Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on collective agreement age limit reduction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's cassation request against the Court of Appeal's decision upholding a reduction in the retirement age limit for ETE employees. The court found no violation of statutory provisions regarding collective agreements or the principle of favoring the employee, noting that newer collective agreements can modify older terms even detrimentally. Consequently, the appeal was deemed inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3 para. 1 of PD 156/1994; Article 3 of Directive 91/533; Article 680 para. 2 of the Civil Code; Article 7 para. 2 of Law 1876/1990: A collective agreement at the same level may modify the terms of an older collective agreement, even to the detriment of employees, provided the employer does not abuse their freedom to conclude such agreements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1494 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Υπάλληλος ΕΤΕ. Μείωση ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης.
Το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 του π.δ. 156/1994, 3 της οδηγίας 91/533, 680 παρ. 2 ΑΚ και 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990. Δεν διαπίστωσε, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Απαράδεκτος ο λόγος που αναφέρεται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, ότι δεν υφίσταται αυτόματη ενσωμάτωση των όρων του Κανονισμού Εργασίας στην ατομική σύμβαση εργασίας και δεν καταρτίστηκε ειδική και ρητή περί τούτου από τη συνεκτίμηση του εγγράφου και συνεπώς δεν στήριξε την κρίση του, αποκλειστικά ή προεχόντως, σ΄ αυτό. Αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, λόγος της αναιρέσεως. Το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ενσωμάτωσης των όρων της ΣΣΕ στην ατομική σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος και ο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Η επικουρική βάση της αγωγής, είναι μη νόμιμη,διότι, νόμιμα αντικαταστάθηκε με την από 5-6-2002 Ε.Σ.Σ.Ε. το άρθ. 33 του νέου Κανονισμού εργασίας και προσωπικού της εναγομένης.
Αριθμός 1494/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τριβουρέα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1433/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3058/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-10-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 8-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 2 παρ.1. και 21 παρ. 1, 2 του Ν. 3239/1955, που ίσχυε πριν από το Ν 1876/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος, προκύπτει ότι περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων είναι η ρύθμιση των όρων, των συνθηκών και της αμοιβής της εργασίας των εργαζομένων. Τα θέματα των όρων και συνθηκών εργασίας ανήκουν κατά κανόνα στο νόμιμο περιεχόμενο των κανονισμών εργασίας, χωρίς να αποκλείεται κανονισμοί εργασίας να αποτελούν αυτοτελώς περιεχόμενο συλλογικών συμβάσεων.
Στην τελευταία, περίπτωση η ρύθμιση αυτή, δηλαδή, ο περιεχόμενος σε συλλογική σύμβαση κανονισμός, ανήκει στο κανονιστικό μέρος της συλλογικής συμβάσεως και επομένως έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου. Έτσι κανονισμός εργασίας, που έχει αποτελέσει περιεχόμενο ειδικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, η οποία, σύμφωνα µε το άρθρο 2 παρ. 2 του πιο πάνω νόμου κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας και δημοσιεύθηκε µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως έχει ισχύ νόμου ουσιαστικού και όχι συμβάσεως.
Οι κανονισμοί εργασίας, που καταρτίσθηκαν κατά τα παραπάνω, σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν ενιαία τάξη, ομοιομορφία και ίση μεταχείριση στην εκμετάλλευση, πράγμα, που επιτυγχάνεται µε τη ρύθμιση γενικών και αφηρημένων διατάξεων, που έχουν άμεση και αναγκαστική ενέργεια σε όλο το προσωπικό, χωρίς να απαιτείται σχετική συμφωνία των μερών.
Οι ειδικές συλλογικές συμβάσεις, αν και καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του Ν 3239/1955, υπάγονται ως προς τα αποτελέσματα τους και γενικώς την ισχύ τους στις διατάξεις του ισχύοντος ήδη νόμου 1876/1990, που είναι άμεσης εφαρμογής. Εξάλλου, και από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 6, 3 παρ. 1 γ, 5 και 8 παρ. 3 του τελευταίου αυτού νόμου ως και του άρθρου 12 του Ν 1767/1988, προκύπτει ότι, και, κατά τα νυν ισχύοντα, στο δυνατό περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ανήκει, πλην άλλων, η ρύθμιση σχετικά µε τη σύναψη, τους όρους λειτουργίας και τη λήξη των ατομικών συμβάσεων εργασίας ως και ο κανονισμός εργασίας και ότι επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση, που, σημειωτέον, εισήχθη το πρώτον µε τον παραπάνω νόμο, είναι η συλλογική σύμβαση, που καταρτίζεται μεταξύ της συνδικαλιστικής οργανώσεως της επιχειρήσεως και του εργοδότη και η ισχύς της οποίας καταλαμβάνει όλους ανεξαιρέτως τους μισθωτούς της επιχειρήσεως.
Αυτές οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις αντιστοιχούν στις ειδικές συλλογικές συμβάσεις του προϊσχύσαντος Ν 3239/1955. Περαιτέρω οι όροι εργασίας, που ρυθμίζει ειδική συλλογική σύμβαση, στην οποία περιέχεται κανονισμός, που έχει ισχύ νόμου, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη συλλογική σύμβαση του αυτού είδους και πεδίου ισχύος και συγκεκριμένα με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση.
Η νεότερη αυτή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων. Και τούτο διότι στη συσχέτιση των συλλογικών συμβάσεων, ήτοι πηγών του αυτού επιπέδου και πεδίου ισχύος, δεν ισχύει η αρχή της προστασίας, η οποία αφορά στη ρύθμιση του αυτού αντικειμένου από περισσότερες πηγές διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, οπότε η ιεραρχικά υποδεέστερη πηγή μπορεί να εξειδικεύσει και να τροποποιεί τους όρους εργασίας της ιεραρχικά ανώτερης, μόνον, όμως προς το συμφέρον των εργαζομένων, ούτε η αρχή της εύνοιας, η οποία ρυθμίζει τη σχέση συλλογικής και ατομικής συμβάσεως εργασίας, σύμφωνα με την οποία οι ευνοϊκότεροι όροι της ατομικής συμβάσεως υπερισχύουν των κανονιστικών όρων των συλλογικών συμβάσεων, αλλά ισχύει η αρχή της τάξεως(άρθρα 7,10 Ν 1876/1990).
Η αρχή της τάξεως σημαίνει ότι όταν επιχειρείται μία συλλογική σύμβαση των όρων εργασίας, η οποία σημειωτέον αποσκοπεί στην καθιέρωση τάξεως στο χώρο εργασίας, πρέπει να είναι γενική και αφηρημένη, δίκαιη και ενιαία και γι' αυτό εφαρμόζεται η διαδοχή των ρυθμίσεων, σύμφωνα με την οποία η νεότερη συλλογική σύμβαση, κατά το μέρος, που ρυθμίζει διαφορετικά το ίδιο θέμα, καταργεί την προηγούμενη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις.
Αντιθέτως αν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, τότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν µε μεταγενέστερη Σ.Σ.Ε., που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης που µε συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας.
Για να καταστούν όμως, συγκεκριμένοι όροι ΣΣΕ και όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη ΣΣΕ (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερη για τους μισθωτούς διατάξεις, αφού ρητά συμφωνήθηκε µε την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα ισχύσει η εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ (ΟΛ ΑΠ 461/1970,ΑΠ 1437/2006).
Στο περιεχόμενο των κανονισμών εργασίας ανήκει και η θέσπιση ορίου ηλικίας για την αποχώρηση των μισθωτών από την εργασία. Το όριο αυτό, όταν έχει θεσπισθεί µε συλλογική σύμβαση εργασίας, στην οποία περιέχεται κανονισμός, μπορεί να τροποποιηθεί, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, µε επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας και μάλιστα αποσπασματικά, χωρίς να είναι αναγκαία η ρύθμιση και άλλων θεμάτων, καθόσον στον κανονισμό πρέπει να γίνεται ρύθμιση, ενώ η ρύθμιση θεμάτων, που αποτελούν αντικείμενο συλλογικής συμβάσεως εργασίας, όπως και το προαναφερόμενο, υπαγόμενο στα ζητήματα τα σχετικά µε τη λήξη της συμβάσεως εργασίας (άρθρο 2 παρ. 1 , Ν 1876/1990), μπορεί να γίνει και μεμονωμένα, αρκεί όμως να πρόκειται περί ρυθμίσεως, που θα καταλαμβάνει κατά τρόπο ενιαίο, γενικό και αφηρημένο, όλους τους μισθωτούς της επιχειρήσεως, έτσι ώστε να µη δημιουργούνται προβλήματα άνισης μεταχείρισης και καταχρήσεως.
Περαιτέρω προς εναρμόνιση της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας µε την οδηγία 91/553 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδόθηκε το Π.δ. 156/1994, µε το οποίο επιβάλλεται σε κάθε εργοδότη η υποχρέωση να ενημερώνει τον εργαζόμενο σχετικά µε τους όρους της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης. Συγκεκριμένα σύμφωνα µε το άρθ. 2 παρ. 2 του ως άνω Π.δ.
η ενημέρωση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστο τα ακόλουθα: α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση κατοικίας του εργοδότη, γ) τη θέση ή την ειδικότητα του εργαζομένου, το βαθμό του, την κατηγορία της απασχόλησής του καθώς και το αντικείμενο της εργασίας του, δ) την ημερομηνία έναρξης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας και τη διάρκεια αυτής, αν καταρτίζεται για ορισμένο χρόνο, ε) τη διάρκεια της άδειας µε αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος, καθώς και τον τρόπο και χρόνο χορήγησης της, στ) το ύψος της αποζημίωσης που οφείλεται και τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούν εργοδότης και εργαζόμενος, σύμφωνα µε την ισχύουσα νομοθεσία, σε περίπτωση λύσεως της σύμβασης εργασίας ή της σχέσης εργασίας µε καταγγελία, ζ) τις πάσης φύσεως αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος και την περιοδικότητα καταβολής τους, η) τη διάρκεια της κανονικής ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του εργαζόμενου, θ) αναφορά της συλλογικής ρύθμισης που έχει εφαρμογή και καθορίζει τους ελάχιστους όρους αμοιβής και εργασίας του εργαζομένου.
Η πληροφόρηση για τα στοιχεία των περιπτώσεων ε, στ, ζ και η μπορεί να γίνεται και µε παραπομπή στις ισχύουσες διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας. Το παραπάνω Π.δ. δεν έχει ως σκοπό να επιβάλλει στον εργοδότη οποιουσδήποτε νέους όρους και συνθήκες εργασίας ή οποιαδήποτε μεταβολή των υφισταμένων, αλλά καθιερώνει απλά υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώσει τον εργαζόμενο για τους ισχύοντες όρους και συνθήκες εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται είτε από το νόμο είτε από την ατομική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου.
Η υποχρέωση ενημέρωσης αφορά δηλαδή την ήδη υπάρχουσα νομική κατάσταση τη σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης και δεν δημιουργεί νέα κατάσταση ή νέα συμφωνία, αφού τον εν λόγω διάταγμα δεν αποτελεί πηγή δικαίου αλλά έχει απλά ενημερωτικό χαρακτήρα. Ενόψει αυτού, χωρίς την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του π.δ. 158/1994 για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης συλλογικές ρυθμίσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ΣΣΕ που ενσωματώνει τον Οργανισμό Προσωπικού του εργοδότη και η αποδοχή τους από τον εργαζόμενο, δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους της συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού.
Με την εκτέλεση δηλαδή, εκ μέρους του εργοδότη, των όσων επιβάλλουν οι διατάξεις του π.δ.156/1994 γίνεται απλώς ενημέρωση του εργαζομένου για τους ισχύοντες όρους που διέπουν τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται ήδη από το νόμο και τη συλλογική σύμβαση και δεν επέρχεται κάποια μεταβολή στη συγκεκριμένη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας από μόνη την ενέργεια αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο ενάγων ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1946 προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 19-10-1964, µε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και υπηρέτησε σ' αυτή ως υπάλληλος του Κλάδου Κυρίου Προσωπικού και εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του Διευθυντή, αποχώρησε δε από την υπηρεσία του στις 1-1-2005.
Οι εργασιακές σχέσεις του ρυθμίζονταν αρχικά από τον Οργανισμό Υπηρεσίας της εναγομένης που καταρτίστηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της, και κυρώθηκε µε το Β.Δ. της 17/26-9-1953, κατ' εφαρμογή του άρθ. 1 του ν.δ. 2510/1053, δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και είχε ισχύ νόμου. Με το άρθρο 26 του ως άνω Οργανισμού προβλεπόταν η αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής του σχέσης µε τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του και επομένως θα αποχωρούσε από την υπηρεσία του την 1-1-2009.
Ως εκ τούτου, εφόσον δηλαδή προβλεπόταν η αυτοδίκαιη αποχώρησή του από την υπηρεσία, λόγω συμπλήρωσης του καθοριζόμενου ορίου ηλικίας, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος όπως και των άλλων υπαλλήλων της εναγομένης, ήταν ορισμένου χρόνου. Ο παραπάνω Οργανισμός Υπηρεσίας της εναγομένης καταργήθηκε αναδρομικά από 12-3-2001 σύμφωνα µε το άρθρ. 46 παρ. 2 του ν. 2956/2001, οπότε άρχισε να ισχύει ο νέος Κανονισμός εργασίας και προσωπικού της τράπεζας, ο οποίος καταρτίστηκε σύμφωνα µε τις διατάξεις του ν. 1876/1990 µε την από 9-3-2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, συνήφθη δε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και της συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Ε.Τ.Ε.
και κατατέθηκε νομίμως στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας µε αριθμό 5/12-3-2001 και ως εκ τούτου έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθ. 2 παρ. 6, 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του ν. 1876/1990). Με το άρθ. 33 του ως άνω νέου Κανονισμού εργασίας της εναγομένης, ορίστηκε και πάλι ότι σε κάθε περίπτωση η λύση της σύμβασης εργασίας του προσωπικού της Τράπεζας επέρχεται αυτοδίκαια µε τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας.
Επακολούθησε όμως η από 5-6-2002 Ε.Σ.Σ.Ε., που καταρτίστηκε νόμιμα μεταξύ της εναγομένης και του ως άνω Συλλόγου Υπαλλήλων της Ε.Τ.Ε. και κατατέθηκε στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας στις 7-6-2002 µε αριθμό 12/7-6-2002 µε την οποία τροποποιήθηκε το ανωτέρω άρθ. 33 του νέου Κανονισμού στο οποίο σχετικά µε τη λύση της εργασιακής σχέσεως των υπαλλήλων της τράπεζας, ορίζεται πλέον ότι "Σε κάθε περίπτωση η λύση επέρχεται αυτοδικαίως µε τη συμπλήρωση του 58°U έτους της ηλικίας και 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας.
Σε περίπτωση κατά την οποία ο καταλαμβανόμενος από το όριο ηλικίας των 58 ετών δεν συμπληρώνει 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας, τότε η σύμβαση δεν λύνεται και παρατείνεται μέχρι τη συμπλήρωση 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας, µε ανώτατο χρονικό όριο στην περίπτωση αυτή τη συμπλήρωση από τον υπάλληλο του 62ου έτους της ηλικίας του ...
Όσοι διατηρούνται στην υπηρεσία μετά τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας τους παραμένουν εκτός του προβλεπόμενου από τον παρόντα Κανονισμού αριθμού οργανικών θέσεων". Με βάση τη νέα αυτή ρύθμιση, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος έληγε αυτοδικαίως την 1-1-2005, αφού τότε είχε συμπληρώσει το 58° έτος της ηλικίας και 39 έτη συντάξιμης υπηρεσίας.
Ότι στο περιεχόμενο της επιχειρησιακής ΣΣΕ είναι δυνατόν να περιλαμβάνεται και ο κανονισμός εργασίας (άρθ. 2 παρ. 6 του v. 1876/1990) και επομένως μετά την ισχύ του ως άνω νόμου, είναι αναμφισβήτητο ότι µε ΣΣΕ και κυρίως επιχειρησιακή ΣΣΕ, μπορεί να καταρτίζεται ο κανονισμός εργασίας του προσωπικού μιας επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως.
Επομένως, εγκύρως µε την από 5-6-2002 ΕΣΣΕ, αντικαταστάθηκε το άρθ. 33 του νέου Κανονισμού εργασίας και προσωπικού της εναγομένης, ο οποίος καταρτίστηκε µε την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ και μειώθηκε το προβλεπόμενο όριο ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης από 62ο έτος στο 58ο έτος.
Ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο συγκεκριμένος κανονιστικός όρος του άρθ. 26 του προϊσχύσαντος Οργανισμού Υπηρεσίας της εναγομένης ή του άρθ. 33 του νέου Κανονισμού, που καταρτίστηκε µε την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ, µε τους οποίους οριζόταν ως όριο της αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων της εναγομένης τράπεζας στο 62ο έτος της ηλικίας τους, είχαν καταστεί και όροι της ατομικής συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος.
Ειδικότερα, όσον αφορά τον προϊσχύσαντα Οργανισμό Υπηρεσίας, δεν αποδείχθηκε ότι στην αρχική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος υπήρξε ειδική συμφωνία μεταξύ αυτού και της εναγομένης για ενσωμάτωση των κανονιστικών όρων του στην ατομική σύμβαση εργασίας του, ούτε και αργότερα καταρτίστηκε μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων μερών, άλλη ατομική, γραπτή ή προφορική σύμβαση µε παρόμοιο περιεχόμενο.
Ο ισχυρισμός του ότι ο όρος του προϊσχύσαντος Οργανισμού περί αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής του σχέσης µε τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του, κατέστη και όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του µε τη γνωστοποίηση σ' αυτόν από την εναγόμενη µε το από 6-2-1998 έγγραφό της, των ουσιωδών όρων της ατομικής σύμβασης του, σύμφωνα µε το π.δ. 156/1994 και την αποδοχή εκ μέρους του των πιο πάνω όρων, στους οποίους περιλαμβανόταν και η διάρκεια της ορισμένου χρόνου σύμβασης του, µε τη ρητή παραπομπή στο άρθ. 26 του παραπάνω προϊσχύσαντος Οργανισμού είναι αβάσιμος, διότι, αν δεν υφίσταται αυτόματη ενσωμάτωση των όρων του Κανονισμού Εργασίας στην ατομική σύμβαση εργασίας ή αν δεν υφίσταται ειδική και ρητή συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, µε την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή σε συγκεκριμένο Κανονισμό Εργασίας ή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζόμενου, κατά τις διατάξεις του π.δ. 156/1994 για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης ρυθμίσεις και η αποδοχή αυτών δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους του ισχύοντος Κανονισμού Εργασίας ή συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού.
Εξάλλου ούτε ο όρος 33 του νέου Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης που καταρτίστηκε µε την από 9-3-2001 Ε.Σ.Σ.Ε. κατέστη όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, αφού οι κανονιστικές διατάξεις του καταρτισθέντος µε Συλλογική Σύμβαση Κανονισμού δεν ενσωματώνονται εκ του νόμου σ' αυτή αλλά επενεργούν, όπως αναφέρθηκε, έξωθεν έχοντας άμεση και αναγκαστική ισχύ επί των ατομικών συμβάσεων εργασίας, ενώ δεν αποδείχθηκε και η ύπαρξη σχετικής ειδικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων.
Επομένως μετά την ως άνω αντικατάσταση του άρθρου 33 του Κανονισμού της εναγομένης έπαυσε η ισχύς του σχετικού κανονιστικού όρου, που καθόριζε ως όριο της αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης εργασίας των υπαλλήλων της τράπεζας το 62° έτος της ηλικίας τους και η ατομική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, εφόσον δεν είχε ειδικά συμφωνηθεί η λύση αυτής µε τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του, καταλήφθηκε πλέον από τη νέα ρύθμιση της από 5-6-2002 Ε.Σ.Σ.Ε.
µε την οποία το ανωτέρω όριο μειώθηκε στο 58ο έτος και συνεπώς νομίμως ο ενάγων αποχώρησε από την υπηρεσία του με τη συμπλήρωση του ως άνω ορίου της ηλικίας του. Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1 του π.δ 156/1994, 3 της οδηγίας 91/533,680 παρ.2 ΑΚ και 7 παρ.2 του Ν 1876/1990 και συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο, περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, κατά την ερμηνεία της από 6-2-1998 έγγραφης γνωστοποίησης και αποδοχής όρων, χαρακτηρίζοντας την ως απλή έγγραφη ενημέρωση, αν και στην πραγματικότητα πρόκειται για ειδική συμφωνία των διαδίκων, με την οποία ενσωματώνονται στην ατομική σύμβαση εργασίας συγκεκριμένοι κανονιστικοί όροι, αναφερόμενοι στο όριο ηλικίας αποχώρησης του από την υπηρεσία της αναιρεσίβλητης, πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε μη συντρέχουσα προϋπόθεση, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των προσώπων (διαδίκων), που περιέχονται στην προαναφερθείσα έγγραφη γνωστοποίηση και δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, οι οποίοι κατά συνέπεια δεν είχαν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι πρόκειται για απλή ενημέρωση του αναιρεσίβλητου, ως προς τους όρους παροχής της εργασίας του, δίχως μάλιστα να προβεί στην ερμηνεία του με βάση τις παραπάνω διατάξεις, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.20 του ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικά ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, δέχθηκε γεγονότα καταδήλως διαφορετικά από εκείνα που προκύπτουν από το έγγραφο.
Παραμόρφωση με την έννοια αυτή είναι και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου ή ακόμη και μία λέξη τούτου, υπό την προϋπόθεση ότι το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για το αποδεικτέο γεγονός. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, ότι δεν υφίσταται αυτόματη ενσωμάτωση των όρων του Κανονισμού Εργασίας στην ατομική σύμβαση εργασίας και δεν καταρτίστηκε ειδική και ρητή περί τούτου συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, συνεκτίμησε και το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, (γνωστοποίησης ουσιωδών όρων εργασίας), δεχθέν μάλιστα ότι "μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του π.δ 156/1994 για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης ρυθμίσεις και η αποδοχή αυτών δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους του ισχύοντος Κανονισμού Εργασίας ή συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης εργασίας του μισθωτού" και συνεπώς δεν στήριξε την κρίση του, αποκλειστικά ή προεχόντως, σ' αυτό.
Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο περί του αντιθέτου, τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά την έννοια του άρθρου 559. Αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων(άρθ. 661παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του π.δ. 156/1994, για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης συλλογικές ρυθμίσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ΣΣΕ που ενσωματώνει τον Οργανισμό Προσωπικού του εργοδότη, και η αποδοχή τους από τον εργαζόμενο δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους της συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού, στη συνέχεια δε δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε και η ύπαρξη ειδικής συμφωνίας των διαδίκων.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ενσωμάτωσης των όρων της ΣΣΕ στην ατομική σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος. Η αιτίαση του αναιρεσέιοντος ότι οι κρίσεις του Εφετείου 1) της μη ύπαρξης ειδικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για την ισχύ των συγκεκριμένων συλλογικών ρυθμίσεων και 2) της αποδοχής των ρυθμίσεων αυτών, είναι αντιφατικές είναι αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο σαφώς δέχεται ότι η αποδοχή των όρων αναφέρεται στους ισχύοντες, γενικά, για όλους τους εργαζόμενους στην αναιρεσίβλητη κατά το χρόνο εκείνο και ότι με την αποδοχή τους από τον αναιρεσίβλητο δεν καταρτίστηκε ειδική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων τέτοια, ώστε να αποτελούν όρους και της ατομικής συμβάσεως εργασίας του.
Συνεπώς ο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών του, που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το ΝΔ 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων "πάν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων." Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και δη οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς και μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά(ΟΛ ΑΠ 40/1998).
Τέτοιες είναι, κατά το Ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις εργατικού δικαίου, τα δικαιώματα και οι απαιτήσεις ιδιωτικού δικαίου κατά του κράτους, των Ν.Π.Δ.Δ και των κρατικών Ν.Π.Ι.Δ., ειδικότερα δε, οι απαιτήσεις από τακτικές αποδοχές (μισθοί κλπ.), που καταβάλλονται σε εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, οι οποίες δεν μπορούν να μειωθούν, παρά µόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.
Τέλος το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος που εισάγει ως νομικό κανόνα την "αρχή της αναλογικότητας", επιβάλλει σε όλα τα κρατικά όργανα, συνεπώς και τα δικαιοδοτικά, κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη τους την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκεται εκάστοτε.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, ο ενάγων µε την επικουρική βάση της αγωγής του, ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη προέβη στη μείωση του ορίου ηλικίας κατά κατάχρηση της ελευθερίας αυτής για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας του και ως εκ τούτου είναι άκυρη η απόλυση του, αφού 1) αυτή μεθόδευσε την πρόωρη λύση της συμβάσεως εργασίας του, καταστρατηγώντας τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, 2) η συγκεκριμένη ρύθμιση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον µε βάση αυτή ελάχιστοι υπάλληλοι της εναγομένης αποχώρησαν από την υπηρεσία τους, ενώ η εναγόμενη θα μπορούσε να επιτύχει την απομάκρυνση περισσοτέρων µε εθελουσία έξοδο, 3) ο παράλογος μακροοικονομικός χαρακτήρας του 58ου έτους ως ορίου ηλικίας και οι εγγενείς αδυναμίες της ρύθμισης θα οδηγήσουν σύντομα στην αντικατάστασή της και 4) η ως άνω ρύθμιση προσβάλλει, επίσης, το νόμιμο δικαίωμα προσδοκίας του για τη συνταξιοδότησή του την 1-1-2009, ακολούθως δε ζήτησε όσα σ' αυτήν ειδικότερα αναφέρονται.
Με αυτό το περιεχόμενο η ως άνω επικουρική βάση της αγωγής, µε τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά είναι µη νόμιμη, διότι, όπως αναφέρθηκε, νόμιμα και έγκυρα αντικαταστάθηκε µε την από 5-6-2002 Ε.Σ.Σ.Ε. το άρθ. 33 του νέου Κανονισμού εργασίας και προσωπικού της εναγομένης, ο οποίος καταρτίστηκε µε την από 9-3-2001 Ε.Σ.Σ.Ε.
και μειώθηκε το προβλεπόμενο όριο ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης από το 62ο έτος, αφού οι όροι εργασίας που ρυθμίζει η συλλογική σύμβαση εργασίας μπορούν να τροποποιούνται με νεότερη συλλογική σύμβαση του ίδιου επιπέδου, η οποία μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης ΣΣΕ ακόμη και σε βάρος των εργαζομένων.
Το γεγονός ότι με την από 9-3-2001 Ε.Σ.Σ.Ε. ορίστηκε ως όριο για την αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης το 62ο έτος, δεν μπορεί να αποδοθεί σε μεθόδευση της εναγομένης προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ν.1876/1990 και ειδικότερα της αρχής της εύνοιας, αφού σε περίπτωση που υπήρχαν πράγματι ευνοϊκότεροι όροι στις ατομικές συμβάσεις εργασίας αυτών, αυτοί θα υπερίσχυαν των τυχόν δυσμενέστερων όρων τόσο του νέου Κανονισμού όσο και της τροποποιητικής αυτού από 5-6-2002 Ε.Σ.Σ.Ε.
Εξάλλου ενόψει του ότι η μείωση του ορίου ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης επήλθε με συλλογική σύμβαση εργασίας αλλά και της υπάρχουσας δυνατότητας η νεότερη συλλογική σύμβαση να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης, ακόμη και σε βάρος των εργαζομένων, με την ένδικη ρύθμιση, η οποία έχει γενικό και απρόσωπο χαρακτήρα, δεν παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας, ακόμη και αν πράγματι ελάχιστα άτομα αποχώρησαν με τη συγκεκριμένη ρύθμιση, δεδομένου ότι η εφαρμογή προγράμματος εθελουσίας εξόδου, που κατά τον αναιρεσείοντα όφειλε να εφαρμόσει η αναιρεσίβλητη, εναπόκειται αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη, αλλά ούτε και αποσβέστηκε περιουσιακό ενοχικό δικαίωμα του αναιρεσείοντος και ειδικότερα περιουσιακού χαρακτήρα απαίτηση αυτού, η οποία να είχε γεννηθεί κατά το Ελληνικό Δίκαιο και για την οποία να υπήρχε νόμιμη προσδοκία δικαιώματος δυναμένου να ικανοποιηθεί δικαστικά, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, νομοθετικό καθεστώς.
Επομένως η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν έγινε κατά κατάχρηση της ελευθερίας της εναγομένης για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων και έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή ,ως μη νόμιμη και κατά την επικουρική βάση της.
Συνεπώς, το Εφετείο που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1433/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του στο σύνολο της δηλαδή και κατά την επικουρική βάση της, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων, 25 παρ. 1 και 3 και 28 του Συντάγματος, 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 281 και 680 παρ. 2 του ΑΚ., και δεν άφησε αδίκαστη αίτηση, οι δε περί του αντιθέτου πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους, όπως εκτιμάται το περιεχόμενο τους, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.1 και 9 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 2-10-2008, αίτηση του αναιρεσείοντος, για αναίρεση της με αριθμό 3058/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ