Legislator Case Law & Legislation
1493/2018 AI generated

Supreme Court dismisses water company's appeal, ruling severance payments exceeding 15,000 euros are illegal.

Case Number 1493/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the water utility's appeal against the first-instance judgment that rejected the employees' claim for severance pay. The court held that the specific compensation scheme provided by the company constituted a supplementary indemnity rather than a salary component. Consequently, the total amount awarded to the employees was legally capped at 15,000 euros per person under the relevant statute.

Legislator headnote

AI generated

Art. 3 para. 1 of Law 173/1967; Art. 2 para. 2 of Law 173/1967: Supplementary severance payments granted to employees with twenty years of service are subject to a statutory cap of 15,000 euros and cannot exceed this limit.

Keywords

AI generated
severance pay cap supplementary indemnity public utility company statutory limit employment termination labor law appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 3 para. 1 of Law 173/1967
Art. 2 para. 2 of Law 173/1967
Art. 560 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 lit. a of the Code of Civil Procedure
Art. 179 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
El. Syn. I Tm. Praxi 94/2012
El. Syn. IV Tm. Praxi 0179/2013

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1493 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1493/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής επιχείρησης Ύδρευσης - Αποχέτευσης Λάρισας (Δ.Ε.Υ.Α.Λ.), που έχει την έδρα της στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Ν., και 2) Π. Κ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κρίτσανο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 272/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 21/6/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 21.06.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 272/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 124/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λαρίσης, με τη οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του α.ν. 99/1967, περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κλπ"(ΦΕΚ Α` 189), "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρείαι Υδάτων κ.λπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμενοι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".

Το ανώτατο αυτό όριο αποζημιώσεως αυξήθηκε διαδοχικά και με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 (ΦΕΚ Α` 111) προσδιορίσθηκε στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: 1. " Εις ας περιπτώσεις ειδική διάταξις νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως αναφερομένης εις ανωνύμους εταιρείας ή Κοινωφελείς Επιχειρήσεις...

προβλέπει την καταβολήν εις υπαλλήλους κατά τον χρόνον της απομακρύνσεώς των εκ της εργασίας, και ετέρας προσθέτου αποζημιώσεως πέραν της υπό του ν. 2112 προβλεπομένης, η αποζημίωσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη ποσοστόν 15% της υπό της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος οριζομένης". Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 "Περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967...

επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ." (ΦΕΚ Α` 171), "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν διά πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντος, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ` οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ` αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου".

Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερόμενων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών, αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών, και υπερισχύουν γι` αυτό των ευνοϊκότερων όρων των Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (Ολ ΑΠ 10/1998, ΑΠ 998/2017, ΑΠ 227/2016, 1621/2011).

Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχειρήσεως ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (Ολ ΑΠ 20/2006, 10/1998, 33-34/1997, ΑΠ 892/2017, ΑΠ 1631/2017).

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (ΦΕΚ Α` 191) ορίζεται ότι: "Δια την άσκησιν των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος υδρεύσεως και αποχετεύσεως οικιστικών κέντρων της χώρας, εξαιρέσει των πόλεων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων αυτών περιοχών, δύναται να συνιστώνται., εις έκαστον Δήμον ή Κοινότητα της Χώρας ή υπό πλειόνων Δήμων ή Κοινοτήτων ή Δήμων και Κοινοτήτων ενιαίαι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως.

Αι ανωτέρω Επιχειρήσεις αποτελούν ίδια Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα υπό των κανόνων της ιδιωτικής οικονομίας, εφ` όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του νόμου. Αι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως λειτουργούν υπό μορφήν Δημοτικής ή Κοινοτικής επιχειρήσεως και διέπονται ως προς την διοίκησιν, οργάνωσιν, εκτέλεσιν, λειτουργίαν, συντήρησιν των έργων της αρμοδιότητος των καθώς και τας πηγάς της χρηματοδοτήσεώς των υπό των διατάξεων του παρόντος νόμου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος" και στο άρθρο 7 παρ. 1 του ίδιου νόμου ότι " ΔΓ Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, συντασσομένου δι` αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμην των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωσις, η σύνθεσις και η αρμοδιότης των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τας ανάγκας της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων προσωπικού καθ`ομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδος εκπαιδεύσεως, αι αποδοχαί, ως και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιον προς τούτο όργανον".

Εξάλλου, ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Λάρισας (ΔΕΥΑΛ), όπως αυτός τροποποιήθηκε με την 184/2009 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, η οποία εγκρίθηκε με την 856/2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Λαρισαίων και με την 17943/2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας (ΦΕΚ Β` 190), ο οποίος (Οργανισμός) εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν. 1069/1980, στο άρθρο 48 αυτού ορίζει τα ακόλουθα :"1.

Στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης που αποχωρεί από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης ή θανάτου, είτε απομακρύνεται από την εργασία του για λόγους υγείας, εφόσον δεν περιορίζεται ρητά από το νόμο, καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση, που ισχύει κάθε φορά για τους επικουρικά ασφαλισμένους, προσαυξημένη κατά ποσοστό 10%, με τις ακόλουθες διαβαθμίσεις :α)...β)...γ) Ποσό ίσο με τις συνολικές αποδοχές έξι μηνών προσαυξημένες με την αναλογία των δώρων και επιδόματος αδείας για υπηρεσία στη ΔΕΥΑΛ από 3 μέχρι 5 χρόνια.

Για υπηρεσία στη ΔΕΥΑΛ μεγαλύτερη των 5 χρόνων καταβάλλεται αποζημίωση που προσαυξάνεται με τις αποδοχές τριών μηνών για κάθε πενταετία ή ανάλογο κλάσμα της. 2. Η εφάπαξ αποζημίωση καταβάλλεται και σε όσους αποχωρούν οικειοθελώς από την υπηρεσία, αφού συμπλήρωσαν το 58ο έτος της ηλικίας τους ή αφού διάνυσαν στη ΔΕΥΑΛ χρόνο πραγματικής υπηρεσίας 20 ετών. 3 Για την καταβολή της εφάπαξ αποζημίωσης στους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης απαιτείται η συμπλήρωση όλων των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το νόμο για τη χορήγηση σύνταξης λόγω γήρατος.

Στο άρθρο 49 του ίδιου Οργανισμού ορίζεται ότι :"1. Το προσωπικό της ΔΕΥΑΛ, με σκοπό τη διευκόλυνση της επιχείρησης για την αποχώρηση του προσωπικού της, εφόσον έχει διανύσει στη ΔΕΥΑΛ πραγματική υπηρεσία 20 ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης από τον ασφαλιστικό οργανισμό στον οποίο υπάγεται, έχει τη δυνατότητα να αποχωρεί οικειοθελώς από την εργασία του πριν τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του. 2.

Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται ως κίνητρο πρόσθετη αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΕΥΑΛ. Σαν βάση για τον καθορισμό της πρόσθετης αποζημίωσης λαμβάνονται τα 5 έως 1 χρόνια, που υπολείπονται μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας. Το ανώτατο ποσό καταβάλλεται σε όσους υπολείπονται τουλάχιστον 5 χρόνια υπηρεσίας και για κάθε έτος που προστίθεται μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους, το ποσό της πρόσθετης αποζημίωσης μειώνεται κατά ποσό ή ποσοστό που ορίζει το Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΥΑΛ, έτσι ώστε να μηδενίζεται και να μην καταβάλλεται σε όσους αποχωρούν με τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής". 3.

Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να είναι γενική και να προβλέπει την καταβολή της ανωτέρω αποζημίωσης ομοιόμορφα και σε όλο το προσωπικό, που πληροί τις προϋποθέσεις πρόωρης αποχώρησης. 4. Για την αποχώρηση και την καταβολή της πρόσθετης αποζημίωσης απαιτείται υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο, που εγκρίνεται κάθε φορά από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΥΑΛ.

Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να απορρίψει την αίτηση αν το επιβάλλουν οι ανάγκες της υπηρεσίας ή δεν το επιτρέπει η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι η αποζημίωση που δικαιούνται οι μισθωτοί, υπάλληλοι ή εργάτες, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των άλλων δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, βάσει των διατάξεων του ν. 2112/1920 (δηλαδή όταν η σύμβαση εργασίας λύεται με καταγγελία του εργοδότη ή του εργαζόμενου) υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα.

Για την ταυτότητα του νομικού λόγου διάταξη αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια αποτελεί και αυτή του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, με την οποία θεσπίζεται περιορισμός στο ύψος των πρόσθετων, σε σχέση με αυτές που χορηγούνται βάσει του ν. 2112/1920, αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους εργαζόμενους κατά το χρόνο της απομάκρυνσής τους από την υπηρεσία, οι οποίες δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ποσό των 2.250 (15.000 Χ15%) ευρώ.

Συνέπεια αυτών είναι η αγωγή με την οποία ζητείται αποζημίωση μεγαλύτερη από τα ως άνω όρια των 15.000 και 2.250 ευρώ να είναι κατά το υπερβάλλον μη νόμιμη ( ΑΠ 591/2015, AΠ 892/2017, ΑΠ 1631/2017).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ.α` ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές. Δηλαδή, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 25.11.2014 αγωγή ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στη Λάρισα, η μεν πρώτη την 3-8-1993 ο δε δεύτερος την 21-8-1982 και απασχολήθηκαν ως τακτικό προσωπικό αυτής, η μεν πρώτη ενάγουσα ως τεχνολόγος πολιτικός μηχανικός μέχρι την 14-7-2014, ο δε δεύτερος ενάγων ως εργοδηγός μηχανολόγος ΜΤ σχολής μέχρι την 12-2-2014, οποτε και αποχώρησαν λόγω συνταξιοδότησης με τα κίνητρα της εθελούσιας εξόδου κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 48 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγόμενης μετά και την έκδοση των σχετικών αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου αυτής και ότι, ενώ καταβλήθηκε στον καθένα από αυτούς η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 2 του Α.Ν. 173/ 1967 αποζημίωση εκ 15.000 ευρώ, δεν τους καταβλήθηκαν οι προβλεπόμενες από την παρ. 1 του άρθρου 48 και παρ. 1 του άρθρου 49 του ΟΕΥ της εναγόμενης αποζημιώσεις, ήτοι η εφάπαξ νόμιμη αποζημίωση τακτικού προσωπικού ποσού 14.675 ευρώ αντιστοίχως στον καθένα τους και η πρόσθετη αποζημίωση ως κίνητρο λόγω εθελούσιας εξόδου ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας του καθενός ποσού 3.074,75 ευρώ και 4.618,25 ευρώ αντιστοίχως, οι οποίες ανέρχονται για μεν την πρώτη ενάγουσα στο συνολικό ποσό των 17.749 ευρώ, για δε τον δεύτερο ενάγοντα στο συνολικό ποσό των 19.293,25 ευρώ, εφόσον ο καθένας από τους ενάγοντες διάνυσε στην υπηρεσία της εναγόμενης χρόνο πραγματικής υπηρεσίας 20 ετών κατά τα ειδικότερα και αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή.

Ενόψει αυτών, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει τα ως άνω ποσά, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε απαίτηση κατέστη απαιτητή. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 124/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας, με την οποία υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 17.615 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 19.293,25 ευρώ, αμφότερα δε τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Κατόπιν εφέσεως της εναγομένης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης, που δίκασε κατ'εφεση, δέχθηκε τα ακόλουθα " Η εναγομένη Δημοτική Επιχείρηση Υδρευσης και Αποχέτευσης Λάρισας (Δ.Ε.Υ.Α.Λ) είναι επιχείρηση Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α) ειδικού σκοπού και αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, που έχει συσταθεί με το Π.Δ. 161/1974, αρχικά, ως Δ.Ε.Υ.Λ.

και στη συνέχεια, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του νόμου 1069/1980 "Περί κινήτρων διά την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως", (Φ.Ε.Κ. Α'/191/^.8Ό),• μετατράπηκε με το Π.Δ.374/1981 σε Δ.Ε.Υ.Α.Λ. με τη μορφή του Ν.Π.Ι.Δ. κοινωφελούς χαρακτήρα και υπήχθη στις διατάξεις του νόμου- αυτού (Ν. 1069/1980). Μετά τη συνένωση των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) που έλαβε χώρα με το Ν. 2539/1997, έγινε νέα συστατική) πράξη της εναγόμενης επιχείρησης, η οποία εγκρίθηκε με την με αριθμό 19582/2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Θεσσαλίας (Φ.Ε.Κ.

Β744/19-1-2005) και στη συνέχεια τροποποιήθηκε με την με αριθμό 1263/2005 απόφαση του (Φ.Ε.Κ. Β 712336/1-9-2005). Ακολούθως, δυνάμει της με αριθμό 56/5/24-1-2011 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου Λάρισας, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 837, τεύχος Β' της 12-5-2011, αποφασίσθηκε η συγχώνευση των δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης του ΔήμουΛαρισαίων, δηλαδή της ΔΕΥΑ Λάρισας, της ΔΕΥΑ Γιάννουλης- Φαλάνης και της ΔΕΥΑ Κοιλάδας σε μια επιχείρηση με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ" και συντετμημένα "Δ.Ε.Υ.Α.Λ.".

Η εκκαλούσα-εναγομένη προσέλαβε την πρώτη ενάγουσα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στην Λάρισα στις 03.08.1993, ως τακτικό προσωπικό αυτής τεχνολόγος πολιτικός μηχανικός. Η τελευταία απασχολήθηκε στην θέση αυτή μέχρι τις 14.07.1994, οπότε και απεχώρησε λόγω συνταξιοδότησης με τα κίνητρα της εθελούσιας εξόδου, σύμφωνα με τα άρθρα 48 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγομένης ΔΕΥΑΛ, κατόπιν της υπ' αριθ.

πρωτ. 3076/05.06.2014 αίτησής της και μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 134/13.06.2014 απόφασης του Δ.Σ. 'της εναγομένης, που ενέκρινε την αποχώρηση αυτής-λόγω συνταξιοδότησης από τις 14.07.2014 και αποφάσισε την καταβολή σε αυτήν των νόμιμων αποζημιώσεων, αναθέτοντας στον Γενικό Διευθυντή αυτής την εκτέλεση της απόφασης. Παράλληλα, με την υπ' αριθ 3681/23.10.2014 απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ/Υποκατάστημα Λάρισας, απονεμήθηκε σε αυτήν πλήρης σύνταξη γήρατος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 27§1 περ. 35' του ν. 1092/1990 και 10§ 17 περ.β' του ν. 3863/2010, καθώς είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα στις 18.03.2014, είχε συμπληρώσει το 55° έτος της ηλικίας, ως γεννηθείσα στις 05.09.1958, είχε ανήλικο τέκνο και 5.500/ημέρες εργασίας.

Και ναι μεν σύνταξή της αποφασίστηκε να καταβάλλεται μειωμένη κατά 70%, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν.ν 3863/2010, επειδή αυτή συνέχιζε να εργάζεται στον Δημόσιο/Ευρύτερο Δημόσιο Τομέα, πλην όμως αυτό δεν αναιρεί το καθεστώς πλήρους ; σύνταξης που της απονεμήθηκε εξ αρχής, αλλά απλά μειώνει το ποσό της: πλήρους συντάξεως που θα της καταβαλλόταν διαφορετικά.

Ο δεύτερος ενάγων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στην Λάρισα στις 21.08.1982, προσελήφθη από την εναγομένη ως τακτικό προσωπικό αυτής-εργοδηγός μηχανολόγος σχολής-και απασχολήθηκε στην θέση αυτή μέχρι τις 12.02.2014, οπότε και απεχώρησε λόγω συνταξιοδότησης με τα κίνητρα της εθελούσιας εξόδου, σύμφωνα με τα άρθρα 48 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Λη Υπηρεσίας της εναγόμενης και μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 10/21.01.2014 απόφασης του Δ.Σ.

της εναγομένης, που ενέκρινε την αποχώρηση αυτού λόγω συνταξιοδότησης από τις 12.02.2014 και αποφάσισε την καταβολή σε αυτόν των νόμιμων αποζημιώσεων, αναθέτοντας στον Γενικό Διευθυντή αυτής την εκτέλεση της απόφασης. Παράλληλα, με την υπ' αριθ. 2876/26.08.2014 απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ/Υποκατάστημα Λάρισας, απονεμήθηκε σε αυτόν πλήρης σύνταξη γήρατος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10§ 1 του Ν. 3863/2010, καθώς είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα στις 31.12.2011, είχε συμπληρώσει το 58° έτος της ηλικίας, ως γεννηθείς-στις 12.02.1956 και είχε συμπληρώσει τουλάχιστον 10.800 ημέρες εργασίας:

Αμφότεροι οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι με τις ανωτέρω αιτήσεις τους ζητούσαν να τους καταβληθούν οι προβλεπόμενες αποζημιώσεις, οι οποίες καταβάλλονται στο προσωπικό της εκκαλούσας λόγω εθελούσιας εξόδου, βάσει των άρθρων 48§§ 1 και 2 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας(ΦΕΚ τεύχ. Β', αριθ. φύλ. 190/25.02.2010).

Το Δ.Σ. της εκκαλούσας με τις ανωτέρω αποφάσεις του, ενέκρινε την καταβολή σε αυτούς των νομίμων αποζημιώσεων και συνεπώς, πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 49§4 Ο.Ε.Υ. περί υποβολής προηγούμενης αίτησης και έγκρισης αυτής από το Δ.Σ. της εναγόμενης. Περαιτέρω, αμφότεροι οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες είχαν συμπληρώσει πραγματική υπηρεσία 20 ετών στην εναγόμενη και στο πρόσωπό τους συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης από τον ασφαλιστικό οργανισμό στον οποίο υπάγονταν και συνεπώς δικαιούνταν αμφότεροι να λάβουν τόσο την εφάπαξ αποζημίωση του άρθρου 48§§1-2 όσο και την πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 49 του Ο.Ε.Υ.

Εξάλλου, με την υπ' αριθ. 217/29.09.2000 απόφαση του ΔΣ της ΔΕΥΑΛ αποφασίστηκε ότι "στα πλαίσια του άρθρου 46 του ΟΕΥ της ΔΕΥΑΛ και των με αριθμό 141/10/11-7-1997 και 49/4/3-3-2000 αποφάσεων του Διοικητικού της Συμβουλίου, που με εξουσιοδότηση του ΟΕΥ καθόρισαν κλιμακωτά το ύψος της πρόσθετης αποζημίωσης που καταβάλλεται για την πρόωρη αποχώρηση των εργαζομένων της ΔΕΥΑΑ, ανάλογα με τα υπολειπόμενα χρόνια για την πλήρη συνταξιοδότηση τους ο εργαζόμενος που συμπλήρωσε 20 χρόνια πραγματικής υπηρεσίας στην ΔΕΥΑΑ και αποχωρεί νωρίτερα κατά: - 5 χρόνια λαμβάνει πρόσθετη αποζημίωση 5.000.000 δρχ., -4 χρόνια λαμβάνει πρόσθετη αποζημίωση 4.000.000 δρχ.,-3 χρόνια λαμβάνει πρόσθετη αποζημίωση 3.000.000 δρχ., -2 χρόνια λαμβάνει πρόσθετη αποζημίωση 2.000.000 δρχ.,-1 χρόνο λαμβάνει πρόσθετη αποζημίωση 1.000.000 δρχ.....".

Κατά την αποχώρησή τους από την εναγόμενη, στους ενάγοντες καταβλήθηκε η εκ του άρθρου 2§2 του Α.Ν. 173/1967 αποζημίωση, όμως δεν καταβλήθηκε σε αυτούς η προβλεπόμενη από τις παρ. 1-2 του άρθρου 48 του ΟΕΥ της εναγόμενης εφάπαξ αποζημίωση, ούτε και η ως κίνητρο καταβαλλόμενη πρόσθετη αποζημίωση της παρ. 1 του άρθρου 49 του ΟΕΥ αυτής.

Με βάση τα παραπάνω η πρώτη ενάγουσα-εφεσίβλητη, η οποία συμπλήρωσε 20χρόνια και 11 μήνες πραγματικής υπηρεσίας στην εναγομένη, δικαιούται 73|ί σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 48 και παρ. 1 του άρθρου 49 του ΟΕΥ σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΔΣ της εναγόμενης, το ποσό των 14.675 ευρώ ως εφάπαξ αποζημίωση τακτικού προσωπικού λόγω συνταξιοδότησης, δηλαδή 2935 ευρώ (ή 1.000.000 δραχμές) Χ 5 χρόνια = 14.675 ευρώ (που υπολογίζεται σε 244,58 ευρώ το μήνα Χ 60 μήνες) και το ποσό των 3.074,75 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση λόγω της εθελούσιας εξόδου, που υπολογίζεται σε 147 ευρώ (για όλους τους εργαζόμενους) Χ 20 χρόνια (τα χρόνια υπηρεσίας της ενάγουσας) = 2.940 + 134,75 ευρώ (147/12 =12,25 Χ 11 μήνες = 134,75) και συνολικά δικαιούται 17.749 ευρώ.

Ο δεύτερος ενάγων, ο οποίος συμπλήρωσε 31 χρόνια και 5 μήνες πραγματικής υπηρεσίας στην εναγόμενη , δικαιούται σύμφωνα με τα προαναφερόμενα άρθρα του ΟΕΥ και τις αποφάσεις του ΔΣ της εναγόμενης, το ποσό των 14.675 ευρώ ως εφάπαξ αποζημίωση τακτικού προσωπικού λόγω συνταξιοδότησης , δηλαδή 2.935 ευρώ ( ή 1.000.000 δρχ) Χ 5 χρόνια (που υπολογίζεται σε 244,58 ευρώ το μήνα Χ 60 μήνες) και το ποσό των 4.618,25 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση λόγω της εθελούσιας εξόδου, που υπολογίζεται με 147 ευρώ (για όλους τους εργαζόμενους) Χ 31 χρόνια (τα χρόνια υπηρεσίας του) = 4.557 ευρώ + 61,25 ευρώ (147/12 =12,25 χ 5 μήνες= 61,25) συνολικά δικαιούται 19.293,25 ευρώ...." Κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, ενόψει της φύσης της αναιρεσείουσας, ως κοινωφελούς, η αποζημίωση κατ' άρθρο 48 του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και η αποζημίωση με αφορμή την εθελούσια έξοδο κατ' άρθρο 49 του Κανονισμού δεν μπορούν να υπερβούν τα όρια των άρθρων 2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 του Ν.Δ. 618/1970, δηλαδή η αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 15.000,00 ευρώ και η άλλη "πρόσθετη αποζημίωση" το ποσό των 2.250,00 ευρώ.

Οι προβλέψεις του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας δεν υπερισχύουν των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων, με τις οποίες θεσπίσθηκε το ανωτέρω όριο, οι οποίες καταλαμβάνουν τις ένδικες παροχές στους εργαζομένους της Δ.Ε.Υ.Α.Α. Άλλωστε, και στις εν λόγω διατάξεις του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας περιλαμβάνεται η επιφύλαξη "εφόσον δεν περιορίζεται ρητά από το Νόμο" (βλ.

άρθρο 48 παρ. 1 του Κανονισμού). Κατ' ακολουθία αυτών, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ενόψει του ότι α) η Δ.Ε.Υ.Α. Λάρισας αποτελεί δημοτική επιχείρηση κοινωφελούς χαρακτήρα, η οποία, ανεξαρτήτως του νομικού ενδύματος ως Ν.Π.Ι.Δ. και του χαρακτηρισμού της ως επιχείρησης ειδικού σκοπού (άρθρο 252 παρ. 4 του ν.3463/2006), παρέχει αγαθά ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο και ελέγχεται από το Δήμο Λαρισαίων και β) οι επίμαχες οικονομικές παροχές, που επιγράφονται η μεν μία στο μεν άρθρο 48 παρ. 1 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της ΔΕΥΑΛ ως "Εφάπαξ Αποζημίωση Τακτικού Προσωπικού", η δε άλλη στο άρθρο 49 παρ. 1 του Οργανισμού ως "Κίνητρο Εθελούσιας Εξόδου", καταβαλλόμενη "ως πρόσθετη αποζημίωση" κατά την αποχώρηση των εργαζομένων από την επιχείρηση εξαιτίας αυτής, εμπίπτουν στην έννοια της πρόσθετης αυτοτελούς αποζημίωσης του άρθρου 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967 και επομένως υπόκεινται στον επιβαλλόμενο με τη αυτή περιορισμό ως προς το ύψος τους.

Και τούτο διότι, οι εν λόγω παροχές, ενόψει του ότι χορηγούνται σε όλους τους απολυόμενους, παραιτούμενους και με οποιονδήποτε τρόπο αποχωρούντες υπαλλήλους, εφόσον βέβαια έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 20ετή παραμονή στην επιχείρηση, κατά τις αναφερόμενες στις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις του Ο.Ε.Υ Δ.Ε.Υ.Α Λάρισας έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα καθόσον αποσκοπούν στην αποκατάσταση της ζημίας που υφίσταται ο μισθωτός λόγω της απώλειας της θέσης εργασίας του.

Συνακόλουθα, η παροχές αυτές, ενόψει και του τρόπου και του χρόνου καταβολής αυτών δεν έχουν μισθολογικό χαρακτήρα συνδεόμενο με την παροχή της εργασίας (Ελ.Συν. I Τμ. Πράξη 94/2012, Ελ.Συν IV Τμ. Πράξη 0179/2013). Επομένως αφού οι παροχές αυτές συνιστούν πρόσθετη αυτοτελή αποζημίωση πέραν εκείνης του ν. 2120/1920 και υπόκεινται στο τιθέμενο με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967 περιορισμό, τα αιτούμενα ποσά της αγωγής, κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο πρόσθετης αποζημίωσης των 15.000 ευρώ και των 2.250 ευρώ, που θέτει η ως άνω διάταξη (15.000 ευρώ X 15%=2.250 ευρώ) για τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, και τα οποία αυτοί έχει ήδη λάβει από την αναιρεσείουσα, δεν είναι νόμιμα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης για παραβίαση ουσιαστικού νόμου και δη του άρθρου 3 παρ. 1 του α.ν. 173/1967 είναι βάσιμος.

Επομένως, κατά παραδοχή του ως άνω αναιρετικού λόγου από το άρθρο 560 αρ 1 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων.

Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια δε να γίνει δεκτή η ασκηθείσα από 16 Ιουνίου 2015 και με αριθ.καταθ.470/2015 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθμό 124/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας που είχε δεχθεί στο σύνολό της ως βάσιμη κατ' ουσία την από 25 Νοεμβρίου 2014 και με αριθ. καταθ. 429/2014 αγωγή των εναγόντων - εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσιβλήτων, να ερευνηθεί η αγωγή και απορριφθεί αυτή ως νομικά αβάσιμη. Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και του πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας, καθότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθ. 179 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 272/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, δικάσαντος ως Εφετείου. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται κατ' ουσία την από 16 Ιουνίου 2015 και με αριθ.καταθ.470/2015 έφεση. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 124/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας Δικάζει την από 25 Νοεμβρίου 2014 και με αριθμό κατάθεσης 429/2014 αγωγή.

Απορρίπτει την αγωγή. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για τη παρούσα δίκη, ως και τα δικαστικά έξοδα αυτών για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ