1493/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5613/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 266/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated1493/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Β, υποπερίπτωση β’ . Τέλος, κατά το άρθρο 33 § 9 του Ν. 3918/2011, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 53 § 2γ’ Ν. 4368/2016, "α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.
Full text
Απόφαση 1493 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1493/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της Γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Δούκα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Φ. Ρ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσοκανά με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5613/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 266/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-3-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Λέκκα, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 266/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 27-10-2014 έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθμ. 5613/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 14-5-2012 αγωγή της τελευταίας.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και όταν τα πολιτικά δικαστήρια δέχονται, ότι έχουν δικαιοδοσία και επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών (ΑΠ 210/2016).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (ΚΠολΔ 562 παρ. 2 εδ. γ’ , ΟλΑΠ 20/2008). Εξάλλου, το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, στη δε παράγραφο 2 ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας.
Το άρθρο 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) Οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόμος έχει υπαγάγει σ’ αυτά και γ) οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σ’ αυτά.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 1406/1983, που εκδόθηκε προς εφαρμογή της παραπάνω συνταγματικής διάταξης, υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ’ αυτή. Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφέρονται, κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας, που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ (περ.
η’ ). Ειδικότερα, στο μεν άρθρο 104 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι: "Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου, που ανάγονται σε έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα", ενώ στο άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι: "Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος.
Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών". Τέλος δε, στο άρθρο 106 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, συνάγεται ότι, διοικητικές διαφορές ουσίας, που η εκδίκαση τους υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, είναι κατά κύριο λόγο, εκείνες που πηγάζουν από πράξεις των οργάνων του δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ενέχουν άσκηση δημόσιας εξουσίας, με προέχον δηλαδή στοιχείο την επιβολή της υπέρτερης μονομερούς βούλησης αυτών, χωρίς να αποκλείονται και εκείνες, που προκύπτουν από υλικές ενέργειες των ιδίων οργάνων, όταν αυτές απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών (ΑΠ 542/1996) ή τελέστηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που έχει ενεργήσει, εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών καθηκόντων του.
Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ή από παραλείψεις οφειλομένων νομίμων υλικών ενεργειών αυτών, όπως όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις, που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ή τελέστηκαν εξ αιτίας αυτής και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας των πιο πάνω προσώπων, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ακόμη και όταν επιδιώκεται αποζημίωση για παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αλλά η επικαλούμενη ως παράνομη ενέργεια, πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια που εκδηλώθηκε στο πλαίσιο εννόμου σχέσεως του ιδιωτικού δικαίου ή συνδέεται με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου, ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, συντελέσθηκε μέσα στα πλαίσια ή έχει ως υπόβαθρο τέτοια σύμβαση, όπως μια σύμβαση έργου, η ευθύνη για την αποκατάσταση κάθε θετικής ή αποθετικής ζημίας και καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης θεμελιώνεται στα άρθρα 104 και 105 ΕισΝΑΚ και οι εντεύθεν διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 7/2014, ΑΕΔ 3/2004, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 1175/2014, ΑΠ 2111/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει, ότι σ’ αυτή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε, ότι το αρχικά εναγόμενο ΝΠΔΔ "Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.", στη θέση του οποίου υπεισήλθε το αναιρεσείον ΝΠΔΔ "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", απηύθυνε στις 6-12-2010 Πρόσκληση Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος για σύναψη συμβάσεων μίσθωσης έργου για 12 μήνες με ιατρούς - οδοντιάτρους διαφόρων ειδικοτήτων, για την παροχή περίθαλψης στους ασφαλισμένους του, αντί συνολικής αμοιβής 21.600 ευρώ ότι, ως ιατρός χειρουργός - ωτορινολαρυγγολόγος, υπέβαλε εμπρόθεσμα αίτηση συμμετοχής για την κάλυψη μίας θέσης ωτορινολαρυγγολόγου στο Υποκατάστημα ..., ότι στο παρελθόν (από το έτος 2006) είχε συνάψει με το "Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ." τρεις παρόμοιες συμβάσεις, ότι στην υπ’ αριθμ. ...-9-2010 απόφαση της 22ης Συνεδρίασης Δ.Σ.
του Ι.Κ.Α. αναφέρεται, μεταξύ άλλων κριτηρίων επιλογής ρητά, ότι για τη σύναψη συμβάσεων, κατά την επιλογή, προτεραιότητα έχουν οι ιατροί, οι οποίοι έχουν υπηρετήσει ήδη σε ασφαλιστικούς οργανισμούς, στο δημόσιο και στο "Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.", με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, ότι λόγω προσόντων (διδάκτωρ με άριστα) και λόγω προϋπάρχουσας εμπειρίας, ευελπιστούσε να κριθεί καταλληλότερη για την κάλυψη της θέσης ωτορινολαρυγγολόγου σε κάποια από τις δύο θέσεις, που είχε δηλώσει προτίμηση και ότι τελικά, δεν κλήθηκε να υπογράψει νέα ετήσια σύμβαση μίσθωσης έργου.
Πέραν τούτων, εξέθετε ότι η Διοίκηση του "Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ." παράνομα και υπαίτια προτίμησε για την κάλυψη των θέσεων, για τις οποίες η ίδια είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον, ιατρούς χωρίς προηγούμενη εμπειρία από ασφαλιστικούς οργανισμούς, σε αντίθεση με την ίδια, που είχε τέτοια εμπειρία, των οποίων μάλιστα ανανεώθηκαν οι συμβάσεις, που καταρτίστηκαν, για επιπλέον χρονικό διάστημα 12 μηνών, ότι εάν είχαν τηρηθεί οι νόμιμες διαδικασίες, αφενός θα είχε συνάψει με το "Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ." σύμβαση μίσθωσης έργου 12 μηνών (ιδιωτικού δικαίου) και αφετέρου θα είχε ανανεώσει την σύμβαση αυτή για 12 επιπλέον μήνες και ότι εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των οργάνων του αρχικά εναγομένου, υπέστη συνολική ζημία 43.200 ευρώ, ίση με τις αποδοχές που ελάμβανε, εάν είχε συνάψει σύμβαση μίσθωσης έργου 12 μηνών, την οποία εν συνέχεια θα ανανέωνε για άλλους 12 μήνες (21.600 ευρώ για το πρώτο έτος + 21.600 ευρώ για το δεύτερο έτος έπειτα από την ανανέωση της σύμβασης), καθώς και ηθική βλάβη, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή της εκτιθέμενα.
Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, ζήτησε, εκτός άλλων, τα σε αυτή αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως αποζημίωση για την στέρηση των αποδοχών της και ως χρηματική ικανοποίηση. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον η επικαλούμενη ως παράνομη ενέργεια των οργάνων του Δημοσίου συντελέσθηκε ενόψει της επικείμενης κατάρτισης σύμβασης μίσθωσης έργου.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 4 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση, ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και ως εκ τούτου, το δίκασαν δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να δικάσει τη διαφορά αυτή, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με τον λόγο αυτό, ελέγχεται, αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία, που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολομ.
ΑΠ 25/2008). Περαιτέρω, με το άρθρο 17 Ν. 3918/2011, συστάθηκε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), το οποίο αποτελεί φορέα Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (παρ. 1), στο οποίο μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Υπηρεσιών - Ενιαίου Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του ΙΚΑ με το σύνολο του εξοπλισμού του... (παρ. 2).
Με το άρθρο 26 του ίδιου Νόμου, ορίζεται ότι το διοικητικό, ιατρικό, νοσηλευτικό, παραϊατρικό και λοιπό προσωπικό και οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή, που υπηρετούν στις περιφερειακές υπηρεσίες που εντάσσονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μεταφέρεται στον Οργανισμό από την ημερομηνία ένταξής του σε αυτόν, με την έκδοση κοινής απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που προβλέπεται στο άρθρο 23 περ.
Β, υποπερίπτωση β’ . Τέλος, κατά το άρθρο 33 § 9 του Ν. 3918/2011, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 53 § 2γ’ Ν. 4368/2016, "α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.
β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Δικαστικές αποφάσεις που αφορούν προσωπικό που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ακόμα και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανήκε το προσωπικό.
Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει αναδρομικά από 1.1.2012". Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο, που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο, που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ’ έφεση δίκη νεότερο νόμο, εκτός εάν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά, ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του, ενώ, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση, σύμφωνα μετά άρθρα 522 και 535 § 1 ΚΠολΔ και επιλαμβάνεται της εκδικάσεως της αγωγής και της ουσίας της υποθέσεως εξ υπαρχής, μετά από την αποδοχή λόγου εφέσεως, εφαρμόζει το νόμο, που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεώς του (ΑΠ 391/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και ιδιαίτερα εκείνη του άρθρου 33 § 9 του Ν. 3918/2011, η οποία έχει αναδρομική ισχύ, καθόσον το αναιρεσείον (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) δεν νομιμοποιείτο παθητικά στη δευτεροβάθμια δίκη, ενόψει του ότι συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες, οι οποίες αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και όχι το σύνολο του προσωπικού του αρχικά εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, εξαφανίστηκε η υπ’ αριθμ. 5613/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης και έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή της ως κατ’ ουσίαν βάσιμη. Το Εφετείο, κατ’ ορθή εφαρμογή του νόμου, δέχθηκε ότι το αναιρεσείον νομιμοποιείτο παθητικά στη σχετική δίκη, η δε επικαλούμενη από το τελευταίο αναδρομική ισχύς της συγκεκριμένης διάταξης, αφορά μόνο την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, που σχετίζονται με προσωπικό, που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ακόμα και αν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από αυτόν, και οι οποίες εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανήκε το προσωπικό, ενώ το πρώτο εδάφιο της β’ περίπτωσης της παρ. 9 του άρθρου 33 του πιο πάνω νόμου, κατά το οποίο ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
συνεχίζει μόνο τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σ’ αυτόν, άρχισε να ισχύει μετά τη δημοσίευση της πληττόμενης απόφασης (ήτοι από 21-2-2016, ενώ η αναιρεσιβαλλόμενη δημοσιεύθηκε στις 26-1-2016). Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-3-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 266/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου