Legislator Case Law & Legislation
1493/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment for lack of procedural grounds and insufficient reasoning.

Case Number 1493/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by the plaintiffs against the First Instance Court's judgment regarding insurance liability for vehicle damage. The plaintiffs argued for a re-evaluation of evidence and claimed the lower court failed to provide adequate reasoning, but the Court found these grounds inadmissible under specific procedural rules. Consequently, the appeal was dismissed, the costs were transferred to the state, and the plaintiffs were ordered to pay the defendants' legal fees.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 577; Article 559; Article 6 of the ECHR; The appeal is inadmissible if the alleged defects are covered by other specific review mechanisms or if the lower court's reasoning is sufficient and non-contradictory.

Keywords

AI generated
appeal admissibility insurance liability vehicle damage free evaluation of evidence procedural defects

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 6 of the ECHR
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1493 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1493/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Π. του Β., κατοίκου ….., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι. Κ. και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θ. Ρ..

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... "..."", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. χας Ι. Μ., το γένος ..., 3) Ν. - Α. - Α. Π. του Γ., κατοίκων ... και 4) Σ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κ. Ρ., οι 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σ. Ο. και η 4η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δ. Β..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-5-2018 και 30-9-2018 αγωγές της ήδη 1ης των αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την από 7-3-2018 αγωγή των ήδη 2ης και 3ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 23-8-2018 αγωγή της ήδη 4ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2162/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 647/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 24-3-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 24-3-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2010/234/16-4-2021) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 647/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (και ειδικότερα διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 1, 6 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, αμέλεια, κατά το άρθρο 330 Α.Κ. υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018).

Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/ 2013).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/ 2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο, αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1657/2018, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ.

δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 1032/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 1, 3 περ. α' και 8 περ. α' του ν. 2696/1999 : "1. Οι σημάνσεις των οδοστρωμάτων με διαγραμμίσεις ή αναγραφή λέξεων ή απεικόνιση συμβόλων χρησιμοποιούνται για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας ή για την προειδοποίηση ή καθοδήγηση αυτών που χρησιμοποιούν οδούς είτε μόνες είτε σε συνδυασμό με πινακίδες σήμανσης ή σηματοδότες για να τονιστεί ή να διευκρινιστεί η σημασία αυτών.

Όταν χρησιμοποιούνται για ρύθμιση της στάθμευσης, σε συνδυασμό με ανάλογες πινακίδες, υπερισχύουν των πινακίδων στάθμευσης. 3. Οι κατά μήκος διαγραμμίσεις είναι: α) η αποτελούμενη από μία ή δύο συνεχείς γραμμές η οποία σημαίνει διαχωρισμό των λωρίδων αντίθετων κατευθύνσεων. 8. Στους οδηγούς των οδικών οχημάτων απαγορεύεται:

α) να διαβαίνουν την εκ μιας ή δύο συνεχών γραμμών, κατά μήκος, διαγράμμιση, καθώς και να κινούνται στην αριστερή πλευρά αυτής". Κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 : "1. Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών....". Κατά το άρθρο 16 παρ. 1 και 4 του ν. 2696/1999 : "1. Στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας.

Ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο. 4. Ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, καθώς και σε πλατείες, πεζόδρομους, πεζοδρόμια, νησίδες ασφαλείας και διαχωριστικές νησίδες ή ειδικά ερείσματα, τα οποία προορίζονται για την κυκλοφορία των πεζών, εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν".

Κατά το άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου αυτού: "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιόνων, παγετού και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό.

Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά τη διέλευσή του από στενές διόδους και αν η διασταύρωσή του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής, όταν υπάρχουν ζώα επί της οδού που παρουσιάζουν σημεία ταραχής, κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας".

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υποθέσεως από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια και γ) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 20/2005, Ολ. ΑΠ 27/1998, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1106/2020). Περαιτέρω, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

ΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της διάταξης του εδαφίου β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι, στον κανόνα αυτό των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που προσκομίστηκαν, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, γιατί στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 735/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1512/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).

Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Επομένως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 53/2021, ΑΠ 414/2019). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).

Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ( ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 647/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα : " Στις 15.07.2017 και περί ώρα 16:55 ο Ι.

Μ. οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο εκείνο ως προς την ευθύνη για τις προκαλούμενες κατά την λειτουργία του υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες προς τρίτους στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... ...", κινούνταν σύννομα με ευθεία πορεία και κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, περί τα 70 χιλιόμετρα την ώρα, επί της επαρχιακής οδού ...

με κατεύθυνση από ... προς ... κατέχοντας το μέσον περίπου και προς τα δεξιά του ρεύματος πορείας του. Στο σημείο της αυτό η επαρχιακή οδός ... είναι διπλής κατευθύνσεως με μία (1) λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και οριογραμμές στο άκρο του οδοστρώματος, διαχωρίζεται κατά μήκος του άξονα της σε δύο ρεύματα πορείας αντίθετης κατεύθυνσης με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,50 μέτρα, ήτοι 3,25 μέτρα το κάθε ρεύμα κυκλοφορίας, έρεισμα εκατέρωθεν πλάτους 0,25 μέτρων και πέραν αυτού ισόπεδους αγρούς με χώμα και αυτοφυή χόρτα, είναι οριζόντια και εκτείνεται σε ευθεία και στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ...

χαρακτηρίζεται από επικίνδυνη δεξιά στροφή, η οποία είχε σημανθεί δύο συνεχόμενες φορές με πληροφοριακή πινακίδα Π-75 που πληροφορεί τους χρήστες οδηγούς με διαδοχικά βέλη κατεύθυνσης για την επικίνδυνη καμπύλη που υπάρχει στην πορεία τους. Επικρατούσε φως ημέρας, η ορατότητα των οδηγών των οχημάτων δεν περιοριζόταν από εξωτερικά φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, η κατάσταση της οδού ήταν καλή και το οδόστρωμα της ξηρό και ασφάλτινο με καιρικές συνθήκες καλοκαιρίας, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν συχνή και των πεζών ανύπαρκτη, ενώ το όριο της ανώτατης επιτρεπόμενης ταχύτητας των επ' αυτής κινουμένων οχημάτων περιοριζόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 2696/1999 " Περί Κυρώσεως του ΚΟΚ" σε 90 χιλιόμετρα την ώρα που ισχύει για το επαρχιακό δίκτυο της Χώρας.

Κατά την ίδια χρονική στιγμή η ενάγουσα-εναγομένη Α. Π. οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο της [...],το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο εκείνο ως προς την ευθύνη για τις προκαλούμενες κατά την λειτουργία του υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες προς τρίτους στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", κινούνταν με ανεπτυγμένη για τις περιστάσεις ταχύτητα επί της ίδιας πιο πάνω οδού με αντίρροπη κατεύθυνση από εκείνη του αυτοκινήτου του Ι.

Μ., ήτοι από ... προς .... Φθάνοντας η οδηγός Α. Π. στην δεξιά κατά την πορεία της επικίνδυνη στροφή, σε απόσταση 75 περίπου μέτρων πριν από το 4° χιλιόμετρο της οδού, κατά την έξοδο της από αυτήν, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, το οποίο εκτράπηκε της πορείας του παρεκκλίνοντας προς τα αριστερά και, αφού παραβίασε την υφιστάμενη επί του οδοστρώματος διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, εισήλθε αιφνιδιαστικά και ανέλεγκτα στο αντίθετο της πορείας της ρεύμα κυκλοφορίας όπου κινούνταν σύννομα το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ι.

Μ. με αποτέλεσμα να συναντηθούν τα δύο οχήματα εντός του ρεύματος κυκλοφορίας της επαρχιακής οδού προς ... όπου και εντοπίζεται το σημείο σύγκρουσης και εκεί να συγκρουσθούν με σφοδρότητα μετωπικά, έκκεντρα και υπό γωνία τα δύο οχήματα, καθώς το αυτοκίνητο της Α. Π. επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο και εμπρόσθιο αριστερό του μέρος στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του Ι.

Μ.. Το τελευταίο εκτράπηκε της πορείας του μετά τη σύγκρουση και λόγω της γωνίας πρόσκρουσης, της θέσεως και της ταυτόχρονης αναγκαστικής (λόγω της προσκρούσεως) πορείας του αυτοκινήτου της Α. Π. κατευθύνθηκε εκτιναζόμενο προς τα πίσω σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης και δεξιά σε σχέση με την πορεία του και αφού εξήλθε του οδοστρώματος με ολόκληρο τον όγκο του, ακινητοποιήθηκε περιστρεφόμενο σε παρακείμενο αγρό που υπήρχε δεξιά του έχοντας λάβει κάθετη θέση μέσα στον αγρό με μέτωπο προς ...

και σε απόσταση πέντε μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, ενώ το αυτοκίνητο της Α. Π., αφού περιστράφηκε από την αρχική του κατεύθυνση έως την τελική του θέση δίπλα στα θραύσματα, ακινητοποιήθηκε μετά το σημείο σύγκρουσης με μέτωπο προς το ρεύμα κυκλοφορίας προς ... καταλαμβάνοντας διαγωνίως ολόκληρο το ρεύμα αυτό με τον οπίσθιο δεξιό τροχό του να βρίσκεται σχεδόν έξω από το δεξιό έρεισμα της οδού στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ...

και σε απόσταση πέντε (5) μέτρων από τον εμπρόσθιο δεξιό τροχό του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου του Ι. Μ. και το υπόλοιπο αμάξωμα του να βρίσκεται στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ... όπου κινούνταν ο Ι. Μ. έχοντας μέτωπο προς .... Το σημείο της συγκρούσεως, το οποίο συμπορεύεται προς την λογική πορεία των πραγμάτων, τις διδαχές της κοινής πείρας, τις επιφάνειες που συγκρούσθηκαν τα δύο οχήματα και την τελική τους θέση μετά τη σύγκρουση, αλλά και από τα θραύσματα γυαλιών και πλαστικών εξαρτημάτων, τις αποξέσεις και χαραγές, τα λάδια και τα νερά που ανευρέθηκαν στον τόπο του ατυχήματος, εντοπίζεται στο αριστερό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας προς ..., όπου συναντήθηκαν τα δύο οχήματα, καθ' ον χρόνο ο οδηγός Ι.

Μ. οδηγούσε κινούμενος στο ευθύγραμμο τμήμα της οδού στο ρεύμα κυκλοφορίας του, ενώ οι εμπλεκόμενες -κατά την εξέλιξη της σύγκρουσης- επιφάνειες των δύο οχημάτων, όπως καταγράφεται στην έκθεση αυτοψίας και σύμφωνα με όσα απεικονίζονται στις προσκομισθείσες φωτογραφίες τους, επιβεβαιώνονται από τα σημεία συγκρούσεως των δύο οχημάτων, τα οποία φέρουν ειδικότερα "υλικές ζημίες στο έμπροσθεν και στο αριστερό τους μέρος".

Από την πιο πάνω σύγκρουση τα μεν δύο οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες υλικές ζημίες και σχεδόν καταστράφηκαν ολοσχερώς, η δε οδηγός Α. Π. τραυματίσθηκε σοβαρά, ενώ ο οδηγός Ι. Μ., ο οποίος φορούσε ζώνη ασφαλείας, τραυματίσθηκε θανάσιμα, καθώς μεταξύ άλλων υπέστη [....], ήτοι "πολλαπλές κακώσεις σώματος" εκ των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του το απόγευμα της αυτής ημέρας στο Γενικό Νοσοκομείο Ναυπλίου όπου διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ αμέσως μετά το ατύχημα.

Όλα τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τις συνθήκες του ατυχήματος, προκύπτουν από το σύνολο του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού, ενώ η κρίση του Δικαστηρίου τούτου περί των συνθηκών αυτών και την συμπεριφορά των εμπλεκομένων οδηγών διαμορφώθηκε λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες της λογικής και τις συνήθειες που επικρατούν σε παρόμοιες περιπτώσεις, κατά τις οποίες προκαλείται το προαναφερόμενο ζημιογόνο αποτέλεσμα, καθώς και από τη συνολική αξιολογική εκτίμηση όλων των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων.

Ιδία, όμως, ενισχύεται από την αξιολόγηση και εκτίμηση της συνταχθείσας στο πλαίσιο της διεξαχθείσας για το ατύχημα προανακρίσεως, από 15.07.2017, εκθέσεως αυτοψίας του Αστυνομικού Τμήματος ..., στην οποία αναφέρονται λεπτομερώς οι επικρατούσες στο σημείο οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και οι υλικές ζημίες των δύο οχημάτων, αλλά και το συνοδεύον την έκθεση αυτή, με την ίδια ημερομηνία, πρόχειρο σχεδιάγραμμα, στο οποίο απεικονίζεται ο τόπος όπου έλαβε χώρα το ατύχημα, η αρχική πιθανή πορεία και τα σημεία συγκρούσεως των δύο οχημάτων, η τελική θέση και το σημείο που αυτά είχαν καταλάβει μετά την σύγκρουση τους στον παρακείμενο αγρό το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ι.

Μ. και στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ... το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Α. Π. με το μεγαλύτερο τμήμα του εντός του ρεύματος αυτού και τον οπίσθιο δεξιό τροχό του στο δεξιό έρεισμα του ιδίου ρεύματος, καθώς και τα λοιπά ευρήματα και συγκεκριμένα: α) ίχνη από νερά και λάδια στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ... και περί τον μέσον της αριστεράς πλευράς του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου της Α.

Π., β) χαραγές, θραύσματα, χρώματα, υγρά και λάδια στην δεξιά πλευρά της οδού στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ... και ακόμη δεξιότερα στο έρεισμα του ρεύματος αυτού, θραύσματα, χρώματα, υγρά και λάδια επίσης στην δεξιά πλευρά της οδού στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ... και ακόμη δεξιότερα στο δεξιό έρεισμα του ρεύματος αυτού και γ) διάσπαρτα θραύσματα γυαλιών και πλαστικών εξαρτημάτων τόσο μπροστά από το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο της Α.

Π. επί του αριστερού τμήματος του ρεύματος κυκλοφορίας προς ... όσο και στον παρακείμενο αγρό όπου εκτινάχθηκε το αυτοκίνητο του Ι. Μ., τα οποία συναξιολογούνται και συνεκτιμώνται με τα προαναφερθέντα σε συνδυασμό με τις προσκομισθείσες φωτογραφίες των δύο οχημάτων και του τόπου του ατυχήματος, ενώ δεν εντοπίσθηκαν ίχνη τροχοπεδήσεως ούτε ίχνη πλάγιας ολίσθησης από κανένα όχημα, τα δε χώματα από σβώλους που βρέθηκαν διασκορπισμένα στο οδόστρωμα ακόμη και στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ...

εκτινάχθηκαν εκεί μετά τη σύγκρουση των δύο οχημάτων και δεν μαρτυρούν, δίχως, άλλο, ότι σύγκρουση έγινε στο ρεύμα αυτό. Όπως καταγράφεται στην "έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Δ. Λ. και του Γ. Τ., οι οποίοι διορίσθηκαν πραγματογνώμονες από το Αστυνομικό Τμήμα ... για τον τεχνικό έλεγχο των δύο οχημάτων και τα εξέτασαν στις 02.08.2017:

α) σε σχέση με το αυτοκίνητο του Ι. Μ., το αριστερό μπροστινό μέρος είχε καταστραφεί λόγω της σύγκρουσης, ο αριστερός μπροστινός τροχός είχε καταστραφεί τελείως, τα συστήματα διεύθυνσης και πέδηση είχαν καταστραφεί λόγω της σύγκρουσης, το τιμόνι είχε στρεβλώσει, οι αερόσακοι του οδηγού και του συνοδηγού είχαν ανοίξει, η ζώνη του οδηγού ήταν χαλαρωμένη που σημαίνει ότι ο οδηγός που την φορούσε, στον μπροστινό προφυλακτήρα ήταν αποτυπωμένα ίχνη ελαστικού, το παρμπρίζ είχε αποκολληθεί και θρυμματιστεί, ο ουρανός είχε παραμορφωθεί και η αριστερή πόρτα είχε παραμορφωθεί και αποκολληθεί, όπως τα ανωτέρω εμφαίνονται στις φωτογραφίες που επισυνάπτονται στην έκθεση τους και β) σε σχέση με το αυτοκίνητο της Α.

Π., το τιμόνι είχε αποκολληθεί και ο αερόσακος ήταν ανοιγμένος, ο μπροστινός αριστερός τροχός είχε καταστραφεί, η αριστερή πόρτα είχε στρεβλώσει, ο ουρανός είχε παραμορφωθεί και το αριστερό πίσω τζάμι είχε θρυμματιστεί και σπάσει, το μπροστινό παρμπρίζ είχε θρυμματιστεί και η μηχανή είχε καταστραφεί, οι αερόσακοι του οδηγού και του συνοδηγού ήταν ανοιγμένοι, αναφέροντας ότι οι βλάβες που περιγράφησαν παραπάνω προκλήθηκαν από τη σύγκρουση του αριστερού μπροστινού μέρους των δύο οχημάτων και ότι οι ίδιοι, ως επιτροπή, δεν μπορούν να αποφανθούν για τα ακριβή αίτια του ατυχήματος ως προς τα οποία θα πρέπει να ελεγχθούν τα ίχνη πέδησης των δύο οχημάτων επί του οδοστρώματος (εάν υπάρχουν) σε σύγκριση με την τελική θέση των οχημάτων προκειμένου, όπως αναγράφουν στην έκθεση τους, να εξαχθούν ακριβή συμπεράσματα για την αντίδραση ενός εκάστου των οδηγών.

Κατά την άφιξη των αστυνομικών οργάνων του Αστυνομικού Τμήματος ..., διαπιστώθηκαν οι πιο πάνω χαραγές, θραύσματα και χρώματα στο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού προς ..., καθώς και τα λοιπά πιο πάνω αναφερόμενα ευρήματα, όπως αυτά αποτυπώνονται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που μαρτυρούν ότι το αυτοκίνητο της Α.

Π. κινήθηκε προς τη διπλή διαχωριστική γραμμή, διήλθε επ' αυτής και εισήλθε στο αντίθετο της αρχικής της κατεύθυνσης ρεύμα κυκλοφορίας προς ... αφήνοντας χαραγές επί του οδοστρώματος του ρεύματος αυτού μετά τη σύγκρουση των δύο οχημάτων και πριν την ακινητοποίηση του στο ρεύμα αυτό περιστράφηκε περί τον άξονα του, αφού υπήρχε προς τούτο ο απαιτούμενος χώρος, ενόψει του μήκους του αυτοκινήτου της από 3,687 μέτρα και του πλάτους του οδοστρώματος από 6,50 μέτρα.

Τα παραπάνω όχι μόνο δεν αναιρούνται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας, αλλά αντιθέτως, επιρρωνύονται από τις από 28.07.2017 και από 14.09.2017 προανακριτικές καταθέσεις του Α. Σ.τη και του Γ. Μ. αντίστοιχα, τα ονόματα των οποίων δεν αναγράφονται μεν στην έκθεση αυτοψίας, η παρουσία τους όμως στον τόπο του ατυχήματος δεν αμφισβητείται ειδικώς, οι μαρτυρίες των οποίων συμπορεύονται με τα αντικειμενικά ευρήματα της εκθέσεως αυτοψίας, οι οποίοι καταθέτουν περί του τόπου του ατυχήματος αμέσως μετά τη σύγκρουση των δύο οχημάτων και με έκδηλη αξιοπιστία και σαφήνεια περιγράφουν πειστικά τα όσα διαδραματίσθηκαν αμέσως μετά από αυτό, έχοντας και οι δύο γνώση των εν λόγω γεγονότων.

Συγκεκριμένα, ο μεν πρώτος από αυτούς καταθέτει ότι ενώ ο ίδιος κινούνταν με το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο του επί της επαρχιακής οδού ..., επί του 4ου χιλιομέτρου αυτής, με κατεύθυνση από ... προς ..., ήτοι στο ρεύμα κυκλοφορίας όπου κινούνταν αρχικά με το αυτοκίνητο της η ενάγουσα Α. Π., είδε αρχικά ένα τουριστικό λεωφορείο σταματημένο από την αντίθετη προς αυτόν λωρίδα κυκλοφορίας και πάνω στη στροφή και πολύ κόσμο γύρω από το λεωφορείο που φώναζε βοήθεια, ότι αμέσως ακινητοποίησε το φορτηγό του ακριβώς πάνω στη στροφή στην άκρη του δρόμου από την ίδια πλευρά που κινούνταν έως τότε και τότε είδε δύο αυτοκίνητα τρακαρισμένα εκ των οποίων το ένα βρισκόταν στην αριστερή προς αυτόν λωρίδα κυκλοφορίας, πάνω στο οδόστρωμα, και το άλλο βρισκόταν δίπλα στο προαναφερόμενο όχημα, σε μικρή απόσταση από αυτό, στο χωράφι, καθώς και ότι θραύσματα των δύο οχημάτων υπήρχαν μπροστά από το πρώτο όχημα που ήταν σταθμευμένο πάνω στη λωρίδα κυκλοφορίας, αλλά και προς το χωράφι, μη γνωρίζοντας ο ίδιος από πού προέρχονται αυτά.

Ο δε δεύτερος καταθέτει ότι κατ' εκείνη την ημέρα επέβαινε σε τουριστικό λεωφορείο, το οποίο κινούνταν επί της αυτής επαρχιακής οδού ... με κατεύθυνση από ... προς ..., ήτοι στο ρεύμα κυκλοφορίας όπου κινούνταν ο οδηγός Ι. Μ. και ότι ο ίδιος, ο οποίος καθόταν στην τέταρτη σειρά καθισμάτων προς στην πλευρά του διαδρόμου, κάποια στιγμή και ενώ το λεωφορείο κινούνταν με χαμηλή ταχύτητα, αντιλήφθηκε με την άκρη του ματιού του να γίνεται μια σύγκρουση οχημάτων χωρίς να γνωρίζει την πορεία τους, και συγκεκριμένα αντιλήφθηκε ένα μπλε όχημα να βρίσκεται στον αέρα και να υπάρχει πολλή σκόνη, ότι το λεωφορείο ακινητοποιήθηκε αρκετά μέτρα πιο κάτω από το σημείο σύγκρουσης και τότε ο ίδιος και ο οδηγός του λεωφορείου κατέβηκαν και κινήθηκαν προς τον τόπο του ατυχήματος κατευθυνόμενοι αρχικά προς το μέρος του αυτοκινήτου που είχε καταλήξει στη λωρίδα όπου κινούνταν το λεωφορείο, δηλαδή με μέτωπο προς ..., η οδηγός του οποίου ήταν εγκλωβισμένη αλλά μιλούσε κανονικά και στη συνέχεια πήγαν προς το μέρος του άλλου οδηγού, ο οποίος ανάσαινε βαριά, χωρίς να αποδεικνύεται ότι οι μάρτυρες αυτοί προσδοκούν συμφέρον από την έκβαση της δίκης.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποκλειστικώς υπαίτια της ένδικης συγκρούσεως και συνακόλουθα του επελθόντος αποτελέσματος αυτής είναι η οδηγός Α. Π., η οποία δεν προείδε το αποτέλεσμα της παραπάνω συμπεριφοράς της διότι δεν κατέβαλε κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου της την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή την οποία μπορούσε, κατ' αντικειμενική κρίση, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων της και όφειλε, κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλει, όπως θα έπραττε κάθε μέσης συνέσεως οδηγός οχήματος ευρισκόμενη υπό τις ίδιες με αυτήν κυκλοφοριακές και οδικές συνθήκες και περιστάσεις και την οποία αν επεδείκνυε θα μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το ατύχημα (άρθρο 330 εδ.

β' του ΑΚ). Συγκεκριμένα διότι, αντίθετα με όσα επιβάλλουν οι κανόνες της ασφαλούς οδήγησης που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 4 παρ 2, 5 παρ. 3 περ. α' και παρ. 8 περ. (α), 12 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 4 και 19 παρ. 1 ως 3, η παραβίαση των οποίων συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν επιζήμιο αποτέλεσμα, παρότι κινούνταν σε οδό διπλής κατευθύνσεως και σε σημείο που υπήρχε προς την κατεύθυνση της επικίνδυνη δεξιόστροφη καμπύλη, ήταν δε υποχρεωμένη να οδηγεί με σύνεση έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση και ασκώντας τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου της, ώστε να είναι σε θέση να αντιληφθεί εγκαίρως τους πιθανούς κινδύνους της οδού και να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της αυτές.

Έτσι, χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή της στο οδόστρωμα οδηγούσε στην επικίνδυνη προς την κατεύθυνση της δεξιά στροφή έχοντας αναπτύξει υπερβολική για τις πιο πάνω περιστάσεις ταχύτητα, η οποία ναι μεν δεν μπορεί να διαπιστωθεί επακριβώς, υπερέβαινε όμως όχι μόνο το ανώτατο στο σημείο επιτρεπόμενο όριο των 90 χιλιομέτρων την ώρα, αλλά και το επιβαλλόμενο από τις προαναφερθείσες περιστάσεις, αυτής συναγόμενης από την σφοδρότητα της σύγκρουσης, την εκτροπή στη συνέχεια των δύο οχημάτων και την ακινητοποίηση τους πίσω από το σημείο σύγκρουσης, τις εκτεταμένες υλικές ζημίες τους που επέφεραν την ολική καταστροφή τους, τον σοβαρό τραυματισμό της ίδιας και τις θανατηφόρες σωματικές βλάβες του οδηγού Ι.

Μ., την οποία όχι μόνο δεν ρύθμισε εγκαίρως ώστε να ασκεί επί του αυτοκινήτου της τον επιβαλλόμενο έλεγχο, αλλά ούτε μείωσε αυτήν αναλόγως των επικρατουσών συνθηκών, ενόψει της υφιστάμενης στην πορεία της επικίνδυνης δεξιάς στροφής που είχε μάλιστα σημανθεί νόμιμα δύο φορές με πινακίδα Π-75, ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί, κάθε στιγμή, τους αναγκαίους χειρισμούς και να μπορεί ακόμη να διακόψει την πορεία της, αν χρειαζόταν, μπροστά από οποιοδήποτε προβλέψιμο εμπόδιο ή κίνδυνο που θα βρισκόταν στο ορατό γι' αυτήν μπροστινό σημείο της οδού.

Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς της, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, ήταν να απολέσει πλήρως τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, το οποίο εκτράπηκε της πορείας του προς τα αριστερά και παραβιάζοντας την υφιστάμενη επί του οδοστρώματος διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, την οποία απαγορευόταν να διαβεί και να κινηθεί αριστερά της, διήλθε επ' αυτής και εισήλθε στο αντίθετο προς την κατεύθυνση της ρεύμα κυκλοφορίας δίχως να ανακτήσει σε οποιοδήποτε σημείο τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, προκαλώντας έτσι την μετωπική, έκκεντρη και υπό γωνία σύγκρουση των δύο οχημάτων.

Αντιθέτως, εξ όσων αναφέρθηκαν, ουδεμία αμελή ενέργεια ή παράλειψη βαρύνει τον θανόντα οδηγό Ι. Μ. στην πρόκληση της συγκρούσεως, αφού αυτός, όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία και τα σημεία συγκρούσεως των δύο οχημάτων, τόσο πριν από τη σύγκρουση όσο και κατ' αυτήν κινούνταν εξ αρχής με σύνεση και οδηγούσε σύννομα στο οδόστρωμα στο ρεύμα κυκλοφορίας του έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και ασκώντας τον έλεγχο του αυτοκινήτου του με κανονική ευθεία πορεία και με την πιο πάνω κανονική ταχύτητα των 70 περίπου χιλιομέτρων την ώρα, η οποία όχι μόνο ήταν χαμηλότερη από το ανώτατο στο σημείο επιτρεπόμενο όριο, αλλά και δεν υπερέβαινε εκείνο που επέβαλαν οι προαναφερθείσες περιστάσεις, καθώς ο ίδιος κινούνταν στο ευθύγραμμο τμήμα της οδού.

Όση, επομένως, επιμέλεια και αν κατέβαλε δεν μπορούσε να αντιληφθεί την υπερβολική ταχύτητα που είχε αναπτύξει η οδηγός Α. Π. κινούμενη σε επικίνδυνη δεξιά στροφή και την είσοδό της στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, ούτε μπορούσε να αναμείνει και να προβλέψει την οποιαδήποτε εξέλιξη της εντελώς αιφνίδιας, απρόσμενης και παράνομης κατά τα προεκτεθέντα, για κάθε μέσης συνέσεως οδηγό, ενέργειας της πιο πάνω οδηγού να εισέλθει ανέλεγκτα στο αντίθετο της πορείας της ρεύμα κυκλοφορίας έχοντας απωλέσει πλήρως τον έλεγχο του αυτοκινήτου της.

Όταν δε αντελήφθη, την τελευταία στιγμή, το ζημιογόνο αυτοκίνητο εντελώς αιφνίδια και απρόσμενα μπροστά του στο ρεύμα κυκλοφορίας του, λόγω του αιφνιδιασμού του, παρότι ασκούσε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου του, της ιδιαίτερα μικρής αποστάσεως που χώριζε τα δύο οχήματα, το πολύ 8-10 μέτρων, και του ελάχιστου χρόνου αντιδράσεως ενός μέσου οδηγού, περί το ένα (1) δευτερόλεπτο, δεν είχε -τοπικά και χρονικά, την δυνατότητα ασφαλούς ακινητοποιήσεως του αυτοκινήτου του ή άλλης αποτελεσματικής αντιδράσεως, αφού προς τα δεξιά του δεν υπήρχε επαρκής χώρος και το πλάτος του ερείσματος ήταν μόλις 0,25 εκατοστά του μέτρου, ενώ, αντικειμενικά, ήταν αδύνατο να εκτελέσει ελιγμό προς τα αριστερά διότι προς τα εκεί αφενός θα συνέκλινε με την πορεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου της Α.

Π., αποκλείοντας έτσι για τον λόγο αυτό την δυνατότητα διαφυγής του προς τα αριστερά, και αφετέρου διότι έτσι θα εισερχόταν και ο ίδιος παρανόμως στο αντίθετο προς την κατεύθυνση του ρεύμα κυκλοφορίας της οδού όπου όμως εκεί υπήρχε συχνή κυκλοφορία οχημάτων που εμπόδιζε την περαιτέρω κίνηση του προς τα αριστερά και επομένως τέτοια κίνηση θα ενείχε οπωσδήποτε τον κίνδυνο μετωπικής συγκρούσεως του αυτοκινήτου του και με τα οχήματα αυτά.

Οι αντίθετοι προς την προαναφερθείσα κρίση του Δικαστηρίου τούτου ισχυρισμοί των εναγομένων της πρώτης και της τρίτης αγωγής και της ενάγουσας Α. Π., κατά τους οποίους ο οδηγός Ι. Μ. ήταν εκείνος που απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και έχοντας αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα εισήλθε στο αντίθετο προς την κατεύθυνση του ρεύμα κυκλοφορίας ενεργώντας μάλιστα προσπέραση αγνώστου οχήματος προκαλώντας έτσι τη σφοδρή σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων, δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι από τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν, από τα οποία αντιθέτως, αξιολογούμενα και εκτιμώμενα σε συνδυασμό μεταξύ τους, αποδείχθηκε ότι ουδέποτε το αυτοκίνητο του θανόντος εισήλθε στο αντίθετο της πορείας του ρεύμα κυκλοφορίας και ότι ουδέποτε ο θανών ενήργησε ελιγμό προσπεράσματος αγνώστου οχήματος.

Από τα σημεία εξάλλου προσκρούσεως των δύο οχημάτων αποδεικνύεται αναντίλεκτα ότι το αυτοκίνητο που εισήλθε αιφνιδίως και παρανόμως στο αντίθετο της πορείας του ρεύμα κυκλοφορίας ήταν αυτό της οδηγού Α. Π., διότι, λόγω κυρίως της ταχύτητας που η τελευταία είχε αναπτύξει, εισερχόμενο στην επικίνδυνη προς την κατεύθυνση της δεξιά στροφή κατά τη φυγόκεντρη δύναμη, η πορεία του και η ορμή του έτειναν την ώθηση του αυτοκινήτου της προς τα αριστερά.

Μάλιστα, εισερχόμενη στο αντίθετο της πορείας της ρεύμα κυκλοφορίας και με φορά προς τα αριστερά, το πρώτο σημείο πρόσκρουσης του αυτοκινήτου της ήταν το εμπρόσθιο και αριστερό, διότι αυτό προεξείχε σύμφωνα με την ορμή και την ταχύτητα που είχε αναπτύξει, όπως αποδεικνύεται ότι ήταν, ενώ το σημείο πρόσκρουσης του αυτοκινήτου του θανόντος, ο οποίος κινούνταν σύννομα στο μέσο και προς τα δεξιά του ρεύματος κυκλοφορίας του, ήταν έμπροσθεν και αριστερά.

Σε περίπτωση πάντως που το αυτοκίνητο του θανόντος είχε εισέλθει στο αντίθετο της πορείας του ρεύμα κυκλοφορίας, εύλογα προκύπτει, με βάση τις διδαχές της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, ότι το πρώτο σημείο πρόσκρουσης του αυτοκινήτου του θα ήταν το δεξιό και όχι το αριστερό, ούτε θα υπήρχαν στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας προς ...

όλα τα πιο πάνω ευρήματα και διαφορετικό θα ήταν το σημείο συγκρούσεως των δύο οχημάτων, τα οποία θα κατέληγαν αμφότερα στο ρεύμα κυκλοφορίας του αυτοκινήτου της Α. Π. και στους παρακείμενους αγρούς που υπήρχαν δεξιά της αρχικής της πορείας, ενώ και το αυτοκίνητο της δεν θα είχε καταλήξει στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ..., κατά τα προεκτεθέντα.

Τα παραπάνω στοιχεία δεν αναιρούνται ούτε από τις συνταχθείσες τεχνικές εκθέσεις ανάλυσης συνθηκών τροχαίου ατυχήματος και τις συμπληρωματικές τοιούτες των μηχανολόγων μηχανικών Ε. Κ. και Γ. Ρ., οι οποίοι εντοπίζουν το σημείο της αρχικής επαφής και της σύγκρουσης μεταξύ των οχημάτων στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ...

επί του οποίου κινούνταν η οδηγός Α. Π. και πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής του ρεύματος αυτού καθ' ον χρόνο ο οδηγός Ι. Μ. επιχείρησε, κατά τα εκτιθέμενα στις εκθέσεις αυτές, υπέρβαση προπορευόμενου οχήματος και εισήλθε στο αντίθετο της πορείας του ρεύμα κυκλοφορίας, αφού το συμπέρασμα αυτό όχι μόνον δεν επιβεβαιώνεται από τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία και συνεπώς είναι αστήρικτο, αλλά, αντιθέτως, αντικρούεται από όλα τα προεκτεθέντα.

Η δε από 13.09.2017 προανακριτική ένορκη κατάθεση του Γ. Ζ., κατά την οποία, -όταν ο ίδιος έφθασε στο σημείο του ατυχήματος κινούμενος με το υπ' αριθμόν ... τουριστικό λεωφορείο στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ... και αφού είδε ένα ακινητοποιημένο αυτοκίνητο πάνω στο οδόστρωμα με μέτωπο προς ... που το οδηγούσε μια γυναίκα και ένα αυτοκίνητο που είχε συγκρουσθεί με το προαναφερόμενο να είναι τρία με τέσσερα μέτρα μέσα στο χωράφι και στη θέση του οδηγού να είναι ένα άνδρας-, το ρεύμα κυκλοφορίας προς ...

είχε κλείσει επειδή στο ρεύμα αυτό ήταν όλα τα πλαστικά, ο προφυλακτήρας από το αυτοκίνητο που οδηγούσε η γυναίκα, πολλά πλαστικά και γυαλιά και ότι, όπως πιστεύει ο ίδιος, το αυτοκίνητο που βρέθηκε στο χωράφι βγήκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και χτύπησε το αυτοκίνητο που οδηγούσε η γυναίκα και ότι, τελικά, είναι σίγουρος ότι κάποιοι από τους επιβάτες του τουριστικού λεωφορείου που οδηγούσε όταν κατέβηκαν από το λεωφορείο μετακίνησαν τα ευρήματα από το άλλο ρεύμα κυκλοφορίας στο ρεύμα τους προς ...

για να ανοίξει ο δρόμος, δεν αρκεί για να αναιρέσει την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου τούτου. Αντικρούεται δε πλήρως, όπως εξ άλλου και οι προαναφερόμενες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των Ε. Κ. και Γ. Ρ., από τις καταθέσεις του Α. Σ. και του επιβάτη του τουριστικού λεωφορείου Γ. Μ. και επιπλέον αναιρείται από τα αντικειμενικά ευρήματα της εκθέσεως αυτοψίας, τα οποία εντοπίσθηκαν στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ...

και στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα δεν αποτυπώνονται στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ..., αλλά και από τις θέσεις που τα δύο οχήματα κατέλαβαν μετά τη σύγκρουση τους κατά τα προεκτεθέντα, ενώ και ο ίδιος ο οδηγός του τουριστικού λεωφορείου Γ. Ζ., πρώτος αυτός διέσχισε παρακάμπτοντας το ρεύμα κυκλοφορίας της οδού προς ...

που ήταν ελεύθερο ευρημάτων και προσπελάσιμο, προκειμένου να ακινητοποιήσει το λεωφορείο που οδηγούσε "αρκετά μέτρα πιο κάτω από το σημείο σύγκρουσης", όπως έκδηλα καταθέτει ο πιο πάνω επιβάτης του λεωφορείου Γ. Μ., το οποίο τελικά, σε σχέση με την πορεία του φορτηγού αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Α. Σ. με κατεύθυνση προς ..., ήταν ως προς τον τελευταίο οδηγό "σταματημένο από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και πάνω στη στροφή", δηλαδή στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ...

και μετά το σημείο συγκρούσεως των δύο οχημάτων, όπως καταθέτει ο τελευταίος οδηγός, χωρίς οι μάρτυρες αυτοί να επιβεβαιώνουν στις καταθέσεις τους την μετακίνηση ευρημάτων στο οδόστρωμα, αφού εξάλλου οι χαραγές, τα νερά και λάδια, τα χρώματα και τα λοιπά ευρήματα που εντοπίσθηκαν στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ...

και αποτυπώθηκαν στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα, δεν μπορούν, ως εκ της φύσεως τους, να μετακινηθούν από το ένα ρεύμα κυκλοφορίας της οδού στο άλλο ρεύμα κυκλοφορίας της. Ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι το πιο πάνω τουριστικό λεωφορείο σταμάτησε ακριβώς πίσω από το αυτοκίνητο της Α. Π., όπως όψιμα ισχυρίζεται η τελευταία με τις έγγραφες προτάσεις της, αφού αν συνέβαινε κάτι τέτοιο και το λεωφορείο είχε σταματήσει πίσω της αμέσως μετά τη σύγκρουση, αυτό (το λεωφορείο) θα απεικονίζονταν πρωτίστως στις προσκομισθείσες φωτογραφίες του Αστυνομικού Τμήματος ...

που επισυνάπτονται στα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας και απεικονίζουν τον τόπο του ατυχήματος, στις οποίες όμως το οδόστρωμα πίσω από το αυτοκίνητο της Α. Π. είναι παντελώς ελεύθερο οχημάτων (βλ. κυρίως φωτογραφίες 2 και 4), ενώ, σε κάθε περίπτωση, και ο οδηγός του λεωφορείου που μετέφερε μάλιστα τουρίστες, θα ακινητοποιούσε το όχημα του σε ασφαλές σημείο, όπως πράγματι έπραξε με σύνεση προς αποφυγή κινδύνου για το λεωφορείο και της σωματικής ακεραιότητας των επιβατών του παρακάμπτοντας το ακινητοποιημένο όχημα της Α.

Π. και το σημείο σύγκρουσης διασχίζοντας το ρεύμα κυκλοφορίας προς ... που ήταν ελεύθερο προκειμένου να σταματήσει "αρκετά μέτρα πιο κάτω από το σημείο της σύγκρουσης" και "πάνω στη στροφή" όπως καταθέτουν στις πιο πάνω καταθέσεις τους οι μάρτυρες Γ. Μ. και Α. Σ. αντίστοιχα. Από τα ίδια, τέλος, αποδεικτικά στοιχεία αντικρούονται πλήρως και όλα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας Γ.

Δ. στα πρακτικά της εκκαλουμένης που κατέφθασε στον τόπο του ατυχήματος μετά τη σύγκρουση των δύο οχημάτων κατόπιν τηλεφωνικής ειδοποιήσεως της ενάγουσας Α. Π. και φωτογράφισε ο ίδιος τον τόπο του ατυχήματος, ο οποίος, χωρίς να έχει ιδία αντίληψη περί των πραγματικών συνθηκών που συνέβη το ατύχημα, καταθέτει, μεταξύ άλλων, ήκιστα πειστικά, προς θεμελίωση των ισχυρισμών της ενάγουσας Α.

Π. περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος, ότι το σημείο συγκρούσεως των δύο οχημάτων ξεκίνησε στο ρεύμα κυκλοφορίας από ... προς ... και επιπλέον ότι υπήρχαν ευρήματα στο ρεύμα αυτό, τα οποία μετακίνησαν οι επιβάτες του πιο πάνω λεωφορείου, χωρίς ωστόσο, αν και όπως ο ίδιος καταθέτει προκλήθηκαν χαραγές στο σημείο της συγκρούσεως και υπήρχαν ένας προφυλακτήρας και άλλα ευρήματα στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ..., να απεικονίζεται στις ληφθείσες φωτογραφίες του κάποιο εύρημα στο ρεύμα αυτό και δίχως να φωτογραφίζει τις χαραγές στο οδόστρωμα, οι οποίες πάντως, σύμφωνα και με όσα αποτυπώνονται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα, έχουν αποτυπωθεί στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ...

όπου κινούνταν ο οδηγός Ι. Μ. κατά τα προεκτεθέντα. Ενόψει τούτων: α) οι αντίθετοι αρνητικοί ισχυρισμοί, αιτιάσεις και ενστάσεις των εναγομένων της πρώτης και της τρίτης αγωγής και της ενάγουσας της δεύτερης και της τέταρτης αγωγής περί αποκλειστικής υπαιτιότητας (άρθρο 5 του ν. ΓΠΝ/2011), όπως και η νόμιμη, εκ της διατάξεως του άρθρου 300 του ΑΚ, -με το ίδιο περιεχόμενο- ένσταση των εναγομένων της πρώτης και της τρίτης αγωγής περί συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού Ι.

Μ. και δη κατά ποσοστό 95% στην πρόκληση της συγκρούσεως για τους πιο πάνω λόγους, η οποία παραδεκτώς προβλήθηκε από αυτούς -επικουρικώς- με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και καταχώρηση της στα πρακτικά του Δικαστηρίου εκείνου και επαναφέρεται νόμιμα και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τις έγγραφες προτάσεις τους προς αντίκρουση των εφέσεων των εναγουσών, όπως και β) οι από 15.05.2018 και 30.09.2018 αγωγές της ενάγουσας Α.

Π., πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος της ένδικης συγκρούσεως και του επελθόντος αποτελέσματος αυτής ήταν ο θανών οδηγός Ι. Μ., απορρίπτοντας στη συνέχεια τις πιο πάνω αγωγές των συγγενών του τελευταίου ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και κάνοντας συγχρόνως δεκτές τις αγωγές της ενάγουσας Α.

Π., έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις και οι λόγοι της πρώτης, της δεύτερης και της τέταρτης από τις πιο πάνω εφέσεις, συναφείς όλοι με την υπαιτιότητα, με τους οποίους αποδίδεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, η οποία έτσι προσβάλλεται στο σύνολο της.

Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν πρώτη και η τρίτη από τις πιο πάνω αγωγές κατά τα υπόλοιπα κεφάλαια τους περί αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Σε σχέση με τα κεφάλαια αυτά, από τα ίδια πιο πάνω αποδειχτικά μέσα και στοιχεία αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της ένδικης συγκρούσεως το αυτοκίνητο του θανόντος Ι.

Μ., το οποίο ήταν εργοστασίου κατασκευής Renault, τύπου Twingo, κυλινδρισμού 1.149 κυβικών εκατοστών, φορολογικής ισχύος οκτώ (8) ίππων, καταλυτικό με χρήση αμόλυβδης βενζίνης, δεν είχε εμπλακεί άλλη φορά σε τροχαίο ατύχημα και είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά στις 23.07.2002 σύμφωνα με την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως άδεια κυκλοφορίας του, είχε, με βάση τα παραπάνω στοιχεία, λαμβανομένων υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας, της πολύ καλής καταστάσεως στην οποία βρισκόταν, της επιμελούς συντηρήσεως του και των συνήθων στην ελληνική αγορά τιμών πωλήσεως παρόμοιων αυτοκινήτων, εμπορική αξία ανερχόμενη κατά τον χρόνο του ατυχήματος, αλλά και κατά τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής αφού αυτή παρέμεινε η ίδια [...] στο ποσό των 2.200 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην δαπάνη για την απόκτηση άλλου αυτοκινήτου ισάξιου με το ζημιωθέν και όχι στο μικρότερο ποσό των 1.000 ευρώ, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι της πρώτης αγωγής.

Εξαιτίας της ένδικης συγκρούσεως, σύμφωνα και με όσα απεικονίζονται στις προσκομισθείσες μετ' επικλήσεως φωτογραφίες του, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται κατά τα προεκτεθέντα, το αυτοκίνητο αυτό μεταμορφώθηκε σε άμορφη μάζα σιδερικών, αφού υπέστη ειδικότερα εκτεταμένες και σημαντικές υλικές ζημίες σε ολόκληρο κυρίως το εμπρόσθιο και αριστερό του μέρος με όλα τα μηχανικά του μέρη, τον ουρανό και το εμπρόσθιο μπαρμπρίζ, για την αποκατάσταση των οποίων, ως εκ του είδους και της εκτάσεως των ζημιών αυτών, δεν αποδείχθηκε ότι είναι δυνατή η άρτια τεχνική επισκευή του ώστε να επανέλθει στην κατάσταση που βρισκόταν πριν από το ένδικο ατύχημα.

Άρα, υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή υπό την τεχνική κυρίως έννοια του όρου ενόψει του ότι και επισκευαζόμενο με την τοποθέτηση των κατάλληλων ανταλλακτικών ειδών και την εκτέλεση και των πλέον επιμελημένων εργασιών προς αποκατάσταση των προκληθεισών βλαβών δεν αποδείχθηκε ότι δύναται να επανέλθει στην προ του ατυχήματος κατάσταση του εξασφαλίζοντας άριστη μηχανολογική κατασκευή και παρέχοντας απόλυτη κυκλοφοριακή ασφάλεια στους επιβαίνοντες και έτσι η επισκευή του δεν καθιστά αναμφιβόλως ασφαλή την μελλοντική χρήση του εκ μέρους της πρώτης ενάγουσας της πρώτης αγωγής, ενώ σημειώνεται, ότι και από οικονομικής πλευράς δεν αποδείχθηκε ότι η δαπάνη σε ανταλλακτικά και εργασίες επισκευής για την τυχόν απόπειρα επισκευής του, συνυπολογιζομένης και της μειώσεως της εμπορικής του αξίας εκ της ένδικης συγκρούσεως, θα ήταν μικρότερη της εμπορικής του αξίας και ως εκ τούτου η επισκευή του κρίνεται ασύμφορη.

Ακόμη, αποδείχθηκε ότι κατά την διάρκεια της ζωής του θανόντος το εν λόγω αυτοκίνητο το χρησιμοποιούσαν και οι δύο σύζυγοι για τις κοινές μετακινήσεις τους, αλλά και χάριν της άνετης και ευχάριστης διαβιώσεως τους, ακόμη και σε μεγάλη απόσταση από την συζυγική οικία, όπως συνέβη και κατά το χρόνο του ατυχήματος που διέμεναν προσωρινά στην ιδιόκτητη εξοχική τους κατοικία που βρίσκεται στον οικισμό "..." στα ... ....

Επομένως, περιλαμβάνεται, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1820 εδ. β' του ΑΚ στο εξαίρετο [...] και αν δεν καταστρεφόταν θα περιερχόταν ολόκληρο στην σύζυγο που επιζεί, μετά δε την καταστροφή του ως υποκατάστατο του αυτοκινήτου περιέρχεται σε αυτήν ολόκληρη η αξίωση αποζημιώσεως κατά του τρίτου, με την υλοποίηση της οποίας θα μπορέσει να αποκτήσει άλλο αυτοκίνητο ισάξιο προς εκείνο που καταστράφηκε [...].

Για το λόγο τούτο αξίωση αποζημιώσεως έχει η πρώτη ενάγουσα της πρώτης αγωγής, η οποία και ζημιώθηκε κατά το προαναφερόμενο ποσό των 2.200 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην παραπάνω εμπορική/αγοραία αξία του αυτοκινήτου του θανόντος κατά τους παραπάνω χρόνους και κατά το οποίο πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το σχετικό κονδύλιο της πρώτης αγωγής [.....].

Ο θανατωθείς Ι. Μ., ο οποίος γεννήθηκε στις 17.12.1949 και άρα κατά τον χρόνο του θανάτου ήταν ηλικίας 67,5 ετών, ήταν συνταξιούχος μηχανολόγος μηχανικός, υγιής και αρτιμελής, δραστήριος και κοινωνικός, ακμαίος και εύρωστος παρά την ηλικία του, είχε άριστο και προσηνή χαρακτήρα και ήταν: α) σύζυγος της πρώτης ενάγουσας της πρώτης αγωγής, με την οποία είχε τελέσει Β' νόμιμο γάμο στις 27.11.1998 χωρίς να αποκτήσει δικά του τέκνα, β) πατριός (σύζυγος της μητέρας της από δεύτερο γάμο) της δεύτερης ενάγουσας της ίδιας αγωγής και γ) μοναδικός αμφιθαλής αδελφός της ενάγουσας της δεύτερης αγωγής.

Πριν από το θάνατο του ζούσε μόνιμα στο ..., όπου συγκατοικούσε αρμονικά στην συζυγική οικία με την πιο πάνω σύζυγο του και με την θυγατέρα της έως το χρόνο που η τελευταία μετοίκησε στην αλλοδαπή για να ολοκληρώσει τις πανεπιστημιακές σπουδές της, τις οποίες, όντας υγιής και αρτιμελής, φρόντιζε και στήριζε με όλες τις δυνάμεις του, ηθικές και οικονομικές, σε όλες τις εκφάνσεις της οικογενειακής ζωής τους.

Παράλληλα, διατηρούσε άριστες και στενές σχέσεις με την μοναδική του αδελφή, την οποία αγαπούσε και την επισκέπτονταν συχνά στην πατρική οικία τους στα ..., την οποία διατηρούσε λειτουργική μετά των θάνατο των γονέων τους, και αργότερα στη δική της οικία. Η ενάγουσα σύζυγος του γεννήθηκε στις 11.07.1952, κατοικεί στο ...

και παραμένει χήρα, η ενάγουσα θυγατέρα της συζύγου του γεννήθηκε στις 18.07.1987, κατοικεί στο ... μαζί με την μητέρα της και είναι άγαμη και η ενάγουσα αδελφή του γεννήθηκε κατά το έτος 1956, κατοικεί στην περιοχή ... και είναι άγαμη, είχαν δε την προαναφερθείσα ιδιότητα και συγγενική σχέση με τον θανατωθέντα αποτελώντας όλοι μέλη της οικογένειας του και έτσι νομιμοποιούνται να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από τον θάνατο του.

Όλες οι ενάγουσες συνδεόταν με τον θανατωθέντα με αμοιβαίους δεσμούς αγάπης, άρρηκτη στενή συγγένεια, ακατάλυτους οικογενειακούς δεσμούς και στενό ψυχικό δεσμό. Ο βίαιος, απροσδόκητος και αιφνίδιος θάνατος του, ο οποίος επήλθε εξαιτίας του ατυχήματος κάτω από τις συνθήκες που αναφέρθηκαν, προξένησε σε αυτές βαρύ πένθος, πόνο και θλίψη, συγκλόνισε τον ψυχικό τους κόσμο, διατάραξε την συναισθηματική ισορροπία τους και τους δημιούργησε έντονα αισθήματα απέραντης λύπης και ψυχικής οδύνης κυρίως στην σύζυγο και στην μοναδική του αδελφή, αλλά και στην θυγατέρα της συζύγου του με την οποία είχε αναπτύξει σχέσεις αμοιβαίου σεβασμού και πατρικής αγάπης από τότε που ήταν μόλις 4,5 ετών.

Ενόψει τούτων, ο θάνατος του προξένησε σε αυτές και μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά τους προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται, για την αιτία αυτή, εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, προς απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν και για ηθική παρηγοριά και ψυχική τους ανακούφιση.

Η έκταση αυτής, ενόψει όλων των προαναφερθέντων περιστάσεων και αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η βίαιη, αιφνίδια και απρόσμενη θανάτωση του συγγενούς τους, η αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και η παντελής έλλειψη υπαιτιότητας του ίδιου του θανόντος στην πρόκληση του ατυχήματος και του τραυματισμού του, η μέχρι το ατύχημα πολύ καλή κατάσταση της υγείας του, η ηλικία του κατά το χρόνο του θανάτου του και η ηλικία και η ευαισθησία των πιο πάνω δικαιούχων, σε συνδυασμό και με το βαθμό του συναισθηματικού συνδέσμου καθεμιάς με τον θανατωθέντα που ήταν ανάλογος και με την συγγένεια τους, οι εν γένει συνθήκες του βίου του θανόντος τόσο ατομικώς όσο και σε σχέση με τις ενάγουσες, οι οποίες ήταν άριστες, το ψυχικό άλγος και η οδύνη που δοκίμασε η κάθε μία από αυτές, το είδος της προσβολής που δέχθηκαν, η διάρκεια και η ένταση της θλίψης και του ψυχικού άλγους που δοκίμασαν και η προσπάθεια που απαιτείται για την καταπολέμηση του, και η προσωπική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου [...] από τους διαδίκους (εκ των οποίων η ενάγουσα σύζυγος του είναι συνταξιούχος, η θυγατέρα της έχει σπουδάσει στο Λονδίνο και είναι ιατρός και η πρώτη εναγομένη γεννήθηκε στις 17.07.1959, είναι κάτοικος Αθηνών και ασκεί το επάγγελμα της ηθοποιού), ενώ η ευθύνη της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας είναι μόνον εγγυητική [...], πρέπει να καθορισθεί, σταθμίζοντας το είδος της ηθικής προσβολής και της βλάβης που επήλθε και εκτιμώντας τα προαναφερθέντα στοιχεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τους κανόνες της λογικής και τον ορθό λόγο, που υπαγορεύουν την ύπαρξη κάποιας αναλογίας μεταξύ των πιο πάνω στοιχείων και της χρηματικής ικανοποιήσεως:

α) στο ποσό των 50.000 ευρώ για την ενάγουσα σύζυγό του, β) στο ποσό των 20.000 ευρώ για την ενάγουσα θυγατέρα της και γ) στο ποσό των 40.000 ευρώ για την ενάγουσα αδελφή του, το ύψος των οποίων κρίνεται εύλογο, κατά το άρθρο 932 του ΑΚ και ανάλογο με τις κατ' ιδίαν περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας -ως γενικής νομικής αρχής- και τις καθιερούσες αυτήν συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ.

α' ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο: α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 11.10.2019 έφεση της ενάγουσας Α. Π. και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, β) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 09.10.2019 έφεση των εναγουσών Ε. χήρας Ι. Μ., το γένος ... και Ν.-Α.-Α., θυγατέρας Γ. Π. και ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, την από 08.10.2019 έφεση της εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ..." και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και την από 17.10.2019 έφεση της ενάγουσας Σ.

Μ. του Ε. και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε ως προς όλες τις διατάξεις της την εκκαλουμένη - πρωτόδικη υπ' αριθμ. 2162/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [ με την οποία είχε κριθεί ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης συγκρούσεως και του επελθόντος αποτελέσματος αυτής ήταν ο θανών οδηγός Ι.

Μ. και στη συνέχεια είχαν απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμες η από 07.3.2018 αγωγή των εναγουσών Ε. χήρας Ι. Μ., το γένος ... και Ν.-Α.-Α., θυγατέρας Γ. Π. και ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσίβλητων και η από 23.8.2018 αγωγή της ενάγουσας Σ. Μ. του Ε. και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης και είχαν γίνει εν μέρει δεκτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες οι από 15.5.2018 και 30.9.2018 αγωγές της ενάγουσας Α.

Π. και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας και είχαν επιδικαστεί στην τελευταία τα στην πρωτόδικη αυτή απόφαση αναφερόμενα χρηματικά ποσά για αποζημίωση, χρηματική παροχή του άρθρου 931 Α.Κ. και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης], κράτησε και δίκασε εκ νέου τις ως άνω αγωγές, δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτια του ένδικου ατυχήματος είναι η ενάγουσα Α.

Π. και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα και κατόπιν αυτού απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις από 15.5.2018 και 30.9.2018 αγωγές της τελευταίας, ενώ δέχθηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμες την 07.3.2018 αγωγή των εναγουσών Ε. χήρας Ι. Μ., το γένος ... και Ν.-Α.-Α., θυγατέρας Γ. Π. και την από 23.8.2018 αγωγή της ενάγουσας Σ. Μ. του Ε., ήτοι δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα και επιδίκασε τα ανωτέρω αναφερόμενα χρηματικά ποσά σε καθεμία από αυτές για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και για αποζημίωση στη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1, 19 και 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Κατά το μέρος, κατά το οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως δεν αναφέρονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή διατάξεων του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια.

Σε κάθε περίπτωση, υπό την εκδοχή ότι οι αναιρεσείουσες θεωρούν ως παραβιασθείσες τις εφαρμοσθείσες από το Εφετείο διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τότε, έτσι που ανωτέρω έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914, 932 του Α.Κ.

και 5 παρ. 3 περ. α' και παρ. 8 περ. α', 12 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 4 και 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2696/1999, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά [ και δη: α) το μεν ότι, η πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως των οχημάτων οφείλεται αποκλειστικά στην αμελή οδηγητική συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσείουσας, η οποία δεν κατέβαλε κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου της την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή την οποία μπορούσε και όφειλε να καταβάλει και αντίθετα με όσα επιβάλλουν οι κανόνες της ασφαλούς οδήγησης, που ορίζουν οι ανωτέρω διατάξεις του Κ.Ο.Κ., αυτή, παρότι κινούνταν σε οδό διπλής κατευθύνσεως και σε σημείο που υπήρχε προς την κατεύθυνσή της επικίνδυνη δεξιόστροφη καμπύλη, οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να διαρκώς τεταμένη την προσοχή της και να ασκεί τον πλήρη έλεγχο του οχήματός της και έχοντας αναπτύξει υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία υπερέβαινε όχι μόνο το ανώτατο στο σημείο επιτρεπόμενο όριο των 90 χιλιομέτρων την ώρα, αλλά και το επιβαλλόμενο από τις προαναφερθείσες περιστάσεις, την οποία δεν ρύθμισε εγκαίρως, ώστε να ασκεί επί του αυτοκινήτου της τον επιβαλλόμενο έλεγχο, αλλά ούτε μείωσε αυτήν αναλόγως των επικρατουσών συνθηκών, ενόψει της υφιστάμενης στην πορεία της επικίνδυνης δεξιάς στροφής, που είχε μάλιστα σημανθεί νόμιμα δύο φορές με πινακίδα Π-75, ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί, κάθε στιγμή, τους αναγκαίους χειρισμούς, με αποτέλεσμα, το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, να απολέσει πλήρως τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, να εκτραπεί αυτό της πορείας του προς τα αριστερά και παραβιάζοντας την υφιστάμενη επί του οδοστρώματος διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, την οποία απαγορευόταν να διαβεί, να κινηθεί αριστερά αυτής και να εισέλθει στο αντίθετο προς την κατεύθυνσή της ρεύμα κυκλοφορίας δίχως να ανακτήσει σε οποιοδήποτε σημείο τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, προκαλώντας έτσι τη μετωπική, έκκεντρη και υπό γωνία σύγκρουση των δύο οχημάτων και β) το δε ότι, ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον άνω θανόντα οδηγό καθόσον, αυτός οδηγούσε σύννομα στο οδόστρωμα στο ρεύμα κυκλοφορίας του, έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και ασκώντας τον έλεγχο του αυτοκινήτου του με κανονική ευθεία πορεία και με κανονική ταχύτητα 70 περίπου χιλιομέτρων την ώρα, η οποία όχι μόνο ήταν χαμηλότερη από το ανώτατο στο σημείο επιτρεπόμενο όριο, αλλά και δεν υπερέβαινε εκείνο που επέβαλαν οι περιστάσεις, καθώς ο ίδιος κινούνταν στο ευθύγραμμο τμήμα της οδού και όση επιμέλεια και αν κατέβαλε δεν μπορούσε να αντιληφθεί την υπερβολική ταχύτητα που είχε αναπτύξει η οδηγός Α.

Π., ήτοι η πρώτη αναιρεσείουσα, κινούμενη σε επικίνδυνη δεξιά στροφή, ούτε και να προβλέψει την εντελώς αιφνίδια, απρόσμενη και παράνομη ενέργεια της τελευταίας να εισέλθει ανέλεγκτα στο αντίθετο της πορείας της ρεύμα κυκλοφορίας έχοντας απωλέσει πλήρως τον έλεγχο του αυτοκινήτου της και όταν την αντιλήφθηκε λόγω του αιφνιδιασμού του, παρότι ασκούσε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου του, της ιδιαίτερα μικρής αποστάσεως που χώριζε τα δύο οχήματα, το πολύ 8-10 μέτρων, και του ελάχιστου χρόνου αντιδράσεως ενός μέσου οδηγού, περί το ένα (1) δευτερόλεπτο, δεν είχε -τοπικά και χρονικά, τη δυνατότητα ασφαλούς ακινητοποιήσεως του αυτοκινήτου του ή άλλης αποτελεσματικής αντιδράσεως ], πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και δικαιολογούσαν την, κατά τις διατάξεις αυτές, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της πρώτης αναιρεσείουσας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και περί ελλείψεως οποιασδήποτε υπαιτιότητας του άνω θανόντος οδηγού Ι.

Μ., ενώ και η υπαγωγή των γενόμενων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα κοινής πείρας. Επίσης, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αυτά των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών της συγκρούσεως των οχημάτων, της οδηγητικής συμπεριφοράς ενός εκάστου των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων και ιδιαίτερα ως προς το κρίσιμο θέμα της υπαιτιότητας και ειδικότερα της αμελούς συμπεριφοράς της πρώτης αναιρεσείουσας και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων της οδηγού αυτής και της συγκρούσεως που επακολούθησε, καθώς και της ελλείψεως υπαιτιότητας από πλευράς του θανόντος οδηγού, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση: 1) περιγράφονται με πληρότητα και σαφήνεια ο τόπος, ο χρόνος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, 2) αναφέρεται η πορεία, η κατεύθυνση και η ταχύτητα του οχήματος, που οδηγούσε ο άνω θανών οδηγός και ειδικότερα ότι αυτός οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητό του, κινούμενος με ευθεία πορεία και κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, περί τα 70 χιλιόμετρα την ώρα, επί της επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση από ... προς ..., 3) αναφέρεται η πορεία, η κατεύθυνση και η ταχύτητα του οχήματος, που οδηγούσε η πρώτη αναιρεσείουσα και ειδικότερα ότι αυτή οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητό της με αντίρροπη κατεύθυνση από εκείνη του αυτοκινήτου του άνω θανόντος, ήτοι από ... προς ..., έχοντας δεξιά κατά την πορεία της επικίνδυνη στροφή, η οποία είχε σημανθεί δύο συνεχόμενες φορές με πληροφοριακή πινακίδα Π-75, που πληροφορεί τους χρήστες οδηγούς με διαδοχικά βέλη κατεύθυνσης για την επικίνδυνη καμπύλη, που υπάρχει στην πορεία τους και έχοντας αναπτύξει υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία υπερέβαινε το ανώτατο, στο σημείο εκείνο, επιτρεπόμενο όριο των 90 χιλιομέτρων την ώρα, 4) αναλύεται η οδηγητική συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσείουσας και ειδικότερα ότι αυτή φθάνοντας στη δεξιά κατά την πορεία της επικίνδυνη στροφή, σε απόσταση 75 περίπου μέτρων πριν από το 4° χιλιόμετρο της οδού, κατά την έξοδο της από αυτήν, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, το οποίο εκτράπηκε της πορείας του παρεκκλίνοντας προς τα αριστερά και, αφού παραβίασε την υφιστάμενη επί του οδοστρώματος διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, εισήλθε αιφνιδιαστικά και ανέλεγκτα στο αντίθετο της πορείας της ρεύμα κυκλοφορίας, όπου κινούνταν σύννομα το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο άνω θανών οδηγός, με αποτέλεσμα να συναντηθούν τα δύο οχήματα εντός του ρεύματος κυκλοφορίας της επαρχιακής οδού προς ...

και εκεί να συγκρουσθούν με σφοδρότητα τα δύο οχήματα, καθώς το αυτοκίνητο της πρώτης αναιρεσείουσας επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο και εμπρόσθιο αριστερό του μέρος στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του θανόντος οδηγού, 5) αναλύεται επίσης η οδηγητική συμπεριφορά του άνω θανόντος οδηγού και ειδικότερα ότι αυτός οδηγούσε κινούμενος σύννομα με ευθεία πορεία και κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, περί τα 70 χιλιόμετρα την ώρα, 6) προσδιορίζεται το ρεύμα κυκλοφορίας, όπου έλαβε χώρα η σύγκρουση και ειδικότερα ότι αυτή έλαβε χώρα εντός του ρεύματος κυκλοφορίας της επαρχιακής οδού προς ...

και δη στο αριστερό τμήμα του ρεύματος αυτού, όπου και εντοπίζεται το σημείο σύγκρουσης, 7) μνημονεύεται ο τρόπος συγκρούσεως, τα συγκρουσθέντα σημεία των δύο εμπλακέντων στο ατύχημα αυτοκινήτων, η πορεία και η τελική θέση αυτών μετά τη σύγκρουση, 8) αναφέρεται ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης αναιρεσείουσας οδηγού, συνισταμένη στο ότι αυτή, όπως προεκτέθηκε, δεν κατέβαλε κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου της την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή την οποία μπορούσε κατ' αντικειμενική κρίση, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων της και όφειλε, κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική, να καταβάλει και αντίθετα με όσα επιβάλλουν οι κανόνες της ασφαλούς οδήγησης, που ορίζουν οι προαναφερόμενες διατάξεις του Κ.Ο.Κ., αυτή, παρότι κινούνταν σε οδό διπλής κατευθύνσεως και σε σημείο που υπήρχε προς την κατεύθυνσή της επικίνδυνη δεξιόστροφη καμπύλη, οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να διαρκώς τεταμένη την προσοχή της και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο του οχήματός της και έχοντας αναπτύξει υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία υπερέβαινε όχι μόνο το ανώτατο στο σημείο επιτρεπόμενο όριο των 90 χιλιομέτρων την ώρα, αλλά και το επιβαλλόμενο από τις προαναφερθείσες περιστάσεις, την οποία δεν ρύθμισε εγκαίρως, ώστε να ασκεί επί του αυτοκινήτου της τον επιβαλλόμενο έλεγχο, αλλά ούτε μείωσε αυτήν αναλόγως των επικρατουσών συνθηκών, ενόψει της υφιστάμενης στην πορεία της ως άνω επικίνδυνης δεξιάς στροφής, που είχε μάλιστα σημανθεί νόμιμα δύο φορές με πινακίδα Π-75, ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί, κάθε στιγμή, τους αναγκαίους χειρισμούς, με αποτέλεσμα, το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, να απολέσει πλήρως τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, να εκτραπεί αυτό της πορείας του προς τα αριστερά και παραβιάζοντας την υφιστάμενη επί του οδοστρώματος διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, την οποία απαγορευόταν να διαβεί, να κινηθεί αριστερά αυτής και να εισέλθει αιφνιδιαστικά και ανέλεγκτα στο αντίθετο προς την κατεύθυνσή της ρεύμα κυκλοφορίας, όπου κινούνταν σύννομα το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο άνω θανών, προκαλώντας έτσι την μετωπική, έκκεντρη και υπό γωνία σύγκρουση των δύο οχημάτων, εντός του ρεύματος κυκλοφορίας προς ..., με συνέπεια το σοβαρό τραυματισμό της ίδιας και το θανάσιμο τραυματισμό του άλλου οδηγού Ι.

Μ., 9) διευκρινίζεται ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον άνω θανόντα οδηγό και ειδικότερα ότι αυτός οδηγούσε το ανωτέρω Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του σύννομα στο οδόστρωμα στο ρεύμα κυκλοφορίας του έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και ασκώντας τον έλεγχο του αυτοκινήτου του με κανονική ευθεία πορεία και με την κανονική ταχύτητα των 70 περίπου χιλιομέτρων την ώρα, η οποία ήταν χαμηλότερη από το ανώτατο στο σημείο επιτρεπόμενο όριο, αλλά και δεν υπερέβαινε εκείνο που επέβαλαν οι περιστάσεις, καθώς ο ίδιος κινούνταν στο ευθύγραμμο τμήμα της οδού και όση επιμέλεια και αν κατέβαλε δεν μπορούσε να αντιληφθεί την υπερβολική ταχύτητα, που είχε αναπτύξει η πρώτη αναιρεσείουσα, κινούμενη σε επικίνδυνη δεξιά στροφή, ούτε και να προβλέψει την εντελώς αιφνίδια, απρόσμενη και παράνομη ενέργεια της πρώτης αναιρεσείουσας να εισέλθει ανέλεγκτα στο αντίθετο της πορείας της ρεύμα κυκλοφορίας, έχοντας απωλέσει πλήρως τον έλεγχο του αυτοκινήτου της και όταν την αντιλήφθηκε λόγω του αιφνιδιασμού του, της ιδιαίτερα μικρής αποστάσεως που χώριζε τα δύο οχήματα, το πολύ 8-10 μέτρων, και του ελάχιστου χρόνου αντιδράσεως ενός μέσου οδηγού, περί το ένα (1) δευτερόλεπτο, δεν είχε τοπικά και χρονικά, τη δυνατότητα ασφαλούς ακινητοποιήσεως του αυτοκινήτου του ή άλλης αποτελεσματικής αντιδράσεως, και 10) αιτιολογείται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της πρώτης αναιρεσείουσας και ειδικότερα των μνημονευόμενων πράξεων και παραλείψεων αυτής, προς το επελθόν αποτέλεσμα.

Επομένως, το Εφετείο περιέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της πρώτης αναιρεσείουσας οδηγού και του ζημιογόνου αποτελέσματος, κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτια αυτή, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε η τελευταία ως προς την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις μνημονευόμενες παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ενώ αιτιολογείται πλήρως και η έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας από πλευράς του θανόντος οδηγού στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και η συνακόλουθη απόρριψη της ενστάσεως συνυπαιτιότητας αυτού, που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες.

Περαιτέρω, όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις, που περιέχονται στον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, σχετικά με την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα : 1) η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί γιατί ο θανών οδηγός δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί την κίνηση του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσείουσας εγκαίρως πριν από 8-10 μέτρα και μέχρι τα 75 μέτρα, αν και είχε ευθεία μπροστά του και δεν περιοριζόταν η ορατότητά του, ώστε να πεδήσει ή να ενεργήσει έγκαιρα αποφευκτικό ελιγμό, είναι αβάσιμη, γιατί στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι με την πληττόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι το αυτοκίνητο της πρώτης αναιρεσείουσας εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά 75 μέτρα πριν από το σημείο της συγκρούσεως, ενώ στην πληττόμενη απόφαση δεν υφίσταται τέτοια παραδοχή, αλλά γίνεται δεκτό ότι η πρώτη αναιρεσείουσα κατά την έξοδό της από τη δεξιά κατά την πορεία της επικίνδυνη στροφή, "απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, το οποίο, εκτράπηκε της πορείας του παρεκκλίνοντας προς τα αριστερά", χωρίς περαιτέρω να προσδιορίζεται ότι το ακριβές σημείο εκτροπής της πρώτης αναιρεσείουσας ήταν 75 μέτρα πριν από το σημείο της συγκρούσεως. 2) Η σαφής παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο άνω θανών οδηγός όταν αντελήφθη το ζημιογόνο αυτοκίνητο εντελώς αιφνίδια και απρόσμενα μπροστά του στο ρεύμα κυκλοφορίας του, λόγω του αιφνιδιασμού του, της ιδιαίτερα μικρής αποστάσεως που χώριζε τα δύο οχήματα, το πολύ 8-10 μέτρων και του ελάχιστου χρόνου αντιδράσεως ενός μέσου οδηγού, περί το ένα (1) δευτερόλεπτο, δεν είχε τοπικά και χρονικά, τη δυνατότητα ασφαλούς ακινητοποιήσεως του αυτοκινήτου του ή άλλης αποτελεσματικής αντιδράσεως, συγκροτεί επαρκώς και σαφώς τη νόμιμη βάση της αποφάσεως και στηρίζει πλήρως το διατακτικό της, περί της ανυπαρξίας δυνατότητας, τοπικής και χρονικής, από πλευράς του θανόντος οδηγού να ενεργήσει αποτελεσματικά για την αποφυγή της συγκρούσεως, οι δε περαιτέρω αναφορές του Εφετείου περί μη δυνατότητας του άνω οδηγού να διενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό "αφού προς τα δεξιά του δεν υπήρχε επαρκής χώρος και το πλάτος του ερείσματος ήταν μόλις 0,25 εκατοστά του μέτρου, ενώ, αντικειμενικά, ήταν αδύνατο να εκτελέσει ελιγμό προς τα αριστερά διότι προς τα εκεί αφενός θα συνέκλινε με την πορεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου της Α.

Π., αποκλείοντας έτσι για το λόγο αυτό την δυνατότητα διαφυγής του προς τα αριστερά, και αφετέρου διότι έτσι θα εισερχόταν και ο ίδιος παρανόμως στο αντίθετο προς την κατεύθυνσή του ρεύμα κυκλοφορίας της οδού όπου όμως εκεί υπήρχε συχνή κυκλοφορία οχημάτων που εμπόδιζε την περαιτέρω κίνηση του προς τα αριστερά και επομένως τέτοια κίνηση θα ενείχε οπωσδήποτε τον κίνδυνο μετωπικής συγκρούσεως του αυτοκινήτου του και με τα οχήματα αυτά", συνιστούν διευκρινιστικές σκέψεις με τις οποίες το Εφετείο επεξηγεί γιατί πείθεται ότι ο θανών οδηγός δεν είχε τοπικά τη δυνατότητα αποτελεσματικής αντιδράσεως [ ήτοι αφορούν οι αμέσως ανωτέρω παραδοχές όχι στο τι αποδείχθηκε, αλλά στο γιατί αποδείχθηκε] και αποτελούν επιχειρήματα του Εφετείου, υποστηρικτικά της κρίσεώς του περί μη υπάρξεως δυνατότητας διενέργειας ασφαλούς και αποτελεσματικού αποφευκτικού ελιγμού, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά από πλευράς του θανόντος οδηγού και δεν συνιστούν "αιτιολογία" επί τη βάσει της οποίας διαμορφώνεται το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε οι εν λόγω αναφορές να είναι δεκτικές μομφής και ελέγχου για ανεπάρκεια αιτιολογίας ή αντιφατικότητας και συνεπώς δεν ιδρύουν την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως διατείνονται οι αναιρεσείουσες, ενώ η "αιτιολογία" του Εφετείου που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της αποφάσεως και στηρίζει το διατακτικό της είναι ότι ο άνω θανών οδηγός, όταν αντελήφθη το ζημιογόνο αυτοκίνητο, κινούμενο με ταχύτητα που υπερέβαινε τα 90 χιλιόμετρα την ώρα, εντελώς αιφνίδια και απρόσμενα μπροστά του στο ρεύμα κυκλοφορίας του, λόγω:

α) του αιφνιδιασμού του, β) της ιδιαίτερα μικρής αποστάσεως που χώριζε τα δύο οχήματα, το πολύ 8-10 μέτρων και γ) του ελάχιστου χρόνου αντιδράσεως ενός μέσου οδηγού, περί το ένα (1) δευτερόλεπτο, δεν είχε -τοπικά και χρονικά, τη δυνατότητα ασφαλούς ακινητοποιήσεως του αυτοκινήτου του ή άλλης αποτελεσματικής αντιδράσεως. 3) Η παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η είσοδος του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσείουσας, με την ανωτέρω ταχύτητα, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου κινείτο σύννομα ο θανών οδηγός, λόγω απώλειας του έλεγχου του αυτοκινήτου της κατά την έξοδό της από την επικίνδυνη δεξιά στροφή, έγινε εντελώς αιφνίδια και απρόσμενα, σε ιδιαίτερα μικρή απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων και με τον ελάχιστο χρόνο αντιδράσεως ενός μέσου οδηγού, περί το ένα (1) δευτερόλεπτο, στηρίζουν με σαφήνεια και επάρκεια την κρίση της ότι ο θανών δεν είχε τοπικά και χρονικά, τη δυνατότητα ασφαλούς ακινητοποιήσεως του αυτοκινήτου του ή άλλης αποτελεσματικής αντιδράσεως και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της να αναφέρεται γιατί ο θανών δεν μπορούσε να την αντιληφθεί νωρίτερα πριν τα 8 -10 μέτρα, ή από ποια απόσταση όφειλε και μπορούσε να την αντιληφθεί, ενώ περαιτέρω δεν υφίσταται ανεπάρκεια από τη μη αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση για ποιο λόγο ο θανών οδηγός δεν μπορούσε να αντιληφθεί νωρίτερα πριν τα 8 -10 μέτρα την είσοδο της πρώτης αναιρεσείουσας αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, τη στιγμή που αυτή είχε εκτραπεί 75 μέτρα πριν από το σημείο συγκρούσεως, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες, καθόσον, ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι η πρώτη αναιρεσείουσα εξετράπη της πορείας της και διήνυσε 75 μέτρα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας πριν από την ένδικη σύγκρουση, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, στην πληττόμενη απόφαση δεν υφίσταται τέτοια παραδοχή, αλλά η απόσταση αυτή των 75 μέτρων, όπως συνάγεται από την παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι "Φθάνοντας η οδηγός Α.

Π. στην δεξιά κατά την πορεία της επικίνδυνη στροφή, σε απόσταση 75 περίπου μέτρων πριν από το 4° χιλιόμετρο της οδού, κατά την έξοδο της από αυτήν, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της", προσδιορίζει την απόσταση της επικίνδυνης δεξιάς στροφής πριν από το 4° χιλιόμετρο της άνω επαρχιακής οδού. 4) Δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως να προσδιορίζεται η ακριβής ταχύτητα του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσείουσας, καθόσον η παραδοχή της ότι η ταχύτητα του εν λόγω αυτοκινήτου υπερέβαινε όχι μόνο το ανώτατο, στο σημείο εκείνο, επιτρεπόμενο όριο των 90 χιλιομέτρων την ώρα, αλλά και το επιβαλλόμενο από τις αναλυτικά εκτιθέμενες περιστάσεις, αρκεί για να αιτιολογήσει σαφώς και πλήρως και να στηρίξει το διατακτικό της αναφορικά με την υπαιτιότητα της πρώτης αναιρεσείουσας, στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, θεμελιούμενης κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πλην άλλων, και επί της υπερβάσεως του, από το μνημονευόμενο άρθρο 20 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ., οριζόμενου ορίου ταχύτητας των 90 χιλιομέτρων την ώρα. 5) Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο θανών οδηγούσε το αυτοκίνητό του στο μέσον και δεξιά του ρεύματος κυκλοφορίας προς ...

και της άλλης παραδοχής της ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στο αριστερό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας προς ..., καθόσον η πρώτη ως άνω παραδοχή αφορά την αρχική πριν από τη σύγκρουση πορεία του αυτοκινήτου του θανόντος οδηγού και όχι ακριβώς κατά το χρόνο της συγκρούσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται τι μεσολάβησε ώστε να μετατοπιστεί το εν λόγω αυτοκίνητο προς τα αριστερά κατά το χρόνο της συγκρούσεως, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες, αφού η αιφνίδια και απρόσμενη είσοδος του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσείουσας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ήταν αυτή που επέφερε ο ζημιογόνο αποτέλεσμα της συγκρούσεως με το όχημα του θανόντος, το οποίο όπως προκύπτει επίσης από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κινείτο κατά το χρόνο της συγκρούσεως οπωσδήποτε και εξ ολοκλήρου εντός του ρεύματος πορείας του και ουδέποτε εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις ανωτέρω σαφείς και μη αντιφατικές, ανέλεγκτες παραδοχές της πληττόμενης αποφάσεως, ορθά με το αποδεικτικό της πόρισμα αποδόθηκε ευθύνη για την παράβαση αυτή, ήτοι της εισόδου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στην πρώτη αναιρεσείουσα οδηγό και όχι στο θανόντα οδηγό. 6) Επίσης, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το αυτοκίνητο της πρώτης αναιρεσείουσας εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και της άλλης παραδοχής της ότι "εισερχόμενη στο αντίθετο της πορείας της ρεύμα κυκλοφορίας και με φορά προς τα αριστερά, το πρώτο σημείο πρόσκρουσης του αυτοκινήτου της ήταν το εμπρόσθιο και αριστερό, διότι αυτό προεξείχε, σύμφωνα με την ορμή και την ταχύτητα που είχε αναπτύξει", καθόσον με την ως άνω δεύτερη παραδοχή διευκρινίζεται απλώς ποιο ήταν το πρώτο σημείο πρόσκρουσης του αυτοκινήτου της και ουδόλως αναιρείται η ως άνω πρώτη παραδοχή περί της εισόδου του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσείουσας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, που επέφερε κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το ζημιογόνο αποτέλεσμα της συγκρούσεως. 7) Οι αναφορές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο οδηγός του τουριστικού λεωφορείου Γ.

Ζ., το οποίο κινούμενο στο ρεύμα προς ..., έφθασε μετά τη σύγκρουση στον τόπο του ατυχήματος, πρώτος αυτός διέσχισε παρακάμπτοντας το ρεύμα κυκλοφορίας της οδού προς ..., που ήταν ελεύθερο ευρημάτων και προσπελάσιμο, προκειμένου να ακινητοποιήσει το λεωφορείο που οδηγούσε "αρκετά μέτρα πιο κάτω από το σημείο σύγκρουσης", καθώς και ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ.

Μ. και Α. Σ. δεν επιβεβαιώνεται η μετακίνηση ευρημάτων στο οδόστρωμα, συνιστούν επιχειρήματα του Εφετείου και πλεοναστικές κρίσεις, με τις οποίες ενισχύει απλώς την πλήρη, σαφή και μη αντιφατική προεκτεθείσα παραδοχή του ότι η ένδικη σύγκρουση έλαβε χώρα στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ..., όπου κινείτο ο θανών οδηγός [θεμελιούμενη κυρίως στα ευρήματα επί του οδοστρώματος όπως χαραγές, λάδια, νερά, χρώματα, θραύσματα που βρέθηκαν στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ..., στα σημεία συγκρούσεως των δύο οχημάτων και στα μέρη τους που επλήγησαν από αυτή και στην τελική θέση των δύο οχημάτων μετά τη σύγκρουση] και δεν συνιστούν οι προεκτιθέμενες αναφορές της προασβαλλόμενης, παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμά του και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχονται μομφή και έλεγχο για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια και δεν ιδρύεται επ' αυτών η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Και 8) οι αιτιάσεις περί παραβιάσεως από το Εφετείο, με τις άνω παραδοχές του, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτες, διότι αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Περαιτέρω, όλες οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειουσών, που περιλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεων, ανεπαρκειών και αντιφάσεων, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές και πλήρες αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειουσών προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτές εκδοχής περί των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης αναιρεσείουσας - οδηγού και ότι τον άνω θανόντα οδηγό δεν βαρύνει οποιασδήποτε συντρέχουσα αμέλεια.

Συνεπώς, όλες οι αιτιάσεις που περιέχονται στον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος τους με το οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και απαράδεκτες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 12 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται " αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ". Αποδεικτική δύναμη των διαφόρων αποδεικτικών μέσων είναι η επίδραση που έχει ή μπορεί να έχει κάποιο αποδεικτικό μέσο στο σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως και ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη αποδείξεως από εκείνη που δεσμευτικώς καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ., ιδίας αποδεικτικής δυνάμεως αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

αναιρετικώς ανέλεγκτη ( ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 791/2020, ΑΠ 1646/2018). Ειδικότερα, ο αυτός λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο προβαίνει σε εκτιμήσεις σχετικά με την αξιοπιστία κάποιου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 833/2020). Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποιά επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και γ) ποιο είναι ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας ( ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 833/2020, ΑΠ 209/2019). Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 12 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί το λόγο για τον οποίο στήριξε την κρίση της για την υπαιτιότητα της πρώτης αναιρεσείουσας κυρίως στην έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, τη στιγμή που τα έγγραφα αυτά συντάχθηκαν μία ώρα και δέκα λεπτά μετά το ατύχημα, αφού με πλήρη απόδειξη βεβαιώνεται σε αυτά από την αστυνομική αρχή ότι η τελευταία έφθασε στον τόπο του ατυχήματος στις 18.10, ήτοι 1 ώρα και 10 λεπτά μετά το ατύχημα και συνεπώς αποτυπώνουν ότι είδαν οι αστυνομικοί τότε και όχι αμέσως μετά τη σύγκρουση.

Ο ερευνώμενος λόγος, κατά το ανωτέρω μέρος του, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος καθόσον: α) είναι αόριστος, αφού οι αναιρεσείουσες δεν προσδιορίζουν ποια αποδεικτική δύναμη αντίθετη από τις προβλέψεις του νόμου, προσέδωσε στα προαναφερόμενα έγγραφα το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και ποιο ήταν ειδικότερα το σχετικό σφάλμα της εν λόγω αποφάσεως και β) οι ως άνω προβαλλόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειουσών, ανάγονται στην πραγματικότητα σε παράπονα για τη βαρύτητα και την αξιοπιστία που προσέδωσε το Εφετείο στα ως άνω έγγραφα και σε εσφαλμένη αποδεικτική αξιολόγησή τους, που όμως δεν ιδρύουν τον αναιρετικό αυτό λόγο.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο ουδόλως παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων - εγγράφων, καθόσον δεν τους απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη αποδείξεως από εκείνη που ο νόμος καθορίζει, το γεγονός δε ότι μνημόνευσε ειδικά τα ανωτέρω έγγραφα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν συνιστά παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη αυτών κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 12 Κ.Πολ.Δ.

Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του, με το οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία, γιατί δεν αναφέρει το λόγο που στηρίχθηκε κυρίως στα ανωτέρω έγγραφα και εάν τα ευρήματα, που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά και κυρίως τα πλαστικά και τα εξαρτήματα, υπήρχαν στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ...

αμέσως μετά τη σύγκρουση και πριν την έλευση της τροχαίας, δεδομένου ότι αυτά κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας θα μπορούσαν να μετακινηθούν από τρίτους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη ανεπάρκεια της αιτιολογίας ανάγεται στην πληρέστερη ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που πλήρως και σαφώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εκτίθεται στην απόφαση, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους ( ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη ( ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ.

ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη ( ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου ( ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019).

Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.

ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 705/2019). Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 100/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, υποστηρίζουν ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, τις μνημονευόμενες δύο φωτογραφίες, τις οποίες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και οι οποίες απεικονίζουν τον τόπο του ατυχήματος μετά από τη σύγκρουση.

Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος αναφέρονται, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων και τα ακόλουθα κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή: "...από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως φωτογραφίες των δύο οχημάτων και του τόπου του ατυχήματος που επισυνάπτονται στην ποινική δικογραφία, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται και τις λοιπές φωτογραφίες που προσκομίζουν όλοι οι διάδικοι ...

αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:...". Από τη ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και δη και τις φωτογραφίες που προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με όλες τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντίθετα, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα και δη τις προαναφερόμενες φωτογραφίες.

Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, καθόσον από το περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες δεν διατυπώνουν παράπονο για τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των ανωτέρω φωτογραφιών, τις οποίες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, όπως απαιτεί για τη θεμελίωσή του ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αλλά παραπονούνται επειδή το Εφετείο κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο οι ίδιες θεωρούν ορθό.

Δηλαδή, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειουσών, ανάγονται στην πραγματικότητα σε εσφαλμένη αποδεικτική αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των επικαλούμενων φωτογραφιών και αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους τους, προσεγγίσεις, που εκτιμούν διαφορετικά το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών εγγράφων, οι οποίες όμως απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Η άποψη δηλαδή των αναιρεσειουσών ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων φωτογραφιών θα οδηγούσε το Εφετείο σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Κατά το άρθρο 6 παρ.1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως....".

Με το ανωτέρω άρθρο καθ' ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.

Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποιά δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διατάξεως όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί της προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία, για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 703/2021, ΑΠ 245/2020, ΑΠ 825/2020, ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 142/2013, ΑΠ 1169/2013). Περαιτέρω, η ΕΣΔΑ δεν θέτει κανόνες αποδείξεως, αλλά το παραδεκτό των αποδείξεων και ο τρόπος αξιολόγησής τους είναι ζητήματα που πρωταρχικά ρυθμίζονται από τον εθνικό νόμο και τα εθνικά δικαστήρια (απόφαση της 21.1.1999, G. R. Ι.), το ίδιο ισχύει και σχετικά με την αποδεικτική τους αξία, καθώς και το βάρος απόδειξης (απόφαση της 27.4.2002, T.

κατά ... και ...), όπως επίσης και η συνάφεια της προτεινόμενης απόδειξης προς τη συγκεκριμένη υπόθεση (απόφαση της 7.6.2012, ... 7 S.r.l. κ.λ.π. κατά ...). Συναφώς, όσον αφορά το εθνικό δίκαιο, με τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η οποία ορίζει ότι " Εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί.

Στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθηση του", εισάγεται ο κανόνας της εκτίμησης όλων των αποδείξεων που προσκομίστηκαν με επίκληση και της ελεύθερης εκτίμησης αυτών, με εξαίρεση τις περιπτώσεις, που ρητά ο νόμος ορίζει το αντίθετο και επίσης επιβάλλεται η "αιτιολογία" του Δικαστηρίου της ουσίας επί της εκτίμησης των αποδείξεων, δηλαδή να εκτίθεται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα το αποδεικτικό πόρισμα, για τον έλεγχο της σαφήνειας και πληρότητας της αιτιολογίας του οποίου έχουν θεσπιστεί οι λόγοι των αριθμών 11 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Όμως, κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 561 Κ.Πολ.Δ. η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 20, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, όπως προαναφέρθηκε, ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 198/2015).

Έτσι, προς διερεύνηση της βασιμότητας του λόγου αναίρεσης, επιτρέπεται η επισκόπηση των διαδικαστικών (και όχι των αποδεικτικών εγγράφων) της ίδιας ή άλλης δίκης για τη διάγνωση από τον Άρειο Πάγο, αν είναι αληθινές οι συγκεκριμένες αιτιάσεις, που αποδίδονται με την αίτηση αναίρεσης, πλην όμως ο Άρειος Πάγος δεν δικαιούται, ελέγχοντας το περιεχόμενο διαδικαστικών εγγράφων, να προβεί σε επανεκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1347/2017, ΑΠ 345/2015, ΑΠ 1596/2005).

Η θέσπιση του ανεπίτρεπτου της επανεκτίμησης των αποδείξεων από το Ακυρωτικό Δικαστήριο και του ελέγχου της ουσίας της υποθέσεως, δεν δημιουργεί προβλήματα αντίθεσης προς το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθόσον η διάταξη αυτή δεν αποκλείει στον εθνικό νομοθέτη να θέτει τις προϋποθέσεις, τους όρους και το περιεχόμενο ελέγχου των αποφάσεων των δικαστηρίων της ουσίας κατά το ακυρωτικό στάδιο, όπως άλλωστε και να θέτει περιορισμούς στην άσκηση ενδίκων μέσων και περαιτέρω να αποκλείει γενικά συγκεκριμένο λόγο ενδίκου μέσου, όταν τέτοιο γενικά επιτρέπεται να ασκηθεί (βλ.

ΑΕΔ 48/1982, Ολ. ΑΠ 27/2002, ΑΠ 467/2019, ΑΠ 778/2017, ΑΠ 54/2006), αρκεί να μην επέρχεται κατάλυση του προστατευομένου από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ατομικού δικαιώματος της παροχής έννομης δικαστικής προστασίας. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον τελευταίο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλουν την αιτίαση της παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, διότι, κατά τους ισχυρισμούς τους, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως παραβιάσθηκε το δικαίωμα των αναιρεσειουσών σε δίκαιη δίκη για το λόγο ότι το Εφετείο ερμήνευσε τα αποδεικτικά μέσα αυθαίρετα, αδικαιολόγητα, αναιτιολόγητα και καθ' υπέρβαση της διακριτικής του ευχέρειας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα δεν έκρινε δίκαια και αμερόληπτα και κατόπιν αυτών επιβάλλεται ο αναιρετικός έλεγχος της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως στα πλαίσια του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, διότι, όπως υποστηρίζουν, κάθε διάταξη δικονομικού ή ουσιαστικού δικαίου που απαγορεύει την αναιρετική αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, με την έννοια εάν υπάρχει δίκαιη δίκη, είναι ανίσχυρη.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί υπό την επίφαση της παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και της αρχής της δίκαιης δίκης, επιδιώκεται η εκ νέου έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και η επαναξιολόγηση των αποδείξεων, που όμως έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την προαναφερόμενη θεμελιώδη επιταγή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν αντιτίθεται προς το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού η τελευταία αυτή διάταξη, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν αποκλείει στον εθνικό νομοθέτη να καθορίζει τα όρια ελέγχου των αποφάσεων των δικαστηρίων της ουσίας κατά το ακυρωτικό στάδιο και να αποκλείσει γενικά συγκεκριμένο λόγο ενδίκου μέσου (όπως αυτό της εκτίμησης των αποδείξεων κατά την αναιρετική διαδικασία), όταν τέτοιο γενικά επιτρέπεται να ασκηθεί, αρκεί να μην επέρχεται κατάλυση του προστατευομένου από την ανωτέρω διάταξη ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας, η οποία δεν επέρχεται με τη θέσπιση του μη επιτρεπτού της επαναξιολόγησης των αποδείξεων από το Ακυρωτικό Δικαστήριο, που προβλέπει η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ενώ κατά το μέρος κατά το οποίο με τον παρόντα αναιρετικό λόγο αποδίδεται έλλειψη αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση και πάλι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια ελέγχεται από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου, από το ότι, το Εφετείο, αφού συναξιολόγησε όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναλυτικά κατ' είδος και κατηγορία αναφέρει στην πληττόμενη απόφασή του, σύμφωνα με την από το νόμο προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός και κατ' ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, κατ' άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ, κατέληξε με πλήρη, σαφή και μη αντιφατική αιτιολογία, ως προς τα κρίσιμα περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε αποδεικτικό πόρισμα, που είναι διαφορετικό από αυτό που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ως ορθό, δεν στοιχειοθετείται παραβίαση της άνω διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και της αρχής της δίκαιης δίκης.

Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, ως ηττώμενες διάδικοι, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τούτων (δικαστικών εξόδων) ενιαίως οριζομένων για όλες τις αναιρεσίβλητες και επιμεριζομένων κατά τρία (3) ίσα μέρη (ανά δικηγόρο), διότι, οι τελευταίες ενώ είχαν κοινό συμφέρον, συνιστάμενο στην απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, από υπερβολική πρόνοια εκπροσωπήθηκαν χωριστά και ειδικότερα: 1) η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κ. Ρ., 2) η δεύτερη και η τρίτη των αναιρεσίβλητων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σ. Ο. και 3) η τέταρτη αναιρεσίβλητη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δ. Β. και κατέθεσαν προτάσεις (βλ. και ΑΠ 518/2017, ΑΠ 171/2015), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 24-3-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2010/234/16-4-2021) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 647/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και -

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ συνολικά, καταμεριζόμενο σε τρία (3) ίσα μέρη, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ