Legislator Case Law & Legislation
1495/2007 AI generated

1495/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1495/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/3/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6035/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/5/2005 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1019/2006 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 29/5/2006 κλήση του αναιρεσείοντος.

Legislator headnote

AI generated

1495/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η δυνατότητα αυτή παρέχεται όχι μόνο στον πρώτο αλλά και στο δεύτερο βαθμό, όπου λόγω της αναβιώσεως της εκκρεμοδικίας της αγωγής μέσα στα οριοθετούμενα από την έφεση πλαίσια με τη νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως κατά της οριστικής αποφάσεως, μπορεί ο ενάγων να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής και πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως με συνέπεια την κατάργηση της όλης δίκης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1495 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1495/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: ............................, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μπέη. Των αναιρεσίβλητων-καθών η κλήση: 1) ........................ η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. 2) ................................, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τάσο Κεφαλέα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/3/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6035/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/5/2005 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1019/2006 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 29/5/2006 κλήση του αναιρεσείοντος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 6/2/2006 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χλαμπουτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ............. και ....................... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς.................., ακριβές αντίγραφο τόσο της από 13-5-2005 αιτήσεως αναιρέσεως όσο και της από 29-5-2006 κλήσεως προς εμφάνιση για συζήτηση της εν λόγω αναιρέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων. Αυτή, όμως, κατά τα προκύπτοντα από τα πρακτικά αυτού του Δικαστηρίου, δεν εμφανίστηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Από τη διάταξη του άρθρου 219 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία, αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, συνάγεται ότι η από το νόμο απαγορευόμενη διαζευκτική ή επικουρική εναγωγή, επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής στο σύνολό της και όχι μόνο κατά το μέρος που αυτή ασκήθηκε επικουρικά. Είναι, όμως, δυνατή η άρση της ακυρότητας αυτής με τη νομότυπη παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον ένα των διαδίκων, οπότε αυτή θεωρείται ότι ασκήθηκε αρχικώς μόνο κατά του άλλου, ενόψει των αναδρομικών, κατά το άρθρο 295 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., συνεπειών της παραιτήσεως.

Η δυνατότητα αυτή παρέχεται όχι μόνο στον πρώτο αλλά και στο δεύτερο βαθμό, όπου λόγω της αναβιώσεως της εκκρεμοδικίας της αγωγής μέσα στα οριοθετούμενα από την έφεση πλαίσια με τη νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως κατά της οριστικής αποφάσεως, μπορεί ο ενάγων να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής και πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως με συνέπεια την κατάργηση της όλης δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο ενάγων, ο οποίος ενήγαγε αρχικά για την καταβολή μεσιτικής αμοιβής κυρίως το δεύτερο εναγόμενο .................. και επικουρικά την τρίτη, ....................., με αποτέλεσμα να απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η αγωγή αυτή ως απαράδεκτη ως προς αμφοτέρους, παραιτήθηκε με τη νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα έφεσή του από το δικόγραφο της αγωγής κατά το μέρος που αυτή στρεφόταν εναντίον του δεύτερου των εναγομένων.

Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η αγωγή θεωρείται ότι ασκήθηκε αρχικώς μόνο εναντίον της άλλης από τους επικουρικώς εναχθέντες διαδίκου, ήτοι της .................., με αποτέλεσμα την άρση της ακυρότητας του δικογράφου της λόγω της επικουρικής εναγωγής. Έτσι, το Εφετείο, που δέχτηκε ότι η παραίτηση αυτή είναι μη νόμιμη "ως τείνουσα στην υλοποίηση της απαγορευμένης επικουρικής εναγωγής" και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη για αμφοτέρους τους επικουρικώς εναχθέντες, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η σχετική πλημμέλεια.

Κατά το άρθρο 707 ΑΚ εάν η συμφωνηθείσα αμοιβή του μεσίτη είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το δικαστήριο, με αίτηση του οφειλέτη, στο μέτρο που αρμόζει. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για το χαρακτηρισμό της συμφωνηθείσης ή νόμιμης μεσιτικής αμοιβής ως δυσανάλογα μεγάλης και τη μείωση αυτής στο προσήκον μέτρο, πρέπει να ληφθεί, μεταξύ άλλων, υπόψη και η μεσιτική παροχή, δηλαδή οι κόποι και οι προσπάθειες, έστω και άγονες, του μεσίτη, οι δαπάνες του, ο χρόνος της απασχολήσεώς του, ο τρόπος της μεσολαβήσεως αυτού και η εν γένει επιμέλεια που επέδειξε για την επίτευξη της καταρτίσεως της συμβάσεως μέχρι το χρόνο γενέσεως της αξιώσεως για καταβολή της μεσιτικής αμοιβής.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ως "πράγματα" των οποίων η παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή κατάργηση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προς απόκρουση της εκ του άρθρου 707 ΑΚ ενστάσεως της πρώτης των αναιρεσιβλήτων περί μειώσεως στο μέτρο που αρμόζει της αιτούμενης με την αγωγή μεσιτικής αμοιβής, επικαλέστηκε με την αγωγή του καθ' υποφορά, προς απόκρουση της εν λόγω ενστάσεως, μεταξύ άλλων, ότι και μετά την άκαρπη κατάληξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ της πρώτης και της τρίτης των εναγομένων, αυτός συνέχισε τη μεσιτική του προσπάθεια προς εξεύρεση νέων αγοραστών, προβαίνοντας σε δημοσιεύσεις αγγελιών και υποδεικνύοντας νέους υποψήφιους αγοραστές στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων καθόλο το πρώτο εξάμηνο του έτους 1999 και μέχρι το μήνα Ιούλιο, που καταρτίστηκε η επίμαχη αγοραπωλησία και γεννήθηκε η αξίωσή του για καταβολή της συμφωνηθείσης μεσιτικής αμοιβής.

Τα περιστατικά αυτά, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το βάσιμο ή μη της πιο πάνω ενστάσεως και στον προσδιορισμό της μεσιτικής αμοιβής στο προσήκον μέτρο, αν και προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, με τον οποίο διατύπωνε παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως για την κρίση της επί της εν λόγω ενστάσεως, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο δεύτερος, από τον αριθμό 8 και 1 του εν λόγω άρθρου, πλην αληθώς μόνο από τον αριθμό 8, λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6035/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, με σύνθεση από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ