Supreme Court dismisses appeal on facts and statute of limitations regarding securities fraud damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment. The court held that factual findings regarding securities fraud damages are within the trial court's exclusive domain and not subject to appellate review unless specific legal errors occurred. Furthermore, the court ruled that the five-year statute of limitations under Article 937 of the Civil Code applies to tort claims, distinct from the annual limitation for contractual securities transactions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 14 of the Code of Civil Procedure; Article 937 of the Civil Code: Factual findings on damages are not subject to appeal; the five-year limitation period for torts applies independently of annual contractual limitations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1494 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1494/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Χαράλαμπο Δημάδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Χρηματιστηριακής Εταιρίας με την επωνυμία "ΣΙΓΜΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" ήδη μετονομασθείσα σε "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Χαρούλα Απαλαγάκη.
Του αναιρεσιβλήτου : ......., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Γκότση-Μαγκουρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24.10.2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 648/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4985/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 25.08.2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 08.12.2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορικής της αιτία εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σ' αυτή και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην κρίση περί της νομικής της βασιμότητος ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και περιέχονται σ' αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως.
Κατά δε το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς των, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 111§2, 118§ 4 και 216 ΚΠολΔ το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει με ποινή απαραδέκτου, εκτός άλλων στοιχείων και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς με την πλήρη έκθεση όλων των πραγματικών γεγονότων, τα οποία είναι αναγκαία για την στήριξη του αξιουμένου δικαιώματος.
Η αναγραφή των συγκεκριμένων περιστατικών είναι απαραίτητη για να μπορέσει ο εναγόμενος να αμυνθεί, αλλά και το δικαστήριο να προβεί στον προσήκοντα υπαγωγικό συλλογισμό προς διάγνωση της διαφοράς. Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5§1 του Συντάγματος, 200, 281, 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει γενική αρχή του δικαίου ότι κάθε πράξη ή παράλειψη που ζημιώνει, δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση, εφόσον (κατά κανόνα) έγινε από πταίσμα εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, η δε πράξη ή παράλειψη έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και με το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξεως που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κανείς με τις πράξεις του από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη.
Στην αντίθετη περίπτωση δημιουργείται υποχρέωση αποζημιώσεως, έστω και αν μεταξύ του δράστου και του ζημιουμένου δεν υπάρχει συμβατικός δεσμός. Εξάλλου, υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να επιστηρίζει και αξίωση από αδικοπραξία, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον να μην ζημιώνει κανείς υπαιτίως άλλον (βλ.
ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 47/1996). Στην προκείμενη περίπτωση στην από 24.10.2002 αγωγή, όπως ορθώς εκτιμάται, υποκείμενη σε επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ), ο αναιρεσίβλητος εκθέτει τα εξής περιστατικά: Στις αρχές του έτους 2000 κατήρτισε με την εταιρεία υπό την επωνυμία "ΧΙΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος δια συγχωνεύσεως είναι η αναιρεσείουσα, σύμβαση για την παροχή διαφόρων επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου η εν λόγω εταιρεία "ΧΙΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ" να προβεί για λογαριασμό του και κατόπιν εντολών του στην αγορά "τοις μετρητοίς" και πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών.
Η εταιρεία "ΧΙΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ" προέβη στο άνοιγμα του Χρηματιστηριακού Κωδικού Αριθμού στο όνομά του που αφορούσε ένα λογαριασμό αξιών και ένα χρηματικό λογαριασμό. Για την εκτέλεση των εντολών που αφορούσε τις χρηματιστηριακές συμβάσεις, κατέβαλε στην άνω εταιρεία από 5.4.2000 μέχρι 26.4.2000 το συνολικό ποσό των 75.000.000 δραχμών.
Κατά το χρονικό διάστημα από 5.4.2000 μέχρι 16.5.2000 η εταιρεία "ΧΙΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ" προέβη σε χρηματιστηριακές συναλλαγές κατόπιν ρητής εντολής του, ήτοι σε αγορές και πωλήσεις μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, από τις οποίες προέκυψε πιστωτικό υπέρ αυτού υπόλοιπο εξ 76.184.700 δραχμών. Μέρος του ποσού αυτού εκ 13.957.236 δραχμών η πιο πάνω εταιρεία "ΧΙΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ" την 10.11.2000 το κατέθεσε σε προσωπικό τραπεζικό του λογαριασμό.
Το υπόλοιπο εξ 62.227.464 δραχμών, το κατέθεσε σε τραπεζικό του λογαριασμό REPOS προς φύλαξη, κατ' εντολή του αναιρεσιβλήτου, που αυτή τηρούσε. Περαιτέρω ο αναιρεσίβλητος στην ίδια αγωγή ιστορεί ότι εζήτησε από την ανωτέρω εταιρεία, εντολοδόχο, την προς αυτόν απόδοση του παραπάνω ποσού (62.227.464 δρχ), πλην, όμως, αυτή δεν το απέδωσε, αλλά το παρακράτησε παράνομα και το χρησιμοποίησε για δικό της λογαριασμό.
Ειδικότερα, αναφέρεται στην αγωγή, ότι με το προαναφερόμενο ποσό των 62.227.464 δραχμών η εταιρεία "ΧΙΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ" προέβη, χωρίς την εντολή του αναιρεσιβλήτου, σε χρηματιστηριακές συναλλαγές, ήτοι σε αγορές και πωλήσεις μετοχών με τιμή αγοράς μεγαλύτερη εκείνης της πωλήσεως, με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό και με ανυπόστατα δάνεια με τα οποία αυτή τον χρέωνε, να διαμορφωθεί του μήνα Νοέμβριο 2000, πιστωτικό υπέρ αυτής υπόλοιπο, ισούμενο με εκείνο του αναιρεσιβλήτου, συνυπολογιζομένων, τόκων και προμηθειών για τις εν λόγω (χωρίς εντολή) αγοραπωλησίες μετοχών.
Συναφώς προς τα ανωτέρω ο αναιρεσίβλητος εζήτησε την αναγνώριση της υπάρξεως της αξιώσεώς του κατά της αναιρεσειούσης, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της προαναφερομένης εταιρείας, να του καταβάλει τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται στην αγωγή προς αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της εντολοδόχου άνω εταιρείας κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σ' αυτά καθηκόντων, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, στηριζόμενη στην αδικοπρακτική ευθύνη της πιο πάνω δικαιοπαρόχου της αναιρεσειούσης, είναι αρκούντως ορισμένη. Ειδικότερα, δεν ήταν αναγκαία η εξειδίκευση του χρηματιστηριακών συναλλαγών, στις οποίες προέβη, άνευ δικαιώματος, η πιο πάνω εταιρεία με χρήματα του αναιρεσιβλήτου, ούτε και η εξειδίκευση των ανυποστάτων δανείων με τα οποία, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, χρεώθηκε ο αναιρεσίβλητος προς διαμόρφωση εις βάρος του ανωτέρω χρεωστικού υπολοίπου.
Αμφότερα τα εν λόγω πραγματικά στοιχεία, με βάση την αδικοπρακτική ευθύνη, εντάσσονται στα δικονομικά πλαίσια της ανεπτυγμένης αρνήσεως της αγωγής, αποτελούντα αντικείμενο ανταποδείξεως, ότι η διάθεση του ανωτέρω ποσού έγινε στα πλαίσια εκτελέσεως εντολής και δεν απετέλεσε αντικείμενο παράνομης κατακρατήσεως ή ότι έγινε συμψηφισμός με υποστατό δάνειο.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απόρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο του περί ποσοτικής αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό της αναιρεσειούσης. Με την κρίση του αυτή δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια με το να μη κηρύξει απαράδεκτο παρά το νόμο ούτε και έλαβε υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό, μη διαλαμβανόμενο στην αγωγή, προς αναπλήρωση ελλειπόντων ιστορικών στοιχείων της.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος, δια του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 11 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφασή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 12-12/95).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, ανελέγκτως, μεταξύ των άλλων και τα εξής περιστατικά: Δυνάμει της υπ1 αρ. 42-2777/2-3-2001 απόφασης του Υπουργείου Ανάπτυξης (Γενικής Γραμματείας Εμπορίου) εγκρίθηκε η συγχώνευση της. ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας και μέλους του Χ.Α.Α.
με την επωνυμία "ΧΙΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡίΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δη, με την απορρόφηση αυτής στην ήδη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ("ΣΙΓΜΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ (ΕΠΕΥ)"), που αποφασίστηκε, (με τις από ..... αποφάσεις των Γενικών Συνελεύσεων των μετόχων τους (και την υπ' αρ. .....
πράξη του Συμβ/φου Πειραιά Στέφανου Βασιλάκη) και καταχωρίστηκε (η εγκριτική απόφαση, μετά και τη δημοσίευση της στο οικείο ΦΕΚ) στο ΜΗΤΡΩΟ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ (Μ.Α.Ε.) του Υπουργείου Ανάπτυξης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 69-77 του Κ.Ν. 2190/1990 και των άρθρων 1-5 του Ν. 2166/1993. Εντεύθεν δε, υποκαταστάθηκε στη θέση της πρώτης των ως άνω εταιριών, η δεύτερη ΕΠΕΥ (ήδη εναγόμενη), ως (οιονεί) καθολική διάδοχος της.
Άλλωστε, περί τούτου, παραδέχεται και ομολογεί και ή ίδια η εναγομένη ΕΠΕΥ, Στις 2-3-2000 η "ΧΙΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Ανώνυμος Εταιρεία" (εφεξής χάριν συντομίας αποκαλούμενη ως Εταιρία) με γραπτή, διαρκούς χαρακτήρας, σύμβαση, που συνήψε με τον ενάγοντα, ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι αμοιβής (προμήθειάς) της να του παρέχει διάφορες επενδυτικές υπηρεσίες, συνιστάμενες αποκλειστικά σε (3) τριών ειδών τοιούτες, μεταξύ των οποίων, οι ενδιαφέρουσες, για την υπόθεση είναι, η λήψη και η αποδοχή εντολών του εναγομένου ως πελάτη της, για την αγοραπωλησία μετοχών, για λογαριασμό του, χρηματιστηριακούς, τοις μετρητοίς, μετοχών, ομολόγων και ομολόγων, διαφόρων εκδοτών και εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, εισηγμένων και ελεύθερα διαπραγματευόμενων στο Χ.Α.Α, (και σε οποιαδήποτε άλλη αγορά) και την εν συνεχεία, από την εταιρία, εκτέλεση τους ή ττεραπέρω διαβίβαση τους προς εκτέλεση {βλ.
στο άρθρο- 1 παρ.1 της έγγραφης αυτής σύμβασης, που στη χρηματιστηριακή πρακτική αποκαλείται και ως σύμβαση "πλαίσιο"). Με το άρθρο 2 της έγγραφης αυτής σύμβασης "πλαίσιο" (και με τον τίτλο "ΤΥΠΟΣ ΕΝΤΟΛΩΝ") συμφώνησαν οι ανωτέρω ότι ,"οι εντολές του ΠΕΛΑΤΗ προς την ΕΤΑΙΡΕΙΑ δίνονται , είτε εγγράφως, νοουμένου και του τηλεομοιοτυπικού μηνύματος (FAX), είτε προφορικώς και μέσω τηλεφώνου, μόνον κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ, Ρητά συμφωνείται ότι.
η ΕΤΑΙΡΕIΑ, προς απόδειξη του περιεχομένου των εντολών και γενικά των συμφωνιών της με τον ΠΕΛΑΤΗ δικαιούται και εξουσιοδοτείται, με το παρόν, από τον ΠΕΛΑΤΗ να προβαίνει σε μαγνητοφώνηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων μαζί του. Οι μαγνητοταινίες που καταγράφουν τις τηλεφωνικές εντολές του ΠΕΛΑΤΗ, τα έγγραφα που αποστέλλονται στην ΕΤΑΙΡΕΙΑ, καθώς και τα τηλεμοιοτυπικά μηνύματα (FAX), συμφωνείται ότι αποτελούν την πλήρη απόδειξη απέναντι στον ΠΕΛΑΤΗ, για την εντολή του προς την ΕΤΑΙΡΕΙΑ και το περιεχόμενο της και μπορούν να τύχουν δικαστικής επίκλησης.
Εξαιρετικά όμως οι εντολές του ΠΕΛΑΤΗ προς την ΕΤΑΙΡΕΙΑ, που αφορούν πράξεις επί μετοχών εκδόσεως της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ πρέπει να είναι πάντοτε γραπτές και να υποβάλλονται τον τύπο που καθορίζει ο νόμος" (βλ. στο άρθρο 2 παρ. 6,7 της σύμβασης αυτής). Περαιτέρω με την από 22-3-2000 έγγραφη εξουσιοδότησή του, προς την μη διάδικο, Ανώνυμη Εταιρία Λήψεως και Διαβιβάσεως Εντολών (ΑΕΛΔΕ), με την επωνυμία "PRIVATE DEALERS ΑΕΛΔΕ", συμφώνησε ο ενάγων, όπως, ενεργώντας αυτή (η ΑΕΛΔΕ), για λογαριασμό του, διαβίβαζα, με οποιονδήποτε τρόπο, προφορικώς, γραπτώς, τηλεφωνικώς ή με FAX, προς την "ΧΙΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡ1ΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (δηλαδή προς την δικαιοπάροχο της ήδη εναγόμενης, εταιρίας) εντολές, για κατάρτιση συναλλαγών (αγορών ή πωλήσεων), σε κινητές αξίες, εισηγμένες στο ΧΑΑ κλπ., τις οποίες θα δίδει στην εξουσιοδοτημένη, με οποιονδήποτε τρόπο" προφορικώς ή γραπτώς και ότι, αναγνωρίζει όλες τις εντολές που διαβιβάζει για λογαριασμό του η εξουσιοδοτημένη, προς την εταιρία (ΑΧΕ), ως έγκυρες ισχυρές και απρόσβλητες, υπό την προϋπόθεση ότι, δεν θα έχει προβάλει εγγράφως αντιρρήσεις εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών από τη διενέργεια της χρηματιστηριακής συναλλαγής (βλ.
την ως άνω εξουσιοδότηση). Στη συνέχεια, ο ενάγων κατέθεσε στην εταιρεία αυτήν (ΑΧΕ) τα εξής ποσά σε δραχμές: α) Στις 5-4-2000 το ποσό των 10.000.000 β) Στις 6-4-2000 το ποσό των 15.000.000 γ) Στις 7-4-2000 το ποσό 15.000,000 δ) Στις 12-4-2000 το ποσό των 15.000.000 και ε) Στις 26-4-2000 το ποσό των 20.000.000. Ήτοι, συνολικά της κατέθεσε το ποσό των 75.000.000 δρχ.
Ακολούθως, από τις 5-4-2000, μέχρι και τις 20-4-2000 ο ενάγων, με ισάριθμες" όπως, πιο κάτω, χρηματιστηριακές παραγγελίες (εντολές) του, προς την εταιρία (ΧΙΟΣ ΑΧΕ), της ζήτησε και αυτή αποδέχτηκε, την εκτέλεση στο ΧΑΑ, χρηματιστηριακώς, αγοράς, στην αρχή, και πώλησης, αργότερα, διαφόρων μετοχών, εισηγμένων στο ΧΑΑ και διαπραγματευόμενων σ' αυτό, στο όνομα της μεν αλλά για δικό του λογαριασμό.
Ειδικότερα, όπως, για τούτο παραδέχονται και συνομολογούν αμφότεροι οι διάδικοι, κατόπιν εντολών του ενάγοντος, η εταιρία (ΑΧΕ ΧΙΟΣ), έχοντας υπό παρακατάθεση στα χέρια της το ανώτερο ποσό, που της παρακατέθεσε, ο ίδιος, ο ενάγων, αγόρασε κατόπιν εντολών αυτού, που τις αποδέχτηκε, όπως και κατά τούτο μάλιστα, δεν αμφισβητείται από κανένα διάδικο, για λογαριασμό αυτού,τις εισηγμένες στο ΧΑΑ μετοχές των εταιριών, ...., ...., ...., ......, ......, συνολικών ποσών αγοράς τους (σε δραχμές, 3,880.000, 3.980.000, 4.100.000, 1.185.000, 4.820,000 7,800.000 2.854.400, 2.240.000, 1.612.800, 7.824.000, 14,790,000" 4.942.000, 2.145.000, 1.815.000, 6.490.000, 3.500.000 και 785.000 (για όλες αυτές) όπως - κατά τούτο επαναλαμβάνεται-παραδέχεται, δεν αμφισβητεί και ομολογεί και η εναγόμενη.
Τις εν λόγω μετοχές η εταιρία (ΧΙΟΣ ΑΧΕ) τις πώλησε, κατόπιν ισαρίθμων εντολών του ενάγοντος, στις 11-5-2000, 12-5-2000, 16-5-2000, 11-5-2000, 11-5-2000, 16-5-2000, 22-5-2000" 22-5-2000, 15-5-2000, 5-5-2000, 15-5-2000, 14-4-2000, 12-5-2000, 2-5-2000, 9-5-2000 και 10-5-2000 - εκτελώντας δηλαδή τις εντολές του ενάγοντος-και δη, των εισηγμένων μετοχών των εταιριών, "....", ".....", "....", ".....", "....του συνολικού, όλων αυτών, ποσού, των 74.660.600 δρχ, όπως και ως προς τούτο άλλωστε, δεν αμφισβητεί, αλλά παραδέχεται και ομολογεί και η εναγόμενη.
Έτσι, λοιπόν, όπως ωσαύτως δεν αμφισβητεί, και ως προς τούτο, η εναγόμενη, από την αγορά, ως άνω και την πώληση των ως είρηται μετοχών, εισέπραξε τελικώς ο ενάγων, το συνολικό ποσό, των 74.660,600 δρχ, Στη συνέχεια, όπως επίσης δεν αμφισβητείται αλλά ομολογείται και από την εναγόμενη, και από άλλες αγορές μετοχών των εισηγμένων εταιριών "....." και "....." και αντίστοιχες πωλήσεις χρηματιστηριακές, ωσαύτως αποδεικνυόμενες και αυτές και κατόπιν εντολής του ενάγοντος, αυτός απεκόμισε και κέρδη συνολικού τους ύψους 1.524.100 δρχ.
Έτσι, λοιπόν, όπως και κατά τούτο ομολογείται απ' την εναγόμενη, εμμέσως πλην σαφώς, το χρηματικό κεφάλαιο του ενάγοντος διαμορφώθηκε στο ύψος (συνολικώς) των 76.184.700 δρχ, (ήτοι 74.660,600 συν 1.524.100 δρχ.). Άλλωστε, τούτο πλήρως αποδεικνύεται και από τις χρηματικές καρτέλες, που διατηρεί η εναγόμενη, και στις οποίες κατεγράφοντο, όλες οι ως είρηται αγοραπωλησίες μετοχών, κατόπιν εντολών του ενάγοντος, που τις αποδέχεται, ως προς τούτο, τουλάχιστον και η εναγόμενη.
Από το ανωτέρω αναφερόμενο ποσοστών 76,184.700 δρχ., η εταιρία (ΧΙΟΣ ΑΧΕ) , στις 10-11-2000 μετέφερε από τον "Χρηματικό Λογαριασμό" του ενάγοντος, τον οποίο η ίδια τηρούσε, σε αποκλειστικά δικό του, άλλον Τραπεζικό Λογαριασμό, το ποσό των 13.957,236 δρχ., το οποίο, του το κατέβαλε η εταιρία αυτή, όπως και ως προς τούτο, ομολογείται και από την ίδια την εναγόμενη.
Αποδεικνύεται όμως περαιτέρω, από τα ίδια τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ότι, ο ενάγων, αφήκε ως παρακατατιθέμενα στην Εταιρία (ΧΙΟΣ ΑΧΕ) ως εξής; Αφενός μεν, το ποσό των 62.227.464 δρχ. και δη στον υπάρχοντα στην εταιρεία λογαριασμό του ενάγοντος "REPOS" (ήτοι, μετά την αφαίρεση των ως άνω 13.957.236 δρχ., από το προαναφερόμενο ποσό, των 76.184.700 δρχ., ίσον 62.227.464 δρχ., υπόλοιπο) και αφετέρου και άλλες 236.800 δρχ.
από την κατάθεση στην ίδια την εταιρία (ΑΧΕ ΧΙΟΣ) του ίδιου του ενάγοντος, 236.800 δρχ. σε μετρητά. Έτσι, λοιπόν, στις 10-11-2000, ο ενάγων είχε, μετά την προοδευτική εξέλιξη αυτού; όπως αποδεικνύεται από τον προσκομιζόμενο πίνακα πιστώσεων και χρεώσεων του, συνολικό πιστωτικό, υπέρ αυτού, υπόλοιπο, ύψους 62.464.264 δρχ.
Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση ότι εκτός από τις ανωτέρω αγορές και πωλήσεις μετοχών για τις οποίες μέχρι την 15.11.2000 προέκυψε πιστωτικό υπέρ του αναιρεσιβλήτου οφειλόμενο υπόλοιπο εξ 62.227.464 δρχ., καμία άλλη χρηματιστηριακή συναλλαγή δεν αποδείχθηκε ότι έγινε από την αναιρεσείουσα για λογαριασμό του και με την εντολή του, καθώς και ότι το εν λόγω οφειλόμενο σ' αυτόν χρηματικό ποσό έγινε αντικείμενο παράνομης από αυτή παρακρατήσεως, η οποία αρνήθηκε επιμόνως να του το αποδώσει μέχρι την άσκηση της αγωγής, παρόλο που και η σύμβαση "πλαίσιο" για την παροχή επενδυτικών ευκαιριών είχε λήξει λόγω της παντελούς διαρρήξεως των σχέσεων του αναιρεσιβλήτου και της δικαιοπαρόχου της αναιρεσειούσης ΧΙΟΣ ΑΧΕ.
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης στο πρόσωπο της αναιρεσειούσης εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των αρμοδίων οργάνων της κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σ' αυτά καθηκόντων, συνισταμένης στη παράνομη παρακράτηση χρηματικού ποσού, ανήκοντος στον αναιρεσίβλητο, αποτελούντος το πιστωτικό υπέρ αυτού υπόλοιπο από την αγορά και πώληση μετοχών που έγιναν από την αναιρεσείουσα με την ρητή εντολή του.
Υπό τις ανωτέρω πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις καλύπτονται όλα τα στοιχεία του πραγματικού των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου που θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσειούσης κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σ' αυτά καθηκόντων και τον αιτιώδη σύνδεσμο της συμπεριφοράς αυτής με την επελθούσα στον αναιρεσίβλητο ζημία.
Ειδικότερα: 1)Εμπεριέχονται στην απόφαση με σαφήνεια τα στοιχεία που θεμελιώνουν, αυτοτελώς, την αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσειούσης, ανεξαρτήτως της υποκειμένης εννόμου συμβατικής σχέσεως, αφού η άνευ δικαιώματος παρακράτηση του ανωτέρω χρηματικού ποσού ανήκοντος στον αναιρεσίβλητο, συνιστά, καθεαυτή, παράνομη πράξη αποδοκιμαζομένη από την έννομη τάξη. 2) Στην προσβαλλομένη απόφαση δεν εμπεριέχεται καμία ενδοιαστική διατύπωση, υποδηλούσα, αμέσως ή εμμέσως, αμφιβολία του δικαστηρίου περί της ουσιαστικής ορθότητος του προδιαληφθέντος αποδεικτικού πορίσματος. 3) Δεν εμπεριέχει αντίφαση η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι το παρακατατεθέν πιο πάνω ποσό προοριζόταν για μελλοντική υπέρ του αναιρεσιβλήτου χρηματιστηριακή επένδυση, κατόπιν εντολής του, ενώ παράλληλα γίνεται δεκτό ότι η σύμβαση παροχής μελλοντικών χρηματιστηριακών συναλλαγών είχε λήξει.
Τούτο δε γιατί η αναφορά αυτή της αποφάσεως γίνεται προς υποδήλωση της αθέμιτης συμπεριφοράς των οργάνων της αναιρεσειούσης, που παρακράτησαν το ποσό της παρακαταθέσεως, προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν για σκοπό εκτός των συμβατικών πλαισίων προς βλάβη των εννόμως προστατευομένων περιουσιακών συμφερόντων του αναιρεσιβλήτου. 4) Δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης η εξειδίκευση και λεπτομερής παράθεση των αθεμίτων χρηματιστηριακών συναλλαγών, στις οποίες προέβη η αναιρεσείουσα με χρήματα του αναιρεσιβλήτου χωρίς την εντολή του.
Μια τέτοια παράθεση δεν ήταν αναγκαία ούτε για τον προσδιορισμό του χρόνου ενάρξεως της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ, αφού, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η παράνομη κατακράτηση των χρημάτων του αναιρεσιβλήτου έλαβε χώρα τον μήνα Νοέμβριο 2000. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος υπό τους αριθμούς 1,2,3,4,5 και 6, δια του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια για έλλειψη νομίμου βάσεως (αριθμ. 19 άρθρο 559 ΑΚ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά τη κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο, λόγω της αδικοπραξίας, και εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκ 14.673, 51 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της προσβολής, που υπέστη ο αναιρεσίβλητος από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεώς της, όπως αυτές διαλαμβάνονται στις αιτιολογίες της, τον βαθμού του πταίσματος των οργάνων της δικαιοπαρόχου της αναιρεσειούσης, την περουσιακή, οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και ο πρώτος κατά τον αριθμό 7 λόγος αναιρέσεως, δια του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια για έλλειψη νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αριθ. 19) ως προς το κεφάλαιο αυτό, είναι αβάσιμος.
ΙV. Επί συρροής ενδοσυμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης, υπάρχουν δύο αξιώσεις που τείνουν στην πραγμάτωση του ίδιου οικονομικού σκοπού, η δε παραγραφή της εκ της συμβάσεως αξιώσεως δεν επηρεάζει την αξίωση εκ της αδικοπραξίας, υποκείμενη στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. (ΟλΑΠ 967/1973). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 15§6 του Ν. 3632/1928 "κάθε αξίωση που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή, παραγράφεται μετά παρόδου έτους κατά το οποίο έχει συναφθεί η συναλλαγή".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στην θεσπιζόμενη μ' αυτή ετήσια παραγραφή υπόκειται μόνο η εκ της συμβάσεως χρηματιστηριακής συναλλαγής πηγάζουσα αξίωση, όχι όμως και η εκ της αδικοπραξίας αξίωση, που τελέσθηκε στα πλαίσια της λειτουργίας της εν λόγω συμβάσεως και με αφορμή αυτή, αφού η εν λόγω αξίωση υπόκειται σε αυτοτελή νομική αξιολόγηση όσον αφορά το χρόνο της παραγραφής.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 937 ΑΚ με την παραδοχή ότι δεν υπόκειται αξίωση από σύμβαση αλλά από αδικοπραξία, τελεσθείσα το έτος 2000, ενώ η αγωγή ασκήθηκε το έτος 2002.
Έτσι που έκρινε ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, όσον αφορά το νομικό ζήτημα της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων και όχι εκείνη του άρθρου 15§6 του Ν.3632/1928. Επομένως, ο δεύτερος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, δια του οποίου ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι εσφαλμένως το Εφετείο δεν εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 15§6 του Ν.3632/1928 αλλά εκείνη του άρθρου 937 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.08.2005 αίτηση για αναίρεση της 4985/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκτακοσίων (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ