Supreme Court dismisses appeal against appellate council's decision to remand for rape and sodomy charges.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal Council's decision to remand him for charges of rape and sodomy. The appellant argued that the Council failed to provide specific and detailed reasoning and misapplied criminal law provisions. The Court rejected these claims, affirming that the Council's decision contained sufficient factual findings and legal justification to support the remittal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 484, 485, 486 of the Code of Criminal Procedure; The appellate council's decision to remand is valid if it provides specific and detailed reasoning regarding the facts and law, and errors in evidence evaluation are not grounds for annulment absent clear violation of law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1495 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1495/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτου Κωνσταντίνου Βαρδαβάκη και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Φώτιο Καϋμενάκη και Πλαστήρα Αναστασάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένουΧ, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 446/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1)Ζ, 2)Α1 και 3)Α2. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Απριλίου 2004 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 866/2004. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Μαγκλάρα, με αριθμό 71/8-2-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την από 26-4-2004 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένουΧ, κατά του υπ΄αριθμ. 446/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: 1. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφού δέχθηκε εν μέρει ως κατ΄ουσίαν βάσιμες τις υπ΄αριθμ. 828/14-11-2003 και 829/14-11-2003 αντίστοιχες εφέσεις των κατηγορουμένων 1) Ζ και 2) αναιρεσείοντος (Χ) κατά του υπ΄αριθμ. 4707/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και μεταρρύθμισε εν μέρει το βούλευμα αυτό, α) αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατ΄αυτών κατηγορία για σωματεμπορία κατά συναυτουργία κατ΄επάγγελμα και κατ΄ανηλίκου κατ΄εξακολούθηση, και β) παρέπεμψε αυτούς στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών για το κακούργημα της μαστροπείας από κοινού κατά ανηλίκου και το συναφές πλημμέλημα της διευκολύνσεως ακολασίας άλλων κατ΄επάγγελμα από κοινού κατ΄εξακολούθηση. 2.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς, σύμφωνα με τα άρθρα 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠΔ, αφού ασκήθηκε στις 26-4-2004 με δήλωση της αντιπροσώπου του αναιρεσείοντος δικηγόρου Αθηνών Κρυστάλλης Σπανάκη, βάσει της από 20-4-2004 έγγραφης εξουσιοδοτήσεώς του, στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ΄αριθμ. 61/26-4-2004 σχετική έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στις 16-4-2004 και διαλαμβάνονται σ΄αυτήν (έκθεση) οι αναιρετικοί λόγοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθ. 484 παρ. 1 στοιχ.
β΄ και δ΄ ΚΠΔ). 3. Κατά το άρθρο 349 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3064/2002, «όποιος για να εξυπηρετήσει την ακολασία άλλων προάγει ή εξωθεί στην πορνεία ανήλικο ή υποθάλπει ή διευκολύνει την πορνεία ανηλίκου τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ».
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην παρακίνηση με οποιοδήποτε τρόπο ανηλίκου που δεν έχει ακόμη πορνευθεί, να παρέχει κατά συνήθεια σαρκικές ηδονές σε αόριστο αριθμό προσώπων αντί χρημάτων ή άλλης αμοιβής. Η εξώθηση δε σ΄αυτή συνίσταται στη διέγερση αισθημάτων που διαφθείρουν την ηθική του ανηλίκου και προκαλούν πρόωρα τη ροπή του στην πορνεία, ενώ η υπόθαλψη ή διευκόλυνση της πορνείας στη διαμόρφωση, είτε με θετικές ενέργειες είτε με παράλειψη εκπληρώσεως ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως, ευνοϊκών συνθηκών για τη συνέχιση ή επίταση της εν λόγω καταστάσεως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 348 παρ. 1 του ΠΚ, «όποιος κατ΄επάγγελμα διευκολύνει με οποιοδήποτε τρόπο την ασέλγεια μεταξύ άλλων τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους». Κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως αυτής και μόνο η παροχή τόπου με σκοπό την ασέλγεια μεταξύ άλλων αποτελεί διευκόλυνση ακολασίας άλλων και αν ακόμη η εξυπηρετηθείσα ήταν πόρνη, δεδομένου ότι ο νόμος δεν εισάγει διάκριση ως προς αυτήν, εφόσον η τελευταία δεν έχει λάβει άδεια εγκαταστάσεως κατά νόμο και η διευκόλυνση ενεργείται κατ΄επάγγελμα (ΑΠ 588/1994, 966/1998 ΠΧ ΜΔ΄ 649, ΜΘ΄ 548 αντίστοιχα).
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ του ΠΚ, κατ΄επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.
δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ΄αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (ΑΠ 1178/1993, 760/1996, 711/2000 ΠΧ ΜΔ΄ 167, ΜΖ΄ 379, ΝΑ΄ 55 αντίστοιχα).
Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ΄αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ΄άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.
β΄ του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (ΑΠ 760/1996, 1155/2000 ΠΧ ΜΖ΄ 379, ΝΑ΄ 398 αντίστοιχα). 4.
Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ΄αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα κατ΄είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: Το ξενοδοχείο «...» ευρίσκεται στην ... και επί της οδού..., την διαχείριση του ξενοδοχείου αυτού έχει ο κατηγορούμενος Χ και απασχολεί ως υπάλληλο της «ρεσεψιόν» τον συγκατηγορούμενό του Ζ.
Το τμήμα Ηθών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής είχε την πληροφορία ότι, στον πρώτο όροφο του πιο πάνω ξενοδοχείου εκδίδονται έναντι αμοιβής αλλοδαπές γυναίκες. Κατόπιν τούτου, αστυνομικοί υπάλληλοι της εν λόγω Υπηρεσίας μετέβησαν τις απογευματινές ώρες της 21-4-2003 στο ξενοδοχείο για να διαπιστώσουν την βασιμότητα της πληροφορίας αυτής.
Κατά τον χρόνο της εισόδου των αστυνομικών υπαλλήλων ευρισκόταν στο χώρο της «ρεσεψιόν» ο κατηγορούμενος Ζ, ο οποίος τους ανεγνώρισε από προηγούμενες συλλήψεις του και σε σχετικές ερωτήσεις απάντησε σ΄αυτούς ότι δεν υπάρχουν στο ξενοδοχείο γυναίκες, που εκδίδονται. Οι αστυνομικοί όμως υπάλληλοι ανέβηκαν στον πρώτο όροφο του ξενοδοχείου και εκεί συνάντησαν την Α1 και ο αστυνομικός ...
της έκανε σχετική ερώτηση για την ερωτική των συνεύρεση και αυτή του είπε να περιμένει να κατέβει λίγο στη ρεσεψιόν. Την ίδια στιγμή από άλλο δωμάτιο εξήλθε η ρουμάνα υπήκοος Α2 στην οποία ο αστυνομικούς της έκανε την ίδια ερώτηση και αυτή του απάντησε ότι στοιχίζει 25 ευρώ, ο αστυνομικός αυτός συνέχισε, ερωτώντας την ίδια πόσο θα στοίχιζε να έχει ταυτόχρονη ερωτική συνεύρεση τόσο μ΄αυτή, όσο και με την άλλη αλλοδαπή, που μόλις είχε κατέβει στη ρεσεψιόν και εκείνη του απάντησε ότι η συνεύρεση αυτή θα στοίχιζε 50 ευρώ, δηλαδή 25 ευρώ για την καθεμιά και του ζήτησε να κατέβουν στην ρεσεψιόν για να τους δώσει προφυλακτικό ο Ζ.
Όταν κατέβηκαν στο χώρο της ρεσεψιόν, ο κατηγορούμενος αυτός, που γνώριζε τον αστυνομικό ..., απευθύνθηκε στην Α2 και της είπε «σκάσε μικρή μη μιλάς» και τούτο προφανώς για να μην αποκαλυφθούν οι δραστηριότητές του. Ενώ ο ... παρέμενε στον χώρο της «ρεσεψιόν» κατέβηκε από τον πρώτο όροφο η υπήκοος Α3, που έχει γεννηθεί στις 8-6-1986 και δεν είχε συμπληρώσει ακόμη το δέκατο έβδομο έτος της ηλικίας της και όταν αυτή πλησίασε τον ...., ο εκκαλών Ζ, προφανώς για τον ίδιο λόγο, της υπέδειξε να μη μιλήσει και να περιμένει.
Τότε, ο Ζ δήλωσε στους αστυνομικούς υπαλλήλους ότι, οι γυναίκες αυτές έχουν ερωτικές συνευρέσεις σε διάφορα δωμάτια του ξενοδοχείου με πελάτες που βρίσκουν μόνες τους. Μετά την επαλήθευση της καταγγελίας αυτής και την περαιτέρω έρευνα, διαπιστώθηκαν ακόμη και τα εξής: Τα δωμάτια του ξενοδοχείου, που βρισκόταν στον πρώτο όροφο δεν μισθωνόταν σε πελάτες για διανυκτέρευση, αλλά χρησίμευαν ως χώροι της ερωτικής συνεύρεσης των γυναικών αυτών με πελάτες, οι οποίοι απευθυνόταν προς τούτο στον κατηγορούμενο Ζ και εκείνος ειδοποιούσε αναλόγως, είτε την Α2, είτε την Α1, είτε την Α3, τις προμήθευε με προφυλακτικό και καθόριζε το δωμάτιο του πρώτου ορόφου που θα χρησιμοποιούσαν με τους άγνωστους σ΄αυτές άνδρες.
Για καθεμιά δε ερωτική συνεύρεση ο κατηγορούμενος Ζ εισέπραττε το ποσό των 25 ευρώ, εκ των οποίων κρατούσε 10 ευρώ και έδινε στις αλλοδαπές γυναίκες 15 ευρώ. Τις περισσότερες από τις προαναφερθείσες ερωτικές συνευρέσεις είχε η Α3 γιατί, ήταν ανήλικη και έδειχναν ιδιαίτερη προτίμηση προς αυτήν οι πελάτες.
Ακόμη, σε έρευνα που ενεργήθηκε από τους αστυνομικούς υπαλλήλους στους χώρους της ρεσεψιόν, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν δύο φύλλα χάρτου, στα οποία αναγραφόταν χειρόγραφα ονόματα και σημεία (σταυροί) και αριθμοί, που ερμηνεύονται ως ερωτικές συνευρέσεις, ένα κουτί με σαρανταέξι (46) προφυλακτικά, μία λιπαντική κρέμα και το χρηματικό ποσό των 305 ευρώ και σε σωματική έρευνα που ενεργήθηκε στον Ζ βρέθηκε το ποσό ων 350 ευρώ.
Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την ενοχή των και ισχυρίζονται τα εξής: Ο Ζ ότι, οι πιο πάνω αλλοδαπές διέμεναν στο ξενοδοχείο και δεν είχε υποπέσει στην αντίληψή του ότι εκδίδονται και όταν ενήργησαν τον έλεγχο οι αστυνομικοί, η Α1 είχε κατέβει για να πληρώσει τον λογαριασμό και οι δύο ρουμάνες για να βγουν έξω, δεν έχει δε καμμία σχέση τόσο με τα χαρτιά, με τηλέφωνα και ονόματα που βρέθηκαν, όσο και με τα προφυλακτικά.
Ο Χ ότι, εργάζεται στο ξενοδοχείο, το οποίο ανήκε στη μητέρα του, που είχε αποβιώσει στις 27-2-2003 και δεν είχε ακόμη ξεκαθαρίσει το ιδιοκτησιακό καθεστώς και όταν οι αλλοδαπές συγκατηγορούμενές του ήλθαν στο ξενοδοχείο εκείνος είχε βάρδια και τους πήρε τα στοιχεία και τα διαβατήριά τους, συμφώνησαν για την τιμή του κάθε δωματίου, δεν γνώριζε δε ούτε αυτές, ούτε και τις δραστηριότητές τους.
Οι ισχυρισμοί αυτοί των κατηγορουμένων αντικρούονται από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας. Πέραν των όσων έχουν προεκτεθεί παραπάνω πρέπει να λεχθούν και τα εξής, που προκύπτουν από τα σ΄αυτό αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία: Ο κατηγορούμενος Χ ήταν ο πραγματικός διαχειριστής του ξενοδοχείου «...» και δεν ήταν μόνο διαχειριστής, αλλά απασχολούνταν και σ΄αυτό τις πρωϊνές ώρες κατά τον χρόνο που οι αλλοδαπές Α2, Α1, Α3 εκδίδονταν έναντι αμοιβής σε αγνώστους γι΄αυτές άνδρες.
Ασφαλώς ήταν αυτός που προσδιόρισε για τον παραπάνω σκοπό να μην εκμισθώνονται τα δωμάτια του πρώτου ορόφου σε πελάτες αλλά να χρησιμοποιούνται ως χώρος ερωτικής συνευρέσεως των παραπάνω αλλοδαπών γυναικών. Και βέβαια δεν ανέφεραν κάτι γι΄αυτόν οι προαναφερθείσες αλλοδαπές, πλην όμως, ήταν εκείνος που είχε τον πραγματικό έλεγχο του ξενοδοχείου.
Ο συγκατηγορούμενός του Ζ προσδιόριζε κάθε φορά τους πελάτες και την γυναίκα, που θα συνευρισκόταν, πλην όμως, εκτός από τις χειρόγραφες σημειώσεις που αφορούσαν τις ερωτικές συναντήσεις των ανωτέρω γυναικών και το χρηματικό ποσό των 350 ευρώ, που βρέθηκε στον Ζ, βρέθηκαν και 305 ευρώ, που, κατά τον Ζ ήταν του ξενοδοχείου.
Στο χώρο της ρεσεψιόν βρέθηκε ακόμη ένας μεγάλος αριθμός προφυλακτικών όπως και λιπαντική κρέμα, ευρήματα που δεν μπορούν ν΄αποδοθούν μόνο στην κατοχή του Ζ, αλλά ασφαλώς και στον Χ. Οι αλλοδαπές Α1, Α2 και Α3 στις προανακριτικές εκθέσεις εξετάσεών τους ως κατηγορούμενες περιέγραψαν με σαφήνεια τον τρόπο ερωτικής συνευρέσεώς των μ΄ αγνώστους σ΄ αυτές άνδρες έναντι αμοιβής, τα πρόσωπα που τους υπέδειξαν το Ξενοδοχείο «...» και τον Ζ, καθώς και τις αμοιβές και την όλη του δραστηριότητα για τις γενόμενες απ΄ αυτές παροχές σαρκικών ηδονών σε άγνωστους άνδρες.
Οι εξετάσεις των αυτές επιβεβαιώνονται από την κατάθεση του αστυνομικού υπαλλήλου ... και τα ευρήματα των αστυνομικών ερευνών, αντικρούουν δε τα περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα απ΄ αυτές στις απολογίες των ενώπιον της Ανακρίτριας και ειδικότερα: Η Α1 ότι βρήκε τον κατηγορούμενο Ζ μέσω κάποιου γνωστού της και στην πρώτη των συνάντηση εξέθεσε σ΄ αυτόν ότι έχει προβλήματα με τα χαρτιά της και σε ερώτηση της περί του επαγγέλματός του, εκείνος της ανέφερε ότι έχει ξενοδοχείο, στο οποίο έχει γυναίκες, που έχουν ερωτικές συνευρέσεις με άνδρες έναντι αμοιβής και στη συνέχεια της εξήγησε τον τρόπο ερωτικής συνευρέσεως και την αμοιβή της από κάθε πελάτη που θα ανερχόταν στο ποσό των 25 ευρώ.
Κατόπιν της συζητήσεώς των αυτής μετά από λίγες ημέρες η ανωτέρω πήγε στο ξενοδοχείο όπου εργαζόταν ο κατηγορούμενος και ανέφερε σ΄ αυτόν «…και του είπα ότι θέλω να κάνω τη δουλειά για την οποία είχαμε συζητήσει» και έτσι άρχισε να εκδίδεται έναντι 25 ευρώ, από τα οποία ο κατηγορούμενος της έδινε 15 ευρώ.
Σημειώνεται ότι η Α3 είχε γεννηθεί στις 2-6-1986 και είναι κάτοχος του υπ΄ αριθμ. ... διαβατηρίου ... Η ίδια, κατά την προανακριτική της εξέταση ως κατηγορουμένη, ανέφερε ότι, ο Ζ γνώριζε την ηλικία της γιατί του είχε αφήσει το διαβατήριό της για ένα διάστημα. Η υπό των κατηγορουμένων Ζ και Χ ακριβής γνώση της ανηλικότητος αυτής, εκτός από την εξέταση της προαναφερθείσας, προκύπτει ακόμη τόσο από τον αριθμό των ερωτικών συνευρέσεων που είχε, όσο και από την απολογία του πρώτου ενώπιον της Ανακρίτριας:
«Οι κοπέλες μου είχαν δείξει τα διαβατήριά τους και γνώριζα την ηλικία τους. Συγκεκριμένα είχα δει τα στοιχεία τους από τα βιβλία του ξενοδοχείου γιατί τα διαβατήρια τα είχε δει ο πρωϊνός ρεσεψιονίστ». Από την όλη μελέτη των προανακριτικών αυτών εξετάσεων σαφώς συνάγεται ότι, οι προαναφερθείσες αυτοβούλως οδηγήθηκαν στην απόφαση να παρέχουν έναντι αμοιβής σαρκικές ηδονές σε αόριστο αριθμό προσώπων.
Ο τρόπος με τον οποίο εκείνες ζήτησαν την βοήθεια του κατηγορουμένου Ζ, οδηγεί στην κρίση ότι και κατά το παρελθόν είχαν πορνευθεί και δεν ήταν εκείνος ή ο συγκατηγορούμενός του που τις παρακίνησαν στην πορνεία. Όμως οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, παρείχαν στην ανήλικο Α3 τις ευνοϊκές εκείνες συνθήκες που ενθάρρυναν αφενός την απόφασή της να εκδίδεται έναντι αμοιβής σε άγνωστο αριθμό ανδρών, όπως ήταν η εύκολη και χωρίς ενδοιασμούς αποδοχή της απόφασής της και η παροχή ασφαλούς διαμονής και χώρου συνευρέσεως στο ξενοδοχείο, αφετέρου, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις εκείνες που ήταν απαραίτητες για την εκ μέρους της συνέχιση της πορνείας, όπως ήταν η ανεύρεση πελατών και η απόδοση μέρους των πορνικών κερδών και τούτο το έπραξαν για να πορίζονται τόσο από αυτήν όσο και από τις άλλες γυναίκες σημαντικό εισόδημα.
Πέραν όμως αυτών δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι οι κατηγορούμενοι απέσπασαν τη συναίνεση των γυναικών αυτών με τη χρήση απατηλών μέσων ή τις παρέσυραν εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση τους, αφού, δεν προκύπτει ότι, κάποια από αυτές ανέφερε στον Ζ ότι είχε αδήριτο οικονομική ή άλλη ανάγκη, ούτε υπεσχέθη σ΄ αυτές δώρα, πληρωμές ή άλλα ωφελήματα.
Η Α2 και η Α3 βρισκόταν νομίμως στην Ελλάδα, η δε Α1, που κατείχε νόμιμα διαβατήριο, αγνοούσε τις συνέπειες της υπ΄ αριθμ. 1/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου και κυκλοφορούσε σε διάφορα μέρη της Ελλάδος ανενόχλητη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν υπήρχε δε ούτε νομική δυσχέρεια, ούτε άλλη αιτία, που να δυσχεραίνει την παραμονή ή την έξοδό των από την χώρα.
Αλλ΄ ούτε και προέκυψε ότι αυτές επέλεξαν τον ανωτέρω τρόπο εξευρέσεως χρημάτων, προκειμένου να μπορέσουν να εξέλθουν από την χώρα. Κατόπιν των προεκτεθέντων πραγματικών περιστατικών: α) Υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι: Α) Οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι Ζ και Χ τέλεσαν από κοινού την πράξη της μαστροπείας κατά ανηλίκου (άρθρ. 45, 349 παρ. 1 Π.Κ., όπως το τελευταίο αντικ.
με άρθρο 7 Ν. 3064/2002) και κατά συνέπεια οι υπό κρίση εφέσεις πρέπει ως προς την πράξη αυτή ν΄απορριφθούν ως αβάσιμες κατ΄ουσίαν και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο υπ΄αριθμ. 4707/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ως προς το κεφάλαιο αυτό. Β) Οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι Ζ και Χ για να πορισθούν εισόδημα παρείχαν στις Α1 και Α2 δωμάτια στο ξενοδοχείο «...» και δημιούργησαν σ΄αυτές έτσι ευκαιρίες για να διευκολύνουν τις μεταξύ αυτών και των πελατών ερωτικές συνευρέσεις έναντι αμοιβής.
Με τα δεδομένα αυτά το εκκαλούμενο υπ΄αριθμ. 4707/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών έσφαλε, θεωρήσαν το αποδιδόμενο στους κατηγορουμένους έγκλημα της μαστροπείας κατά ενηλίκων γυναικών κατ΄εξακολούθηση (άρθρ. 45, 98, 349 παρ. 3 Π.Κ., όπως το τελευταίο αντικ. με άρθρο 7 Ν. 3064/2002) ενώ έπρεπε κατ΄ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, να θεωρηθεί διευκόλυνση της ακολασίας άλλων κατ΄επάγγελμα από κοινού και κατ΄εξακολούθηση (άρθρ. 45, 98, 348 παρ. 1 Π.Κ.).
΄Ετσι, αφού δέχθηκε εν μέρει ως κατ΄ουσίαν βάσιμες τις εφέσεις των κατηγορουμένων και αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατ΄αυτών κατηγορία για σωματεμπορία κατ΄επάγγελμα κατά συναυτουργία και κατ΄εξακολούθηση, παρέπεμψε αυτούς στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, να δικασθούν για το κακούργημα της μαστροπείας, κατά ανηλίκου κατά συναυτουργία και το συναφές πλημμέλημα της διευκολύνσεως ακολασίας άλλων κατ΄επάγγελμα κατά συναυτουργία και κατ΄εξακολούθηση. 5.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για τις αξιόποινες πράξεις της μαστροπείας κατά ανηλίκου κατά συναυτουργία και διευκολύνσεως ακολασίας άλλων κατ΄επάγγελμα κατά συναυτουργία και κατ΄εξακολούθηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 13 εδ.
στ΄, 45, 94 παρ. 1, 98, 34 παρ. 1 και 349 παρ. 1 ΠΚ, όπως το άρθρο 349 αντικ. με το άρθρο 7 του ν. 3064/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ως προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, το Συμβούλιο Εφετών, για να καταλήξει στην παραπεμπτική κρίση του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα κατ΄είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και συνεπώς και τα αναφερόμενα στην απολογία του αναιρεσείοντος και στα υποβληθέντα υπομνήματά του έγγραφα.
Εξάλλου, το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του Ζ τέλεσαν τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις με κοινό δόλο, δηλαδή με τη γνώση του καθενός για την πρόθεση του άλλου να τελέσει τις πράξεις αυτές και τη θέλησή του να συμπράξει με αυτόν. ΄Ετσι, για την πληρότητα της αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος αρκεί η περιγραφή των ίδιων αξιόποινων πράξεων και δεν ήταν αναγκαία η μνεία των επιμέρους ενεργειών καθενός από αυτούς (Ολ.
ΑΠ 50/1990 ΠΧ Μ΄ 649). Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. Τέλος, οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος, με το οποίο, υπό την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. 6.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΧαράλαμπος Μαγκλάρας
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 349 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3064/2002, «όποιος για να εξυπηρετήσει την ακολασία άλλων προάγει ή εξωθεί στην πορνεία ανήλικο ή υποθάλπει ή διευκολύνει την πορνεία ανηλίκου τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ».
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην παρακίνηση με οποιοδήποτε τρόπο ανηλίκου που δεν έχει ακόμη πορνευθεί, να παρέχει κατά συνήθεια σαρκικές ηδονές σε αόριστο αριθμό προσώπων αντί χρημάτων ή άλλης αμοιβής. Η εξώθηση δε σ΄ αυτή συνίσταται στη διέγερση αισθητηρίων που διαφθείρουν την ηθική του ανηλίκου και προκαλούν πρόωρα τη ροπή στην πορνεία, ενώ η υπόθαλψη ή διευκόλυνση της πορνείας συνίσταται στη διαμόρφωση, είτε με θετικές ενέργειες είτε με παράλειψη (άρθρ. 15 Π.Κ) ευνοϊκών συνθηκών για τη συνέχιση ή επίταση της εν λόγω καταστάσεως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 348 παρ. 1 του ΠΚ, «όποιος κατ΄ επάγγελμα διευκολύνει με οποιονδήποτε τρόπο την ασέλγεια μεταξύ άλλων τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους». Κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως αυτής και μόνο η παροχή τόπου με σκοπό την ασέλγεια μεταξύ άλλων αποτελεί διευκόλυνση ακολασίας άλλων και αν ακόμη η εξυπηρετηθείσα ήταν πόρνη, δεδομένου ότι ο νόμος δεν εισάγει διάκριση ως προς αυτήν, εφόσον η τελευταία δεν έχει λάβει άδεια εγκαταστάσεως κατά νόμο και η διευκόλυνση ενεργείται κατ΄ επάγγελμα.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ του ΠΚ, κατ΄ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπό ς αυτού για πορισμό εισοδήματος. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ΄ αριθ. 446/2004 βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ΄ αυτό εισαγγελική πρόταση δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα σ΄ αυτό κατ΄ είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος Χ (ήδη αναιρεσείων) έχει τη διαχείριση του ξενοδοχείου «...» που βρίσκεται στην ..., οδός ... και απασχολεί ως υπάλληλο της «ρεσεψιόν» τον συγκατηγορούμενο του Ζ. Το τμήμα Ηθών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής είχε την πληροφορία ότι, στον Πρώτο όροφο του πιο πάνω ξενοδοχείου εκδίδονται έναντι αμοιβής αλλοδαπές γυναίκες.
Κατόπιν τούτου, αστυνομικοί υπάλληλοι της εν λόγω Υπηρεσίας μετέβησαν τις απογευματινές ώρες της 21-4-2003 στο ξενοδοχείο για να διαπιστώσουν την βασιμότητα της πληροφορίας αυτής. Κατά το χρόνο της εισόδου των αστυνομικών υπαλλήλων ευρισκόταν στο χώρο της «ρεσεψιόν» ο κατηγορούμενος Ζ, ο οποίος τους ανεγνώρισε από προηγούμενες συλλήψεις του και σε σχετικές ερωτήσεις απάντησε σ΄ αυτούς ότι δεν υπάρχουν στο ξενοδοχείο γυναίκες, που εκδίδονται.
Οι αστυνομικοί όμως υπάλληλοι ανέβηκαν στον πρώτο όροφο του ξενοδοχείου και εκεί συνάντησαν την Α1 στην οποία ο αστυνομικός ... έκανε ερώτηση σχετικά με την αμοιβή της για ερωτική συνεύρεση και αυτή του είπε να περιμένει να κατέβει λίγο στη ρεσεψιόν. Την ίδια στιγμή από άλλο δωμάτιο εξήλθε η ρουμάνα υπήκοος Α2, στην οποία ο αστυνομικός έκανε την ίδια ερώτηση και αυτή του απάντησε ότι στοιχίζει 25 ευρώ.
Ο αστυνομικός αυτός συνέχισε, ερωτώντας την ίδια πόσο θα στοίχιζε να έχει ταυτόχρονη ερωτική συνεύρεση τόσο μ΄ αυτή, όσο και με την άλλη αλλοδαπή που μόλις είχε κατέβει στη ρεσεψιόν και εκείνη του απάντησε ότι η συνεύρεση αυτή θα στοίχιζε 50 ευρώ, δηλαδή 25 ευρώ για την καθεμιά και του ζήτησε να κατέβουν στην ρεσεψιόν για να τους δώσει προφυλακτικά ο Ζ.
Όταν κατέβηκαν στο χώρο της ρεσεψιόν, ο κατηγορούμενος αυτός, που γνώριζε τον αστυνομικό ..., απευθύνθηκε στην Α2 και της είπε «σκάσε μικρή μη μιλάς» και τούτο προφανώς για να μην αποκαλυφθούν οι δραστηριότητες του. Ενώ ο ..., παρέμεινε στον χώρο της «ρεσεψιόν» κατέβηκε από τον πρώτο όροφο η υπήκοος Α3, που έχει γεννηθεί στις 8-6-1986 και δεν είχε συμπληρώσει ακόμη το δέκατο έβδομο έτος της ηλικίας της και όταν αυτή πλησίασε τον ..., ο εκκαλών Ζ, προφανώς για τον ίδιο λόγο, της υπέδειξε να μη μιλήσει και να περιμένει.
Τότε ο Ζ δήλωσε στους αστυνομικούς υπαλλήλους ότι οι γυναίκες αυτές έχουν ερωτικές συνευρέσεις σε διάφορα δωμάτια του ξενοδοχείου με πελάτες που βρίσκουν μόνες τους. Μετά την επαλήθευση της καταγγελίας αυτής και την περαιτέρω έρευνα, διαπιστώθηκαν ακόμη και τα εξής: Τα δωμάτια του ξενοδοχείου, που βρισκόταν στον πρώτο όροφο δεν μισθωνόταν σε πελάτες για διανυκτέρευση, αλλά χρησίμευαν ως χώροι της ερωτικής συνεύρεσης των γυναικών αυτών με πελάτες, οι οποίοι απευθυνόταν προς τούτο στον κατηγορούμενο Ζ και εκείνος ειδοποιούσε αναλόγως, είτε την Α2, είτε την Α1 είτε την Α3, τις προμήθευε με προφυλακτικό και καθόριζε το δωμάτιο του πρώτου ορόφου που θα χρησιμοποιούσαν με τους άγνωστους σ΄ αυτές άνδρες.
Για καθεμιά δε ερωτική συνεύρεση ο κατηγορούμενος Ζ εισέπραττε το ποσό των 25 ευρώ, εκ των οποίων κρατούσε 10 ευρώ και έδινε στις αλλοδαπές γυναίκες 15 ευρώ. Τις περισσότερες από τις προαναφερθείσες ερωτικές συνευρέσεις είχε η Α3 γιατί, ήταν ανήλικη και έδειχναν ιδιαίτερη προτίμηση προς αυτήν οι πελάτες.
Ακόμη, σε έρευνα που ενεργήθηκε από τους αστυνομικούς υπαλλήλους στους χώρους της ρεσεψιόν, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν δύο φύλλα χάρτου, στα οποία αναγραφόταν χειρόγραφα ονόματα και σημεία [σταυροί] και αριθμοί, που ερμηνεύονται ως ερωτικές συνευρέσεις, ένα κουτί με σαρανταέξι [46] προφυλακτικά, μία λιπαντική κρέμα και το χρηματικό ποσό των 305 ευρώ και σε σωματική έρευνα που ενεργήθηκε στον Ζ βρέθηκε το ποσό των 350 ευρώ.
Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την ενοχή των και ισχυρίζονται τα εξής: Ο Ζ ότι, οι πιο πάνω αλλοδαπές διέμεναν στο ξενοδοχείο και δεν είχε υποπέσει στην αντίληψή του ότι εκδίδονται και όταν ενήργησαν τον έλεγχο οι αστυνομικοί, η Α1 είχε κατέβει για να πληρώσει τον λογαριασμό και οι δύο ρουμάνες για να βγουν έξω, δεν έχει δε καμμία σχέση τόσο με τα χαρτιά, με τηλέφωνα και ονόματα που βρέθηκαν, όσο και με τα προφυλακτικά.
Ο Χ ότι, εργάζεται στο ξενοδοχείο, το οποίο ανήκε στη μητέρα του, που είχε αποβιώσει στις 27-2-2003 και δεν είχε ακόμη ξεκαθαρίσει το ιδιοκτησιακό καθεστώς και όταν οι αλλοδαπές συγκατηγορούμενες του ήλθαν στο ξενοδοχείο εκείνος είχε βάρδια και τους πήρε τα στοιχεία και τα διαβατήρια τους, συμφώνησαν για την τιμή του κάθε δωματίου, δεν γνώριζε δε ούτε αυτές, αλλ΄ ούτε και τις δραστηριότητες τους.
Οι ισχυρισμοί αυτοί των κατηγορουμένων αντικρούονται από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας. Πέραν των όσων έχουν προεκτεθεί παραπάνω πρέπει να λεχθούν και τα εξής, που προκύπτουν από τα σ΄ αυτό αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία: Ο κατηγορούμενος Χ ήταν ο πραγματικός διαχειριστής του ξενοδοχείου «...» και δεν ήταν μόνο διαχειριστής, αλλά απασχολούνταν και σ΄ αυτό τις πρωϊνές ώρες κατά τον χρόνο που οι αλλοδαπές Α2, Α1, Α3 εκδίδονταν έναντι αμοιβής σε αγνώστους γι΄ αυτές άνδρες.
Ασφαλώς ήταν αυτός που προσδιόρισε για τον παραπάνω σκοπό να μην εκμισθώνονται τα δωμάτια του πρώτου ορόφου σε πελάτες αλλά να χρησιμοποιούνται ως χώρος ερωτικής συνευρέσεως των παραπάνω αλλοδαπών γυναικών. Και βέβαια δεν ανέφεραν κάτι γι΄ αυτόν οι προαναφερθείσες αλλοδαπές, πλην όμως, ήταν εκείνος που είχε τον πραγματικό έλεγχο του ξενοδοχείου.
Ο συγκατηγορούμενος του Ζ προσδιόριζε κάθε φορά τους πελάτες και την γυναίκα, που θα συνευρισκόταν, πλην όμως, εκτός από τις χειρόγραφες σημειώσεις που αφορούσαν τις ερωτικές συναντήσεις των ανωτέρω γυναικών και το χρηματικό ποσό των γυναικών και το χρηματικό ποσό των 350 ευρώ, που βρέθηκε στον Ζ, βρέθηκαν και 305 ευρώ, που, κατά τον Ζ ήταν του ξενοδοχείου.
Στο χώρο της ρεσεψιόν βρέθηκε ακόμη ένας μεγάλος αριθμός προφυλακτικών όπως και λιπαντική κρέμα, ευρήματα που δεν μπορούν ν΄ αποδοθούν μόνο στην κατοχή του Ζ, αλλά ασφαλώς και στον Χ, Οι αλλοδαπές Α1, Α2 και Α3 στις προανακριτικές εκθέσεις εξετάσεων τους ως κατηγορούμενες περιέγραψαν με σαφήνεια τον τρόπο ερωτικής συνευρέσεως των μ΄ αγνώστους σ΄ αυτές άνδρες έναντι αμοιβής, τα πρόσωπα που τους υπέδειξαν το Ξενοδοχείο «...» και τον Ζ, καθώς και τις αμοιβές και την όλη του δραστηριότητα για τις γενόμενες απ΄ αυτές παροχές σαρκικών ηδονών σε άγνωστους άνδρες.
Οι εξετάσεις των αυτές επιβεβαιώνονται από την κατάθεση του αστυνομικού υπαλλήλου ... και τα ευρήματα των αστυνομικών ερευνών, αντικρούουν δε τα περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα απ΄ αυτές στις απολογίες των ενώπιον της Ανακρίτριας και ειδικότερα Η Α1 καταθέτει ότι βρήκε τον κατηγορούμενο Ζ μέσω κάποιου γνωστού της και στην πρώτη των συνάντηση εξέθεσε σ΄ αυτόν ότι έχει προβλήματα με τα χαρτιά της και σε ερώτηση της περί του επαγγέλματος του, εκείνος της ανέφερε ότι έχει ξενοδοχείο, στο οποίο έχει γυναίκες, που έχουν ερωτικές συνευρέσεις με άνδρες έναντι αμοιβής και στη συνέχεια της εξήγησε τον τρόπο ερωτικής συνευρέσεως και την αμοιβή της από κάθε πελάτη που θα ανερχόταν στο ποσό των 25 ευρώ.
Κατόπιν της συζητήσεως των αυτής μετά από λίγες ημέρες η ανωτέρω πήγε στο ξενοδοχείο όπου εργαζόταν ο κατηγορούμενος και ανέφερε σ΄ αυτόν «…και του είπα ότι θέλω να κάνω τη δουλειά για την οποία είχαμε συζητήσει» και έτσι άρχισε να εκδίδεται έναντι 25 ευρώ, από τα οποία ο κατηγορούμενος της έδινε 15 ευρώ.
Σημειώνεται ότι η Α3 είχε γεννηθεί στις 2-6-1986 και είναι κάτοχος του υπ΄ αριθμ. ... διαβατηρίου... Η ίδια, κατά την προανακριτική της εξέταση ως κατηγορουμένη, ανέφερε ότι, ο Ζ γνώριζε την ηλικία της γιατί του είχε αφήσει το διαβατήριό της για ένα χρονικό διάστημα. Η εκ μέρους των κατηγορουμένων Ζ και Χ ακριβής γνώση της ανηλικότητος αυτής, εκτός από την εξέταση της προαναφερθείσας, προκύπτει ακόμη τόσο από τον αριθμό των ερωτικών συνευρέσεων που είχε, όσο και από την απολογία του πρώτου ενώπιον της Ανακρίτριας:
«Οι κοπέλες μου είχαν δείξει τα διαβατήρια τους και γνώριζα την ηλικία τους. Συγκεκριμένα είχα δει τα στοιχεία τους από τα βιβλία του ξενοδοχείου γιατί τα διαβατήρια τα είχε δει ο πρωϊνός ρεσεψιονίστ». Από την όλη μελέτη των προανακριτικών αυτών εξετάσεων σαφώς συνάγεται ότι, οι προαναφερθείσες αυτοβούλως οδηγήθηκαν στην απόφαση που παρέχουν έναντι αμοιβής σαρκικές ηδονές σε αόριστο αριθμό προσώπων.
Ο τρόπος με τον οποίο εκείνες ζήτησαν την βοήθεια του κατηγορουμένου Ζ, οδηγεί στην κρίση ότι και κατά το παρελθόν είχαν πορνευθεί και δεν ήταν εκείνος ή ο συγκατηγορούμενος του που τις παρακίνησαν στην πορνεία. Όμως οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, παρείχαν στην ανήλικο Α3 τις ευνοϊκές εκείνες συνθήκες που ενθάρρυναν αφενός την απόφαση της να εκδίδεται έναντι αμοιβής σε άγνωστο αριθμό ανδρών, όπως ήταν η εύκολη και χωρίς ενδοιασμούς και χωρίς ενδοιασμούς αποδοχή της απόφασης της και η παροχή ασφαλούς διαμονής και χώρου συνευρέσεως στο ξενοδοχείο, αφετέρου, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις εκείνες που ήταν απαραίτητες για την εκ μέρους της συνέχιση της πορνείας, όπως ήταν η ανεύρεση πελατών και η απόδοση μέρους των πορνικών κερδών και τούτο το έπραξαν για να πορίζονται τόσο από αυτήν όσο και από τις άλλες γυναίκες σημαντικό εισόδημα.
Πέραν όμως αυτών δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι οι κατηγορούμενοι απέσπασαν τη συναίνεση των γυναικών αυτών με τη χρήση απατηλών μέσων ή τις παρέσυραν εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση τους, αφού, δεν προκύπτει ότι, κάποια απ΄ αυτές ανέφερε στον Ζ ότι είχε αδήριτο οικονομική ή άλλη ανάγκη, ούτε υπεσχέθη σ΄ αυτές δώρα, πληρωμές ή άλλα ωφελήματα.
Η Α2 και η Α3 βρισκόταν νομίμως στην Ελλάδα, η δε Α1, που κατείχε νόμιμα διαβατήριο, αγνοούσε τις συνέπειες της υπ΄ αριθμ. 1/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου και κυκλοφορούσε σε διάφορα μέρη της Ελλάδος ανενόχλητη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν υπήρχε δε ούτε νομική δυσχέρεια, ούτε άλλη αιτία, που να δυσχεραίνει την παραμονή ή την έξοδο των από την χώρα.
Αλλ΄ ούτε και προέκυψε ότι αυτές επέλεξαν τον ανωτέρω τρόπο εξευρέσεως χρημάτων, προκειμένου να μπορέσουν να εξέλθουν από την χώρα. Με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι: Α) Οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι Ζ και Χ τέλεσαν από κοινού την πράξη της μαστροπείας κατά ανηλίκου [αρθρ. 45, 349 παρ. 1 ΠΚ, όπως το τελευταίο αντικ.
με άρθρο 7 Ν. 3064/2002] και κατά συνέπεια οι υπό κρίσεις εφέσεις πρέπει ως προς την πράξη αυτή ν΄ απορριφθούν ως αβάσιμες κατ΄ ουσίαν και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο υπ΄ αριθμ. 4707/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ως προς το κεφάλαιο αυτό. Β)Οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι Ζ και Χ για να πορισθούν εισόδημα παρείχαν στις Α1 και Α2 δωμάτια στο ξενοδοχείο «...» και δημιούργησαν σ΄ αυτές έτσι ευκαιρίες για να διευκολύνουν τις μεταξύ αυτών και των πελατών ερωτικές συνευρέσεις έναντι αμοιβής.
Με τα δεδομένα αυτά το εκκαλούμενο υπ΄ αριθμ. 4707/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών έσφαλε, θεώρησαν το αποδιδόμενο στους κατηγορουμένους έγκλημα της μαστροπείας κατά ενηλίκων γυναικών κατ΄ εξακολούθηση [άρθρ. 45, 98, 349 παρ. 3 ΠΚ, όπως το τελευταίο αντικ. με άρθρο 7 Ν. 3064/2002] ενώ έπρεπε κατ΄ ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, να θεωρηθεί διευκόλυνση της ακολασίας άλλων κατ΄ επάγγελμα από κοινού και κατ΄ εξακολούθηση [άρθρ. 45, 98, 348 παρ. 1 ΠΚ].
Έτσι το Συμβούλιο Εφετών, αφού δέχτηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα εν μέρει ως κατ΄ ουσίαν βάσιμες τις εφέσεις των κατηγορουμένων και αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατ΄ αυτών κατηγορία για σωματεμπορία κατ΄ επάγγελμα κατά συναυτουργία και κατ΄ εξακολούθηση, παρέπεμψε αυτούς στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν για το κακούργημα της μαστροπείας, κατά ανηλίκου κατά συναυτουργία και το συναφές πλημμέλημα της διευκολύνσεως ακολασίας άλλων κατ΄ επάγγελμα κατά συναυτουργία και κατ΄ εξακολούθηση.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για τις αξιόποινες πράξεις της μαστροπείας κατά ανηλίκου κατά συναυτουργία και διευκολύνσεως ακολασίας άλλων κατ΄ επάγγελμα κατά συναυτουργία και κατ΄ εξακολούθηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 13 εδ.
στ΄, 45, 94 παρ. 1, 98, 34 παρ. 1, 348 και 349 παρ. 1 ΠΚ, όπως το άρθρο 349 αντικ. με το άρθρο 7 του ν. 3064/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ως προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, το Συμβούλιο Εφετών, για να καταλήξει στην παραπεμπτική κρίση του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα κατ΄ είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και συνεπώς και τα αναφερόμενα στην απολογία του αναιρεσείοντος και στα υποβληθέντα υπομνήματά του έγγραφα.
Εξάλλου, το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του Ζ τέλεσαν τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις με κοινό δόλο, δηλαδή με τη γνώση του καθενός για την πρόθεση του άλλου να τελέσει τις πράξεις αυτές και τη θέλησή του να συμπράξει με αυτόν. Έτσι, για την πληρότητα της αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος αρκεί η περιγραφή των ίδιων αξιόποινων πράξεων και δεν ήταν αναγκαία η μνεία των επιμέρους ενεργειών καθενός από αυτούς (Ολ.
ΑΠ 50/1990 ΠΧ Μ΄ 649). Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. Τέλος οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος που, υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, βάλλουν κατά της αξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδουν σφάλμα σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Απριλίου 2004, αίτηση του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ΄ αριθ. 446/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. ΚαιΕπιβάλλει στον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2006. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ