Supreme Court allows appeal against lower court's refusal to pierce asset transfer due to insufficient remaining assets.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Athens Court of Appeal's decision refusing to pierce an asset transfer because the debtor's remaining assets were deemed sufficient. The Court held that the creditor's right to demand the transfer's invalidation applies regardless of other assets, as the specific asset must be secured for direct enforcement. Consequently, the case was remanded to the Court of Appeal for retrial with a new panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 939 and 943 of the Civil Code; The creditor's right to demand the invalidation of an asset transfer exists independently of the debtor's remaining solvency, ensuring direct enforcement on the specific transferred property.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1493 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1493/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα - Εισηγητή, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) .... και 2) ....., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Αναγνωστάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..... και 2) ....., τις οποίες εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Ιωάννης Τόλης, βάσει δηλώσεως κατ'άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.,χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.10.2987 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8653/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 4486/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 19.12.2000 αίτησή τους.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1409/2002 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που παρέπεμψε την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Τακτική Ολομέλεια, η οποία εξέδωσε την 6/2003 απόφασή του, με την οποία αναίρεσε την 4486/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Ακολούθως, εκδόθηκε η 3823/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24.8.2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 20.7.2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 939 ΑΚ, οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτριώσεως που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους.
Με το θεσμό της διαρρήξεως σκοπείται η κατοχύρωση της υπεγγυότητας της περιουσίας του οφειλέτη, ήτοι της δυνατότητας των δανειστών να επιληφθούν της περιουσίας του με τα μέσα της αναγκαστικής εκτελέσεως. Αφού ο νόμος δεν διακρίνει, η διάταξη αφορά κάθε περιουσιακή αξίωση του δανειστή, επομένως και τις ενοχικές αξιώσεις που κατά την πρωτογενή τους μορφή έχουν ως αντικείμενο πράγμα, όπως είναι η αξίωση του εκ προσυμφώνου αγοραστή προς πώληση, μεταβίβαση και, εν συνεχεία, παράδοση σ' αυτόν του προσυμφωνηθέντος πράγματος.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση η επάρκεια της υπολειπομένης περιουσίας του οφειλέτη προς ικανοποίηση της δευτερογενούς απαιτήσεως του δανειστή προς χρηματική αποζημίωσή του δεν αίρει τις προϋποθέσεις της διαρρήξεως. Ο νόμος, προβλέπει την προϋπόθεση της ανεπαρκείας της περιουσίας του οφειλέτη χωρίς διάκριση, διότι αντιμετωπίζει τη συνήθη περίπτωση των χρηματικών αξιώσεων, των οποίων η ικανοποίηση επέρχεται με έμμεση εκτέλεση.
Αντιθέτως, αν προσυμφωνηθεί η πώληση και μεταβίβαση ακινήτου, ο αγοραστής δύναται να αξιώσει τη σύναψη της κυρίας συμβάσεως, ζητών την καταδίκη του αντισυμβαλλομένου του σε δήλωση βουλήσεως περί πωλήσεως και μεταβιβάσεως του πράγματος (άρθρο 949 ΚΠολΔ), αλλά περαιτέρω και την εκπλήρωσή της, σωρεύων και αίτημα παραδόσεως του πράγματος κατ' άρθρο 69 § 1 δ' ΚΠολΔ.
Μετά δε την έκδοση αποφάσεως, περιεχούσης πλην της καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως και επιπλέον καταδίκη σε παράδοση του πράγματος, μπορεί να προβεί σε άμεση εκτέλεση κατά το άρθρο 943 ΚΠολΔ. Η άμεση αυτή και επομένως πληρέστερη ικανοποίηση του δανειστή, προϋποθέτει την εξασφάλιση της υπεγγυότητας όχι οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, αλλά του συγκεκριμένου (προσυμφωνηθέντος να μεταβιβασθεί) πράγματος.
Η αντίθετη εκδοχή έχει ως αποτέλεσμα, σε περίπτωση υπάρξεως άλλων περιουσιακών στοιχείων, να είναι δυνατή η ικανοποίηση μόνο της δευτερογενούς αξιώσεως προς αποζημίωση (άρθρο 382 ΑΚ) και να πλήττονται έτσι τα συμφέροντα του δανειστή, αν και ο τελευταίος είναι άξιος μεγαλύτερης προστασίας από τον τρίτο, ο οποίος είτε συμμετείχε στο δόλο του οφειλέτη είτε απέκτησε χωρίς αντάλλαγμα.
Επομένως, εφόσον προβάλλεται ως προστατευτέα αξίωση, η πρωτογενής αξίωση του εκ προσυμφώνου αγοραστή κατά τα ανωτέρω, διαρρηκτέα είναι αμέσως η πράξη με την οποία απηλλοτριώθη το προσυμφωνηθέν πράγμα, χωρίς να ενδιαφέρει η ύπαρξη ή μη άλλων περιουσιακών στοιχείων.
Εν προκειμένω, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν με την αγωγή τους τη διάρρηξη της συμβολαιογραφικής μεταβιβάσεως ιδανικού μεριδίου ακινήτου, το οποίο είχε προσυμφωνήσει να μεταβιβάσει σ' αυτούς διά συμβολαιογραφικού προσυμφώνου η πρώτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αλλά το μετεβίβασε προς καταδολίευσή τους στη δεύτερη τούτων, προβαλλόντες συγκεκριμένως ως προστατευτέα την πρωτογενή αξίωσή τους προς καταδίκη της πρώτης των αναιρεσιβλήτων σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως σ' αυτούς του προσυμφωνηθέντος ποσοστού ακινήτου, καθώς και παραδόσεώς του σ' αυτούς. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε με την πληττομένη απόφασή του, ότι δεν συνέτρεχαν οι απαιτούμενοι προς διάρρηξη της προσβληθείσης μεταβιβάσεως όροι, επειδή η υπολειπομένη περιουσία της πρώτης των εναγομένων εκάλυπτε τη δευτερογενή αξίωση των εναγόντων προς χρηματική αποζημίωση, παρεβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 939 και 943 ΑΚ. Κατ' ακολουθίαν, τυγχάνοντος βασίμου του τρίτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγου της αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την υπ' αρ. 3823/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων εκ χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις26.5.2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ