Supreme Court dismisses appeal against inheritance dispute judgment for lack of specific grounds and reverses court costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three women against a final judgment in an inheritance dispute regarding a brokerage fee. The appellants argued the lower court lacked sufficient reasoning for its valuation of the fee, but the court found the appeal vague and failed to cite specific facts or evidence. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be specific and cite concrete grounds; vague appeals lacking factual basis are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1494 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1494/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Ά. Κ. του Γ., κατοίκου ... Αττικής, 2. Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., και 3. Ε. χήρας Γ.. Κ., το γένος Ε., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστίνα Καλαπόδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Θ. του Θ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κιούκη, ο oποίος ανακάλεσε την από 6-10-2022 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 3266/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18-10-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 18-10-2021 και με αριθμό καταθέσεως 7993/996/18-10-2021, αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 5 α' ΚΠολΔ) με αριθ. 3266/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 24-6-2020 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε, την με αριθ. 42/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δίκασε εκ νέου την από 10-9-2017 αγωγή του, με την οποία ζήτησε, επικαλούμενος την μεταξύ αυτού και των δύο πρώτων εναγομένων και του αποθανόντος, χωρίς να αφήσει διαθήκη, πατρός αυτών και συζύγου της τρίτης εναγομένης, σύμβαση μεσιτείας, να του καταβάλουν κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδος, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, ως μεσιτική του αμοιβή και δέχθηκε αυτήν (αγωγή) υποχρεώνοντας τους τελευταίους να καταβάλλουν στον αναιρεσίβλητο τα οριζόμενα αντιστοίχως επί μέρους χρηματικά ποσά.
Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 KΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 683/2020, ΑΠ 466/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1349/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την εν λόγω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ` Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα, και ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, ενός από κάθε διάδικο μέρος, που περιέχονται στα πρακτικά της επ' ακροατηρίου συζήτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις οποίες εάν ελάμβανε υπόψη, είναι βέβαιο ότι δεν θα κατέληγε στην εσφαλμένη κρίση ότι μεταξύ των διαδίκων είχε καταρτιστεί προφορική σύμβαση μεσιτικών υπηρεσιών και μάλιστα με αμοιβή 2%, ήτοι διπλάσιας αυτής που συμφωνήθηκε με τους αγοραστές.
Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του ανωτέρω δικαστηρίου, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο ανωτέρω, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 KΠολΔ, πρώτος λόγος της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του KΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του KΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του KΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του KΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ.
β` του KΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας για την απόδειξη και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα οποία εάν το δικαστήριο της ουσίας ελάμβανε υπόψη του θα κατέληγε στο συμπέρασμα, ότι κατά τη σύναψη των συμφωνιών για την πώληση τόσο ακριβών ακινήτων δεν συνηθίζεται ο πωλητής να δέχεται να καταβάλει ποσοστό 2% επί του τιμήματος πώλησης, τη στιγμή μάλιστα που οι αγοραστές καταβάλουν μικρότερο ποσοστό, όπως εν προκειμένω, και δεν θα έκρινε ότι η αμοιβή 2% είναι η ειθισμένη αμοιβή για την περιοχή της Αττικής, χωρίς να εκτιμηθούν οι ιδιαιτερότητες του πωληθέντος ακινήτου, όλα όσα προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία, αλλά και κυρίως όσα προκύπτουν από τα ίδια τα έγγραφα που προσκόμισε μετ' επικλήσεως ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιός είναι ο αντίστοιχος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου δεν έγινε χρήση των επικαλουμένων ως διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα αυτό, ούτε επίσης διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του KΠολΔ).
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο είτε από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου είτε από κανόνες δημόσιας τάξης, άρα και στο δικαίωμα του εκμισθωτή ή του μισθωτή για αναπροσαρμογή (αύξηση ή μείωση, αντίστοιχα) του οφειλόμενου μισθώματος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 388 και 288 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε απ' αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, με βάση τις οποίες και την αδράνεια του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος, που επακολουθεί και που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί υπό τις πιο πάνω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα όρια που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη.
Η αδράνεια αυτή του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην συντομότερο από εκείνο που προβλέπεται στο νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του αυτό. Το ζήτημα αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων), που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του.
Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 1724/2014). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολομ.ΑΠ. 6/2016, 10/2012, 5/2011, 8/2001).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν τη νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 203/2021, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 1666/2010, ΑΠ 1189/2009, ΑΠ 493/2008, ΑΠ 1287/2007). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολομ.ΑΠ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 141/ 2006).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολομ.ΑΠ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, "πράγμα" είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Σε περίπτωση που η ένσταση αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αν ληφθούν υπόψη συνολικά, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, συνδεόμενα με το σχετικό αίτημα του ενισταμένου (άρθρα 262, 269 και 527 ΚΠολΔ), αποτελούν το καθένα χωριστά "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ (ΟλομΑΠ. 88/1980, ΑΠ 1080/2012, ΑΠ 429/2010, ΑΠ 66/2008).
Συνακόλουθα, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εξέταση της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, παραλείπει να λάβει υπόψη και περιστατικά, που επικαλέστηκε ο ενιστάμενος, προς θεμελίωση της ένστασής του αυτής, τα οποία, μαζί με εκείνα που αυτός επικαλέστηκε και έλαβε υπόψη το δικαστήριο, καθιστούν βάσιμη την ένσταση, υποπίπτει στην πλημμέλεια του πιο πάνω άρθρου 559 αριθμ. 8 περ.
β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 841/2017, ΑΠ 1109/2012). Τέλος, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε.
Έτσι, παρέπεται ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (Ολομ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 10/2022, ΑΠ 204/2016, ΑΠ 856/2014).
Στην υπό κρίση περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 εδάφ. β' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε, ως μη νόμιμη, την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος που προέβαλλαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραδεκτά (και με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους που καταχωρίστηκε στα οικεία πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, όπως προκύπτει και από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή τους) και επανέφεραν νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαλαμβάνοντας στην προσβαλλομένη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες και επίσης, δεν έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται αναλυτικά στις προτάσεις τους (πρωτόδικες και εφετειακές) και που συγκροτούν την ιστορική βάση της ένστασης αυτής.
Ο λόγος αυτός, κατά τα ερευνώμενα δύο σκέλη του, είναι: 1) απαράδεκτος, από τον αριθμό 8β', διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασής του, επικαλούνται δε και οι αναιρεσείουσες, έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή και την απέρριψε, ρητά, ως νομικά αβάσιμη και, εν πάση περιπτώσει, τα επικαλούμενα περιστατικά που, κατά τις αναιρεσείουσες, δεν λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν συνιστούν "πράγματα" που καθιστούν, το καθένα χωριστά ή όλα μαζί, καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου για την καταβολή της μεσιτικής του αμοιβής, αλλά συνιστούν επιχειρήματα που στηρίζουν τον σχετικό ισχυρισμό τους, ο οποίος, μετά την εξέτασή του, απορρίφθηκε ως μη νόμιμος και, συνεπώς, η μη λήψη αυτών από το Εφετείο δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο, από την παραπάνω διάταξη, αναιρετικό λόγο και 2) απαράδεκτος, από τον αριθμό 19, διότι, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το Εφετείο ως μη νόμιμος, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε.
Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.
Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.
Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ο ισχυρισμός δε περί ελλείψεως νομιμοποιήσεως χαρακτηρίζεται ως δικονομικός και δη ως μη αυτοτελής ισχυρισμός. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμό αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως.
Στην περίπτωση αυτή η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής. Ποιά πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.
Ο αναιρετικός έλεγχος της κατά κανόνα νομιμοποιήσεως, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την ΟλΑΠ 18/2005 (βλ. και ΟλΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ διότι κατά τον KΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση.
Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 395/2022, ΑΠ 369/2021, ΑΠ 656/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1679/2018).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 369/2021, ΑΠ319/2017).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 319/2017).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 369/2021, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ. 1 του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 369/2021, ΑΠ 319/2017).
Εξ άλλου, με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (Α.Π. 922/2018, Α.Π. 1195/2018, Α.Π. 1276/2017, Α.Π. 1219/2014, Α.Π. 355/2012, Α.Π. 1440/2002).
Για να θεμελιωθεί όμως ο λόγος αυτός, δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωσή του εγγράφου, αλλά απαιτείται επιπλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.
Α.Π. 2/2008). Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από εκείνα που προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 του KΠολΔ (Α.Π. 1573/2006) και, επιπλέον, ότι του εγγράφου αυτού έγινε νόμιμη επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας, όπου αυτό προσκομίσθηκε (Α.Π. 14/2022, ΑΠ 1311/2018, Α.Π. 1875/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αρ. 1 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο απορρίπτοντας την ένσταση των εναγομένων-αναιρεσειουσών, περί ελλείψεως παθητικής αυτών νομιμοποιήσεως της κατ' αυτών αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Γ.
Κ., παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρ. 559 αρ. 1 και 20). Υπό το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος καθόσον, για μεν την πρώτη επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που κατά τις αναιρεσείουσες παραβιάστηκε από την προσβαλλομένη απόφαση, ούτε δε και το αποδιδόμενο στην απόφαση αυτή νομικό σφάλμα, για δε τη δεύτερη επικαλούμενη πλημμέλεια, αναφέρεται μόνο ο αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς καμία περαιτέρω επίκληση των όσων στη νομική σκέψη εκτίθενται στοιχείων, που είναι αναγκαία για την πληρότητα της επικαλούμενης πλημμέλειας.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό της, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 24/1992).
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά το νόμο, για τη στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης, περιστατικά, όχι, όμως, και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 38/2012, ΑΠ 1703/2009).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο ισχυρισμό παρουσιάζεται η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της έλλειψης αυτής, ενώ, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, ώστε να είναι αυτή πλήρης ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΟλΑΠ 32/1996).
Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ. ΑΠ 27/1998, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 259/2019). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 & 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 586/2020).
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες επικαλούνται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, καθόσον έχει αντιφατικές αιτιολογίες και αναιτιολόγητες παραδοχές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς τις αιτιολογίες με τις οποίες απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την εκ του άρθρου 707 ΑΚ ένστασή τους, οδηγήθηκε δε στην κρίση του αυτή, από την συλλήβδην εκτίμηση όλων των αναφερομένων στην αρχή της ελάσσονος σκέψης του αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξειδικεύει σε ποια ακριβώς εξ αυτών στήριξε τις αναιτιολόγητες και αντιφατικές παραδοχές του, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την εξεύρεση του μέτρου προσδιορισμού της προσήκουσας αμοιβής στην κρινόμενη περίπτωση, διέλαβε δε στην απόφασή του τις ακόλουθες αντιφάσεις: "-Ενώ το Εφετείο αρχικώς δέχεται ως αποδειχθέν ότι αρχικώς είχαμε ορίσει ως τίμημα το ποσό των 5.000.000 ευρώ, εν συνεχεία δε το ποσό των 3.800.000 ευρώ, κατόπιν των 3.500.000 ευρώ και ότι εν τέλει αναγκαστήκαμε να εκποιήσουμε το ακίνητό μας στο ποσό των 3.000.000 ευρώ (8° και 9° φύλλο), καταλήγει ωστόσο ότι "είχαμε σημαντική ωφέλεια αφού πουλήσαμε το ως άνω περιουσιακό μας στοιχείο, εν μέσω μάλιστα οικονομικής κρίσης έναντι υψηλού τιμήματος".-Ενώ το Εφετείο αναφέρει αρχικώς ότι σε διάστημα δύο ετών οι μόνες ενέργειες που έκανε ο αναιρεσίβλητος ήταν να υποδείξει σε πέντε (5) συνολικά υποψηφίους αγοραστές το ακίνητό μας, εκ των οποίων μόνο στον Β., που ήταν και ο τελικός αγοραστής, έδωσε το προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα, εν συνεχεία δέχεται ότι "ο ενάγων ενήργησε με επιμέλεια κατά την εκτέλεση των μεσιτικών του καθηκόντων και απασχολήθηκε σημαντικό χρονικό διάστημα υποδεικνύοντας το εν λόγω ακίνητο στους προαναφερθέντες υποψήφιους αγοραστές, παραδίδοντας μάλιστα σε αυτούς και το τοπογραφικό διάγραμμα που του είχε παραδώσει η πρώτη εναγόμενη (φύλλο 11°) καθώς και ότι "ενόψει...των προσπαθειών που κατέβαλε και του χρόνου που δαπάνησε ο ενάγων για την εκτέλεση της εντολής...η πιο πάνω μεσιτική αμοιβή (2%) δεν είναι δυσανάλογα μεγάλη".- Τέλος, ενώ το Εφετείο καταλήγει στην παραδοχή ότι η ειθισμένη αμοιβή των μεσιτών στην περιοχή της Αττικής ανέρχεται σε 2% επί της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της συμβάσεως, τούτο δεν εδράζεται σε απολύτως ΚΑΜΙΑ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ή ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟΥ ΜΕΣΟΥ.".
Με το περιεχόμενο αυτό ο προεκτεθείς λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή της προβληθείσης από τις αναιρεσείουσες ενστάσεως εκ του άρθρου 707 ΑΚ, ως προς την οποία ένσταση παρουσιάζεται η έλλειψη ή η αντίφαση των αιτιολογιών, αλλά, αντίθετα, υπό την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας και αντιφατικών αιτιολογιών, πλήττεται με τον ερευνώμενο λόγο η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των παραπάνω πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και εντεύθεν είναι άνευ αντικειμένου η έρευνα του υποβληθέντος από τις αναιρεσείουσες, με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, αιτήματος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση πριν την απ' αυτές καταβολή του επιδικασθέντος με την προσβαλλομένη απόφαση στον αναιρεσίβλητο χρηματικού ποσού.
Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας τους (άρθ. 176, 183 του KΠολΔ). Με το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται από την 1.1.2016 [άρθρο 1/άρθρα τρίτο, τέταρτο και ένατο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015)], ορίζεται ότι επί υποθέσεως, που αφορά διαφορά του άρθρου 614 παρ.5 στοιχείο (α) ΚΠολΔ (προηγουμένως άρθρα 677 - 681 ΚΠολΔ), εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, ειδικότερα της αναιρέσεως από την 1-1-2016, δεν υποχρεούται για να είναι παραδεκτή η αναίρεση να καταθέσει παράβολο.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την άσκηση, την 18-10-2021, της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες κατέθεσαν το υπ' αριθμ. ... παράβολο, ποσού 450 ευρώ και είδος παραβόλου: e - ΠΑΡΑΒΟΛΟ. Εν τούτοις, για την ένδικη διαφορά των άρθρων 677 - 681 ΚΠολΔ (και ήδη άρθρο 614 παρ.5 στοιχείο (α) ΚΠολΔ), οι αναιρεσείουσες δεν είχαν υποχρέωση να καταθέσουν παράβολο.
Επομένως, πρέπει να αποδοθεί στις αναιρεσείουσες το παράβολο αυτό, ποσού (450) ευρώ, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της αναιρέσεως (ΑΕΔ.3/2014).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-10-2021 και με αριθ. κατάθ. 7993/996/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 3266/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Διατάσσει απόδοση του αναφερομένου στο σκεπτικό και καταβληθέντος παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης, καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτη αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ