Greek Supreme Court partially allows appeal against labor union judgment, remanding case for retrial on specific grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by multiple plaintiffs against a labor dispute judgment. While the appeal was deemed inadmissible for two specific plaintiffs, the court found procedural errors regarding the interpretation of substantive law for the remaining parties. Consequently, the judgment was annulled for those parties, and the case was remanded for retrial before a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 295, 296, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraphs 1, 2, 3; Article 580, paragraph 3: The Supreme Court may partially annul a lower court judgment if specific grounds of appeal demonstrate erroneous interpretation or application of substantive law, remanding the case for retrial by a different judge while dismissing inadmissible grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1494 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1494/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. …. και 63. …, κατοίκου …., εκ των οποίων οι με α/α 1ος, 3ος, 4η, 5ος, 7ος, 8ος , 9η, 13η, 15ος, 16η, 17η, 18ος, 19ος, 24η, 25η, 27η, 28η, 29η, 30ος, 31η, 34η, 39ος, 40η, 45η, 47ος, 50η, 55η, 56ος, 57η, των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν. Οι λοιποί αναιρεσείοντες (πλην των κατωτέρω αναφερομένων 14ου και 62ης) παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστείδη Καζάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε ότι οι με α/α 14ος και 62η των αναιρεσειόντων έχουν ήδη παραιτηθεί από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής και της αναίρεσης με το από 22-9-2022 δικόγραφο εξώδικης παραίτησης.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Θεοδόση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των προσθέτως παρεμβαινόντων: 1) Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης-σωματείου με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας ΓΣΣΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Σοφίας Καζάκου και κατέθεσε προτάσεις, και 2) Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας (ΟΤΟΕ) που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Γεωργίας Φιλιπποπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την πρόσθετη παρέμβαση των ήδη προσθέτως παρεμβαινόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκαν η 2010/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους των εναγόντων, η 356/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Eλπίδα Σιμιτοπούλου. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων και των προσθέτως παρεμβαινόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 296, 297 και 299 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην αναιρετική διαδικασία, προκύπτει ότι στην αναιρετική δίκη είναι απαράδεκτη η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και από το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτή, διότι προϋποθέτουν ότι η δίκη, της οποίας την κατάργηση επιφέρουν, είναι εκκρεμής και δεν έχει περατωθεί με έκδοση οριστικής απόφασης.
Η άσκηση της αναίρεσης και η επ' αυτής δίκη δεν καθιστά την αγωγή επίδικη. Η επί της αγωγής δίκη έχει ήδη καταργηθεί με την έκδοση της οριστικής απόφασης και, επομένως, η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και από το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτή δεν επιφέρουν, ως διαδικαστικές πράξεις, την κατάργηση της δίκης, διότι έχουν στερηθεί του αντικειμένου τους.
Η μετά την κατάργηση της δίκης παραίτηση από το αγωγικό δικαίωμα παρέχει ένσταση από το ουσιαστικό δίκαιο, καταλυτική της άσκησης του δικαιώματος είτε με την αγωγή, εφόσον αναιρεθεί η επ' αυτής τελεσίδικη απόφαση, είτε με την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίησή του. Η έρευνα, όμως, της ένστασης αυτής στην αναιρετική δίκη δεν είναι παραδεκτή, όπως δεν είναι παραδεκτή στην αναιρετική δίκη η έρευνα άλλων καταλυτικών του αγωγικού δικαιώματος ενστάσεων.
Συνακόλουθα δεν προβλέπεται και δεν χωρεί παραίτηση, κατά τη δικονομική έννοια, από τις διατάξεις (έστω και εσφαλμένες) της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά της οποίας χωρούν μόνο τα προβλεπόμενα από το νόμο ένδικα μέσα. Η έρευνα των γεγονότων αυτών δεν είναι επιτρεπτή ούτε με τη δικαιολογία ότι μετά από αυτά εκλείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος.
Διαφορετική εκδοχή θα μετέβαλλε την αναιρετική δίκη σε ουσιαστικού τρίτου βαθμού δίκη (ΑΠ 57/2021). Περαιτέρω, από τα ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, το οποίο έχει ασκηθεί, μπορεί να γίνει είτε με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, πριν αρχίσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και την κλήτευσή του στην ορισθείσα συζήτηση, αφού αυτός και αν ακόμη είχε κληθεί και παρασταθεί, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί στην παραίτηση αυτή.
Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από τον διάδικο ή τον δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν, ή από το δικαστήριο και το οποίο (έγγραφο), κατ' άρθρο 118 του ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο.
Με βάση τα ανωτέρω, η παραίτηση από το ένδικο μέσο της αναίρεσης (δικόγραφο ή δικαίωμα) μπορεί να γίνει και με εξώδικη δήλωση του παραιτουμένου, εφόσον αυτή φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ. Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης (ΑΠ 310/2023, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 1044/2021, ΑΠ 1196/2021, ΑΠ 47/2020, ΑΠ 742/2017).
Με τις παραπάνω διατάξεις ορίζονται αποκλειστικώς οι τρόποι με τους οποίους μπορεί να χωρήσει η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα του ενδίκου μέσου και, συνεπώς, παραίτηση που έγινε με κατάθεση απλώς του σχετικού δικογράφου στο δικαστήριο, χωρίς επίδοση τούτου στον αντίδικο του παραιτουμένου, είναι ανίσχυρη, μη συνεπαγόμενη έννομα αποτελέσματα (ΟλΑΠ 1187/1981, ΑΠ 310/2023, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 471/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι οι 14ος και 62η των αναιρεσειόντων, Χ. Γ. και Α. Χ. αντιστοίχως, με την από 22-9-2022 εξώδικη δήλωσή τους, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη με την υπ' αριθ. 1513Β'/26-9-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Ά.
Α., κατόπιν σχετικής έγγραφης παραγγελίας της δικηγόρου Αθηνών Σοφίας Καζάκου, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο και το δικαίωμα αφενός της αγωγής τους, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 356/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, και αφετέρου της ασκηθείσας κατά της ως άνω απόφασης αίτησης αναίρεσης.
Η εν λόγω εξώδικη δήλωση υπογράφεται από την προαναφερόμενη δικηγόρο, κατόπιν ειδικής προς τούτο πληρεξουσιότητας που της χορηγήθηκε από τους ως άνω αναιρεσείοντες δυνάμει του υπ' αριθ. .../19-9-2022 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Χριστίνας Μήτσια. Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η εν λόγω παραίτηση είναι απαράδεκτη ως προς το σκέλος της που αφορά το δικόγραφο και το δικαίωμα της από 25-11-2015 (αριθ.
έκθ. κατάθεσης .../3980/ 2015) αγωγής, ενώ ως προς το έτερο σκέλος της, περί παραίτησης από το δικόγραφο και το δικαίωμα της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, είναι παραδεκτή, συνεπώς ως προς τους ανωτέρω αναιρεσείοντες η ένδικη αίτηση αναίρεσης θεωρείται ως μη ασκηθείσα. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος των ως άνω παραιτηθέντων, καθόσον η αναιρεσίβλητη δεν υποβλήθηκε σε επιπλέον έξοδα εξαιτίας της παραίτησης αυτών.
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και δεν εμφανιστεί ο ίδιος ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί υπόθεση σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, όπως τούτο τροποποιήθηκε και ισχύει από 22-12-2017, σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 80 του Ν. 4509/2017, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ειδικά δε, για τις εργατικές διαφορές, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Τέλος, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί, από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση, όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005), προκύπτει ότι, εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 518/2021, ΑΠ 18/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 1312/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1603/2017, ΑΠ 526/2016).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1374/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η κρινόμενη από 20-7-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 356/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών εισάγεται προς συζήτηση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4-4-2023), μετ' αναβολή από τη δικάσιμο της 4-10-2022 που είχε αρχικώς οριστεί με την από 17-1-2022 Πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ), με επίσπευση των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επέδωσαν στην αναιρεσίβλητη αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και κλήση προς συζήτηση αυτής για την αρχική δικάσιμο της 4-10-2022 (βλ.
υπ' αριθ. 909 Β'/3-5-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Ά. Α.). Όμως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι 1ος, 3ος, 4η, 5ος, 7ος, 8ος, 9η, 13η, 15ος, 16η, 17η, 18ος, 19ος, 24η, 25η, 27η, 28η, 29η, 30ος, 31η, 34η, 39ος, 40η, 45η, 47ος, 50η, 55η, 56ος και 57η των αναιρεσειόντων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Από τα στοιχεία δε του φακέλου της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Αριστείδης Καζάκος, ο οποίος έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση, είχε την πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και για τους απολιπομένους αναιρεσείοντες, αφού δεν γίνεται επίκληση ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση σχετικών συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που να φέρουν βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτών από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή από άλλη δημόσια ή ιδιωτική αρχή και, κατά συνέπεια, ακύρως αυτός επέσπευσε τη συζήτηση.
Ούτε προκύπτει, άλλωστε, η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης κλήτευση των απολιπομένων αναιρεσειόντων, προκειμένου να παραστούν αυτοί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο.
Συνεπώς, εφόσον οι απολιπόμενοι αναιρεσείοντες δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ούτε κλητεύθηκαν νομίμως, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς (παρισταμένους) αναιρεσείοντες, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς (απολιπομένους), ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, που νομίμως εκπροσωπούνται από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι μεταξύ των προϋποθέσεων του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης είναι να περιέχει και αίτηση για την εξέταση της υπόθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία αρκεί να συνάγεται σαφώς από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, η έλλειψη δε του αιτήματος αυτού συνεπάγεται την απόρριψη αυτεπαγγέλτως της αναίρεσης (ΑΠ 57/2021, ΑΠ 1835/2007, ΑΠ 875/2006, ΑΠ 837/2003).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ενώπιον του Αρείου Πάγου οι διάδικοι δεν υποχρεούνται να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, οπότε απαιτείται η κατάθεση προτάσεων είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το αιτητικό της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ζητείται "Να γίνει δεκτή η παρούσα αίτηση αναίρεσης. Να εξαφανισθεί, για όλους τους παραπάνω αναφερόμενους λόγους, η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 356/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - 4ο τμήμα (διαδικασία εργατικών διαφορών)....", χωρίς να διαλαμβάνεται ρητά και αίτημα για εξέταση στη συνέχεια της έφεσης των αναιρεσειόντων με τελικό σκοπό την παραδοχή της αγωγής τους, πλην όμως από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου της αναίρεσης και ιδίως από την περικοπή αυτού, ότι "Έσφαλε επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση μη εφαρμόζοντας τον Κανονισμό εργασίας της αντίδικης και απορρίπτοντας την αγωγή μας, ενώ έπρεπε να την κάνει δεκτή...." (βλ.
σελ. 63 της ένδικης αίτησης αναίρεσης) συνάγεται σαφώς ότι περιλαμβάνεται και αίτηση για επανεξέταση από το Εφετείο της έφεσης των αναιρεσειόντων και παραδοχή αυτής κατ' ουσίαν με σκοπό την παραδοχή της αγωγής τους. Επομένως, η αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενη υπόψη ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, που απαραδέκτως προβάλλει η αναιρεσίβλητη με τις κατατεθείσες μετά τη συζήτηση προτάσεις της, επικαλούμενη ότι δεν περιλαμβάνεται σ' αυτήν και αίτημα για την ουσία της υπόθεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Όσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσείοντες (πλην των ως άνω παραιτηθέντων και απολιπομένων), με την κρινόμενη από 20-7-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 6136/794/2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 356/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία α) απορρίφθηκε η έφεση ως απαράδεκτη ως προς τους εκκαλούντες Ι.
Β. και Ι. Μ. (μη διαδίκους στην αναιρετική δίκη), β) απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες οι ασκηθείσες υπέρ των εκκαλούντων πρόσθετες παρεμβάσεις, γ) κηρύχθηκε καταργημένη η δίκη ως προς τους εκκαλούντες Θ. Κ., Σ. Σ., Φ. Κ., Δ. Κ., Δ. Κ., Μ. Σ., Α. Σ. και Μ. Τ. (μη διαδίκους στην αναιρετική δίκη) και δ) ως προς τους λοιπούς εκκαλούντες - ενάγοντες έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 2010/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα η από 25-11-2015 (αριθ.
έκθ. κατάθεσης .../3980/2015) αγωγή ως προς τους ενάγοντες Ι. Β. και Ι. Μ. (μη διαδίκους στην αναιρετική δίκη) και απορρίφθηκαν, κατά τα λοιπά, ως νόμω αβάσιμες η ανωτέρω αγωγή και οι υπέρ των εναγόντων πρόσθετες παρεμβάσεις. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 αντικ.
με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν, κατά τη διάταξη δε του άρθρου 81 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.
Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 556 παρ. 1, 558, 495 και 496 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει σαφώς, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης (ΟλΑΠ 1/1996, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 1714/2022, ΑΠ 30/2022, ΑΠ 433/2020). Η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται (άρθρα 81 εδ.
α' και 215 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ), το οποίο πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118, 119 και 81 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η κατάθεση αυτή είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, που ολοκληρώνεται με την επίδοση αντιγράφου της πρόσθετης παρέμβασης στους κύριους διαδίκους, χωρίς την οποία (επίδοση) δεν ολοκληρώνεται η άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης και η τυχόν επίσπευση της συζήτησης της αναίρεσης από τον παρεμβαίνοντα και η συζήτησή της προτού επιδοθεί το αντίγραφο αυτό, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 433/2020, ΑΠ 1433/2013).
Η επίδοση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ σύντμηση προθεσμίας, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, σε όλους τους μέχρι την άσκησή της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα, και τουλάχιστον ενενήντα ημέρες, αν κάποιος από τους διάδικους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη (ΑΠ 433/2020, ΑΠ 1736/2017, ΑΠ 502/2011).
Περαιτέρω, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον, προκύπτει ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.
Ειδικότερα, στην αναιρετική διαδικασία ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κύριων διαδίκων (ΑΠ 30/2022, ΑΠ 1741/2012, ΑΠ 1302/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 622 αριθ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1-1-2016, μετά την αντικατάσταση του τετάρτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 591 έως 681Δ) με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, στις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 621 του ίδιου Κώδικα, αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 περ. β' εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο τούτο ισχύει από 1-1-2016, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, η παρέμβαση, η προσεπίκληση και η ανακοίνωση ασκούνται, με ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης.
Αντιθέτως, έως την 31-12-2015 παραδεκτώς μπορούσε να ασκηθεί πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, δικάζοντος κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 231 εδ. α' και 666 παρ. 1 του ΚΠολΔ, τα οποία καταργήθηκαν από 1-1-2016 και δη το μεν άρθρο 231 (που προέβλεπε τη δυνατότητα άσκησης ενώπιον του ειρηνοδικείου πρόσθετης παρέμβασης προφορικά κατά τη δικάσιμο) με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 του Ν. 4335/2015, το δε άρθρο 666 (που όριζε ότι ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, δικάζοντος κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον των ειρηνοδικείων) με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ίδιου νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας (ΟΤΟΕ)", μέλος της οποίας είναι το επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία "Ενωτικός Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Πειραιώς", του οποίου μέλη είναι οι αναιρεσείοντες, καθώς και η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ)", της οποίας η ως άνω δευτεροβάθμια οργάνωση είναι μέλος, άσκησαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσειόντων, επικαλούμενες ως έννομο συμφέρον την προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων των μελών τους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι αναιρεσείοντες.
Οι ως άνω πρόσθετες παρεμβάσεις ασκήθηκαν με κατάθεση στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου των από 6-3-2023 (αριθ. κατάθεσης 21/2023) και 14-11-2022 (αριθ. κατάθεσης 67/2022) αυτοτελών δικογράφων αντιστοίχως, επ' αυτών δε λεκτέα τα εξής: Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι:
α) Η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας (ΟΤΟΕ)" απαραδέκτως είχε ασκήσει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των τότε εναγόντων, με προφορική δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά τη συζήτηση της αγωγής στη δικάσιμο της 15-2-2017, η οποία εσφαλμένα κρίθηκε παραδεκτή από το ως άνω Δικαστήριο.
Ακολούθως, άσκησε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου πρόσθετη παρέμβαση με αυτοτελές δικόγραφο, μη επιδοθέν όμως στους τότε εκκαλούντες - υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση, και για τον λόγο αυτό απορρίφθηκε ως απαράδεκτη από το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του. Ήδη με το από 6-3-2023 (αριθ. έκθ.
κατάθεσης 21/2023) αυτοτελές δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη νομίμως και εμπροθέσμως στις 13-3-2023 (βλ. υπ' αριθ. 10189 Δ'/13-3-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κ. Π.), ήτοι εντός της ορισθείσας από την Πρόεδρο του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου δεκαπενθήμερης προθεσμίας, κατά σύντμηση της προθεσμίας του άρθρου 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, όχι όμως και στους αναιρεσείοντες, η ΟΤΟΕ ασκεί πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των τελευταίων, η οποία όμως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, εφόσον δεν επιδόθηκε στους υπέρ ων - αναιρεσείοντες και, ως εκ τούτου, δεν ολοκληρώθηκε η άσκηση αυτής, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, θα επιβληθούν σε βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ΟΤΟΕ (άρθρα 176 και 182 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. β) Η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ)" παραδεκτώς είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των τότε εναγόντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με το από 9-5-2016 (αριθ.
έκθ. κατάθεσης (17929/601/2016) αυτοτελές δικόγραφο (βλ. σελ. 5 και 6 της υπ' αριθ. 2010/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και ακολούθως παραστάθηκε ενώπιον του Εφετείου (το οποίο εσφαλμένα στην προσβαλλόμενη απόφασή του αναφέρει, αντ' αυτής, ως προσθέτως παρεμβαίνον το Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Αθήνας).
Συνεπώς, το από 14-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 67/2022) αυτοτελές δικόγραφο, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη και στους αναιρεσείοντες και με το οποίο η ΓΣΕΕ ασκεί πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των τελευταίων ενώπιον του Αρείου Πάγου, εκτιμάται ως δικόγραφο για την ανάπτυξη των ισχυρισμών της προς υπεράσπιση των λόγων αναίρεσης και όχι ως δικόγραφο "πρόσθετης παρέμβασης", όπως επιγράφεται, καθόσον αυτή θα ήταν άνευ αντικειμένου, ενόψει του ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα ως άνω συνδικαλιστική οργάνωση είχε ήδη παραδεκτώς ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των τότε εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά τη διεξαχθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δίκη και, συνεπώς, την ιδιότητα της προσθέτως παρεμβαίνουσας διατήρησε στη συνέχεια, τόσο κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, όπου επίσης παραστάθηκε, όσο και ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 30/2022, ΑΠ 380/2019).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι οι ενάγοντες (συνολικά 77) άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 25-11-2017 αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι συνδέονται με την τελευταία με σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (με όριο ηλικίας συνταξιοδότησης), κατέχοντας έκαστος τον βαθμό και τη θέση που αναφέρεται στην αγωγή.
Ότι στις 16-6-2000 έλαβε χώρα συγχώνευση της εναγομένης Τράπεζας Πειραιώς και της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη και ότι αυτοί προέρχονται από την απορροφηθείσα Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης, πλην της δεκάτης ενάτης Φ. Δ. (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη), του τεσσαρακοστού δευτέρου Ι.
Μ. (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) και της τεσσαρακοστής τρίτης Ε. Μ. (ήδη τριακοστής πέμπτης των αναιρεσειόντων), οι οποίοι ανήκουν στο προσωπικό της εναγομένης από την πρόσληψή τους έως την άσκηση της αγωγής. Ότι η εναγομένη, κατά παράβαση των κανονιστικής ισχύος διατάξεων αφενός της από 18-5-1982 Ειδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας του προσωπικού της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης (Εσωτερικός Κανονισμός Εργασίας) και αφετέρου της από 23-8-1976 Ειδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας του προσωπικού της Τράπεζας Πειραιώς (Οργανισμός Προσωπικού), με τις οποίες (διατάξεις) ρυθμίζονται θέματα βαθμολογικών και μισθολογικών προαγωγών, δεν έχει προβεί, από το έτος 2004 έως την άσκηση της αγωγής, σε καμία βαθμολογική και μισθολογική προαγωγή του προσωπικού της, στο οποίο περιλαμβάνονται αυτοί (ενάγοντες).
Ότι εξαιτίας της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης έχουν υποστεί ζημία συνισταμένη στη διαφορά μεταξύ των καταβληθεισών και των καταβλητέων αποδοχών τους, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Με βάση το ως άνω ιστορικό, επικουρικά δε, με βάση α) τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (914 επ.
ΑΚ), θεμελιούμενης της αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης στο άρθρο 21 του Ν. 1876/1990, β) άλλως τη διάταξη του άρθρου 207 του ΑΚ, γ) άλλως τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ λόγω καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και δ) άλλως τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (904 επ.
ΑΚ), ζήτησαν 1) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο τούτων τα ποσά που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή και αντιστοιχούν σε διαφορές μεταξύ των καταβληθεισών και των καταβλητέων μικτών μηνιαίων αποδοχών τους, τις οποίες θα ελάμβαναν, εάν είχαν προαχθεί κατ' αρχαιότητα, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους κονδύλιο από την 25η ημέρα του αντίστοιχου μήνα, άλλως από την επίδοση της αγωγής, 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους αποκαταστήσει στη βαθμολογική κατάσταση που αντιστοιχεί σε έκαστο τούτων, με βάση τις σχετικές διατάξεις των ανωτέρω ΕΣΣΕ περί βαθμολογικών προαγωγών κατ' αρχαιότητα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, και 3) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλλει εφεξής τις αναφερόμενες στην αγωγή μικτές μηνιαίες αποδοχές, που αντιστοιχούν στη μισθολογική κατάσταση εκάστου τούτων με βάση τις σχετικές διατάξεις των ανωτέρω ΕΣΣΕ περί βαθμολογικών προαγωγών, με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους κονδύλιο από την 25η ημέρα του αντίστοιχου μήνα, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 2010/2017 απόφασή του απέρριψε την αγωγή και τις ασκηθείσες υπέρ των εναγόντων πρόσθετες παρεμβάσεις ως νόμω αβάσιμες. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ενάγοντες με την από 26-3-2018 έφεσή τους, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 356/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, α) απορρίφθηκε η έφεση ως απαράδεκτη ως προς τους εκκαλούντες Ι.
Β. και Ι. Μ. (μη διαδίκους στην αναιρετική δίκη), β) απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες οι ασκηθείσες υπέρ των εκκαλούντων πρόσθετες παρεμβάσεις, γ) κηρύχθηκε καταργημένη η δίκη ως προς τους εκκαλούντες Θ. Κ., Σ. Σ., Φ. Κ., Δ. Κ., Δ. Κ., Μ. Σ., Α. Σ. και Μ. Τ. (μη διαδίκους στην αναιρετική δίκη) και δ) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση ως προς τους λοιπούς εκκαλούντες.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αίτησή τους. Το προϊσχύσαν του Ν. 1876/1990 νομικό καθεστώς (άρθρα 1 επ. του Ν. 3239/1955, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα Ν.Δ. 3755/1957, 186/1969, 1198/1972 και 73/1974) επέτρεπε τη σύναψη ειδικών ΣΣΕ, οι οποίες συνάπτονταν και σε τραπεζικές επιχειρήσεις ή τραπεζικά ιδρύματα, εφόσον οι μισθωτοί των επιχειρήσεων αυτών δεν υπάγονταν σε εθνική ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ (άρθρο 7 παρ. 1 περ.
δ' και 5 του Ν. 3239/1955). Υπό την ισχύ του Ν. 3239/1955 συνήφθη και η από 18-5-1982 ειδική ΣΣΕ (Εσωτερικός Κανονισμός Εργασίας) μεταξύ της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης και του επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης", η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' 344/4-6-1982 με την υπ' αριθ. 16247/2/4-6-1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας.
Δεδομένου δε, ότι δεν υπήρχε εθνική ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ, η οποία να ρυθμίζει τον κανονισμό της ανωτέρω Τράπεζας, η από 18-5-1982 ειδική ΣΣΕ συνήφθη εγκύρως και δέσμευε αυτήν και τους εργαζομένους της, που ήταν μέλη του Συλλόγου του προσωπικού της. Οι όροι της εν λόγω ειδικής ΣΣΕ συνιστούσαν νόμιμο και συμβατό προς το άρθρο 1 του Ν. 3239/1955 αντικείμενο και, ως τέτοιοι, ρύθμιζαν κανονιστικά τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης καθ' όλη της διάρκεια ισχύος του Ν. 3239/1955, καθώς και υπό το καθεστώς του διαδοχικά ισχύσαντος Ν. 1876/1990 (άρθρο 9 παρ. 4), υπό το οποίο συνέχισε αυτή να ισχύει ως "επιχειρησιακή" ΣΣΕ.
Με το άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του Ν. 1876/1990, όπως η παρ. 1 ίσχυε πριν την κατάργησή της με το άρθρο 2 παρ. 5 της υπ' αριθ. 6/2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012, ορίζεται ότι "1. Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συνάπτονται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο.
Κάθε συλλογική σύμβαση εργασίας, που προβλέπει διάρκεια ισχύος πέρα από ένα έτος, θεωρείται ότι έχει αόριστη διάρκεια. Η διάρκεια της ισχύος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος. 2. Η ισχύς της συλλογικής σύμβασης εργασίας αρχίζει από την ημέρα της κατάθεσής της στην αρμόδια υπηρεσία και λήγει με την πάροδο του χρόνου που συμφωνήθηκε ή με καταγγελία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με τη λήξη της ισχύος της ΣΣΕ αίρεται μεν ο χαρακτήρας των σχετικών όρων αυτής ως κανονιστικών και παύει η άμεση και αναγκαστική ενέργεια τούτων, οι υπ' αυτών όμως διεπόμενες ατομικές συμβάσεις εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την, κατά κάποιο νόμιμο τρόπο, λύση τους ή την αντικατάστασή τους με νέα συλλογική ρύθμιση, έστω και αν αυτή περιέχει όρους δυσμενέστερους των έως τότε ισχυόντων (ΟλΑΠ 461/1970, ΑΠ 1478/2006).
Εξάλλου, σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης, η τύχη των εργασιακών σχέσεων ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 572/1988 (ήδη του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 178/2002), το οποίο εκδόθηκε σε εφαρμογή της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14-2-1977, σύμφωνα δε με αυτές, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας, χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα των μισθωτών, δηλαδή καθιερώνεται αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης.
Συνακόλουθα διασώζεται η εργασιακή σχέση καθ' όλο τα περιεχόμενό της και έτσι οι ως άνω διατάξεις διασφαλίζουν τη συνέχεια στην απασχόληση και την αποφυγή της χειροτέρευσης της θέσης του μισθωτού. Ειδική περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης και διαδοχής εργοδότη αποτελεί η συγχώνευση εταιρειών με απορρόφηση (άρθρα 68 επ.
του Ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 9, 10, 11 και 12 του Π.Δ. 498/1987, το οποίο εκδόθηκε σε εφαρμογή της Τρίτης Οδηγίας ΕΟΚ). Οι εργασιακές σχέσεις, όπως και όλες οι εκκρεμείς συμβατικές σχέσεις που είχαν συνάψει οι απορροφώμενες εταιρείες, δεν λύνονται, αλλά συνεχίζονται από την απορροφώσα εταιρεία, η οποία ως διάδοχος εργοδότης υποκαθίσταται στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των απορροφωμένων επιχειρήσεων ως δικαιοπαρόχων εργοδοτών (ΑΠ 1478/2006, ΑΠ 988/1996).
Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Π.Δ. 572/1988, σε περίπτωση συγχώνευσης επιχειρήσεων με απορρόφηση, η απορροφώσα επιχείρηση αναλαμβάνει τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού των απορροφωμένων επιχειρήσεων, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά τον χρόνο της συγχώνευσης, και υποχρεούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από ΣΣΕ, ΔΑ, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας.
Μετά τη μεταβίβαση, οι ειδικές ΣΣΕ του προϊσχύσαντος Ν. 3239/1955, οι οποίες αντιστοιχούν στις επιχειρησιακές ΣΣΕ του ισχύοντος Ν. 1876/1990, συνδεόμενες από τη φύση τους με μια επιχείρηση ή εκμετάλλευση, αφού αφορούν τους εργαζομένους μιας συγκεκριμένης εκμετάλλευσης ή επιχείρησης (άρθρο 3 παρ. 1γ' του Ν. 1876/1990), λήγουν είτε με την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου διάρκειας αυτών είτε με την καταγγελία τους (ως αόριστης διάρκειας) από την απορροφώσα εταιρία, αν έχουν μεταβληθεί σημαντικά οι συνθήκες που υπήρχαν κατά την υπογραφή τους, χωρίς να συναφθεί νέα ΣΣΕ.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 4 και 5 του Ν. 1876/1990, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 2 παρ. 5 της υπ' αριθ. 6/2012 πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012, ορίζεται ότι "4. Οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζομένους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8. 5.
μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι μετά τη λήξη της ΣΣΕ οι υφιστάμενοι κανονιστικοί όροι εργασίας αυτής εξακολουθούν να ισχύουν μετά την πάροδο του οριζόμενου ως άνω εξαμήνου, ήτοι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι οιονεί ενοχικοί όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας, μέχρι την έναρξη της ισχύος της επόμενης ΣΣΕ ή τον παραμερισμό τους (προς ευνοϊκότερη ή δυσμενέστερη κατεύθυνση) με την κατάρτιση νεότερης ατομικής συμφωνίας (ΑΠ 1465/2022, ΑΠ 723/2011).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 317/2022, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, συνισταμένη σε παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 2 του Π.Δ. 572/1988, 4 παρ. 2 του Π.Δ. 178/2002 και 75 παρ. 1 περ.
γ' του Ν. 2190/1920. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 356/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του, έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, με το σκεπτικό ότι, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, η πρώην Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης, μετά τη συγχώνευσή της με απορρόφηση από την εναγομένη Τράπεζα, έπαυσε να υφίσταται ως αυτοτελής εκμετάλλευση, τα καταστήματά της έπαυσαν να έχουν οργανωτική αυτοτέλεια και όλες οι υπηρεσίες της ενσωματώθηκαν πλήρως στις αντίστοιχες υπηρεσίες της εναγομένης, κατά συνέπεια, από το χρονικό σημείο της ολοκλήρωσης της συγχώνευσης της ανωτέρω Τράπεζας από την εναγομένη έπαυσε να ισχύει ο επικαλούμενος από τους ενάγοντες Κανονισμός Εργασίας της πρώην Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης, επί του οποίου στηρίζουν αυτοί τις αξιώσεις τους, και πλέον άμεσα εφαρμοστέος, για το προερχόμενο από την Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης προσωπικό, όπως είναι οι ενάγοντες, κατέστη ο Κανονισμός Εργασίας της εναγομένης, που βρισκόταν ήδη σε ισχύ κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.
Για τον λόγο αυτό, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων κατά της υπ' αριθ. 2010/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η ένδικη αγωγή είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη με το ίδιο ως άνω σκεπτικό, παρά το γεγονός ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, μεταξύ των εναγόντων περιλαμβάνονταν και υπάλληλοι της εναγομένης μη προερχόμενοι από την Τράπεζα Μακεδονίας Θράκης, αλλά συνδεόμενοι εξ αρχής με αυτήν (εναγομένη) με σύμβαση εργασίας, όπως η ενάγουσα και ήδη 35η των αναιρεσειόντων Ε.
Μ. του Δ.. Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2 του Π.Δ. 572/1988, 4 παρ. 2 του Π.Δ. 178/2002 και 75 παρ. 1 περ. γ' του Ν. 2190/1920, καθώς και τις λοιπές ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση.
Συνεπώς, οι εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους 2η, 6η, 10η, 11ο, 12η, 20ο, 21η, 22η, 23ο, 26ο, 32η, 33η, 35η, 36ο, 37η, 38η, 41η, 42ο, 43η, 44ο, 46η, 48η, 49ο, 51ο, 52η, 53η, 54ο, 58ο, 59ο, 60η, 61η και 63ο των αναιρεσειόντων, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση ως προς αυτούς, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας των ανωτέρω λόγων, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των ως άνω αναιρεσειόντων, καθώς και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ΓΣΕΕ, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος των τελευταίων (άρθρα 176, 182 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 20-7-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 6136/794/2021) αίτηση αναίρεσης ως προς τους 14ο και 62η των αναιρεσειόντων, Χ. Γ. και Α. Χ. αντιστοίχως.
Συνεκδικάζει, κατά τα λοιπά, την αίτηση αναίρεσης και την από 6-3-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 21/2023) πρόσθετη παρέμβαση της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας (ΟΤΟΕ)".
Απορρίπτει την ως άνω πρόσθετη παρέμβαση.
Επιβάλλει σε βάρος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ΟΤΟΕ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους 1ο, 3ο, 4η, 5ο, 7ο, 8ο, 9η, 13η, 15ο, 16η, 17η, 18ο, 19ο, 24η, 25η, 27η, 28η, 29η, 30ο, 31η, 34η, 39ο, 40η, 45η, 47ο, 50η, 55η, 56ο και 57η των αναιρεσειόντων. Και
Κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Αναιρεί, ως προς τους 2η, 6η, 10η, 11ο, 12η, 20ο, 21η, 22η, 23ο, 26ο, 32η, 33η, 35η, 36ο, 37η, 38η, 41η, 42ο, 43η, 44ο, 46η, 48η, 49ο, 51ο, 52η, 53η, 54ο, 58ο, 59ο, 60η, 61η και 63ο των αναιρεσειόντων την υπ' αριθ. 356/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει ως προς αυτούς την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα των 2ης, 6ης, 10ης, 11ου, 12ης, 20ου, 21ης, 22ης, 23ου, 26ου, 32ης, 33ης, 35ης, 36ου, 37ης, 38ης, 41ης, 42ου, 43ης, 44ου, 46ης, 48ης, 49ου, 51ου, 52ης, 53ης, 54ου, 58ου, 59ου, 60ης, 61ης και 63ου των αναιρεσειόντων, καθώς και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ΓΣΕΕ, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για έκαστο διάδικο μέρος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ