Legislator Case Law & Legislation
1494/2011 AI generated

1494/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1494/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1494/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης καθιδρύεται μόνο όταν η αντίφαση έχει τη μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών (ΑΠ 1703/1995). Όταν, όμως η αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αιτιολογιών της απόφασης, οι οποίες διατυπώνονται επάλληλα ή επικουρικά και στηρίζουν η κάθε μία αυτοτελώς, το διατακτικό της, δεν υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 308/1999).

Keywords

AI generated
euro banknotes issuance savings deposit accounting provision monetary debt pledge shortfall certificate forfeit money
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1494 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1494/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Ι. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μπέη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Σ. συζ. Ι. Α. και 2. Ι. Α. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3143/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1001/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 31-5-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 24-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δευτέρου λόγων της κρινόμενης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης, η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 511/2003 ΑΠ 1255/2004).

Για να υπάρξει λόγος από τη λήψη υπόψιν ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν απαιτείται: 1) να είναι αυτοτελείς ισχυρισμού και όχι εκείνοι που αποτελούν απλή άρνηση η συνιστούν αδιάφορα περιστατικά ή επιχειρήματα (ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 1670/2001, ΑΠ 511/2003). 2) να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 22/2005), όπως, όταν παραδέχεται μη προβληθείσα ένσταση (ΑΠ 1571/1995, ΑΠ 1339/1998) θα πρέπει δε, στο αναιρετήριο να μνημονεύεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, τον οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη, καίτοι δεν είχε προταθεί και ποία επίδραση είχε αυτός στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 714/1993 προβλ και ΑΠ 1446/2003).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, η έχει αιτιολογίες αντιφατικές η ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (ΑΠ 821/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 720/2003, ΑΠ 90/2001, ΑΠ 463/2004).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 383/2004) και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ'αυτές, εφ'όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995). Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 700/1986) ή μεταξύ νομικών συλλογισμών ή αξιολογήσεων της απόφασης (ΑΠ 1353/2001).

Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης καθιδρύεται μόνο όταν η αντίφαση έχει τη μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών (ΑΠ 1703/1995). Όταν, όμως η αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αιτιολογιών της απόφασης, οι οποίες διατυπώνονται επάλληλα ή επικουρικά και στηρίζουν η κάθε μία αυτοτελώς, το διατακτικό της, δεν υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 308/1999).

Άρα, χωρεί η εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης, όταν δεν προκύπτουν, από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τρόπο σαφή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά νόμο για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 26/2004, Ολ.ΑΠ 24/1992 ΑΠ 463/2004, ΑΠ 15/2006).

Ακόμη δε, υφίσταται ο πιο πάνω λόγος, όταν η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας εντοπίζεται στο νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών του δικαστή της ουσίας (Ολ.ΑΠ 12/1995, Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1992, ΑΠ 865/2003, ΑΠ 1420/2003, ΑΠ 462/2004), αλλά και στην διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα (ΑΠ 393/2003, ΑΠ 863/2002).

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, από τη νόμιμη επισκόπηση (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αγωγή, προτάσεις διαδίκων) απέρρευσαν τα ακόλουθα: 1) ασκήθηκε αγωγή, από τους ήδη αναιρεσίβλητους κατά της αναιρεσείουσας για την απόδοση χρηματικού ποσού από άτοκο δάνειο, ύψους 5.000.000 δρχ. 2) ο σύζυγος της αναιρεσίβλητης είχε εκδώσει και ισόποση επιταγή, ως εγγυητής για την αποπληρωμή του δανείου, στην ορισθείσα, συμβατικά, ημερομηνία της 28-2-1996, 3) παρά ταύτα, ούτε η επιταγή πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχαν στην πληρώτρια τράπεζα διαθέσιμα κεφάλαια, ούτε το δάνειο εξοφλήθηκε, 4) κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης, προβλήθηκε ένσταση εξόφλησης (ΑΚ 416) από την ήδη αναιρεσείουσα με καταβολή από μέρους του συζύγου της ποσού 3.190.000 δραχμών, προσκομίστηκε δε σχετική εξοφλητική απόδειξη, 5) η ένσταση αυτή απορρίφθηκε γιατί κρίθηκε πως ο δεύτερος αναιρεσίβλητος όταν την υπέγραψε, έπασχε από χρόνια ψυχωσική συνδρομή, και, άρα, εξαιτίας ψυχικής ασθένειας δεν είχε συνείδηση των πραττομένων, 6)ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ήχθη προς κρίσιν, με συναφή λόγο έφεσης και το θέμα της κρίσης του πιο πάνω διαδίκου, αν, δηλαδή, αυτός, είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί τα από μέρους του πραττόμενα.

Συναφώς, το Εφετείο, έκρινε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ). "Από την ανώμοτη εξέταση των διαδίκων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, την ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Θάλειας Αλημίση δοθείσα υπ' αριθμ.938/8-3-2006 ένορκη βεβαίωση μετά από νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων (βλ.

τις υπ' αριθμ. 2170 και 2171/2-3-2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Χ. Μ.) και όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τον Ιούλιο 1991 οι ενάγοντες, που είναι σύζυγοι, κατάρτισαν με την εναγομένη, με την οποία διατηρούσαν φιλική σχέση, προφορικώς, σύμβαση ατόκου δανείου, ορισμένου χρόνου, σε εκτέλεση της οποίας, μεταβίβασαν σ' αυτή κατά κυριότητα το ποσό των 5.000.000 δρχ., το οποίο ήταν αποδοτέο μετά από ένα έτος, δηλαδή τον Ιούλιο του 1992.

Τον Ιούλιο του 1992 η εναγομένη ζήτησε παράταση της απόδοσης του ως άνω δανεισθέντος ποσού μέχρι τον Ιούλιο του έτους 1995. Οι ενάγοντες συμφώνησαν στην παράταση αυτή, ζήτησαν, όμως, μια πρόσθετη εγγύηση. Τότε, η εναγομένη τους παρέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος ποσού 5.000.000 δρχ., που είχε εκδώσει ο σύζυγος της στην Αθήνα, εις διαταγήν του ιδίου και την είχε μεταβιβάσει στην σύζυγο του με οπισθογράφηση.

Η εν λόγω επιταγή δεν έφερε χρόνο εκδόσεως και γι' αυτό συμφώνησαν, ότι οι ενάγοντες θα είχαν δικαίωμα συμπλήρωσης αυτού, εάν το ένδικο δάνειο, δεν τους αποδίδονταν, μέχρι τον Ιούλιο 1995. Τον Ιούλιο 1995 η εναγομένη δεν απέδωσε στους ενάγοντες το δανεισθέν ποσό των 5.000.000 δρχ και ζήτησε, εκ νέου, παράταση της απόδοσης του, μέχρι τον Φεβρουάριο 1996.

Οι ενάγοντες συνήνεσαν στην εν λόγω παράταση απόδοσης του δανείου για τον Φεβρουάριο 1996, απαίτησαν ωστόσο, να συμπληρωθεί η ανωτέρω επιταγή από τον εκδόσαντα σύζυγο της ενάγουσας και να τεθεί επ' αυτής, ως χρόνος εκδόσεως της, η 28-2-1996. Έτσι, ο σύζυγος της ενάγουσας και εκδότης της ανωτέρω επιταγής συμπλήρωσε αυτή και έθεσε ως χρόνο εκδόσεως της την 28-2-1996.

Ακολούθως, ενάγουσα μεταβίβασε με οπισθογράφηση την εν λόγω επιταγή στον αδελφό της Α. Μ., ο οποίος στην συνέχεια την εμφάνισε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στις 28-2-1996 στην πληρώτρια τράπεζα για να πληρωθεί, πλην, όμως, δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων και σφραγίστηκε. Έκτοτε, οι ενάγοντες επανειλημμένα όχλησαν την εναγομένη να τους αποδώσει το δανεισθέν ποσό των 5.000.000 δρχ., πλην, όμως, η εναγομένη αρνείται να τους αποδώσει το εν λόγω ποσό, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε υπερημερία ως προς την απόδοση του εν λόγω δανείου (αρθρ. 808 Α.Κ.).

Μετά ταύτα, οι ενάγοντες προς εξασφάλιση της ένδικης απαίτησης τους υπέβαλαν ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την από 22-3-1996 αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης κατά της εναγομένης και του συζύγου της επί της οποίας εκδόθηκε η 17542/1996 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε περιουσίας των καθ' ων η αίτηση μέχρι του ποσού των 7.000.000 δρχ.

Η εναγομένη, με τις προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αλλά και με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης προέβαλε και επαναφέρει αντίστοιχα την ένσταση εξοφλήσεως του δανείου, με την καταβολή εκ μέρους του συζύγου της του ποσού των 3.190.000 δρχ. στον δεύτερο ενάγοντα και ακολούθως, και με την δημόσια παρακατάθεση στις 30-7-2002 στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων του ποσού των 810.000 δρχ. Προς απόδειξη δε, της ενστάσεως αυτής προσκομίζει και επικαλείται την από τον Δεκέμβριο του 95 εξοφλητική απόδειξη που υπογράφει ο ενάγων Ι. Α. και το υπ' αριθμ. ... γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης ποσού 2.378 ευρώ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.

Η ένσταση αυτή θα πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καθόσον, από το κείμενο της ως άνω εξοφλητικής απόδειξης δεν προκύπτει, ότι το ποσό των 3.190.000 δρχ. καταβλήθηκε στον ενάγοντα Ι. Α., προς εξόφληση του ένδικου δανείου αλλά για άλλη αιτία. Εξάλλου, το δανεισθέν ποσό ανέρχονταν σε 5.000.000 δρχ. και όχι 4.000.000 δρχ., που ισχυρίζεται η εναγομένη. Το ποσό δε των 5.000.000 δρχ. συμπίπτει και με το ποσό της κατά τα ανωτέρω εκδοθείσης επιταγής από τον σύζυγο της εναγομένης. Κατά δε το άρθρο 427 ΑΚ για να επέλθει απόσβεση της ενοχής με δημόσια κατάθεση θα πρέπει ο δανειστής να περιέλθει σε υπερημερία, εφόσον δεν αποδέχεται την πραγματική και προσήκουσα παροχή, που του προσφέρεται. Στην προκειμένη όμως υπόθεση, δεν αποδέχθηκε, ότι οι ενάγοντες απέκρουσαν προσφορά προσήκουσα, αφού το κατατεθέν ποσό των 2.378 ευρώ ή 810.000 δρχ. υπολειπόταν κατά πολύ του δανεισθέντος ποσού των 5.000.000 δρχ. Επομένως, η κατά τα ανωτέρω παραδεκτώς προταθείσα και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ένσταση εξοφλήσεως του ένδικου δανείου θα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Με βάση τα εκτιθέμενα ανωτέρω η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία και να αναγνωρισθεί ότι, η εναγομένη οφείλει να καταβάλλει στους ενάγοντες το ποσό των 14.673,50 ευρώ (5.000.000 δρχ.) νομιμοτόκως από 1-3-1996 μέχρις εξοφλήσεως". Με τις παραπάνω παραδοχές: α) η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διέλαβε σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη ή μη απόσβεσης της ένδικης ενοχής δια συμψηφισμού (αρθρ.440 ΑΚ), εφ'οσον: 1) ουδόλως προβλήθηκε σχετική ένσταση 2) το αν η προβολή των πραγματικών περιστατικών "είχε την έννοια" της "επικουρικής προβολής της ένστασης συμψηφισμού", δεν συνεπάγεται, αναγκαία, πως έπρεπε το Εφετείο να προβεί στην ανάλογη, καθ'υπόθεσιν, εκτίμηση 2) Ούτε η σχετική κρίση του, αναφορικά με το παραπάνω θέμα, ενέχει, πρόδηλα, παραβίαση της διάταξης του άρθρου 440 ΑΚ. Άλλωστε και στο δικόγραφο της αναίρεσης, ουδόλως εκτίθενται, οι προϋποθέσεις και οι όροι του προβληθέντος συμψηφισμού και η συνακόλουθη παραβίασή τους. β) η μη, κατά την εκτίμηση της αναιρεσείουσας ορθή αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, αφορά ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ανέλεγκτες από το παρόν δικαστήριο. Άλλωστε, δεν συνδέονται ρητά με οιονδήποτε αναιρετικό λόγο.

Συνεπώς, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης που προβάλλουν τα αντίθετα, πρέπει ν'απορριφθούν, ως αβάσιμοι. γ) όμως το Εφετείο απέρριψε την πιο πάνω ένσταση εξόφλησης, μη κρίνοντας την ύπαρξη ή μη ικανότητας του υπογράφοντος τη σχετική εξοφλητική απόδειξη διαδίκου, αλλά δεχόμενο την ύπαρξη "άλλης αιτίας". Τούτο όμως, η ύπαρξη δηλαδή άλλου λόγου, μη κατανομαζόμενου, στέρησε την απόφαση αυτή της νόμιμης και σαφούς αιτιολογίας, εφ'οσον δεν μπορεί να κριθεί, ποιος ήταν ο λόγος αυτός, τι αφορούσε, ούτε και γιατί ακριβώς η καταβολή του ποσού αυτού δεν ήγαγε στην, έστω μερική, εξόφληση του δανεισθέντος ποσού. Αν εκτιμηθεί, πως, γίνεται δεκτή η ύπαρξη άλλης, συναφούς απαίτησης (χρέους), τούτο αποτελεί αντένσταση (ΑΠ 854/2005 ΑΠ 594/1999), η οποία, όμως δεν προβλήθηκε από τους αναιρεσίβλητους. Συνακόλουθα, οι πρώτος και δεύτερος λόγος της αναίρεσης, οι οποίοι πλήττουν την παραπάνω απόφαση, για τις από το άρθρο 559 αρ. 8 και 19 πλημμέλειες, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί, στα προαναφερθέντα όρια η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας η οποία κατέθεσε προτάσεις πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 180, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 1001/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων επτακοσίων (1.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2011.

H ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ