Supreme Court dismisses appeal against insurance contract termination due to lack of fire safety equipment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Second Instance Court's decision terminating an insurance contract. The appellant argued the lower court ignored a document proving no police alarm existed, but the court found the lower court had already considered this evidence alongside other documents. The court ruled that the termination was valid because the insured failed to renew fire safety certificates and violated specific contract terms regarding available fire suppression equipment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 176, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal fails when the lower court's reasoning is sufficient and the alleged omission of evidence was already considered in the overall evaluation of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1493 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1493/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:
Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «... & ΣΙΑ Ο.Ε.», που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γραμμένο.
Της αναιρεσιβλήτου:
Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «Interasco Α.Ε.Γ.Α.Ανώνυμος Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων», η οποία εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπουτσή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 06.06.2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3870/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1180/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-1-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Περαιτέρω, με το άρθρο 3 παρ. 1 εδάφιο α’ του Ν. 2496/1997 ορίζεται ότι «κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή». Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται ως ασφαλιστικό βάρος η δήλωση προς τον ασφαλιστή κάθε στοιχείου ή περιστατικού, που είναι γνωστό στον λήπτη της ασφάλισης και ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου. Το αν ένα περιστατικό είναι ουσιώδες από την άποψη αυτή, κρίνεται όχι κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής, δηλαδή αντικειμενικά. Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο στη συνέχεια είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας.
Εξάλλου, στην παρ. 6 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «αν ο λήπτης της ασφάλισης παραβεί από δόλο την υποχρέωση που προβλέπεται στην παρ.1 ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή». Από τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι με τη συνδρομή και των λοιπών όρων, η εκ δόλου παράβαση του συγκεκριμένου ασφαλιστικού βάρους έχει τις συνέπειες που ορίζει ο νόμος, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, η σύνδεση με την οποία δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή του ασφαλιστή. Σε περίπτωση, εξάλλου, που η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης, πρέπει, κατ` αναλογική εφαρμογή των άνω διατάξεων να γίνει δεκτό, ότι ο τελευταίος απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 262/2020, ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 1431/2015).
[II] Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| Με το υπ’ αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο οι νόμιμοι εκπρόσωποι της ενάγουσας - εκκαλούσας, ομόρρυθμης εταιρίας, συνήψαν με την εναγομένη -εφεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρία, σύμβαση ασφάλισης περιουσίας με γενικούς και ειδικούς όρους, έναντι καταβολής ασφαλίστρου, για χρονικό διάστημα από 17.01.2011 έως 17.01.2012, σε σχέση με την επιχείρηση καφετέριας - εστιατορίου της ενάγουσας, που διατηρούσε με διακριτικό τίτλο «...» σε μισθωμένο χώρο στον πρώτο όροφο του εμπορικού κέντρου ...
στη διασταύρωση των οδών ... και ... στην Αγ. Παρασκευή Αττικής, επιχείρηση που δημιουργήθηκε από τη συνένωση τριών οριζοντίων ιδιοκτησιών. Η ασφάλιση περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, ασφάλιση υλικών ζημιών, διακοπής εργασιών, αστικών ευθυνών έναντι τρίτων, χρηματικών απωλειών, ενώ σε αυτή περιελήφθη και η υπ’ αριθμ. ...
πρόσθετη πράξη πυρός και το υπ’ αριθμ. ... ασφαλιστήριο απώλειας κερδών. Η οικοδομή του εμπορικού κέντρου, όπου, βρίσκεται η επιχείρηση, αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και τρεις ορόφους με γραφεία, καταστήματα, ιατρεία. Η κεντρική είσοδος του εμπορικού κέντρου δεν κλειδώνει ποτέ. Η πρόσβαση στην επιχείρηση της ενάγουσας πραγματοποιείται μέσω ενός ανελκυστήρα και ενός κλιμακοστασίου, από την κοινόχρηστη βεράντα του πρώτου ορόφου και καταλήγει σε μία μεταλλική πόρτα εισόδου ύψους 2 μέτρων που κλειδώνει με κλειδαριά.
Πάνω από την πόρτα εισόδου και σε βάθος 5 μέτρων περίπου μέσα στο κατάστημα είχε τοποθετηθεί τέντα σε μεταλλικό σκελετό μορφής θόλου και πάνω από την μεταλλική πόρτα υπήρχαν κάγκελα σε μικρό ύψος μεταξύ πόρτας και τέντας, χωρίς να αποκλείεται η δυνατότητα υπερπήδησης της πόρτας. Μετά την μεταλλική πόρτα βρίσκεται η γωνιακή βεράντα αποκλειστικής χρήσης του καταστήματος, από όπου εισέρχονταν οι πελάτες στην κυρίως αίθουσα και στην κουζίνα μέσα από συρόμενες πόρτες.
Το χρονικό διάστημα από 20.07.2011 έως και 24.07.2011 η επιχείρηση έμεινε κλειστή, είχε δε αναρτηθεί σχετική πινακίδα στην είσοδο. Στις 20.07.2011 και περί ώρα 03.36 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο κατάστημα της ενάγουσας, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να υποστούν εκτεταμένες φθορές το εσωτερικό της επιχείρησης και τα εντός αυτής αντικείμενα, ώστε να μην καθίσταται δυνατή πλέον η λειτουργία της, να ρυπανθεί η τοιχοποιία παρακείμενης πολυκατοικίας, ενώ από τα ύδατα της κατάσβεσης από την Πυροσβεστική Υπηρεσία προκλήθηκαν φθορές σε καταστήματα που βρίσκονται στο ισόγειο του εμπορικού κέντρου, οι ιδιοκτήτες των οποίων προέβαλαν αξιώσεις αποζημίωσης έναντι της ενάγουσας, όπως και ο ιδιοκτήτης του μισθωμένου ακινήτου, όπου στεγάζεται η επιχείρηση.
Σύμφωνα με την από 22.07.2011 έκθεση απλής αυτοψίας των αρμοδίων αξιωματικών της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, που επελήφθησαν και διεξήγαγαν την προανάκριση, η πυρκαγιά δεν οφείλεται σε βραχυκύκλωμα, αλλά αποδίδεται σε πράξη από πρόθεση αγνώστου ατόμου, ενός ή περισσοτέρων, οι οποίοι με άγνωστο τρόπο (είτε υπερπήδησαν τη μεταλλική πόρτα εισόδου, που βρέθηκε κλειδωμένη από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, είτε χρησιμοποίησαν κλειδιά ή αντικλείδια) εισήλθαν στο εσωτερικό του εστιατορίου στην κυρίως αίθουσα από τις ξεκλείδωτες πόρτες αυτής και αφού περιέλουσαν τον χώρο με εύφλεκτο υγρό, στη συνέχεια με τη χρήση γυμνής φλόγας (σπίρτα - αναπτήρα) προκάλεσαν την πυρκαγιά.
Επίσης εκτίθεται στην έκθεση αυτοψίας ότι υπήρχε επιτοίχια αναρτημένη μονάδα συναγερμού, όμως δεν ήχησε η σειρήνα του συναγερμού πριν την εκδήλωση της πυρκαγιάς. Η εναγομένη - εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία αρνήθηκε να καταβάλει το ασφάλισμα με βάση το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, επικαλούμενη, όπως και στο πρωτόδικο Δικαστήριο, ένσταση απαλλαγής της λόγω παράβασης των ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (άρθ. 361 Α.Κ.) και απόκρυψη εκ μέρους των εκπροσώπων της ενάγουσας, κατά τη σύναψη της σύμβασης, περιστατικών που γνώριζαν και ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου (άρθ. 3 παρ. 1 και 6 του ν. 2496/1997), που αν ήταν γνωστά στην εναγομένη δεν θα προέβαινε στη σύναψη της σύμβασης, όπως επίσης παρέλειψαν να της ανακοινώσουν κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης ότι δεν λειτουργούσε, από υπαιτιότητα των εκπροσώπων της ενάγουσας, ο συναγερμός προστασίας κατά κλοπής, συνδεδεμένος με εταιρία security, όπως είχε δηλωθεί με την πρόταση ασφάλισης για τη σύναψη της σύμβασης και ελήφθη υπόψη από την εναγομένη για την κατάρτιση της ασφάλισης και ανάληψη του σχετικού κινδύνου.
Συγκεκριμένα, η σύναψη της σύμβασης έγινε με την από 17.01.2011 πρόταση ασφάλισης, που υποβλήθηκε από την εταιρία «ΣΥΜΠΡΑΞΙΣ - ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Α.Ε.» δια των αρμοδίων υπαλλήλων της, οι οποίοι συνέταξαν την πρόταση ασφάλισης με τις πληροφορίες και τα στοιχεία της επιχείρησης, ως μεσολαβούντες στη σύναψη της σύμβασης μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης, το περιεχόμενο δε της πρότασης είχε αποδεχθεί προηγουμένως η ενάγουσα δια των εκπροσώπων της, όπως και τους όρους του συνταχθέντος βάσει της πρότασης ασφαλιστηρίου συμβολαίου και στη συνέχεια και της πρόσθετης πράξης πυρός, χωρίς εναντίωση, καταβάλλοντας τα αναλογούντα ασφάλιστρα, δεδομένου ότι η αποδοχή της σύμβασης από τον ασφαλισμένο μπορεί να γίνει και σιωπηρά.
Με τον όρο 4.5 των γενικών και ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο «λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλιζόμενος, με ποινή έκπτωσης από το δικαίωμα για ασφάλισμα, έχει την υποχρέωση καθ’ όλη τη διάρκεια της ασφάλισης να μεριμνά για την τήρηση των κατωτέρω προϋποθέσεων:
1. Ύπαρξη της νόμιμης άδειας λειτουργίας της ασφαλιζόμενης επιχείρησης ή απόδειξη ότι έχουν κατατεθεί όλα τα προβλεπόμενα από το νόμο έγγραφα για την έκδοσή της.
[...]
3. Τα ελάχιστα οριζόμενα οριζόμενα από τις κείμενες διατάξεις μέσα πυρόσβεσης να βρίσκονται διαθέσιμα και λειτουργικά εντός των ασφαλιζόμενων κτιρίων ή εντός των κτιρίων που βρίσκονται τα ασφαλιζόμενα αντικείμενα».
Επίσης, σύμφωνα με τον όρο 3.3 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ο ασφαλισμένος «οφείλει με δικές του δαπάνες να λαμβάνει όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις και μέτρα και να συμμορφώνεται με όλες τις συστάσεις της εταιρίας για την πρόληψη ή αποτροπή ζημιών ή απωλειών. Οφείλει, επίσης, να τηρεί τα υποχρεωτικά μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται ή επιβάλλονται από τις κείμενες διατάξεις, καθώς και τις συστάσεις και προδιαγραφές των κατασκευαστών, διαφορετικά εκπίπτει από το δικαίωμά του για ασφάλισμα».
Τα μέσα πυροπροστασίας στο κατάστημα ήταν πυροσβεστικό δίκτυο νερού απλού τύπου, φορητοί πυροσβεστήρες και αυτόματοι πυροσβεστήρες στις εστίες της κουζίνας. Χωρίς να προκύπτει ο αριθμός αυτών. Κατά τη σύναψη της σύμβασης, οι εκπρόσωποι της ενάγουσας απέκρυψαν από τους εκπροσώπους της εναγομένης ότι η χορηγηθείσα στην επιχείρηση βεβαίωση πυρασφάλειας, η οποία απαιτείται ως μία από τις προϋποθέσεις για τη λήψη άδειας λειτουργίας καταστήματος, που χορηγήθηκε από το Δήμαρχο Αγίας Παρασκευής στις 17.03.2003, είχε λήξει από την 13.12.2007 και ότι η ενάγουσα δεν είχε υποβάλλει αίτηση δια των εκπροσώπων της, εντός δύο μηνών πριν από τη λήξη της ισχύος της, προς την οικεία Πυροσβεστική Υπηρεσία για την ανανέωσή της ούτε είχε γίνει μέχρι τη σύμβαση τέτοια ανανέωση.
Κατά συνέπεια, απεκρύβη δολίως περιστατικό, γνωστό στην ενάγουσα και αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου που ασφαλίστηκε από την εναγομένη, το οποίο όφειλε η ασφαλισμένη να ανακοινώσει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, και το οποίο, αν η εναγομένη εγνώριζε δια των εκπροσώπων της, δεν θα προέβαινε στην ασφάλιση ή πάντως όχι με τους ίδιους όρους.
Η συμπεριφορά αυτή οδηγεί σε απαλλαγή της εναγομένης από την υποχρέωσή της να καταβάλει ασφάλισμα για την συγκεκριμένη ασφαλιστική περίπτωση που επήλθε με τη διάρρηξη και πρόκληση πυρκαγιάς στο κατάστημα της ενάγουσας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 του ν. 2496/1997, που βάσιμα επικαλέστηκε η εναγομένη.
Η απαλλαγή, μάλιστα, αυτή επέρχεται ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόσφορου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ανακοίνωσης του αντικειμενικά ουσιώδους περιστατικού και της πραγματοποίησης του κινδύνου... Συγχρόνως παραβιάστηκε από την ενάγουσα και ο όρος 4.5 παρ. 3 των γενικών και ειδικών όρων που συνοδεύουν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, σύμφωνα με το οποίο πρέπει τα ελάχιστα οριζόμενα από τις κείμενες διατάξεις μέσα πυρόσβεσης να βρίσκονται διαθέσιμα και λειτουργικά εντός των ασφαλιζομένων κτιρίων, αφού η επιχείρηση δεν διέθετε σχετική βεβαίωση από την αρμόδια Πυροσβεστική Υπηρεσία για την λειτουργικότητα των μέσων πυρόσβεσης.
Ο όρος αυτός τέθηκε στο ασφαλιστήριο με προβλεπόμενη συνέπεια της παραβίασής του την έκπτωση από το δικαίωμα για ασφάλισμα, όπως δε προκύπτει σαφώς από αυτόν, η έκπτωση επέρχεται ανεξάρτητα αν στην περίπτωση επέλευσης του κινδύνου θα ήταν δυνατή η χρήση από κάποιο άτομο των υπαρχόντων μέσων για την πυρόσβεση ή όχι, όπως στην προκειμένη περίπτωση, όπου η ενάγουσα, επιχειρώντας να αποκρούσει την ένσταση, ισχυρίζεται αλυσιτελώς ότι δεν ήταν δυνατή η χρήση των μέσων από κάποιον άλλον κατά τη διάρκεια του εμπρησμού ή αμέσως μετά, αφού ήταν κλειστό το κατάστημα, η πυρκαγιά αναπτύχθηκε τάχιστα και η Πυροσβεστική Υπηρεσία ήλθε αμέσως.
Εξάλλου, τα υπάρχοντα μέσα πυρόσβεσης δεν ήταν διαθέσιμα, λαμβανομένης υπόψη και της υποχρέωσης συντήρησης, περιοδικού ελέγχου και αναγόμωσης από αναγνωρισμένη εταιρία των φορητών πυροσβεστήρων που υπήρχαν στην κεντρική αίθουσα του καταστήματος, από όπου ξεκίνησε και η πυρκαγιά, για την αποτελεσματική λειτουργία τους, πολύ περισσότερο, αφού η βεβαίωση πυρασφάλειας από αντικειμενική και ανεξάρτητη αρμόδια αρχή, που θα βεβαίωνε και τη λειτουργικότητα των μέσων πυρόσβεσης στα πλαίσια της πιστοποίησης της τήρησης των όρων και προϋποθέσεων που επιβάλλονται από τις οικείες Πυροσβεστικές Διατάξεις..., είχε λήξει από 13.12.2007 και στο διάστημα που μεσολάβησε από το χρόνο αυτό μέχρι τη σύναψη της ασφάλισης (17.01.2011) ή μέχρι την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου (22.07.2011) οι εκπρόσωποι της ενάγουσας δεν είχαν επιμεληθεί τις ενέργειες αυτές και συνεπώς, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν ήταν δυνατό οι πυροσβεστήρες να είναι λειτουργικοί μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
Επομένως, και λόγω της παράβασης αυτής, συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της εναγομένης από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος. Περαιτέρω, κατά τη σύναψη της σύμβασης δηλώθηκε στην από 17.11.2011 πρόταση ασφάλισης ότι η επιχείρηση της ενάγουσας είχε εγκαταστήσει σύστημα συναγερμού συνδεδεμένο με την εταιρία security MATRIX S.A..
Ο συναγερμός κάλυπτε με ανιχνευτές κίνησης όλο το χώρο του εστιατορίου της ενάγουσας, τρεις δε από αυτούς υπήρχαν στο χώρο της σάλας, από όπου ξεκίνησε η πυρκαγιά. Επίσης περιελάμβανε πίνακα χειρισμού, ανιχνευτή θραύσης κρυστάλλων, εξωτερική σειρήνα και μαγνητικές επαφές. Ο συναγερμός ήταν συνδεμένος με την εταιρία MATRIX S.A., η οποία, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του, ελάμβανε σήματα στο κέντρο λήψης και επεξεργασίας σημάτων συναγερμού, μεταξύ άλλων, και για την περίπτωση διάρρηξης και εισόδου στην επιχείρηση.
Η λειτουργία του συναγερμού και η αποστολή σημάτων στο κέντρο ελέγχου της εταιρίας MATRIX S.A. εξαρτάτο άμεσα από τη λειτουργία της τηλεφωνικής σύνδεσης της επιχείρησης. Αυτό ήταν γνωστό στους εκπροσώπους της ενάγουσας, δεδομένου ότι στις 22.6.2011, όταν ο συναγερμός δεν έστελνε σήματα στο κέντρο της εταιρίας (21.06.2011 το τελευταίο σήμα), ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, ο οποίος δήλωσε ότι ο λογαριασμός της παροχής τηλεφωνικής υπηρεσίας ήταν απλήρωτος, ενημερώθηκε από τους υπαλλήλους της MATRIX S.A.
ότι, εάν το τηλέφωνο δεν λειτουργεί, ο συναγερμός δεν στέλνει σήμα στο κέντρο ελέγχου της εταιρίας και δεν είναι δυνατό στην εταιρία να παρακολουθεί τον χώρο. Επίσης οι εκπρόσωποι της ενάγουσας είχαν ειδοποιηθεί κατά τον τελευταίο έλεγχο που έγινε από τους υπαλλήλους της εταιρίας MATRIX S.A. στις 31.05.2011 ότι οι μπαταρίες της κεντρικής μονάδας και της σειρήνας χρειάζονται προληπτικά αλλαγή λόγω παρέλευσης τριετίας και μπορεί να έχει εξαντληθεί η ισχύς τους, χωρίς όμως να γίνει αλλαγή από την ενάγουσα...
Κατά το χρόνο που εισήλθε στην επιχείρηση ο άγνωστος δράστης και εκδηλώθηκε η πυρκαγιά δεν είχε πληρωθεί ακόμη ο λογαριασμός της τηλεφωνικής σύνδεσης από την ενάγουσα και συνεπώς δεν δόθηκε σχετικό σήμα για τη διάρρηξη στο κέντρο ελέγχου της MATRIX S.A. Το εγκατεστημένο σύστημα συναγερμού διέθετε ακόμη προστασία της εξωτερικής σειρήνας σε περίπτωση καταστροφής ή απενεργοποίησης (τάμπερ), που ενεργοποιείται σε οποιανδήποτε περίπτωση κίνησης, ώστε, και σε περίπτωση ακόμη που ήταν απενεργοποιημένος ο συναγερμός, να ηχήσει η εξωτερική σειρήνα.
Στη συγκεκριμένη, όμως, περίπτωση ούτε η σειρήνα αυτή ήχησε, όπως επιβεβαιώθηκε από τους περίοικους μάρτυρες, οι οποίοι δήλωσαν στους αξιωματικούς της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ότι δεν ακούστηκε κανένας ήχος συναγερμού. Εάν λειτουργούσε σωστά ο συναγερμός, θα ενεργοποιείτο η σειρήνα, ο ήχος της οποίας θα ήταν αποτρεπτικός για την είσοδο του δράστη παράνομα στην επιχείρηση, οπότε θα ετρέπετο σε φυγή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων χωρίς να προκαλέσει και την πυρκαγιά.
Οι εκπρόσωποι της ενάγουσας, αν και γνώριζαν ότι χωρίς τηλεφωνική σύνδεση σε λειτουργία δεν είναι δυνατό να δοθεί σήμα στο κέντρο ελέγχου της εταιρίας MATRIX S.A. για ενδεχόμενη παράνομη είσοδο κάποιου ατόμου στην επιχείρηση, δεν επιμελήθηκαν την πληρωμή του λογαριασμού της τηλεφωνικής εταιρίας ούτε την αλλαγή στις μπαταρίες για τη λειτουργία της σειρήνας.
Αποτελούσε δε συμβατική τους υποχρέωση να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας για την αποτροπή ζημιών με συνέπεια σε αντίθετη περίπτωση, την έκπτωση από το ασφάλισμα (όρος 3.3 των ειδικών όρων), πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν η ενάγουσα είχε δηλώσει κατά την έναρξη της ασφάλισης ότι διαθέτει σύστημα συνδεδεμένο με εταιρία security, γεγονός που συνεκτιμήθηκε για την ανάληψη όλων των κινδύνων.
Στην προκειμένη δε περίπτωση, της πρόκλησης της πυρκαγιάς, προηγήθηκε η παράνομη είσοδος στο κατάστημα της ενάγουσας του αγνώστου δράστη και λόγω της μη λειτουργίας του συναγερμού και μη αποστολής σήματος στην εταιρία MATRIX S.A., αλλά και της μη λειτουργίας της εξωτερικής σειρήνας, ενήργησε ανενόχλητος, ενώ δεν δηλώθηκε προηγουμένως και στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία το σημαντικό αυτό γεγονός της διακοπής λειτουργίας του συναγερμού από υπαιτιότητα της ενάγουσας, που επέφερε επίταση του κινδύνου.
Κατόπιν των ανωτέρω, η ένσταση απαλλαγής, που προέβαλε η εναγομένη πρωτοδίκως και επανέφερε με τις προτάσεις της ως εφεσίβλητη, λόγω παραβίασης από δόλο της ασφαλιστικής υποχρέωσης που επιβάλλουν στην ασφαλισμένη ενάγουσα οι προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 2496/1997 (άρθ. 3 παρ. 6) αλλά και λόγω παραβίασης των ως άνω ρητών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που αποτέλεσαν ουσιώδεις συμβατικές υποχρεώσεις της ενάγουσας ασφαλισμένης, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να απορριφθεί η αγωγή [...]|».
[III] Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε τους περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την 3870/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν, κατ’ αποδοχή της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένστασης απαλλαγής της, η από 06.06.2012 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία η τελευταία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 461.099,35 ευρώ, ως ασφαλιστική αποζημίωση με βάση το υπ’ αριθ. ...
ασφαλιστήριο συμβόλαιο περιουσίας, την υπ’ αριθ. ... πρόσθετη πράξη πυρός και το υπ’ αριθ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο απώλειας κερδών. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 361 ΑΚ και 3 παρ. 1 και 6 του Ν. 2496/1997, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι θεμελιώνεται λόγος απαλλαγής της αναιρεσίβλητης από την επίδικη ασφαλιστική κάλυψη, λόγω παράβασης των ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (άρθρο 361 ΑΚ) και απόκρυψης εκ μέρους των εκπροσώπων της ενάγουσας περιστατικών που γνώριζαν και ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου (άρθρο 3 παρ. 1 και 6 του Ν. 2496/1997).
Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο α) ότι κατά τη σύναψη της σύμβασης, οι εκπρόσωποι της ενάγουσας απέκρυψαν δολίως από τους εκπροσώπους της εναγομένης ότι η χορηγηθείσα στην επιχείρηση βεβαίωση πυρασφάλειας είχε λήξει από την 13.12.2007 και η ενάγουσα δεν είχε υποβάλλει αίτηση για την ανανέωσή της, περιστατικό που ήταν γνωστό στην τελευταία και το οποίο ήταν αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου που ασφαλίστηκε από την εναγομένη, το οποίο όφειλε η ασφαλισμένη να ανακοινώσει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, και το οποίο, αν η εναγομένη το γνώριζε, δεν θα προέβαινε στην ασφάλιση ή πάντως όχι με τους ίδιους όρους, με συνέπεια να επέρχεται απαλλαγή της εναγομένης από την υποχρέωσή της να καταβάλει ασφάλισμα για την συγκεκριμένη ασφαλιστική περίπτωση, η οποία επέρχεται ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόσφορου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ανακοίνωσης του αντικειμενικά ουσιώδους περιστατικού και της πραγματοποίησης του κινδύνου, β) ότι συγχρόνως παραβιάστηκε από την ενάγουσα και ο όρος 4.5 παρ. 3 των γενικών και ειδικών όρων που συνοδεύουν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, σύμφωνα με το οποίο πρέπει τα ελάχιστα οριζόμενα από τις κείμενες διατάξεις μέσα πυρόσβεσης να βρίσκονται διαθέσιμα και λειτουργικά εντός των ασφαλιζομένων κτιρίων, αφού η επιχείρηση δεν διέθετε σχετική βεβαίωση από την αρμόδια Πυροσβεστική Υπηρεσία για την λειτουργικότητα των μέσων πυρόσβεσης, τα δε υπάρχοντα μέσα πυρόσβεσης δεν ήταν διαθέσιμα, λαμβανομένης υπόψη και της υποχρέωσης συντήρησης, περιοδικού ελέγχου και αναγόμωσης από αναγνωρισμένη εταιρία...
των φορητών πυροσβεστήρων που υπήρχαν στην κεντρική αίθουσα του καταστήματος, από όπου ξεκίνησε και η πυρκαγιά, για την αποτελεσματική λειτουργία τους, και επομένως και λόγω της παράβασης αυτής, συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της εναγομένης από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος, γ) ότι κατά τη σύναψη της σύμβασης δηλώθηκε ότι η επιχείρηση της ενάγουσας είχε εγκαταστήσει σύστημα συναγερμού συνδεδεμένο με την εταιρία security MATRIX S.A., πλην όμως το σύστημα αυτό δεν λειτουργούσε κατά την ημέρα της παράνομης εισόδου του αγνώστου δράστη στην επιχείρηση της ενάγουσας και της πρόκλησης της πυρκαγιάς, από υπαιτιότητα των εκπροσώπων της ενάγουσας, οι οποίοι, καίτοι γνώριζαν ότι προϋπόθεση της λειτουργίας του συναγερμού ήταν η ύπαρξη ενεργού τηλεφωνικής σύνδεσης και ότι τέτοια δεν υπήρχε λόγω μη πληρωμής από μέρους τους του οικείου λογαριασμού, αυτοί παρέλειψαν την πληρωμή του με συνέπεια να μη λειτουργήσει ο συναγερμός, γεγονός που επέφερε επίταση του κινδύνου.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών.
Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων το Εφετείο θα έπρεπε να κρίνει ότι η μη έγκαιρη ανανέωση της βεβαίωσης πυροπροστασίας από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, οφειλόμενη σε αμέλειά της, ήταν μια τυπική διαδικασία, ανεξάρτητη της λειτουργικότητας των μέσων πυροπροστασίας, μη αποτελούσα αντικειμενικά ουσιώδες στοιχείο που θα μπορούσε να αποτρέψει τον ασφαλιστή από την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης, πέραν δε αυτού δεν αποδείχθηκε ότι τα μέσα πυροπροστασίας δεν ήταν συντηρημένα ή δεν ήταν σε λειτουργία, ούτε η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ύπαρξης ή μη των απαιτούμενων από τη σύμβαση μέσων πυροπροστασίας και της πυρκαγιάς, ούτε η εκ δόλου των εκπροσώπων της μη πληρωμή του λογαριασμού της τηλεφωνικής σύνδεσης, είναι απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκλησή τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
[IV] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ, αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο, που η αναιρεσείουσα προσκόμισε νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη της βασιμότητάς της αγωγής της και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του την από 11.11.2010 προσφορά της αναιρεσίβλητης, στην οποία δεν περιέχονταν ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης για τη σύναψη της ύπαρξης συναγερμού συνδεδεμένου με την Ελληνική Αστυνομία ή εταιρία security.
Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, πλην των άλλων, και τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν νόμιμα και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το ως άνω φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγησή του.
Σε κάθε περίπτωση, το ως άνω φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο αναφέρεται μόνο στον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η ύπαρξη συναγερμού συνδεδεμένου με την Ελληνική Αστυνομία ή εταιρία security δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση η αποδοχή της προβληθείσης από την αναιρεσίβλητη ένστασης απαλλαγής της στηρίχθηκε επί πλέον αφενός μεν στην εκ μέρους των εκπροσώπων της αναιρεσείουσας δόλια απόκρυψη του αντικειμενικά ουσιώδους για την κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης γεγονότος ότι η χορηγηθείσα στην επιχείρηση βεβαίωση πυρασφάλειας είχε λήξει από την 13.12.2007 και η αναιρεσείουσα δεν είχε υποβάλλει αίτηση για την ανανέωσή της, και αφετέρου στην παραβίαση του όρου 4.5 παρ. 3 των γενικών και ειδικών όρων όρου της συμβάσεως, σύμφωνα με τον οποίο πρέπει τα ελάχιστα οριζόμενα από τις κείμενες διατάξεις μέσα πυρόσβεσης να βρίσκονται διαθέσιμα και λειτουργικά εντός των ασφαλιζομένων κτιρίων, καθόσον τα υπάρχοντα μέσα πυρόσβεσης δεν ήταν διαθέσιμα και ως εκ τούτου αλυσιτελώς προβάλλεται ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως.
[V] Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Ιανουαρίου 2017 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «… & ΣΙΑ Ο.Ε.» για αναίρεση της υπ' αριθ. 1180/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ