1493/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμ. κατάθ. 20738/3-5-2007 και 4342/30-1-2008 κύρια και παρεμπίπτουσα αγωγή αντίστοιχα, των 1ου και 2ου ήδη αναιρεσιβλήτων, η πρώτη και της 3ης ήδη αναιρεσίβλητης η δεύτερη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13894/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1837/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-1-2014 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1493/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 11 § 1 Ν.489/76 "Ο ασφαλιστής δεν δύναται να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος προσώπου, ασκούντος την κατ' άρθρον 10 § 1 αξίωσιν, ενστάσεις απορρεούσας εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως, επιφυλασσομένου αυτώ του δικαιώματος αγωγής κατά του ησφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1493 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1493/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Ι., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φωτίου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Η. Τ. του Α., 2 Α. Τ. του Η., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καχριμάνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις και 3. Της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΑΕΖ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμ. κατάθ. 20738/3-5-2007 και 4342/30-1-2008 κύρια και παρεμπίπτουσα αγωγή αντίστοιχα, των 1ου και 2ου ήδη αναιρεσιβλήτων, η πρώτη και της 3ης ήδη αναιρεσίβλητης η δεύτερη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13894/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1837/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-1-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ειρήνη Καλού, ανέγνωσε την από 26-3-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 3-1-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1837/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων τις με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης: α) 63/2001, β) 2166/2010 και γ) 93/2010 εφέσεις των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, η πρώτη, της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, η δεύτερη και του αναιρεσείοντος η τρίτη, κατά της υπ' αριθμ. 13.894/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε δεχτεί εν μέρει μεν, την υπ' αριθμ.
κατάθεσης 20738/2007 κύρια αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος και της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας που αφορούσε απαίτηση αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, και εν όλω, την υπ' αριθμ. 4342/2008 παρεμπίπτουσα αγωγή της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας κατά του αναιρεσείοντος, με την οποία η πρώτη άσκησε κατά του τελευταίου δικαίωμα αναγωγής με βάση όρο της ασφαλιστικής σύμβασης περί αποκλεισμού της ευθύνης της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 210/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 29/1998). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή αν από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία (μη συνδρομή) αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο το οποίο καθόσον αφορά στην κύρια αγωγή, έκρινε ότι ο αναιρεσείων είναι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος και με την παραδοχή αυτή απέρριψε τους συναφείς με την υπαιτιότητα λόγους της έφεσής του, κατά της πρωτόδικης απόφασης που κρίνοντας ομοίως είχε δεχτεί εν μέρει την αγωγή που είχαν ασκήσει οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι οδηγός και κύριος του αυτοκινήτου, αντίστοιχα, με το οποίο συγκρούστηκε, δεν διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας ή μη των οδηγών που ενεπλάκησαν στο ένδικο ατύχημα, ενώ με το δεύτερο λόγο, όπως συμπληρώνεται από τον πρώτο, αποδίδεται σ'αυτήν η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, διότι με το να δεχθεί το Εφετείο αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος για την πρόκληση του ατυχήματος παρά το ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στοιχειοθετούν τουλάχιστον συνυπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού παραβίασε με τη μη εφαρμογή της, τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ .
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: <<Στις 9-11-2006 και ώρα 8.30' περίπου, ο πρώτος των εναγόντων οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου των εναγόντων πατέρα του και κινούνταν επί της οδού 26ης Οκτωβρίου, στη Θεσσαλονίκη, με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης, καταλαμβάνοντας την πρώτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, πλησίαζε δε στο ύψος της διασταύρωσης της παραπάνω οδού με την οδό Φρίξου. Η οδός 26ης Οκτωβρίου, στο παραπάνω σημείο, είναι διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με πλάτος οδοστρώματος της κάθε κατεύθυνσης οκτώ μέτρων, είναι ευθεία και οριζόντια, μεταξύ των δυο ρευμάτων πορείας υπάρχει διαχωριστική νησίδα, το όριο ταχύτητας ορίζεται στα 50 χλμ.
την ώρα, ενώ, κατά τον άνω χρόνο επικρατούσαν καλές καιρικές συνθήκες. Κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του και αρχικά κινούνταν στην ίδια παραπάνω οδό και με ίδια κατεύθυνση μ' αυτή του πρώτου ενάγοντος, προπορευόμενος αυτού.
Λόγω προβλήματος απώλειας λαδιών, που παρουσίασε το αυτοκίνητό του, σταμάτησε στο άκρο δεξιό μέρος του οδοστρώματος της παραπάνω οδού, με το δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του επί του κρασπέδου και το αριστερό επί του οδοστρώματος, στο ύψος του κέντρου διασκέδασης "FIX", με κατεύθυνση του αυτοκινήτου του προς το κέντρο της πόλης.
Όταν ο πρώτος των εναγόντων, κινούμενος με ταχύτητα 50 χλμ. περίπου την ώρα, πλησίασε σε απόσταση δέκα μέτρων περίπου το παραπάνω βρισκόμενο σε στάση αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, λόγω των λαδιών που είχαν χυθεί απ' αυτό και είχαν επεκταθεί στο οδόστρωμα σε λωρίδα μήκους 10 μέτρων και πλάτους 0,90 μέτρων, απώλεσε ξαφνικά τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, τον οποίο, παρά τις προσπάθειες του, δεν μπόρεσε να ανακτήσει, με αποτέλεσμα να εκτραπεί της πορείας του προς τα αριστερά, να κάνει περιστροφή 180 μοιρών περί τον άξονά του, να προσκρούσει στη διαχωριστική νησίδα ασφαλείας και στη ζαρντινιέρα που υπήρχε επ' αυτής και να καταλήξει στο αντίθετο ρεύμα πορείας της οδού, όπου ακινητοποιήθηκε σε πλάγια θέση με μέτωπο προς τη διαχωριστική νησίδα και με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος αυτού επί της διαχωριστικής νησίδας.
Μετά την εκτροπή του παραπάνω αυτοκινήτου ακολούθησε, για την ίδια αιτία, εκτροπή και του με αριθμό κυκλοφορίας ... δικύκλου, το οποίο είχε την ίδια πορεία με το άνω αυτοκίνητο, και εκινείτο όπισθεν αυτού, χωρίς, όμως, να προκληθεί καμία σύγκρουση των εκτραπέντων οχημάτων με άλλο όχημα. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται, ιδίως από το από 9-11-2006, αμέσως μετά το ατύχημα, (περί ώραν 9.10') συνταχθέν δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος υλικών ζημιών της ΥΤΘ/ΤΟΤΑ, στο οποίο ρητά αποδίδεται η αιτία εκτροπής του αυτοκινήτου των εναγόντων, αλλά και του ακολουθούντος αυτό δικύκλου, στα λάδια που υπήρχαν στο οδόστρωμα, τα οποία διαπιστώθηκε ότι προέρχονταν από το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου, το οποίο (δελτίο) προσυπογράφεται από τους οδηγούς και των τριών οχημάτων, ήτοι και από τον πρώτο εναγόμενο.
Τα παραπάνω αποδειχθέντα επιβεβαιώνονται και από την εξέτασή του πρώτου ενάγοντος στο ακροατήριο, αλλά και από την από 24-5-2007 ένορκη εξέταση του πρώτου εναγόμενου, στα πλαίσια της ποινικής προδικασίας, στην οποία ο τελευταίος συνομολογεί ότι υπήρξε διαρροή λαδιών από το αυτοκίνητό του και ότι είχε σχηματιστεί μία λεπτή λωρίδα λαδιών μέσα στο οδόστρωμα πριν από το σημείο, στο οποίο είχε ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του, καθώς και από την από 2-2-2007 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, στο οποίο προσδιορίζονται οι διαστάσεις της σχηματισθείσας από τα λάδια λωρίδας.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα, συντάχθηκαν τρεις σχεδόν μήνες μετά το ένδικο ατύχημα, διότι, όταν συνέβη αυτό ο πρώτος των εναγόντων δήλωσε ότι δεν είχε τραυματιστεί. Ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίζεται ότι είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα για την προειδοποίηση των διερχόμενων οδηγών για τα επί της οδού εκχυθέντα λάδια, τοποθετώντας "κορίνα" σε απόσταση δέκα πέντε περίπου μέτρων πριν το σημείο στάσης του οχήματος του.
Ο ισχυρισμός του όμως αυτός δεν είναι βάσιμος, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, εκτός από την προαναφερθείσα προανακριτική κατάθεση του ιδίου, δεν αποδείχθηκε ότι προέβη στην παραπάνω πράξη, ούτε στην τοποθέτηση του προειδοποιητικού τριγώνου, καθόσον αν πράγματι είχε τοποθετήσει την παραπάνω "κορίνα" ασφαλώς αυτό θα αναγράφονταν από τα επιληφθέντα όργανα της τροχαίας στο σχετικό δελτίο τροχαίου ατυχήματος.
Εξάλλου κατά την από 31-5-2007 ένορκη εξέτασή του στα πλαίσια της ίδιας προδικασίας, ο Π. Γ., οδηγός του παραπάνω δικύκλου, δεν αναφέρει τίποτα για την ύπαρξη κώνου ή άλλου προειδοποιητικού σημείου στο οδόστρωμα, ενώ, αντίθετα, καταθέτει ότι είδε τον πρώτο εναγόμενο να στέκεται στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος και να "κουνάει τα χέρια και τα πόδια του", για να προειδοποιήσει στους διερχόμενους οδηγούς, ενώ ο πρώτος των εναγόντων στην προανακριτική του κατάθεση ρητά κατέθεσε ότι ο παραπάνω εναγόμενος του ανέφερε ότι "δεν είχε προλάβει να πάρει τα μέτρα ασφαλείας".
Το γεγονός, δε, ότι στις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον πρώτο εναγόμενο φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, απεικονίζεται κάποιος κώνος, δεν αναιρεί τα παραπάνω, καθόσον δεν προέκυψε ότι αυτός είχε τοποθετηθεί από τον εναγόμενο πριν το ένδικο συμβάν, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι στις ίδιες φωτογραφίες είναι εμφανής και η κάλυψη των λαδιών με άμμο ή παρεμφερές υλικό, μέτρα που προφανώς ελήφθησαν εκ των υστέρων, προς αποφυγή περαιτέρω ατυχημάτων.
Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα η εκτροπή του αυτοκινήτου των εναγόντων προκλήθηκε αποκλειστικά λόγω της ολισθηρότητας του οδοστρώματος, εξαιτίας των λαδιών που χύθηκαν σ' αυτό από το αυτοκίνητο του πρώτου εναγόμενου και από αμέλεια αυτού και όχι από οποιαδήποτε άλλη αιτία, ενώ, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο πρώτος των εναγόντων, κινούνταν με ταχύτητα μεγαλύτερη των 50 χλμ.
την ώρα, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτός είχε διανύσει μέχρι του σημείου της εκτροπής απόσταση 150- 200 περίπου μέτρων, εκκινώντας από σηματοδότη, που υπήρχε στην πορεία του και μπροστά στον οποίο είχε αρχικά ακινητοποιηθεί, λόγω ερυθρής ένδειξης αυτού. Το αντίθετο δεν προκύπτει από μόνη την κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου του μάρτυρος των εναγομένων, που διορίστηκε ως πραγματογνώμων από τον πρώτο εξ αυτών, ο οποίος τόσο κατά την κατάθεσή του, όσο και στην από τον Μάρτιο του 2008 έκθεση που συνέταξε, συμπεραίνει ότι η ταχύτητα του παραπάνω αυτοκινήτου ανερχόταν στα 70 χλμ.
την ώρα, καθόσον η κρίση του αυτή βασίζεται μόνο σε θεωρητικούς υπολογισμούς με βάση την τελική θέση και τις ζημίες που υπέστη το παραπάνω όχημα, και στηρίζεται η κρίση αυτή μόνο στις επιδειχθείσες σ' αυτόν σχετικές φωτογραφίες, χωρίς να ενισχύεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η ταχύτητα του παραπάνω αυτοκινήτου ήταν 70 και όχι 50 χλμ.
την ώρα, δεν προέκυψε ότι η διαφορά αυτή των 20 χλμ. την ώρα συντέλεσε στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και στην έκταση των εξ αυτού ζημιών. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρώτος των εναγόντων συνομολόγησε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι, διαπιστώνοντας ότι χάνει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, "πάτησε φρένο", αντίδραση που, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν είναι η ενδεδειγμένη σε περίπτωση ολισθηρότητας του οδοστρώματος, πλην όμως, η παραπάνω ενέργεια στην οποία προέβη, (αιφνιδιασθείς όταν διαπίστωσε ότι δεν δύναται να ελέγξει το όχημά του), δεν μπορεί να θεμελιώσει αμελή συμπεριφορά του κατά την οδήγηση, καθόσον στην ενέργεια αυτή προέβη προφανώς όταν ήδη είχε αντιληφθεί την αρχική εκτροπή του από την ύπαρξη των λαδιών επί του οδοστρώματος, η οποία εκτροπή είχε ήδη επέλθει και δεν μπορούσε ν' ανασταλεί με τροχοπέδηση εν πάση περιπτώσει.
Σύμφωνα με τα παραπάνω το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος δεν επέδειξε την προσοχή και επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, όπως θα έπραττε κάθε μέσος συνετός οδηγός, την οποία αν επιδείκνυε, θα μπορούσε να αποφευχθεί το ένδικο ατύχημα και συγκεκριμένα δεν προέβη εγκαίρως στη λήψη των αναγκαίων μέτρων, ώστε να μην εκθέσει σε κίνδυνο τους λοιπούς χρήστες της οδού από τη διαρροή λαδιών στο οδόστρωμα, που προήλθαν από το αυτοκίνητό του και προκάλεσαν την ολισθηρότητα του οδοστρώματος (άρθρο 12 παρ. 1 και 2 του Κ.Ο.Κ.).
Επομένως ο ισχυρισμός των εναγόμενων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντος, άλλως περί συνυπαιτιότητας αυτού στην εκτροπή του αυτοκινήτου του, που επαναφέρεται και ως λόγος της δεύτερης και της τρίτης έφεσης, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος>>. Με βάση τις πιο πάνω αναφερόμενες παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε τους συναφείς με την υπαιτιότητα λόγους των εφέσεων των εναγομένων στην κύρια αγωγή (οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία αυτό ήταν ασφαλισμένο για τον κίνδυνο πρόκλησης ζημιών σε τρίτους) και ήδη αναιρεσείοντος και τρίτης αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία αφού έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο για την επέλευση του ατυχήματος τον εναγόμενο οδηγό και ήδη αναιρεσείοντα, είχε δεχτεί εν μέρει την αγωγή που είχαν ασκήσει οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι οδηγός και κύριος του αυτοκινήτου αντίστοιχα, που υπέστη βλάβες από το ατύχημα, ως προς το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης καθόσον αφορά στον πρώτο και ως προς τα αιτήματα επιδίκασης αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον αφορά στο δεύτερο.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος οδηγού και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της πρόκλησης του ατυχήματος, καθώς και την έλλειψη υπαίτιας συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού.
Ειδικότερα με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο περιλαμβάνει λεπτομερή αναφορά των λόγων που καταφάσκουν την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, αφού αναφέρεται στην απόφασή του ότι υπήρξε διαρροή λαδιών από το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος κατά την οδήγησή του απ' αυτόν, που είχαν επεκταθεί στο οδόστρωμα σε λωρίδα μήκους 10 μέτρων και πλάτους 0,90 μέτρων, η οποία προκάλεσε την ολισθηρότητα του οδοστρώματος και την εξ αιτίας αυτής εκτροπή του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, με άμεση συνέπεια την πρόκληση του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, καθώς και ότι αυτός δεν είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα για την προειδοποίηση των διερχόμενων οδηγών για τα εκχυθέντα λάδια στο οδόστρωμα, όπως με την τοποθέτηση προειδοποιητικού τριγώνου ή άλλου προειδοποιητικού σημείου στο οδόστρωμα.
Επίσης, ως προς τη συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού, αναφέρεται ότι έβαινε στην ως άνω οδό, που είναι ευθεία και οριζόντια και ενώ επικρατούσαν κανονικές καιρικές συνθήκες με κανονική ταχύτητα 50 χιλιομέτρων περίπου ανά ώρα που ήταν και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, και ότι όταν αυτός, κινούμενος με την ως άνω ταχύτητα, πλησίασε σε απόσταση δέκα περίπου μέτρων από το παραπάνω ευρισκόμενο σε στάση αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου - αναιρεσείοντος οδηγού, λόγω της ολισθηρότητας του οδοστρώματος από τη διαρροή λαδιών σ' αυτό, προερχόμενων από το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, απώλεσε ξαφνικά τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο άρχισε να εκτρέπεται της πορείας του, τον οποίο παρά τις προσπάθειές του δεν μπόρεσε να ανακτήσει, με αποτέλεσμα την πρόκληση του ατυχήματος που προαναφέρθηκε, δεν στερούνται δε επάρκειας οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την οδική συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου οδηγού, επειδή όπως διατείνεται ο αναιρεσείων :α) <<δεν αναφέρεται η απόσταση από την οποία ο ενάγων και οδηγός του ζημιωθέντος αυτοκινήτου αντιλήφθηκε τη στάση του οχήματος του (λόγω προβλήματος διαρροής λαδιών) στο άκρο δεξιό μέρος του οδοστρώματος της οδού 26ης Οκτωβρίου με κατεύθυνση προς κέντρο πόλεως Θεσ/κης>>, αφού το κρίσιμο γεγονός στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία δεν έλαβε σύγκρουση των οχημάτων που οδηγούσααν οι παραπάνω, δεν ήταν η απόσταση από την οποία ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός αντιλήφθηκε τη στάση του οχήματός του, αλλά τη διαρροή λαδιών στο οδόστρωμα, την οποία, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, περί μη λήψης των αναγκαίων προειδοποιητικών μέτρων εκ μέρους του αναιρεσείοντος και ξαφνικής απώλειας από τον πρώτο αναιρεσίβλητο του ελέγχου του αυτοκινήτου του όταν πλησίασε σε απόσταση δέκα περίπου μέτρων από το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, σαφώς προκύπτει, ότι έγινε δεκτό ότι διαπίστωσε το πρώτον, με την απώλεια του ελέγχου του αυτοκινήτου του και β) <<δεν αναφέρεται κατά την στιγμή του ατυχήματος και κατά την χρονική στιγμή της στάσης του, η λωρίδα (από τις δύο) στην οποία εκινείτο το ζημιωθέν αυτοκίνητο των δεδομένου ότι η οδός 26ης Οκτωβρίου θεσ/κης διαθέτει δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση>>, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε σαφώς ότι αυτός εκινείτο επί της οδού 26ης Οκτωβρίου, στη Θεσσαλονίκη, με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης, καταλαμβάνοντας την πρώτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και συνεπώς στη λωρίδα στο οδόστρωμα της οποίας είχαν εκχυθεί τα ως άνω λάδια.
Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ λόγος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης, με όσα δέχτηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ με τη μη εφαρμογή της, και δη με το να μη καταλογίσει συνυπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο οδηγό, αφού υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά ανελέγκτως απ' αυτό ως αποδειχθέντα πλήρως πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τη συμπεριφορά των οδηγών που ενεπλάκησαν στο ατύχημα, δεν στοιχειοθετείται συντρέχουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος οδηγού στην επέλευση του ατυχήματος, η οποία αποτελεί προοϋπόθεση της εφαρμογής της ως άνω διάταξης και η μη συνδρομή της οποίας αποκλείει την εφαρμογή της.
Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή, αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμός 11 περιπτ. γ' του Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 42/2002).. Ο λόγος αυτός θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 2/2008), απορρίπτεται ως αβάσιμος όμως, αυτός, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση και τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 318/2013, ΑΠ 1438/2009, ΑΠ 1591/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος είναι ο αναιρεσείων, δεν έλαβε υπόψη του τα επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι:
α)την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που θεμελιώνεται σε φωτογραφικό υλικό, οδοστρώματος και οχημάτων , αλλά και συμπληρώνεται με την κατάθεση του πραγματογνώμονα στο δικαστήριο και στην οποία γίνεται λόγος για ίχνη λαδιού που βρέθηκαν σε απόσταση μόλις 1,20 μ. από το κράσπεδο-πεζοδρόμιο, β) το προσκομισθέν φωτογραφικό υλικό, στο οποίο απεικονίζεται ο κώνος σε φωτογραφίες που λήφθησαν αμέσως μετά το ατύχημα και γ) το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, όπου απεικονίζεται η κηλίδα λαδιών πλάτους 0,90 εκατοστών σε απόσταση 1,20 μέτρων από το πεζοδρόμιο.
Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, στο ποίο σχολιάζονται τα ως άνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις όλα τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα -αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο τρίτος από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που υπαιτίως και παρανόμως καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα, υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει τόσο την ανόρθωση της θετικής ζημίας, αναγόμενης στην αξία του πράγματος, όσο και το διαφυγόν κέρδος από τη στέρηση της χρήσης αυτού.
Η αξία του καταστραφέντος πράγματος που δεν είναι καινούργιο και εντεύθεν η θετική ζημία του παθόντος υπολογίζεται με βάση την αξία του πράγματος στην κατάσταση που βρισκόταν κατά το χρόνο της καταστροφής και όχι ανάλογα με τη δαπάνη που απαιτείται για την απόκτηση καινούργιου. Και τούτο γιατί, στην τελευταία περίπτωση ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε και ωφέλεια, πράγμα που θα ήταν αντίθετο στην έννοια του διαφέροντος και τη διέπουσα αυτό γενική αρχή της αποκαταστάσεως του δανειστή στην προ του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση (ΑΠ 68/2005, ΑΠ 2060/1983).
Επομένως σε περίπτωση ολοσχερούς καταστροφής σε αυτοκινητικό ατύχημα αυτοκινήτου που δε είναι καινούργιο, η οποία μπορεί να είναι είτε υλική (όταν το αυτοκίνητο έχει υποστεί τέτοια παραμόρφωση από άποψη βλαβών, ώστε ουσιαστικά δεν είναι πλέον τεχνικά δυνατή η αποκατάστασή του) είτε οικονομικοτεχνική (όταν η αποκατάσταση των ζημιών είναι τεχνικά δυνατή, ωστόσο είναι ασύμφορη χρονικά και οικονομικά σε σχέση με το κόστος απόκτησης ενός άλλου ισάξιου αυτοκινήτου) η αποκαταστατέα θετική ζημία του παθόντος υπολογίζεται με βάση την εμπορική αξία του αυτοκινήτου και την κατάσταση που βρισκόταν (πριν τη ζημιά) κατά το χρόνο του ατυχήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 19 Κ.Πολ.Δ με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιείχε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του προσδιορισμού της αποζημίωσης και δη του ύψους της ζημίας που δέχτηκε ότι υπέστη ο δεύτερος αναιρεσίβλητος (δεύτερος ενάγων στην κύρια αγωγή) από την καταστροφή του αυτοκινήτου του κατά το ένδικο ατύχημα, γιατί ενώ δέχτηκε ότι αυτό δεν ήταν καινούργιο κατά το χρόνο του ατυχήματος (ηλικιακή κυκλοφορία 3 ετών και 8 μηνών) και ότι η αξία αγοράς του ανερχόταν σε 9.700 ευρώ, εν τούτοις, καθόρισε την αξία αυτού κατά το χρόνο του ατυχήματος σε 11.000 ευρώ, δηλαδή σε ποσό μεγαλύτερο από την αξία της αγοράς του, παραλείποντας να υπολογίσει αποσβέσεις στην αξία αγοράς του μέχρι το χρόνο του ατυχήματος ποσοστού τουλάχιστον 11% ετησίως, αναλογικά εφαρμοζόμενου του ΠΔ 100/98 που συμπεριλαμβάνει και αποσβέσεις επιβατικών αυτοκινήτων επιχειρήσεων, οπότε η αξία του κατά το χρόνο του ατυχήματος έπρεπε να υπολογιστεί σε 5788 ευρώ.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ως προς το κονδύλιο της αποζημίωσης για ολική καταστροφή του αυτοκινήτου του δεύτερου ενάγοντος και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου κατά το ατύχημα δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: <<Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το αυτοκίνητο του δεύτερου των εναγόντων, εργοστασίου κατασκευής HONDA, τύπου CIVIC, 1590 κ.
εκ., με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας στις 5-3-2003, λόγω της παραπάνω πρόσκρουσής του στη διαχωρίστική νησίδα, καταστράφηκε ολοσχερώς, καθόσον υπέστη εκτεταμένες ζημίες στο εμπρόσθιο, στο πλάγιο αριστερό και στο δεξιό τμήμα του και επλήγησαν
μηχανικά εξαρτήματα των συστημάτων διεύθυνσης - ανάρτησης αυτού και τα εξαρτήματα των συστημάτων παθητικής του ασφάλειας (δεξιό πάτωμα θαλάμου επιβατών, δεξιό μαρσπιέ, δεξιά μεσαία ενισχυτική κολώνα, θόλος οπίσθιου δεξιού φτερού, αερόσακοι οδηγού, συνοδηγού κλπ. ), για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείται δαπάνη συνολικού ποσού 8.616,72 ευρώ (4.975,94 ευρώ για αγορά των απαραίτητων ανταλλακτικών και 2.265,00 ευρώ για εργασίες φανοποιού, ηλεκτρολόγου, μηχανικού και βαφέα, πλέον ΦΠΔ 19%), με αποτέλεσμα η επισκευή του να είναι οικονομικά ασύμφορη, καθόσον η δαπάνη επισκευής του υπερβαίνει:
την αγοραία προ του ατυχήματος αξία του, λαμβανομένης υπόψη και της σοβαρής μείωσης της εμπορικής του αξίας (που ανέρχεται σε 1.500,00 ευρώ), με συνέπεια να θεωρείται ολικώς κατεστραμμένο. Το όχημα αυτό διατηρούνταν σε καλή κατάσταση και η αξία του, προσδιοριζόμενη με βάση την κατάστασή του προ του ατυχήματος, με κρίσιμο χρόνο προσδιορισμού αυτής, το χρόνο της συζητήσεως της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ολ ΑΠ 38/1996 ΕλλΔνη 38. 42, ΑΠ 68/2005 ΕλλΔνη 46. 1395, Α.
Κρητικού, Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα, 2008, παρ. 22, αρ. 86) και ενόψει της παλαιότητάς του και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του, ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου στο ποσό των 11.000,00 ευρώ (στην επικαλούμενη καL προσκομιζόμενη από τη δεύτερη εναγόμενη με αριθμό 24706/13-11-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Μ.
Δ. η αξία του κατά το χρόνο του ατυχήματος εκτιμάται σε 10.500,00 ευρώ και στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το δεύτερο ενάγοντα με αριθμό 17929/2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Χ. Δ. η αξία του κατά τον ίδιο χρόνο εκτιμάται σε 13.000,00 ευρώ). Επομένως η ζημία του δευτέρου ενάγοντος από την ολική καταστροφή του αυτοκινήτου του, αφού προηγουμένως αφαιρεθεί η αξία των υπολειμμάτων του, η οποία ανέρχεται σε 1.500,00 ευρώ, ανέρχεται σε 9.500,00 ευρώ (11.000, 00 - 1.500,00)>>.
Από το περιεχόμενο των εν λόγω ανέλεγκτων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ουδεμία παραδοχή για την αξία αγοράς του αυτοκινήτου, και μάλιστα αντί του ποσού των 9.700 ευρώ διαλαμβάνει, και συνεπώς ο ως άνω λόγος της αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Ειδικότερα, από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού έκρινε ότι το αυτοκίνητο του δεύτερου ενάγοντος συνεπεία του ατυχήματος υπέστη ολοσχερή καταστροφή (υπό την έννοια του οικονομικά σύμφορου της επισκευής του), παραδοχή ως προς την οποία δεν προβάλλεται η επικαλούμενη στην αναίρεση πλημμέλεια, ακολούθως με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε ότι α) η ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας του ήταν στις 5-3-2003, και συνεπώς κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν ήταν καινούργιο, β) η αξία του εν λόγω αυτοκινήτου, το οποίο διατηρούνταν σε καλή κατάσταση, προσδιοριζόμενη με βάση την κατάστασή του προ του ατυχήματος, ανερχόταν σε 11.000 ευρώ, καταλήγοντας ότι η ζημία του δεύτερου ενάγοντος από την ολική καταστροφή του αυτοκινήτου του, αφού προηγουμένως αφαιρεθεί η αξία των υπολειμμάτων του, η οποία ανέρχεται σε 1.500,00 ευρώ, ανέρχεται σε 9.500,00 ευρώ (11.000, 00 - 1.500,00), για την πληρότητα δε της αιτιολογίας του δεν ήταν απαραίτητο να περιλάβει παραδοχή περί της αξίας αγοράς του αυτοκινήτου ως καινούργιου, ενόψει του ότι δέχτηκε ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν καινούργιο και συνεπώς η αποκαταστατέα ζημία του κυρίου του από την καταστροφή του υπολογίζεται με βάση το ποσό της αγοραίας αξίας του στην κατάσταση που βρισκόταν κατά το χρόνο της καταστροφής του.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 11 § 1 Ν.489/76 "Ο ασφαλιστής δεν δύναται να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος προσώπου, ασκούντος την κατ' άρθρον 10 § 1 αξίωσιν, ενστάσεις απορρεούσας εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως, επιφυλασσομένου αυτώ του δικαιώματος αγωγής κατά του ησφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού".
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, και προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 και 6 του Ν. 2496/1997 συνάγεται ότι μπορεί στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, η οποία καταρτίζεται με απλή συναίνεση και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή και για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του τελευταίου, να περιληφθούν όροι περί αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή σε ορισμένες περιπτώσεις, άσχετα αν οι όροι αυτοί δεν είναι δυνατόν να θεμελιώσουν ένσταση κατά του τρίτου που ζημιώθηκε.
Μια τέτοια περίπτωση προβλεπόταν στο άρθρο 25 περ. 12 της ... απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/6-4-1997) (ήδη καταργηθείσα με το άρθρο 17 του ν. 3557/2007), που ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, σύμφωνα με το οποίο αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες προξενούμεναι εκ της διαρροής υγρών ή υγραερίων οιασδήποτε φύσεως χρησιμοποιούμενων δια την λειτουργίαν τούτου, (αυτοκινήτου).
Η διάταξη αυτή ήταν ανίσχυρη, ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 5 του ν. 589/1976, αφού με αυτή δεν καθορίζεται γενικός όρος της ασφαλιστικής σύμβασης αλλά επιβάλλεται περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή Όμως η απαλλακτική αυτή ρήτρα υπέρ του ασφαλιστή μπορεί να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση, οπότε με τη συμπερίληψή του σ'αυτή δημιουργείται δεσμευτικότητα του όρου αυτού.
Η συνομολόγηση του όρου αυτού, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν, είτε με αυτοτελή, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, την αποζημίωση, που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο, με την προϋπόθεση βέβαια, ότι η παράβαση του ασφαλιστικού αυτού όρου από τον ασφαλισμένο συνέχεται αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου ατυχήματος (ΑΠ 793/2012).
Εξάλλου από την παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 25 περ. 12 της ... απόφασης του Υπουργού Εμπορίου συνάγονται τα ακόλουθα : (α) αποκλείεται η έναντι του ασφαλισμένου ευθύνη του ασφαλιστή μόνον όταν η προκληθείσα στον τρίτο ζημία οφείλεται σε διαρροή υγρών που χρησιμοποιούνται για τη λειτουργία του αυτοκινήτου, στα οποία περιλαμβάνονται και τα λάδια που χρησιμοποιούνται για τη λειτουργία της μηχανής του και (β) ο αποκλεισμός αυτός της ευθύνης του ασφαλιστή προϋποθέτει ότι η προκληθείσα ζημία οφείλεται αποκλειστικά στη διαρροή των ανωτέρω υγρών από το αυτοκίνητο σε σχέση με το οποίο καταρτίστηκε η ασφαλιστική σύμβαση και όχι όταν η ζημία υπήρξε αποτέλεσμα και πταίσματος του οδηγού του ίδιου αυτοκινήτου (ΑΠ 498/2005, ΑΠ 586/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του και αναφορικά με το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας κατά του αναιρεσείοντος (συνεναγομένου της στην κύρια αγωγή) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατ' αυτού ως οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να αξιώσει από αυτόν την αποζημίωση που υποχρεώθηκε να καταβάλει στο ζημιωθέντα τρίτο λόγω της εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών, επειδή η προκληθείσα στον τρίτο ζημία οφείλεται σε διαρροή υγρών που χρησιμοποιούνται για τη λειτουργία του αυτοκινήτου, στα οποία περιλαμβάνονται και τα λάδια που χρησιμοποιούνται για τη λειτουργία της μηχανής του παραβίασε ευθέως το νόμο, διότι εφάρμοσε ανίσχυρο κανόνα δικαίου και δη, την κείμενη εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης διάταξη του άρθρου 25 περ. 12 της ... απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, που προβλέπει την ως άνω εξαίρεση της ασφαλιστικής ευθύνης).
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας κατά του αναιρεσείοντος -παρεμπιπτόντως εναγομένου και συνεναγομένου της στην κύρια αγωγή δέχτηκε τα ακόλουθα: <<Εξάλλου αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος το με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στη δεύτερη εναγόμενη της κύριας αγωγής - παρεμπιπτόντως ενάγουσα, δυνάμει του με αριθμό ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο ανανεώθηκε για το χρονικό διάστημα από 13-8-2006 έως 13-2-2007 με το υπ' αριθμό 321047338 ανανεωτήριο συμβόλαιο.
Στο ως άνω συμβόλαιο γίνεται παραπομπή στις διατάξεις της κείμενης κατά την κατάρτισή του νομοθεσίας και περιέχεται ρητός όρος στους αποτελούντες ενιαίο σώμα μ' αυτό γενικούς και ειδικούς όρους της ασφάλισης. Στο άρθρο 8 παρ. 11 του κεφαλαίου των ειδικών διατάξεων κλάδου αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων ορίζεται ότι αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν, μεταξύ άλλων "...από διαρροή υγρών ...
οποιασδήποτε φύσεως του οχήματος, εκτός εάν ρητά και ειδικά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών με ειδικά πρόσθετα ασφάλιστρα". Ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος κατά τη σύναψη της παραπάνω σύμβασης έλαβε γνώση του παραπάνω όρου και τον αποδέχθηκε σιωπηρά, αφού κατέβαλε τα αντίστοιχα ασφάλιστρα και παρέλαβε το ασφαλιστήριο, χωρίς να εναντιωθει σε οποιονδήποτε όρο αυτής, ώστε ο παραπάνω όρος, ως περιεχόμενο της σύμβασης, είναι δεσμευτικός γι' αυτόν.
Επομένως, αφού αποδείχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται στη διαρροή λαδιών του προαναφερθέντος αυτοκινήτου, δεν έχει, δε, συμφωνηθεί ειδικά ασφαλιστική κάλυψη με πρόσθετα ασφάλιστρα, συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, χωρίς να ενδιαφέρει εάν ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος επέδειξε ή μη αμελή συμπεριφορά ως προς τη συντήρηση του οχήματος του, αφού κατά τον παραπάνω συμβατικό όρο δεν είναι αναγκαία η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής >>.
Με βάση τις πιο πάνω αναφερόμενες παραδοχές το Εφετείο απέρριψε τους συναφείς με την παρεμπίπτουσα αγωγή λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος - παρεμπιπτόντως εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχτεί την παρεμπίπτουσα αγωγή της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία η τελευταία άσκησε κατά του αναιρεσείοντος-παρεμπιπτόντως εναγομένου, το από την παραπάνω αιτία δικαίωμα αναγωγής.
Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει σαφώς, ότι έγινε δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή, αφού το Εφετείο δέχθηκε, σύμφωνα με τις παραδοχές της, ως αποδειχθέν πραγματικό περιστατικό, μεταξύ άλλων, ότι με όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που περιέχεται στο άρθρο 8 παρ. 11 του κεφαλαίου των ειδικών διατάξεων κλάδου αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων της ασφαλιστικής σύμβασης και <<ως περιεχόμενο της σύμβασης είναι δεσμευτικός>> για τον αναιρεσείοντα - παρεμπιπτόντως εναγόμενο, <<αποκλείστηκαν από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν, μεταξύ άλλων ...
από διαρροή υγρών ... οποιασδήποτε φύσεως του οχήματος...>> και δεν εφάρμοσε όπως διατείνεται ο αναιρεσείων την ανίσχυρη ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 25 περ. 12 της ... απόφασης του Υπουργού Εμπορίου. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτοντας σε διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωση του εγγράφου, αποδίδει διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.
Ως έγγραφα για τη θεμελίωση του λόγου αυτού αναιρέσεως νοούνται μόνο τα αποδεικτικά έγγραφα υπό την έννοια των άρθρων 339 και 442 επ. ΚΠολΔ, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου του επικαλούμενου αυτό, έστω και αν προσκομίζεται από τον τελευταίο (ΑΠ 374/2013, ΑΠ 31/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, διότι με το να δεχτεί ότι περιέχεται δήθεν ρητός ξεκάθαρος όρος κατά τον οποίο αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν "...από διαρροή υγρών ...
οποιασδήποτε φύσεως του οχήματος, εκτός εάν ρητά και ειδικά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών με ειδικά πρόσθετα ασφάλιστρα" αντί να δεχτεί ότι με τον όρο αυτό προβλέφθηκε εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών όταν η προκληθείσα στον τρίτο ζημία οφείλεται σε πυρκαγιά ή έκρηξη που προκλήθηκε από διαρροή υγρών στο ασφαλισμένο αυτοκίνητο, στα οποία περιλαμβάνονται και τα λάδια που χρησιμοποιούνται για τη λειτουργία της μηχανής του, όπως κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ήταν το ορθό νόημα του παραπάνω όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, ερμήνευσε εσφαλμένα τη σύμβαση αποδίδοντας σ' αυτή περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό.
Ο λόγος αυτός, όπως εκτίθεται, πέραν του ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και δη ότι το Εφετείο επιχείρησε ερμηνεία της σύμβασης ασφάλισης, ενώ όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης θέμα ερμηνείας δεν τέθηκε, απαραδέκτως προβάλλεται, διότι η προβαλλόμενη ως εσφαλμένη ερμηνεία αφορά την εξαχθείσα από το Εφετείο κρίση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση του σαφούς, όπως δέχτηκε αυτό, περιεχομένου του ως άνω όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, που κατά την άποψη του αναιρεσείοντος είναι εσφαλμένη, και επομένως συνιστά αιτίαση, που ανάγεται στην ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και είναι για το λόγο αυτό απορριπτέος.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενος ως λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης σε σχέση με τον ως άνω όρο, δεχόμενο πράγματα καταδήλως διαφορετικά από εκείνα που αναφέρει η ως άνω σύμβαση ως περιεχόμενό του και συγκεκριμένα ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες οφειλόμενες σε διαρροή υγρών του ασφαλισμένου οχήματος, ενώ, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, θα έπρεπε να δεχθεί ότι ο συγκεκριμένος όρος που περιλαμβάνεται στην παρ. 11 του άρθρου 8 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου εξαιρεί από την ασφαλιστική κάλυψη ζημίες προερχόμενες <<Άμεσα ή έμμεσα από έκρηξη ή φλόγες του οχήματος που μεταδόθηκε από αυτό ή από διαρροή υγρών ή υγραερίων οποιασδήποτε φύσεως του οχήματος, εκτός αν ρητά και ειδικά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών με ειδικά πρόσθετα ασφάλιστρα >>, είναι και πάλι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της ως άνω έγγραφης σύμβασης ασφάλισης, σε συνδυασμό με τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο υπέπεσε σε σφάλμα αναγνώσεως του περιεχομένου της ως άνω έγγραφης σύμβασης όσον αφορά στον ως άνω όρο.
Μετά απ' αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 183 ΚΠολΔ) που εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικούς δικηγόρους και δη: α) οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι Η. Τ. του Α. και Α. Τ. του Η. από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καχριμάνη και η τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία <<ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΑΕΖ>> από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα με το υπ' αριθμ. 4190635/2014 διπλότυπο για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 εδ.
ε' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-1-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1837/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει: α) σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τους αναιρεσίβλητους Η. Τ. του Α. και Α. Τ. του Η. και β) σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για την τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία <<ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΑΕΖ>>.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2014. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ