Legislator Case Law & Legislation
1495/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal for failure to examine alternative tort liability basis.

Case Number 1495/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Court of Thessaloniki's decision, which had dismissed the appellant's claims. The appellant argued that the respondent acted with intent to harm, while the lower court rejected the main claim but failed to examine an alternative legal basis for liability. The court ruled that the appellate court erred by not investigating this secondary ground, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 919 of the Civil Code: The appellate court must examine all pleaded alternative legal bases for liability; failure to do so constitutes a ground for partial annulment and remand.

Keywords

AI generated
partial annulment alternative legal basis tort liability appellate review remand for retrial legal error civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 176 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 919 of the Civil Code
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 137/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1495 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1495/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...,, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κλειτσάκη.

Της αναιρεσιβλήτου: ..., , η οποία εκπροσωπήθηκε από την από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Μιχαλάκου - Λαμπάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4 Ιουνίου 2003 και 5 Ιανουαρίου 2005 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 692/2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24 Μαρτίου 2008 αίτησή του .

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 13 Μαΐου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική παραδοχή της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο μέρος του πρώτου λόγου της και κατά τον τέταρτο λόγο της, την απόρριψη των λοιπών λόγων και τη μερική αναίρεση της υπ' αριθ. 692/2007 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θράκης κατά το μέρος της μόνο που: 1)Δεχόμενο την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε τα αντίστοιχα κεφάλαια των δύο αγωγών του αναιρεσείοντος κατά την κύρια βάση τους, που είχαν γίνει δεκτά πρωτόδικα κατ' ουσία και 2) παρέλειψε να ερευνήσει την επικουρική βάση των ιδίων αγωγών, όσο αφορούσαν τα ίδια κεφάλαιά τους.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι διατάξεις των άρθρων 176 επ. ΚΠολΔ προσδιορίζουν ειδικώς τις προϋποθέσεις, καθώς και την έκταση της αξίωσης απόδοσης στον διάδικο όσων εξόδων συνδέονται με τις δαπάνες, στις οποίες αυτός υποβλήθηκε εξαιτίας της εκ μέρους του, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, άσκησης του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας και επιπλέον μέσω των ανωτέρω ρυθμίσεων καθορίζεται η διαδικασία εκκαθάρισης και επιδίκασης των σχετικών χρηματικών ποσών, κατά τρόπο ώστε να αποκλείεται η θεμελίωση σε άλλους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου αντιστοίχων απαιτήσεων αποζημίωσης, η ικανοποίηση των οποίων θα επιδιωχθεί αυτοτελώς με αγωγή.

Στα δικαστικά έξοδα που αποδίδονται στον διάδικο που νίκησε περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 189 παρ 1 ΚΠολΔ: α) τα τέλη χαρτοσήμου για τη σύνταξη των δικογράφων και τη διενέργεια των διαδικαστικών πράξεων, β) το τέλος δικαστικού ενσήμου, γ) η αμοιβή των δικηγόρων ή άλλων δικαστικών πληρεξουσίων και των δικαστικών υπαλλήλων, δ) τα ποσά που καταβάλλονται στους μάρτυρες για έξοδα και αποζημίωση, καθώς και στους πραγματογνώμονες για έξοδα και αμοιβή, ε) τα ποσά που καταβλήθηκαν για την προσαγωγή άλλων αποδεικτικών μέσων, καθώς και τα έξοδα ταξιδιού και αλληλογραφίας που κατέβαλε ο διάδικος για να εμφανιστεί στη δίκη.

Αντιθέτως, δεν αποδίδονται τα έξοδα που έγιναν: α) από απείθεια, απροσεξία ή σφάλμα του ίδιου του διαδίκου και β) από υπερβολική πρόνοιά του. Ειδικότερη μορφή δικαστικών εξόδων αποτελούν τα έξοδα εκτέλεσης, τα οποία, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 932 ΚΠολΔ, υποχρεούται έναντι του επισπεύδοντος δανειστή να τα καταβάλλει ο καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτης.

Η περίπτωση των εξόδων που περιλαμβάνονται στην κατηγορία αυτή εξαιρείται της εφαρμογής των διατάξεων 173 επ. ΚΠολΔ, που προϋποθέτουν εκκρεμή δίκη και επομένως η επιδίκασή τους δεν αποκλείεται να επιδιωχθεί με αγωγή του δικαιούχου έναντι του υποχρέου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ.

η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Διαφορετικά, η αγωγή είναι αόριστη.

Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφό της σε ό, τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1330/2002), και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 571/2004).

Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 1676/2001).

Εξάλλου, κατά τα άρθρα 297-298 ΑΚ, ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα. Η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την, κατά τον συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ να εκτίθενται στην αγωγή. Δεν αρκεί δηλαδή η αφηρημένη επανάληψη των ως άνω εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλ' απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών και των προπαρασκευαστικών μέτρων που είχαν ληφθεί, που προκειμένου για μελλοντικές οικοδομικές εργασίες είναι και η έκδοση της αναγκαίας οικοδομικής αδείας, που επιτρέπει τη διενέργειά τους, και που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια αυτών (Ολ.

ΑΠ 20/92, ΑΠ 1147/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου των δικογράφων των από: α) 4.6.2003 και β) 5.1.2005 αγωγών του αναιρεσείοντος, επί των οποίων έκρινε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 692/2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης, προκύπτουν τα ακόλουθα επί των ερευνώμενων εδώ λόγων αναίρεσης:

Με την από 4.6.2003 υπό στοιχείο α' αγωγή o αναιρεσείων ιστορούσε ότι είναι κύριος του περιγραφομένου σ' αυτήν ακινήτου που βρίσκεται στην πόλη της ...,. Ότι η αναιρεσίβλητη κυρία όμορου ακινήτου, το μήνα Απρίλιο του έτους 1995 κατέλαβε παρανόμως τμήμα του ακινήτου του σε επαφή με το δικό της ακίνητο, με επέκταση της οικοδομής της στο επίδικο αυτό τμήμα, εμβαδού 49,06 τμ, όπως αυτό προσδιορίζεται με πληρότητα, με περιγραφή των ορίων και των πλευρικών του διαστάσεων.

Ότι από το μήνα Μάρτιο του ιδίου έτους 1995 άρχισε δικαστική διαμάχη για την προστασία της νομής και κυριότητάς του στο άνω εδαφικό τμήμα, αρχικώς στα πλαίσια της λήψης ασφαλιστικών μέτρων, στη συνέχεια δε επί αντιστοίχων αγωγών του εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 79/2000 απόφαση του Εφετείου Θράκης και 98/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που κατέστησαν αμετάκλητες, με την πρώτη των οποίων αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα κυριότητάς του στο επίδικο και με τη δεύτερη υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη στην απόδοση της νομής του επιδίκου στον ίδιο.

Ότι παρά την έγκαιρη προβολή του δικαιώματός του στο άνω εδαφικό τμήμα ήδη στο στάδιο εκσκαφής των θεμελίων, η αναιρεσίβλητη, εν γνώσει τελούσα της παράνομης επέκτασης της οικοδομής της στην ένδικη λωρίδα, συνέχισε τις οικοδομικές εργασίες και περάτωσε την οικοδομή της (διώροφη οικία, με πυλωτή και υπόγειο), η οποία καταλαμβάνει και το επίδικο τμήμα.

Ότι λόγω της στερήσεως της νομής του άνω εδαφικού τμήματος της ιδιοκτησίας του, απώλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 1.10.2000 έως 30.9.2003 το συνολικό ποσό των 35.084,44 ευρώ, που αντιστοιχεί στα μισθώματα που θα εισέπραττε από την εκμίσθωση του υφισταμένου στην μη καταληφθείσα ιδιοκτησία του κτίσματος, όχι αυτοτελώς αλλά μετά την ανακαίνισή του και επέκταση αυτού στο κατεχόμενο από την εναγομένη τμήμα, στην οποία (ανακαίνιση και επέκταση) είχε πρόθεση να προβεί και περατώσει εντός έξι μηνών, όπως και την εκμίσθωση τριών γραφείων που θα κατασκεύαζε με την καθ' ύψος επέκταση, του άνω κτίσματος (υπάρχοντος και εκείνου που θα κατασκευαζόταν στο ισόγειο κατ' επέκταση στο επίδικο τμήμα).

Ότι, όντας κάτοικος Αθηνών, προκειμένου να προβεί στη συγκέντρωση στοιχείων και να συναντηθεί με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του για την παράστασή του σε ακροατήρια και για την άσκηση των ενδίκων μέσων προστασίας του δικαιώματός του, υποβλήθηκε σε δαπάνες μετακίνησης από την ...,στην ..., με επιστροφή και διαμονής στην τελευταία, συνολικού ποσού 4.825,05 ευρώ.

Επίσης ότι κατέβαλε στους αναφερόμενους στην αγωγή δικαστικούς επιμελητές για επιδόσεις και την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν, το ποσό των 693,83 ευρώ. Ότι περαιτέρω υποβλήθηκε σε δαπάνη συνολικού ύψους 2.768,70 ευρώ για εκτέλεση τεχνικών εργασιών από τα πρόσωπα που κατονομάζονται στην αγωγή, όπως οι επιμέρους δαπάνες προσδιορίζονται, μεταξύ των οποίων και ποσό 586,94 ευρώ ως αμοιβή του πραγματογνώμονος που είχε ορισθεί με την υπ' αριθμ. 77/1998 προδικαστική απόφαση του Εφετείου Θράκης, ζήτησε δε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 43.372,02 ευρώ, ως αποζημίωση θετική και αποθετική και το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων με την από 5-1-2005, υπό στοιχείο β' αγωγή του, όπως παραδεκτώς περιορίστηκε το αίτημά της με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά (άρθρο 223 ΚΠολΔ), ο αναιρεσείων επικαλούμενος τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συνθέτουν το ιστορικό της διαφοράς του με την αναιρεσίβλητη, εκθέτει περαιτέρω ότι η τελευταία εξακολούθησε και κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 20-5-2003 έως 30-12-2004 να κατέχει και να αρνείται να του αποδώσει το εδαφικό τμήμα το οποίο έχει καταλάβει.

Ότι κατά το διάστημα από την 10-6-2003 έως την 17-10-2004 υποβλήθηκε στις αναφερόμενες κατά περίπτωση δαπάνες, εξαιτίας της μετακίνησής του από την ..., στην ..., και από την ..., στην ...,, δαπανώντας για την μετάβαση και παραμονή του εκτός του τόπου κατοικίας του, τα αντιστοίχως προσδιοριζόμενα μερικότερα για κάθε περίπτωση ποσά, που ανέρχονται στο συνολικό ύψος των 3.770,43 ευρώ.

Ότι ποσό ύψους 139,40 ευρώ αποτελεί τη δαπάνη αλληλογραφίας του με τους νομικούς του παραστάτες και τους διάφορους τεχνικούς που ασχολήθηκαν με την επίδικη υπόθεση. Ότι στους νομικούς του παραστάτες έχει καταβάλει τα ποσά που εκτίθενται στην αγωγή, ανερχόμενα στο ύψος των 2.550 ευρώ. Ότι κατέβαλε το ποσό των 750 ευρώ στον αναφερόμενο στην αγωγή δικαστικό επιμελητή, που συνέταξε την αναγκαία για την εκτέλεση της με αριθμό 98/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης έκθεση αποβολής και εγκατάστασης.

Ότι, κατά τις ειδικότερες διακρίσεις που διαλαμβάνονται στην αγωγή κατά τρόπο αντίστοιχο με εκείνες που συνθέτουν το περιεχόμενο της πρώτη ανωτέρω αγωγής, ο αναιρεσείων απώλεσε μισθώματα συνολικού ύψους 27.120 ευρώ, τα οποία κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2003 έως 30-9-2005 θα εισέπραττε από την εκμίσθωση σε τρίτους των αυτοτελών χωρών του υπάρχοντος ισογείου που θα ανακαίνιζε, επεκτείνοντάς το και στο καταληφθέν επίδικο τμήμα, και των τριών καταστημάτων του πρώτου ορόφου που θα κατασκεύαζε.

Ότι εξαιτίας της συνεχιζόμενης άρνησης της αναιρεσίβλητης να του αποδώσει το εδαφικό τμήμα που κατέχει, υφίσταται ηθική βλάβη. Με το ιστορικό αυτό επιδιώκει ο αναιρεσείων να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει ποσό ύψους 34.329,83 ευρώ ως αποζημίωση και 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Με το πιο πάνω επισκοπούμενο περιεχόμενό τους και οι δύο ένδικες αγωγές είναι απαράδεκτες λόγω αοριστίας ως προς τα κονδύλια των 35.084,44 ευρώ της πρώτης και των 27.120 ευρώ (κατόπιν περιορισμού του αιτήματος) της δεύτερης, τα οποία αφορούν σε αποθετική ζημία λόγω απώλειας των μισθωμάτων που ισχυρίζεται ότι θα εισέπραττε ο αναιρεσείων από την εκμίσθωση του υφισταμένου στην ιδιοκτησία του κτίσματος, όχι αυτοτελώς, αλλά μετά την ανακαίνιση και επέκτασή του στο κατεχόμενο από την αναιρεσίβλητη τμήμα της ιδιοκτησίας του όπως και από τους αυτοτελείς χώρους, γραφεία που θα προέκυπταν από την επέκταση καθ 'ύψος του ενοποιημένου κτίσματος αυτού, καθόσον στις αγωγές του ο αναιρεσείων περιορίζεται στην αναφορά της πρόθεσής του και της αόριστης δυνατότητάς του να είχε προβεί στις ανωτέρω οικοδομικές εργασίες, χωρίς να προσδιορίζει, όπως είναι αναγκαίο για την πληρότητα της ασκούμενης αξίωσής του τη διενέργεια οποιασδήποτε προπαρασκευαστικής πράξης της ανακαίνισης του υπάρχοντος, της επέκτασης με ανοικοδόμηση του υπάρχοντος στο καταληφθέν επίδικο τμήμα της ανοικοδόμησης του πρώτου ορόφου στο ενιαίο ισόγειο, που να καθιστά πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων την ανακαίνιση και οικοδόμηση των χώρων αυτών π.χ.

ανάθεση σε μηχανικό της εντολής για ενέργειες έκδοσης οικοδομικής άδειας και έκδοση της άδειας και συνεπώς την πραγματική στέρηση της χρήσης τους κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα. Εκτός αυτού, και στις δύο αγωγές ο αναιρεσείων δεν περιγράφει με εξειδίκευση τους χώρους που θα εκμίσθωνε ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της μισθωτικής αξίας αυτών, αλλά ούτε και τη δυνατότητα του υπάρχοντος ισογείου από πολεοδομικής - στατικής άποψης στο να ανταποκριθεί στις ανάγκες της καθ' ύψος επέκτασης της οικοδομής με την οποία συνδέει τη ζημία.

Επίσης η πρώτη των αγωγών (από 4.6.2003) είναι απαράδεκτη ως αόριστη ως προς τα κονδύλια της συνολικού ποσού 400, 36 - με επιμέρους κονδύλια (88, 04, 88, 04, 79, 24, 88, 04 και 57) - που αφορούν σε ποσά που κατέβαλε κατά τους ισχυρισμούς του ο αναιρεσείων σε δικαστικούς επιμελητές διότι δεν γίνεται εξειδίκευση της αιτίας καταβολής εκάστου των κονδυλίων, ήτοι αν πρόκειται για έξοδα εκτελέσεως ή επιδόσεως δικογράφων, ώστε να παρέχεται στο Δικαστήριο η ευχέρεια κρίσης της νομιμότητας των κονδυλίων, ήτοι εάν πρόκειται για έξοδα αποδοτέα κατά τις διατάξεις του άρθρου 189 ΚΠολΔ, τα οποία δεν μπορούν να αναζητηθούν στα πλαίσια της ένδικης δίκης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ή για έξοδα εκτέλεσης.

Η ίδια αγωγή είναι απαράδεκτη ως αόριστη ως προς το κονδύλιο των 1.888, 29 ευρώ, με επιμέρους ποσά (των 346, 29 ευρώ, 590 ευρώ και 952 ευρώ), τα οποία ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι κατέβαλε σε πολιτικούς μηχανικούς για την εκτέλεση τεχνικών εργασιών, διότι δεν προσδιορίζεται σε ποιές εργασίες αναφέρονται οι δαπάνες αυτές ώστε να κριθεί εάν συνδέονται με την αποδιδόμενη στην εναγομένη αδικοπρακτική συμπεριφορά σε σχέση με την καταληφθείσα επίδικη λωρίδα.

Η δεύτερη αγωγή (από 5.1.2005) είναι απαράδεκτη ως αόριστη ως προς τα κονδύλια των 230, 60, 496, 65, , 713, 35 και 721, 57 ευρώ, που αφορούν σε δαπάνες μετακίνησης και παραμονής του ενάγοντος εκτός του τόπου κατοικίας του κατά τις ημεροχρονολογίες 29.6.2003, 24.8.2003, 28.6.2004 και 17.10.2004 διότι δεν ιστορούνται στην αγωγή τα πραγματικά περιστατικά με τα οποία μπορεί να διακριβωθεί εάν αυτές συνδέονται με την αποδιδόμενη στην αγωγή συμπεριφορά (αδικοπρακτική) της αναιρεσίβλητης.

Εξάλλου, και οι δύο δεν είναι νόμιμες, η πρώτη (από 4.6.2003) ως προς το αιτούμενο κονδύλιο του συνολικού ύψους 4.825,05 ευρώ και η δεύτερη (από 5.1.2005) ως προς τα αιτούμενα κονδύλια των 675, 28, 417, 58 και 515,20 ευρώ, που αφορούν σε δαπάνες μετακίνησης και διαμονής του αναιρεσείοντος εκτός του τόπου κατοικίας του προκειμένου να παραστεί στις δίκες που διεξήχθησαν με την αναιρεσίβλητη και η πρώτη, επίσης, αγωγή ως προς το κονδύλιο των 586, 94 ευρώ, που αφορά στην αμοιβή του πραγματογνώμονος που είχε διορισθεί με την υπ' αριθμ. 77/1998 απόφαση του Εφετείου Θράκης και η δεύτερη ως προς τα κονδύλια των 139, 40 και 2.550 ευρώ που αφορούν το πρώτο σε δαπάνες αλληλογραφίας με νομικούς παραστάτες και τεχνικούς και το δεύτερο στην αμοιβή των δικηγόρων του αναιρεσείοντος, καθόσον οι ανωτέρω δαπάνες εμπίπτουν, όπως προαναφέρθηκε, στα αποδιδόμενα κατά το άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ δικαστικά έξοδα και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της ένδικης δίκης.

Συνεπώς, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που με τις ίδιες αιτιολογίες απέρριψε τα ανωτέρω κονδύλια ως μη νόμιμα ή αόριστα κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 1099 του Α.Κ., 176 και 189 του Κ.Πολ.Δ. και σύμφωνα με τις προαναφερθείσες δικονομικού δικαίου διατάξεις έκρινε απαράδεκτο το δικόγραφο των ενδίκων αγωγών ως αόριστο. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες αντίστοιχα από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμοι.

ΙΙ. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (Ολ. ΑΠ 44/1990).

Συνεπώς, οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, κατά το άλλο μέρος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε το δικόγραφο των δύο ενδίκων αγωγών ως μη νόμιμο ή αόριστο κατά τις πιο πάνω διακρίσεις, είναι απαράδεκτοι.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο παριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 30/1997 και 28/1997).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1099 του ΑΚ αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται δε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρ. 914 επ. 297, 298 Α.Κ.). Επομένως για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αγωγικής ευθύνης απαιτείται η συνδρομή και της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εναγομένου νομέα.

Κτήση δε της νομής με παράνομη πράξη αποτελεί κάθε ενέργεια εναντίον της θέλησης του κυρίου (άρθ. 984 παρ. 1 του Α.Κ.), με την οποία συντελείται η αφαίρεση της νομής του ανεξάρτητα εάν ο αφαιρέσας τελεί ή όχι σε καλή πίστη και αν η ενέργεια με την οποία συντελέσθηκε η παράνομη κτήση αποτελεί ή όχι αξιόποινη πράξη.

Η παρεχόμενη από την εν λόγω διάταξη αγωγή δεν έχει ως θεμέλιο τη βλάβη της νομής του ενάγοντος, αλλά απορρέει από το δικαίωμα της κυριότητάς του (Α.Π. 1350/2002). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 530 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι εκτός της υπαιτιότητας του υπόχρεου, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται τόσο η αμέλεια, όσο και ο δόλος. Αμέλεια υπάρχει όταν ο δράστης δεν καταβάλλει την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, ενώ ο δόλος συνίσταται στην υπό του δράστου βούληση του κυρίως επιδιωκομένου δια της πράξεως αποτελέσματος, αλλά και στην υπ' αυτού αποδοχή όλων των συνεπειών της, που αυτός προέβλεψε ως αναγκαίες ή ενδεχόμενες.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη, αντιβαίνουσα σε απαγορευτική διάταξη νόμου, όπως επί προσβολής απόλυτου δικαιώματος, όπως εκείνο της κυριότητας (άρθρο 1000 του ΑΚ), ή στο όλο πνεύμα του δικαίου και τις επιταγές της έννομης τάξης, και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Τέτοια δε παράνομη συμπεριφορά συνιστά και η μη συμμόρφωση του οφειλέτη στο να εκπληρώσει την κατόπιν δικαστικής απόφασης υποχρέωσή του να επιχειρήσει πράξη, δηλαδή παροχή μη χρηματική, (άρθρο 945 του ΚΠολΔ) που μπορεί να γίνει και από τρίτο, οπότε ιδρύεται ανάλογη αξίωση αποζημίωσης κατ' άρθρο 948 του ΚΠολΔ.

Ο δε παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης κρίνεται με βάση το νομικό καθεστώς που ισχύει όταν αυτές συντελούνται (Ολ. ΑΠ 28/93). Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανά και μπορούσαν αντικειμενικά να επιφέρουν κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η δε υπό του δικαστηρίου της ουσίας γενομένη διάγνωση ότι το ιδρυτικό της ευθύνης γεγονός υπήρξε αναγκαίος όρος της ζημίας αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το εάν όμως το γεγονός αυτό μπορεί να θεωρηθεί πρόσφορος αιτία της ζημίας είναι νομικό ζήτημα υποκείμενο στον ακυρωτικό έλεγχο (ΑΠ. 1010/2007). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 12 παρ. 1, 4 και 7 περ.

α', β', γ' και ε' του Ν. 1337/1983, προκύπτει ότι: Η πράξη εφαρμογής πολεοδομικής μελέτης εκδίδεται κατά ειδική διοικητική διαδικασία που περιλαμβάνει και στάδιο ενστάσεων από τους ενδιαφερομένους, κατόπιν προσκλήσεώς τους, πριν από την κύρωση της πράξης. Με την ως άνω πράξη επέρχονται, μετά την κύρωση και μεταγραφή του οι αναγκαίες για την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου εμπράγματες μεταβολές στα ακίνητα της περιοχής.

Κατά τον ρητό δε ορισμό αλλά και την έννοια του άρθρου 12 § 7 περ. 3 του Ν. 1337/83, όπως ίσχυε μέχρι την τροποποίησή της με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 3212/2003, η πράξη αυτή καθίσταται οριστική και αμετάκλητη μετά την κύρωσή της.

Συνεπώς, δεν είναι δυνατή, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος ενδιαφερομένου, η επάνοδος της διοίκησης επί του θέματος, οι πράξεις δε αυτές δεν υπόκεινται σε ανάκληση ή ανασύνταξη ούτε για λόγους νομιμότητας Δεν επιτρέπεται, εξάλλου, η ανάκληση ή ανασύνταξη κυρωθείσας πράξης εφαρμογής ούτε στην περίπτωση κατά την οποία με απόφαση των αρμοδίων κατά το Σύνταγμα δικαστηρίων βεβαιώνονται διαφορές ως προς το μέγεθος της εισφοράς σε γη και το μέγεθος των ιδιοκτησιών, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή ο νόμος προβλέπει την μετατροπή των διαφορών αυτών σε χρηματική αποζημίωση Οι ρυθμίσεις αυτές είναι συνταγματικώς θεμιτές, διότι δικαιολογούνται από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών διαφορών και αποφυγής της διαρκούς αμφισβήτησης του επιβληθέντος, με την πράξη εφαρμογής νέου ιδιοκτησιακού καθεστώτος της περιοχής αλλά και από την ανάγκη προστασίας των καλοπίστως αποκτωμένων κατόπιν μεταγραφής της πράξης εφαρμογής εμπραγμάτων δικαιωμάτων (Ολ.

ΣτΕ 1730/2000). Εξάλλου, με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 3212/2003 αντικαταστάθηκε η περ. ε' της παρ. 7 του άρθρου 12 του Ν. 1337/1983 και επιτράπηκε κατ' εξαίρεση η εξαίρεση ή ανάκληση εν όλω ή εν μέρει της πράξης εφαρμογής για λόγους νομιμότητας ή για πλάνη περί τα πράγματα, προϋπάρχοντα της σύνταξης του διαγράμματος και της πράξης εφαρμογής, ή που αναγνωρίσθηκαν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 612/2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Με την υπ' αριθ. 1/1992 πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης για την επέκταση του σχεδίου πόλης της ...,, η οποία κυρώθηκε με την Ι4434/1992 απόφαση του Νομάρχη Έβρου, νομίμως μεταγραφείσα (τόμος ...,, αριθμ. ...,των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...,) τακτοποιήθηκαν μεταξύ των άλλων και τα όμορα οικόπεδα των διαδίκων.

Φερόμενες ως ιδιοκτησίες υπό τον αριθμό ..., του ενάγοντος και ..., της εναγομένης με εμβαδόν 509, 48 τ.μ. της πρώτης και 259, 06 τ.μ. της δεύτερης. Η ανωτέρω πράξη εφαρμογής στηρίχθηκε στην κτηματογράφηση που είχε γίνει από το Γραφείο Αναπτύξεως της Νομαρχίας Έβρου, κατά την κτηματογράφηση δε αυτή δεν αποτυπώθηκαν ορθά τα κτίσματα του Ο.Τ. ...,, στο οποίο βρίσκονται τα εν λόγω οικόπεδα και ιδίως υφιστάμενη από το έτος 1971 αποθήκη ιδιοκτησίας του ενάγοντος.

Το σφάλμα αυτό της κτηματογραφήσεως είχε ως αποτέλεσμα η εφαρμογή των συντεταγμένων και του εμβαδού των οικοπέδων επί του εδάφους να οδηγεί σε διαφορετική τοποθέτηση κάθε ιδιοκτησίας από αυτήν του τοπογραφικού διαγράμματος. Το έτος 1994 η εναγομένη, προκειμένου να οικοδομήσει στο οικόπεδο της, ανέθεσε στον πολιτικό μηχανικό Π1 την έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας.

Ο ανωτέρω μηχανικός προσκόμισε στο Πολεοδομικό Γραφείο της Νομαρχίας Έβρου Αλεξανδρούπολης τοπογραφικό διάγραμμα του ακίνητου της εναγομένης που στηρίχθηκε στα εσφαλμένα στοιχεία της κτηματογραφήσεως, με βάση δε το σχεδιάγραμμα αυτό εκδόθηκε η..., οικοδομική άδεια για την ανέγερση διώροφης κατοικίας με πυλωτή και υπόγειο στο ακίνητο, παρέλειψε όμως να αποτυπώσει στο άνω διάγραμμα τα υφιστάμενα στα όμορα οικόπεδα κτίσματα και περιφράξεις, όπως το κτίσμα-αποθήκη στην όμορη ιδιοκτησία του ενάγοντος.

Αποτέλεσμα των σφαλμάτων και παραλήψεων αυτών ήταν να μη γίνει αντιληπτή από την πολεοδομική υπηρεσία η εσφαλμένη τοποθέτηση των ακινήτων, που προέκυψαν μετά την πράξη εφαρμογής, επί του εδάφους και αυτό είχε ως συνέπεια να εισέρχεται η οικοδομή της εναγομένης, κατά ένα τμήμα της σε σχήμα τραπεζίου στo ακίνητο του ενάγοντος.

Το μήνα Απρίλιο του έτους 1995 η εναγομένη με βάση την άνω οικοδομική άδεια, άρχισε τις εργασίες εκσκαφής θεμελίων για την ανέγερση της οικίας της. Αμέσως ο ενάγων άσκησε αίτηση προς λήψη ασφαλιστικών μέτρων προστασίας της νομής του επί της οποίας εκδόθηκε η 117/26-5-1995 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία διατάχθηκε η αποβολή της εναγομένης από το επίδικο τμήμα και η εγκατάστασή του σ' αυτό, η οποία και εκτελέσθηκε.

Η απόφαση όμως αυτή εξαφανίσθηκε με την υπ' αριθμ. 245/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης που εκδόθηκε επί της εφέσεως που άσκησε η εναγομένη. Στη συνέχεια ο ενάγων άσκησε κατά της εναγομένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης την από 23-1-1996 αγωγή με την οποία ισχυρίσθηκε ότι το έτος 1971 είχε καταστεί κύριος, με παράγωγο τρόπο, ενός οικοπέδου που βρίσκεται στην ..., στο Ο.Τ ..., εμβαδού 554, 80 τ.μ.

Ότι με την υπ' αριθμ. 4434/1992 πράξη επεκτάσεως του σχεδίου πόλης της...,, νομίμως μεταγραφείσα, το εμβαδόν του οικοπέδου του διαμορφώθηκε σε 509, 48 τ.μ., με όρια βορειοανατολικά την οδό ...,, νοτιοδυτικά ανώνυμη οδό, βορειοδυτικά ιδιοκτησία της εναγομένης και νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία ..., και ...,. Ότι η εναγομένη αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του σε τμήμα του ακινήτου του, εμβαδού 49.06 τ.μ., στη βορειοανατολική πλευρά αυτού, συνορευόμενο ανατολικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία του, σε πλευρά 18, 81 μ., δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας της εναγομένης, σε πλευρά 18, 81 μ., βόρεια με υπόλοιπη ιδιοκτησία του (αποθήκη), σε πλευρά 1, 5 μ.

και νότια με ανώνυμη οδό σε πλευρά 2, 5 μ. Με το ιστορικό δε αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της κυριότητάς του στο άνω τμήμα του ακινήτου του. Προς αντίκρουση της αγωγής αυτής η εναγομένη με τις προτάσεις της προέβαλε την ένσταση ιδίας κυριότητας στο επίδικο τμήμα με τον ισχυρισμό ότι κατέστη κυρία αυτού με την υπ' αριθμ. 1-4434/1992 πράξη επεκτάσεως του σχεδίου πόλεως της ...,, νομίμως μεταγραφείσα, με την οποία προσκυρώθηκε στην ιδιοκτησία της η επίδικη έκταση, παραλλήλως δε άσκησε ανταγωγή με την οποία με την αυτή θεμελίωση ζήτησε να αναγνωρισθεί η ίδια κυρία του επιδίκου.

Επί των ανωτέρω αγωγής και ανταγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 77/1998 μη οριστική απόφαση του παρόντος, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και μετά τη διεξαγωγή αυτής και την περαιτέρω συζήτηση της υποθέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 79/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία και απορρίφθηκε η ανταγωγή, με την αιτιολογία ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα εμπίπτει στην ιδιοκτησία του ενάγοντος και μετά την πράξη εφαρμογής και ειδικότερα ότι δεν έλαβε χώρα προσκύρωση αυτής στην ιδιοκτησία της εναγομένης.

Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 501/2001 αποφάσεως του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα κατ' αυτής αίτηση αναιρέσεως από την εναγομένη. Από την ανωτέρω απόφαση συνεπώς, όπως προδιαλαμβάνεται, παράγεται δεδικασμένο ως προς το ζήτημα της κυριότητας του ενάγοντος στο άνω εδαφικό τμήμα, ζήτημα που αποτελεί τη βάση των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος.

Ακολούθως ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης εναντίον της εναγομένης τη διεκδικητική αγωγή για το ίδιο εδαφικό τμήμα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 98/2001 απόφαση του άνω Δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή και υποχρεώθηκε η εναγομένη στην απόδοση αυτού στον ενάγοντα.

Η απόφαση, αυτή κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της εφέσεως που άσκησε κατ' αυτής η εναγομένη, με την υπ' αριθμ. 371/2002 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Με βάση αντίγραφο του υπ' αριθμ. 102/2002 εκτελεστού απογράφου της άνω αποφάσεως ο ενάγων προέβη σε αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως αυτής συντάχθηκε δε περί αυτού από το δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης..., η υπ' αριθμ...., έκθεση αποβολής και εγκαταστάσεως.

Κατά της εκτελέσεως αυτής ασκήθηκε ανακοπή από την εναγομένη όπως και αίτηση αναστολής, τα ένδικα δε αυτά βοηθήματα απορρίφθηκαν, αντιστοίχως, με τις υπ' αριθμ. 223/2003 και 1327/2002 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Με την άνω εκτέλεση η εγκατάσταση του ενάγοντος στο επιδικασθέν σ'αυτόν εδαφικό τμήμα ήταν κατά τον τύπο μόνο ενόψει το ότι μέρος αυτού καταλαμβάνεται από την πυλωτή της οικοδομής της εναγομένης και την καθ' ύψος επέκταση αυτής, στην οποία είναι αδύνατη, η πρόσβαση.

Για το λόγο αυτό ο ενάγων στις 21-10-2004 προέβη στην εκ νέου εκτέλεση της αποφάσεως για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ..., έκθεση αποβολής και εγκαταστάσεως από τον ίδιο ως άνω δικαστικό επιμελητή, με την εκτέλεση δε αυτή προέβη σε τοποθέτηση περιφράξεως στην πυλωτή της οικοδομής της εναγομένης στο όριο της ιδιοκτησίας του.

Για τα δικαιώματα του δικαστικού επιμελητή ο ενάγων κατέβαλε το ποσό των 750 ευρώ (βλ. την υπ' αριθμ. ..., απόδειξη παροχής υπηρεσιών). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η επίμαχη πράξη εφαρμογής δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στα οικόπεδα ...,, όμορο της ιδιοκτησίας του ενάγοντος, ...,, ιδιοκτησίας του ενάγοντος και ..., ιδιοκτησίας της εναγομένης, λόγω ασυμφωνίας που υπάρχει μεταξύ του διαγράμματος εφαρμογής των στοιχείων του πίνακα πράξης εφαρμογής (εμβαδά των διαμορφωμένων νέων οικοπέδων) και του πίνακα στοιχείων των οικοπέδων (συντεταγμένες κορυφών των οικοπέδων).

Η ασυμφωνία αυτή προέκυψε από το υπόβαθρο που δόθηκε στον μελετητή της πράξης εφαρμογής, στο οποίο δεν είχε αποτυπωθεί το κτίσμα-αποθήκη του ενάγοντος (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. ...,έγγραφο της Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών, Τμήμα Πολεοδομίας του Δήμου Αλεξανδρούπολης προς τη Δ/νση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος).

Κατά την άνω πράξη εφαρμογής η ιδιοκτησία της εναγομένης, που συμμετείχε με εμβαδόν 210 τ.μ. τακτοποιήθηκε τελικώς στο Ο.Τ. ..., με νέο κωδικό αριθμό ..., και εμβαδόν 259, 06. Τα επιπλέον τετραγωνικά μέτρα (70, 06) εμφανίζονται στους πίνακες της πράξης αυτής ως ακολούθως: ένα τμήμα 21, 00 τ.μ. της ιδιοκτησίας δεν αξιοποιούνται και επεστράφησαν στην ίδια ιδιοκτησία και τα οποία πληρώνονται στον αρμόδιο ΟΤΑ ως εισφορά σε χρήμα, ένα τμήμα 49, 06 τ.μ. (στήλη 36).

ήτοι του αυτού εμβαδού με το τμήμα που επιδικάσθηκε τελεσιδίκως, κατά τα προαναφερόμενα, στον ενάγοντα, προσκυρώνεται στην ιδιοκτησία της εναγομένης και εμφανίζεται ως οφειλή προς τρίτο ή φορέα, καλείται δε ο ιδιοκτήτης να πληρώσει στον αρμόδιο ΟΤΑ, η εναγομένη δε κατέβαλε την αναλογούσα στο άνω τμήμα χρηματική αποζημίωση (βλ.

το αριθμ. πρωτ. ..., έγγραφο της Δ/νσεως Πολεοδομίας και περιβάλλοντος Νομαρχιακού διαμερίσματος Έβρου). Η ιδιοκτησία του ενάγοντος συμμετείχε με αρχικό εμβαδόν 554, 80 τ.μ. και τελική τακτοποίηση 509, 48 τ.μ. Η δημιουργία των νέων ιδιοκτησιών από το μελετητή της πράξης εφαρμογής όπως προκύπτει από τα διαγράμματα Ν1 και Ν2 έγινε με πρόθεση να μη διαφοροποιηθούν τα κοινά όρια των διαδίκων, όπως αυτά είχαν προσδιορισθεί από την κτηματογράφηση.

Κατά τη σύνταξη όμως εφαρμογής ελήφθη υπόψη η αρχική έκταση των τίτλων των διαδίκων, 554, 80 του ενάγοντος και 210, 00 τ.μ. της εναγομένης, με συνέπεια το νέο οικόπεδο της εναγομένης, με βάση τις συντεταγμένες υλοποιείται στο έδαφος κατά ένα τμήμα στην ιδιοκτησία του ενάγοντος. Έτσι με το σφάλμα της εφαρμογής στην κτηματογράφηση που αποτέλεσε το υπόστρωμα της πράξης εφαρμογής ενώ η ιδιοκτησία της εναγομένης τακτοποιήθηκε με εμβαδόν 259, 06 τ.μ.

με την αφαίρεση του τμήματος των 49, 06 τ.μ. του οποίου αναγνωρίσθηκε κύριος ο ενάγων και από το οποίο διατάχθηκε η αποβολή της εναγομένης, η ιδιοκτησία της καθίσταται μη άρτια και οικοδομήσιμη (βλ την υπ' αριθμ. πρωτ. ..., απάντηση της Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών - Τμήμα Πολεοδομίας Δήμου Αλεξανδρούπολης).

Ήτοι, η εναγομένη δεν κατέχει μεγαλύτερη έκταση από αυτή των 259, 06 τ.μ., που προέκυψε από την πράξη εφαρμογής. Υπό τα στοιχεία αυτά κατά την έναρξη των οικοδομικών εργασιών στο οικόπεδο της όταν ο ενάγων προέβαλε το δικαίωμα κυριότητάς της στο τμήμα των 45, 06 τ.μ. και ανέκυψε το θέμα του σφάλματος στην κτηματογράφηση, η εναγομένη απηύθυνε προς το Δήμο Αλεξανδρούπολης τις από 7.6.1995, 19.6.1995 και 13.10.1995 αιτήσεις και υπόμνημα, αντιστοίχως, με τις οποίες ζητούσε τον καθορισμό των ορίων του οικοπέδου της και σε περίπτωση σφάλματος την τροποποίηση της πράξεως εφαρμογής, δικαιολογημένα δε είχε την πεποίθηση ότι ο Δήμος θα προέβαινε στη διόρθωση αυτή, ενόψει και του ότι γνώριζε ότι η εμφαινόμενη στα σχετικά διαγράμματα ιδιοκτησία της και η κατεχόμενη από αυτήν περιοριζόταν στο εμβαδόν των 259, 06 τ.μ., που προέκυψαν με την τακτοποίηση του οικοπέδου της με την πράξη εφαρμογής.

Επίσης αποδείχθηκε ότι η περάτωση της οικοδομής της έλαβε χώρα το έτος 2000, κατά το διάστημα δε των ετών 1995 έως 2000, χρόνο ενάρξεως των οικοδομικών εργασιών και περατώσεως αυτών είχε κριθεί στα πλαίσια της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων προστασίας της νομής του ενάγοντος από μεν το Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης προσωρινώς νομέας του επιδίκου ο ενάγων, η κρίση όμως αυτή κρίθηκε εσφαλμένη από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, με την υπ' αριθμ. 185/1995 απόφασή του, με την υπ' αριθμ. 1881/1986 δε οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης είχε απορριφθεί η αναγνωριστική της κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο τμήμα αγωγή αυτού και είχε γίνει δεκτή η ανταγωγή της εναγομένης, ήτοι μέχρι την περάτωση των οικοδομικών εργασιών της εναγομένης δεν είχε εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (79/2000), με την οποία κρίθηκε κύριος του επιδίκου ο ενάγων.

Το ως άνω σφάλμα της πράξης εφαρμογής διαπιστώθηκε και στις υπ' αριθμ. Ι 3849/01/11.2.2002 και Ι 2027/23.8.2004 αποφάσεις του Νομάρχη Έβρου περί ανακλήσεως εν μέρει και διορθώσεως της άνω πράξης εφαρμογής, οι οποίες όμως ακυρώθηκαν κατόπιν προσφυγών που άσκησε ο ενάγων, με τις υπ' αριθμ. 4082/2002 και 7241/2004 αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης, με την αιτιολογία ότι δεν επιτρέπεται η ανάκληση ατομικών διοικητικών πράξεων, έστω και παρανόμων μετά τη πάροδο ευλόγου χρόνου και στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε παρέλθει ο χρόνος αυτός.

Τέλος αποδείχθηκε ότι για την απόδοση στον ενάγοντα του τμήματος στο οποίο είναι κτισμένη η οικοδομή της εναγομένης κατά την καθ' ύψος επέκταση αυτής απαιτείται άδεια κατεδαφίσεως τμήματος αυτής που προϋποθέτει τη σύνταξη σχετικής μελέτης στατικότητας, δημιουργείται δε τεχνικό πρόβλημα, καθόσον η οικοδομή έχει φέροντα σκελετό από οπλισμένο σκυρόδεμα και κανένα τμήμα αυτής δεν μπορεί να καθαιρεθεί χωρίς να δημιουργηθούν προβλήματα στατικότητας στην οικοδομή, διότι η συγκεκριμένη επέμβαση αφορά σε αναλογία του 1/4 περίπου του φέροντος οργανισμού.

Ο ενάγων, ο οποίος εγκαταστάθηκε με την προδιαλαμβανόμενη εκτέλεση στο εδαφικό τμήμα στο οποίο αναγνωρίσθηκε ως κύριος με οριοθέτηση του ορίου της ιδιοκτησίας του επί της πυλωτής της οικοδομής, δεν έχει υποβάλει σχετική αίτηση για έκδοση οικοδομικής αδείας κατεδαφίσεως του μέρους της οικοδομής που εμπίπτει στο εδαφικό τμήμα κυριότητάς του (βλ.

την αριθμ. πρωτ. ..., απάντηση της Προϊσταμένης Πολεοδομίας Δήμου ..., στην οποία αναφέρεται ότι η οικοδομή ανεγέρθηκε με βάση νόμιμη άδεια). Με βάση όλα τα ανωτέρω κρίνεται ότι δεν βαρύνει υπαιτιότητα την εναγομένη ως προς την οικοδόμηση στο οικόπεδο ιδιοκτησίας της και την προκύψασα εν μέρει οικοδόμηση σε τμήμα ιδιοκτησίας του ενάγοντος, ούτε και υπό τον χαρακτήρα της ελαφράς αμέλειας, αφού οικοδόμησε σε οικόπεδο που προέκυψε από τακτοποίηση πράξης εφαρμογής, περιοριζόμενη σε εμβαδόν που προέκυψε από την πράξη αυτή και αφού είχε καταβάλει αποζημίωση για προσκυρούμενο σ' αυτήν τμήμα ίσου προς το διεκδικούμενο από τον ενάγοντα εμβαδού (49, 06 τ.μ.), δικαιολογημένα δε περαιτέρω είχε την πεποίθηση ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες, στα πλαίσια της χρηστής διοίκησης θα προέβαιναν στις απαιτούμενες ενέργειες για τη διόρθωση της πράξης εφαρμογής, διότι δεν θα ήταν δυνατόν να είχε παρασχεθεί σ' αυτήν οικόπεδο μετά από πράξη τακτοποιήσεως μη άρτιο και οικοδομήσιμο, όπως αυτό προκύπτει μετά την αφαίρεση του τμήματος των 49, 06 τ.μ., στο οποίο αναγνωρίσθηκε κύριος ο ενάγων.

Επίσης δεν βαρύνει αυτήν υπαιτιότητα για τη μη απόδοση της νομής της καθ' ύψος επεκτάσεως της οικοδομής στο τμήμα του οικοπέδου του οποίου αναγνωρίσθηκε κύριος ο ενάγων, αφού για την εν λόγω απόδοση απαιτείται κατεδάφιση του αντιστοιχούντος στην ιδιοκτησία του ενάγοντος τμήματος της οικοδομής με τις ανωτέρω εγγενείς δυσκολίες, ο ενάγων δε δεν προέβη ως έχει δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 945 ΚΠολΔ στις ενέργειες προς εκτέλεση της αποφάσεως.

Κατά συνέπεια, δεν καθιδρύεται ευθύνη αυτής προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο ενάγων από τη στέρήση της νομής του επίμαχου εδαφικού τμήματος". Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο ευθέως και εκ πλαγίου παραβίασε τις παρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 3, 12 παρ. 1, 4 και 7 περ. α', β', γ' και ε' του Νόμου 1.337/1983, όπως η παρ. 3 του άρθ. 12 συμπληρώθηκε με την παρ. 5α του Ν.1512/1985, η παρ. 7 του άρθ. 12 τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του Ν.1772/1988 και η περ.

ε' της παρ. 7 του άρθ. 12 αντικαταστάσθηκε από το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν.3212/2003, 297, 298, 330, 914, 932, 1000, 1099 του Α.Κ., διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς, αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες ως προς ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη δίκη. Ειδικότερα: 1) Δέχεται σαφώς αρχικά με ειδική σκέψη (σελ. β' 7ου φύλλου) κατά την έρευνα αντίστοιχου λογου της έφεσης της αναιρεσίβλητης ότι: "...Με τις υπ' αριθ. 79/2000 κι 98/2001 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Θράκης και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, αντίστοιχα, έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου για την προκειμένη δίκη το δικαίωμα της κυριότητας του αναιρεσείοντος, η ύπαρξη του οποίου αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του αντικειμένου της δίκης, και ότι κρίθηκε επίσης με δύναμη δεδικασμένου ότι το επίδικο τμήμα και μετά την υπ' αριθ.

Ι 4434/1992 Πράξη εφαρμογής του σχεδίου πόλης του Δήμου..., με την οποία τακτοποιήθηκαν μεταξύ των άλλων και τα όμορα οικόπεδα των διαδίκων, παρέμεινε στην ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος και δεν προσκυρώθηκε σ' αυτήν της αναιρεσίβλητης και ότι από το ίδιο δεδικασμένο καλύπτεται και το ζήτημα της απουσίας οποιασδήποτε εσφαλμένης εφαρμογής των συντεταγμένων της πράξης εφαρμογής, που είχε ανακύψει σε χρόνο πριν από την έναρξη των προγενέστερων δικών επί των οποίων οι προαναφερθείσες αποφάσεις".

Στη συνέχεια όμως, αντιφατικά σε σχέση προς την κρίση αυτή, αλλά και σε αντίθεση με τα προαναφερθέντα δεδομένα εφαρμογής των διατάξεων του Ν.1337/1983, κρίνει το Εφετείο, με αναδρομή σε στοιχεία εκτός της αμετάκλητης πολεοδομικής μελέτης και της πράξης εφαρμογής, όπως αποτύπωση κτισμάτων, συντεταγμένων κτηματογράφησης, εμβαδόν οικοπέδων, προϋπάρξαντα μάλιστα της σύνταξης της μελέτης και της πράξης εφαρμογής της, ότι: "η επίδικη εδαφική λωρίδα από σφάλμα της αποτύπωσης εμφανίζεται να περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος, ενώ περιλαμβάνεται στην έκταση του ακινήτου της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέχει μεγαλύτερη έκταση", καίτοι παράλληλα δέχεται ότι τα δεδομένα της πράξης εφαρμογής δεν ανατράπηκαν λυσιτελώς έκτοτε ούτε στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας, μετά το 2003, 2) ενώ δέχεται ότι : "ο πολιτικός μηχανικός Π1 στον οποίον η αναιρεσίβλητη ανέθεσε την εντολή για την έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας προσκόμισε στο Πολεοδομικό Γραφείο τοπογραφικό διάγραμμα του ακινήτου της αναιρεσίβλητης, στο οποίο όμως σκόπιμα παρέλειψε να αποτυπώσει τα υφιστάμενα στα όμορα οικόπεδα κτίσματα και περιφράξεις, όπως το κτίσμα αποτυπώθηκε στην όμορη ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος, με αποτέλεσμα να μη γίνει αντιληπτή από την πολεοδομική υπηρεσία η εσφαλμένη τοποθέτηση του ακινήτου κατά την έκδοση της υπ' αριθ. ..., οικοδομικής άδειας και αυτό είχε ως συνέπεια να εισέρχεται η οικοδομή της αναιρεσίβλητης, κατά ένα τμήμα της σε σχήμα τραπεζίου στο ακίνητο του αναιρεσείοντος", κρίνει στη συνέχεια αντιφατικά ότι : "η αναιρεσίβλητη δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα ως προς την ανέγερση τμήματος της οικοδομής της επί του ακινήτου του αναιρεσείοντος", καίτοι και η ίδια δια του πολιτικού μηχανικού, που ενεργούσε κατά νόμο αντ' αυτής και για λογαριασμό της κατά την έκδοση της οικοδομικής άδειας, μπορούσε να προβλέψει πριν ακόμα από την έναρξη της ένδικης αντιδικίας, ότι με βάση τα υποβληθέντα ελλιπή σχετικά για την έκδοση της άδειας, η θέση του κτίσματός της στο έδαφος δεν ήταν η προσήκουσα με τα αμετάκλητα δεδομένα της πράξης εφαρμογής, 3) ενώ κρίνει ότι : "στο πιο πάνω ελλιπές σχεδιάγραμμα του μηχανικού της αναιρεσίβλητης σκόπιμα παραλήφθηκε η αποτύπωση και των υφισταμένων περιφράξεων για τα όμορα ακίνητα, δηλαδή και εκείνα του αναιρεσείοντος με συνέπεια να εισέρχεται η οικοδομή της αναιρεσίβλητης κατά ένα τμήμα της σε σχήμα τραπεζίου στο ακίνητο του αναιρεσείοντος", δεν παραθέτει τα στοιχεία εκείνα ως προς το είδος της υφισταμένης περίφραξης, πριν την έναρξη των εργασιών ανοικοδόμησης, και την κατεύθυνση της περίφραξης και των υφισταμένων ορίων, δηλαδή εάν ήταν ευθύγραμμη ή άλλου είδους, 4) ενώ δέχεται ότι : "αμέσως μετά την έναρξη των οικοδομικών εργασιών ο αναιρεσείων προέβαλε τον Απρίλιο του 1995 το δικαίωμά του κυριότητας στο επίδικο τμήμα των 49, 06 τ.μ., η δε αναιρεσίβλητη από τότε πληροφορήθηκε εξακολουθητικά με τις διαδικαστικές ενέργειες που επακολούθησαν την αντίθεση του αναιρεσείοντος στην προσβολή αυτή", κρίνει τελικά ότι : "η ένδικη προσβολή δεν ήταν παράνομη γιατί δικαιολογημένα πίστευε ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες στο πλαίσιο της χρηστής διοίκησης θα προέβαιναν στις απαιτούμενες ενέργειες για τη διόρθωση της πράξεως εφαρμογής", καίτοι τέτοια δυνατότητα δεν παρεχόταν μέχρι το έτος 2000, που (κατά τις ίδιες παραδοχές) αποπερατώθηκε η οικοδομή, χωρίς παράλληλα να δέχεται το Εφετείο και ότι η αναιρεσίβλητη έσπευσε ...

τυχόν να λάβει τα κατάλληλα εκείνα μέτρα ενόψει της συνεχιζόμενης αντιδικίας για την αποτροπή τετελεσμένων καταστάσεων με την αναθεώρηση της οικοδομικής αδείας της, την τυχόν μετατόπιση του κτίσματος ώστε να μη τοποθετηθεί στο επίδικο, αλλά ακόμα και η διακοπή των οικοδομικών εργασιών μέχρι τη λήξη της αντιδικίας, για το ζήτημα της κυριότητας με τελεσίδικη απόφαση.

Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο και έκτο μέρος του κρίνεται βάσιμος. Επίσης κρίνεται βάσιμος και ο ίδιος τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το έβδομο μέρος του, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

γιατί το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και με τις πιο πάνω αντιφατικές παραδοχές του δεν έλαβε τελικά υπόψη του το δεδικασμένο από τις υπ' αριθ. 79/2000 και 98/2001 τελεσίδικες αποφάσεις του ίδιου Εφετείου και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης αντίστοιχα, ως προς το δικαίωμα κυριότητας του αναιρεσείοντος στο ένδικο εδαφικό τμήμα, ως αναγκαία προϋπόθεση της αιτούμενης από τον αναιρεσείοντα έννομης προστασίας.

VI. Όταν το Εφετείο μετά παραδοχή της έφεσης του εναγομένου απορρίπτει ολικά την αγωγή στην κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει χωρίς ειδικό παράπονο τις επικουρικές βάσεις, εφόσον το πρωτόδικο δικαστήριο παρέλειψε να τις εξετάσει, μη έχοντας άλλωστε δικαίωμα να το πράξει όταν αυτές είχαν σωρευθεί στο ίδιο δικόγραφο κατά το άρθρο 219 παρ. 1 του ΚΠολΔ επικουρικά, δηλαδή με την αίρεση απόρριψης της πρώτης (κύριας) βάσης της αγωγής, η οποία όμως δεν πληρώθηκε τότε αφού η κύρια βάση της αγωγής έγινε πρωτόδικα δεκτή.

Αν δεν ενεργήσει έτσι το Εφετείο, αφήνει αδίκαστη αίτηση και ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 919 AK, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ειδική και συμπληρώνει εκείνη του άρθρου 914 ΑΚ, αφού επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ευθέως δεν προσβλήθηκε ορισμένο δικαίωμα ή προστατευόμενο συμφέρον, σαφώς προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: 1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) αντικείμενη στα χρηστά ήθη, τέτοια δε συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, προξενήσεως ζημίας, ήτοι δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημιά του άλλου αλλ' αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημίας στον άλλο και παρά ταύτα αυτός δεν θέλησε να αποστεί από αυτήν. 3) Να προκλήθηκε όντως ζημία σε άλλον. 4) Να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του δράστη και της ζημίας η οποία επήλθε στον άλλο, όταν η πράξη ή η παράλειψη, από μόνη της, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανόμενη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Πότε τούτο συμβαίνει κρίνεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (ΑΠ 137/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με τις δύο ένδικες αγωγές του ο αναιρεσείων ζήτησε επικουρικά την επιδίκαση των ίδιων αγωγικών ποσών και με βάση τη διάταξη του άρθρου 919 του Π.Κ. για το λόγο ότι η αναιρεσίβλητη κατά την επέκταση της οικοδομής της στο γειτονικό του επίδικο ακίνητο ενήργησε σε βάρος του με πρόθεση κατά τρόπο αντίθετον προς τα χρηστά ήθη.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος, την παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, τη μερική εξαφάνιση της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης και την απόρριψη στο σύνολό τους των δύο ένδικων αγωγών, κατά την κύρια βάση τους από την αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης, δεν προχώρησε όπως είχε υποχρέωση, στην κατ' ουσίαν έρευνα της βασιμότητας των ίδιων αγωγών, ως προς την επικουρική βάση από τη διάταξη του άρθρου 919 του Α.Κ.

που δεν είχε ερευνηθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και μεταβιβάσθηκε σ' αυτό αυτοδικαίως αλλά και με ειδικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, και επομένως, ο αντίστοιχος τέταρτος και τελευταίος λόγος του αναιρετηρίου κρίνεται βάσιμος. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος κατά τα εις το διατακτικό η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 692/2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης κατά το μέρος της μόνο που: 1) Δεχόμενο την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε τα αντίστοιχα κεφάλαια των δύο αγωγών του αναιρεσείοντος κατά την κύρια βάση τους, που είχαν γίνει δεκτά πρωτόδικα κατ' ουσία και 2) παρέλειψε να ερευνήσει την επικουρική βάση των ίδιων αγωγών, όσο αφορούσαν τα ίδια κεφάλαιά τους.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ