εταιρείας παροχής υπηρεσιών δημοσίων σχέσεων και επικοινωνίας και της εναγόμενης τεχνικής εταιρείας, η οποία δραστηριοποιείται στην κατασκευή δημόσιων και ιδιωτικών τεχνικών έργων, σύμβαση μίσθωσης έργου, χρονικής διάρκειας από 9/10/2003 έως 8/10/2004, αντί μηνιαίας εργολαβικής αμοιβής 1.700 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ (18%), δηλαδή 306 ευρώ.
Με τη σύμβαση αυτή η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση παροχής στην εναγομένη των εξής υπηρεσιών: α] ανάπτυξη, για λογαριασμό της τελευταίας, πλάνου δημόσιων σχέσεων - επικοινωνίας, το οποίο θα περιελάμβανε καθορισμό στόχων των προγραμμάτων των δημοσίων σχέσεων, επιλογή κοινού και μέσων, στρατηγική επικοινωνίας ανά μέσο, επιλογή μεθόδου και χρόνου ενεργειών, κατάρτιση προϋπολογισμού δαπανών, εκπαίδευση προσωπικού πάνω στις αρχές λειτουργίας της εναγομένης και της επιλεγμένης πολιτικής δημόσιων σχέσεων, με τη δημιουργία δελτίων τύπου και παρακολούθηση αποκομμάτων σε συνεργασία με το νομικό τμήμα της εταιρείας, σταδιακή και συστηματική διοχέτευση ειδήσεων, που θα αφορούσαν στη λειτουργία της εναγομένης, στον περιοδικό τύπο και στα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης, έμφαση στην προβολή των δυνατών σημείων αυτής και των στοιχείων, που βρίσκονταν στο νομικό τμήμα της εναγομένης και αποτελούσαν μοχλό πίεσης προς τον ανταγωνισμό, με σκοπό την επίτευξη των στόχων της εταιρείας, πρόβλεψη και αντιμετώπιση ενδεχόμενων προβλημάτων από ανταγωνιστές, έγκαιρη και άμεση αντιμετώπιση οποιουδήποτε θέματος που μπορούσε να προκαλέσει αρνητική διαφήμιση για τις δραστηριότητες της εναγομένης και β] συντονισμό και υποστήριξη όλων των δραστηριοτήτων δημόσιων σχέσεων - επικοινωνίας σε μηνιαία βάση, η οποία θα γινόταν με υλοποίηση προγραμμάτων δημόσιων σχέσεων - επικοινωνίας, σε συνδυασμό με τους ανθρώπους της εναγομένης, συνεργασία με εξωτερικούς συνεργάτες, προκειμένου να επιτευχθούν όλες εκείνες οι συνεργίες, που θα εξασφάλιζαν την επιτυχία των πολιτικών και τακτικών που τέθηκαν και συμφωνήθηκαν μεταξύ των συμβαλλομένων και με την σε τακτά χρονικά διαστήματα [μία φορά την εβδομάδα] συνάντηση μεταξύ αυτών, στην οποία θα αναλυόταν η πρόοδος των προγραμμάτων δημοσίων σχέσεων - επικοινωνίας.
Με τον τέταρτο (4°) όρο της σύμβασης συμφωνήθηκε, ότι, σε περίπτωση παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας, η εναγομένη δικαιούται να προβεί σε άμεση καταγγελία και λύση της επίδικης-σύμβασης μισθώσεως έργου, αφού προηγηθεί έγγραφη όχληση και δεν γίνει "διορθωτική κίνηση εκ μέρους του συμβούλου [ενάγουσας], εντός δέκα [10] από την παραλαβή της όχλησης".
Η ενάγουσα άρχισε την εκτέλεση του ανατεθέντος έργου με την πρόσληψη, ως εξωτερικών συνεργατών, των δημοσιογράφων - μελών της ΕΣΗΕΑ Π. Σ. ["Ελευθεροτυπία"], Χ. Χ. (μάρτυρος της ενάγουσας) και Κ. Γ. [ΣΤΑΡ ΤΣΑΝΝΕΛ], την εκπαίδευση [επιμόρφωση] του προσωπικού της εναγομένης, την κατάρτιση πλάνου δημόσιων σχέσεων, το οποίο αποστάλθηκε, στις 15/12/2003, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (email) στην εναγομένη με το εμπεριεχόμενο σ' αυτή χρονοδιάγραμμα, συναντήσεις του προσωπικού της τελευταίας, το οποίο αποτελούνταν από τη σύζυγο του ιδιοκτήτη της, τις δύο θυγατέρες της και άλλους δύο υπαλλήλους, στα γραφεία της εναγομένης, διοργάνωση επιμορφωτικών σεμιναρίων τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2004 για τη διοίκηση και το προσωπικό της εναγομένης [βλ.
τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την ενάγουσα έγγραφα "Marketing Communications, Τεχνικές Παρουσιάσεων -Ιανουάριος 2004", "Τarget Group Definition-Φεβρουάριος 2004", "Ροsitioning Φεβρουάριος 2004", που παραδόθηκαν κατά τη διάρκεια των σεμιναρίων στη διοίκηση και το προσωπικό της εναγομένης], διαφημιστική "καμπάνια" της εναγομένης, με ενέργειες της ενάγουσας, στο ραδιοφωνικό σταθμό "ΑΘΗΝΑ 9,84", συγκέντρωση πληροφοριών για τους μαζικούς πολιτιστικούς φορείς, βουλευτές, διανομαρχιακές υπηρεσίες, ΔΕΚΟ, αναπτυξιακούς φορείς, Οργανισμούς Τοπικής και Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κέρκυρας, όπου εστιαζόταν το ενδιαφέρον της εναγομένης και με ενέργειες των προσληφθέντων εξωτερικών συνεργατών, ως άνω, δημοσιογράφων, δημοσιεύσεις με τίτλους "ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ ΔΙΑΠΛΟΚΗΣ ΕΡΓΟΛΑΒΩΝ" και "ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΕΡΓΟΛΑΒΩΝ" στα φύλλα των 13/1/2004 και 14/1/2004 της εφημερίδας "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", σχετικά με τη μη νόμιμη, κατά την εναγομένη, κατακύρωση στην ανταγωνίστρια της εταιρεία "ΔΟΜΟΚΑΤ ΑΤΕ" των έργων που αφορούσαν α) στο "διαχωρισμό ομβρίων" στη θέση "..." και β) στην κατασκευή του αθλητικού κέντρου στη θέση "..." (και των δύο στον δήμο Κέρκυρας).
Για όλα τα παραπάνω σαφής και κατηγορηματική είναι η κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας Χ. Χ., ιδίως στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία, με δική της γνώση και αντίληψη, κατέθεσε για την προσήκουσα εκτέλεση του συμφωνημένου έργου από μέρους της ενάγουσας, χωρίς η κατάθεση της αυτή ν' αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης Α.
Ν., ούτε από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται και προσκομίζει η τελευταία, ενώ, αντίθετα, ενισχύεται από τα προπαρατιθέμενα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα. Επισημαίνεται, ότι, ναι μεν τα έγγραφα αυτά προσκομίστηκαν με επίκληση από την ενάγουσα, στο πρωτόδικο δικαστήριο, μέσα στην τριήμερη προθεσμία που ορίζεται στο αρθρ. 237-παρ. 3 ΚΠολΔ, μετά δηλαδή τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στις 22-3-2006 (βλ.
την από 24-3-2006 προσθήκη - αντίκρουση των πρωτόδικων, από 22-3-2006, προτάσεων της ενάγουσας), όπως βάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη - εκκαλούσα, πλην, όμως, επιτρέπεται, κατά νόμο, να ληφθούν υπόψη από το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο η ενάγουσα το προσκομίζει με επίκληση, σύμφωνα με το άρθρο 529 παρ. 1 εδάφ.
α ΚΠολΔ. Άλλωστε, η μη προσκόμιση τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μέσα στη νόμιμη προθεσμία του άρθρου 237 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν έγινε από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια της ενάγουσας, πολύ δε περισσότερο που αυτή τα προσκόμισε, έστω και καθυστερημένα (ΑΠ 548/2007, ΑΠ 1395/2006). Γι' αυτό, ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης, με τον όποιο η εναγομένη παραπονείται για το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του εσφαλμένα έλαβε υπόψη του τα επίμαχα αυτά έγγραφα, αναφορικά με το σχηματισμό της δικανικής κρίσης του ότι η ενάγουσα εκτέλεσε προσηκόντως το έργο που της είχε ανατεθεί, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι, στις 25-2-2004, η εναγόμενη απέστειλε, με τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, στην ενάγουσα τη, με την ίδια ημεροχρονολογία, επιστολή της, στην οποία, αφού αρνήθηκε να πληρώσει τη συμφωνημένη εργολαβική αμοιβή του μήνα Φεβρουαρίου 2004 (πλέον του ΦΠΑ), ανέφερε, μεταξύ των άλλων, και τα εξής: "...
δυστυχώς οι στόχοι μας που συμφωνήθηκαν με την από 9-10-2003 υπογεγραμμένη σύμβαση παροχής υπηρεσιών δημοσίων σχέσεων και επικοινωνίας και κυρίως οι δημόσιες σχέσεις, η στρατηγική επικοινωνίας, η εκπαίδευση προσωπικού πάνω στις αρχές λειτουργίας της εταιρείας μας, η συστηματική διοχέτευση ειδήσεων στα ΜΜΕ, καθώς και η προβολή των δυνατών σημείων της εταιρείας, δεν επετεύχθησαν.
Ιδιαιτέρως τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2004 δεν τηρήθηκαν ούτε καν τα συμφωνηθέντα μεταξύ μας, για κάθε Τρίτη ραντεβού, και μας θυμηθήκατε μόνο για την πληρωμή της συμφωνηθείσας αμοιβής σας. Γενικότερα, ενώ εμείς ως εταιρεία είμαστε συνεπείς στις υποχρεώσεις μας, βλέπε πληρωμές, εσείς δεν δείξατε το ανάλογο ενδιαφέρον για την επίτευξη των συμφωνηθέντων στόχων μας.
Κατόπιν όλων των παραπάνω σας ενημερώνουμε ότι η εταιρεία μας αναγκάζεται να ζητήσει τον τερματισμό της υπάρχουσας συνεργασίας μας με την εταιρεία σας ...". Με τη δήλωση αυτή της εναγομένης, η επίδικη σύμβαση μίσθωσης έργου λύθηκε, κατά μεν την ενάγουσα λόγω καταγγελίας, κατά δε την εναγομένη λόγω υπαναχώρησης.
Ειδικότερα, η τελευταία ισχυρίζεται, αμυνόμενη κατά της αγωγής της αντιδίκου της που στηρίζεται, όπως έχει προαναφερθεί, στη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, ότι με την πιο πάνω επιστολή της υπαναχώρησε από τη σύμβαση, σύμφωνα με το άρθρο 686 ΑΚ, επικαλούμενη αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας που εκτελούσε "πλημμελώς" το συμφωνημένο έργο, όπως, άλλωστε, η αντισυμβατική αυτή συμπεριφορά της ενάγουσας διατυπώνεται στην επιστολή της.
Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός της εναγομένης δεν είναι βάσιμος και, συνεπώς, πρέπει ν' απορριφθεί. Κατ' αρχάς, η εναγομένη δεν επικαλείται, ούτε, βέβαια, αποδεικνύεται, ότι όχλησε, εγγράφως, την αντίδικο της για την εν λόγω "αντισυμβατική συμπεριφορά" της (και ότι δεν έγινε "διορθωτική κίνηση" από την τελευταία μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από την παραλαβή της όχλησης), προκειμένου να δικαιούται να προβεί στην επίμαχη "υπαναχώρηση", όπως, ρητά, είχε προβλεφθεί συμβατικά μεταξύ των διαδίκων με τον προπαρατιθέμενο 4° όρο της μεταξύ τους, από 9/10/2003, σύμβασης, κατά το βάσιμο ισχυρισμό της ενάγουσας που είχε προβάλει και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Η εναγομένη, μη αμφισβητώντας την ύπαρξη του επίμαχου 4ου όρου της σύμβασης για τη λύση αυτής, είτε με καταγγελία, είτε με υπαναχώρηση, υποστηρίζει, ότι η έγγραφη όχληση της αντιδίκου της, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν ήταν αναγκαία και μία τέτοια όχληση, από μέρους της, θα ήταν άσκοπη, λόγω της συνεχιζόμενης ολιγωρίας και αναποτελεσματικότητας της στην προώθηση των συμφωνημένων, ενώ, άλλωστε, είχε οχληθεί προφορικά, πολλές φορές, από την ίδια και της είχε επισημανθεί η ανάγκη τήρησης των προβλεπόμενων στη σύμβαση.
Ο ισχυρισμός της, όμως, αυτός είναι αλυσιτελής, ενόψει της σχετικής ρητής συμβατικής πρόβλεψης για την τήρηση έγγραφου τύπου στην όχληση. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η προπεριγραφόμενη ενέργεια της εναγομένης να αποστείλει την από 25-2-2004 επιστολή της στην ενάγουσα, λύνοντας την επίδικη σύμβαση, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως υπαναχώρηση αυτής από την εν λόγω σύμβαση, έστω και αν επικαλείται αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας, αφού δεν αποδείχθηκε καθυστέρηση στην έναρξη του έργου που αναλήφθηκε από την ενάγουσα, ούτε επιβράδυνση στην εκτέλεση του και γενικά πλημμελής εκπλήρωση του, κατ' αρθρ. 686 ΑΚ, δηλαδή οι επικαλούμενοι λόγοι της "υπαναχώρησης" δεν αποδείχθηκε ότι είναι βάσιμοι.
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, η ανίσχυρη υπαναχώρηση της εναγομένης, κατά νόμιμη μετατροπή (αρθρ. 182 ΑΚ), ενεργεί ως καταγγελία, κατ' αρθρ. 700 ΑΚ, οπότε η τελευταία οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα τη συμφωνημένη εργολαβική αμοιβή της.". Με τις παραπάνω παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που στηρίζουν, χωρίς αμφιβολίες, το διατακτικό της.
Ειδικότερα: α)η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, το μεν δεχόμενη όχληση, το δε αρνούμενη την ύπαρξή της. Αντίθετα, η απόφαση, κρίνει, εκτιμά και αξιολογεί την από 25-2-2004 επιστολή της αναιρεσείουσας και καταλήγει ανέλεγκτα κρίνοντας, την ουσία της υπόθεσης, ότι, εν όψει των συγκεκριμένων συμβατικών υποχρεώσεων των μερών, για τήρηση εγγράφου τύπου για την όχληση, το παραπάνω έγγραφο, ούτε όχληση αποτελεί, ούτε υπαναχώρηση συντελέστηκε με αυτό.
β)τα αναφερόμενα, περαιτέρω, σε μη αναλυτική αναφορά, στο χρόνο πρόσληψης των προσώπων για την εκτέλεση του έργου, και τη φύση της σχέσης τους, για την προφανή καθυστέρηση έναρξης του έργου, τα στοιχεία (άπαντα), που έπρεπε να περιλάβει το "πλάνο δημοσίων σχέσεων", το ότι δεν αναφέρεται, αν τα έγγραφα που μνημονεύει η αναιρεσιβαλλομενη απόφαση της παραδόθηκαν, ότι δεν προσδιορίζεται η διαφημιστική καμπάνια, και ποιοι ήταν οι εξωτερικοί συνεργάτες, ότι δεν μνημονεύεται η συχνότητα των συναντήσεων των εκπροσώπων των δύο μερών, πρόδηλα, εν όψει των προπαρατεθέντων αποδοχών του Εφετείου, δεν αποτελούν ασαφή, ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία, εφ' οσον πλήρως αιτιολογείται, όπως προεκτέθηκε, η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω η πληττόμενη απόφαση, δεν στήριξε την κρίση της αποκλειστικά στην κατάθεση της μάρτυρος Χ. Χ., αλλά σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν. Το ότι αυτή, όπως εκτιμά η αναιρεσείουσα, έπρεπε να εξαιρεθεί, διότι είχε έννομο συμφέρον, από την έκβαση της δίκης, ως "εξωτερική συνεργάτης", της αναιρεσίβλητης (αρθρ.400 γ' ΚΠολΔ), δεν ήταν αυτεπάγγελτα εξαιρετέα, αλλά, έπρεπε ο λόγος της εξαίρεσης της να προταθεί και τούτο να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, όπως και το ότι η ένσταση εξαίρεσης της είχε απορριφθεί.
Όμως τούτο, ούτε αναφέρεται, ούτε προσκομίζονται τα πρακτικά της εξέτασης της ως μάρτυρος, ώστε από τη νόμιμη επισκόπηση τους (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), να κριθεί, αν είχε προβληθεί, ο ήδη προβαλλόμενος ισχυρισμός και απορρίφθηκε. Συνακόλουθα, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, οι οποίοι προσβάλλουν την πιο πάνω απόφαση, για τις από 559 αρ.10,11 και 19 πλημμέλειες, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.
II. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτό συμβαίνει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου δηλαδή κανόνα, ο οποίος ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις την άσκηση δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Εσφαλμένη κατ' ακρίβειαν εφαρμογή υπάρχει όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας, υπαγόταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.ΑΠ 36/1998, Ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 139/2004).
Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει: 1)να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης και μάλιστα ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού νόμου που παραβιάστηκε (Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1679/1998), καθώς και το περιεχόμενο της, 2)η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έννοια της διάταξης αυτής και 3)το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό της σφάλμα (Ολ.ΑΠ 32/1991), Επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης απαιτείται να αναφέρεται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του, ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001).
Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, μόνο, όμως, ως προς την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, δηλαδή, όταν εξειδικεύονται οι περιεχόμενες στον κανόνα δικαίου αόριστες νομικές έννοιες, ή γίνεται υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 23/1988, ΑΠ 750/2003), όχι, όμως και όταν αυτά χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 656/1996, ΑΠ 120/2004) η για την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ.ΑΠ 10/2005, ΑΠ 377/1998, ΑΠ 1373/2002).
Τα διδάγματα της κοινής πείρας δε, είναι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση και μπορεί να χρησιμοποιηθούν, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης, είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.ΑΠ 10/2006, ΑΠ 377/1998).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 700 του ΑΚ, ο εργοδότης έχει το δικαίωμα, έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε, τη σύμβαση. Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται, όμως, από αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε, με δόλο, να ωφεληθεί.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς, ότι, αν ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση πριν από την περαίωση του έργου, αυτή λύεται για το μέλλον και ο εργοδότης υποχρεούται να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που βρίσκεται κατά την καταγγελία και να καταβάλει στον εργολάβο, ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία, μετά από ένσταση του εργοδότη, μπορούν να αφαιρεθούν τα άνω ποσά. (ΑΠ 762/2006).
Η παραπάνω διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και συνεπώς, οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν το αντίθετο, δηλαδή και τη μερική ή πλήρη απαλλαγή του εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της αμοιβής (ΑΠ 168/2005, ΑΠ 147/2003). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 686 ΑΚ, αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολο της, η εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο παράδοσης του έργου.
Όταν υπάρχει υπερημερία του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης, εξαιτίας της. Για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης από τον εργοδότη, δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της υπερημερίας του εργολάβου, ούτε η τήρηση των προϋποθέσεων των άρθρων 383 επ, διότι πρόκειται για δικαίωμα, υπαναχώρηση, το οποίο παρέχεται ευθέως από το νόμο και σ' αυτήν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 389 έως και 396 ΑΚ (ΑΠ 981/1997, ΑΠ 1619/1995).
Για να ασκηθεί δε η υπαναχώρηση του εργοδότη, αρκεί η απλή καθυστέρηση του εργολάβου, χωρίς να απαιτείται και η υπερημερία του. (ΑΠ 413/1990, ΑΠ 1199/1986), Και η διάταξη, αυτή είναι ενδοτικού δικαίου.
Στην παρούσα περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε, πως η προβαλλόμενη, από την εναγόμενη (αναιρεσείουσα) υπαναχώρηση, ήταν ανίσχυρη, κατά νόμιμη μετατροπή της δε, ενήργησε ως καταγγελία, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές που, προηγούμενα, αναφέρθηκαν. Το αν η "καθυστέρηση και η πέραν του ευλόγου κατά τις περιστάσεις χρόνου του έργου αποτελεί λόγο υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου", μπορεί να είναι "in abstracto", ακριβές, όμως, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προς την αποδοχή της καταγγελίας, δεν μπορούν να κριθούν στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.18 και 19 ΚΠολΔ.
Δεν πρόκειται, κατ' ακρίβειαν για παράβαση της διάταξης του άρθρου 686 και 689 ΑΚ, όπως προβάλλει η αναιρεσείουσα, αλλά για διαφορετική εκτίμηση των αποδείξεων, ανέλεγκτη από το παρόν δικαστήριο. Για το αν δε τα "έγγραφα" που στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αξιολογούνται, κατά την αναιρεσείουσα, αν πληρούν τους "κατά την κοινή πείρα και τα συναλλακτικά ήθη" όρους μιας προσήκουσας εκπλήρωσης, δεν μπορούν, πρόδηλα, να προσδώσουν στην απόφαση του Εφετείου, την πλημμέλεια των διατάξεων των άρθρων 559 αρ.19 και 1 ΚΠολΔ.
Και τούτο διότι, στο σχετικό αναιρετικό λόγο, ούτε τα έγγραφα προσδιορίζονται, ούτε ποια έννοια έπρεπε ν' αποδοθεί σ' αυτά μνημονεύεται (και ποια πράγματι προσδόθηκε). Συνακόλουθα, οι τα αντίθετα προβάλλοντες δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Μετά απ' αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει αυτή ν' απορριφθεί στο σύνολό της για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.
Η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-5-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΩΝΣΤΑΝΤΖΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", προς αναίρεση της με αριθμό 225/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στα χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ