Supreme Court allows appeal on grounds that court improperly considered a witness's sworn deposition as invalid due to their status as a board member.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision to reject a witness's sworn deposition. The appellants argued the witness was invalidly admitted because they were a member of the defendant company's board of directors at the time of the hearing. The court held that the First Instance Court erred by failing to recognize this status, which renders the deposition inadmissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was upheld, the case was remitted for retrial, and the defendants were ordered to pay the appellants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 520(1), 522, 559(14), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court must examine the validity of evidence ex officio, and a witness's status as a board member of a party at the time of deposition constitutes a fatal defect rendering the sworn statement inadmissible, regardless of the opposing party's prior objection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1492 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1492/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Χασιρτζόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. χήρας Ι. Τ. του Β. Κ., κατοίκου Σ. Κ., ως νομίμου κληρονόμου του αρχικού ενάγοντος Γ. Κ. του Κ., και 2) Θ. Γ. του Φ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Δημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Θ. Α..Β..Ε..Ε.. - Ε. Α. Υ.", ήδη μετατραπείσας σε ετερόρρυθμη εμπορική εταιρεία με την επωνυμία «Ε. Θ. Ε. «Ε. και τον διακριτικό τίτλο «Ε. Θ. Ε.. Ε.., που εδρεύει στον Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Μ. Ι. Κ. «Ε. και τον διακριτικό τίτλο «Ε. «Μ., που εδρεύει στον Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Εμμανουηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2022 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-7-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 520 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της εφέσεως πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει αίτηση και τους λόγους αυτής. Και ως προς μεν την αίτηση, αυτή υπάρχει και είναι ορισμένη εάν ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης ως προς όλες ή μερικές από τις διατάξεις της, σχετικώς με το αιτητικό της αγωγής, ανταγωγής κ.λπ., οι δε λόγοι εφέσεως συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου.
Στα τελευταία ανάγεται και η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται εκ της μνείας ότι εξ αυτής οδηγήθηκε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο εξαιτίας του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ) επανεκτιμά εξ υπαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ' άρθρο 534 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 102/2010, 824/2007, 1855/2006).
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι η έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά τους λόγους της κακής εκτίμησης των αποδείξεων ήταν αόριστη και παρά το νόμο δεν απορρίφθηκε λόγω της αοριστίας της από το Εφετείο, όπως πρότειναν οι αναιρεσείοντες.
Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 12.3.2020 έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της 2/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, προβλήθηκαν με αυτή λόγοι συνιστάμενοι στην αιτίαση ότι συνεπεία κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων η εκκαλουμένη δέχθηκε την κατ' αυτών αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, ενώ έπρεπε να την απορρίψει στο σύνολό της, ζητώντας γι' αυτό την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ώστε να απορριφθεί η αγωγή.
Με τους λόγους αυτούς της έφεσης πλήττεται, καίτοι συνοπτικώς, κατά τρόπο όμως σαφή και ορισμένο, η ορθότητα της εκτιμήσεως των αποδείξεων. Επομένως, οι προβληθέντες πιο πάνω λόγοι έφεσης ήταν ορισμένοι, αφού προσδιοριζόταν, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, με αυτούς η πλημμέλεια περί την εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα το Εφετείο που δεν κήρυξε άκυρο το δικόγραφο της εφέσεως, εξαιτίας της επικαλούμενης παραπάνω αοριστίας των λόγων της έφεσης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ και συνεπώς ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ.11α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται μεν σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ.2, 339, 409 παρ.1 και 2, 410 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι` αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανίκανου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διάδικου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού.
Τούτο συνάγεται, κυρίως, από το ως άνω άρθρο 415 ΚΠολΔ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους. Η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.
Υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατόν να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στην συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διάδικου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη (ΟλΑΠ 1328/1977, ΑΠ 76/2021, ΑΠ 717/2020, ΑΠ 1274/2019). Κατά συνέπεια, η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 717/2020, ΑΠ 1192/2018, ΑΠ 1325/2017, ΑΠ 397/2016, ΑΠ 1080/2015).
Τα ανωτέρω, για την ταυτότητα του λόγου, ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών τρίτος καταθέτει ότι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά. Άρα ένορκη βεβαίωση ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ιδίου του διαδίκου ή του νόμιμου εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο.
Η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου κατά το χρόνο της ένορκης βεβαίωσης ή κατάθεσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης βεβαίωσης (ή κατάθεσης) ως ανυπόστατης. Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από τον αριθ.11 περ.
α' του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα αν προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 894/2021, ΑΠ 717/2020, ΑΠ 2076/2017). Εξάλλου, με τις διατάξεις του ν. 2190/20, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το ν. 3604/2007, ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας και ορίζεται, με το άρθρο 18 παρ. 1, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, δικάζοντας την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 2/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία είχε γίνει μερικώς δεκτή η από κοινού ασκηθείσα αγωγή του δεύτερου αναιρεσείοντος και του δικαιοπαρόχου της πρώτης, έλαβε υπόψη για τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, κατά την περί αυτού βεβαίωσή του στην προσβαλλόμενη απόφαση, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Κ.
Σ., μέλος του διοικητικού συμβουλίου της τότε εναγόμενης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης τότε ανώνυμης εταιρίας, όπως προκύπτει από την 998533/1.12.2017 καταχώρηση ανακοίνωσης συγκρότησης ΔΣ στο ΓΕΜΗ, αλλά και τη δήλωση του ιδίου που καταγράφηκε στα πρακτικά, παρά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων διατυπωθείσες στις προτάσεις τους προς απόκρουση της έφεσης και την ειδικότερη μνεία στην απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι η κατάθεσή του ανωτέρω μάρτυρα κατά τη συζήτηση των αγωγών, η οποία συμπεριελήφθη στα ταυτάριθμα πρακτικά του, δεν λαμβάνεται υπόψη ως προς την πρώτη εναγομένη λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους του ΔΣ αυτής (πρώτης εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης), κατά το χρόνο της συζήτησης, η οποία, κατά τον ίδιο χρόνο και πριν τη μετατροπή της σε ΕΕ, είχε τη μορφή ανώνυμης εταιρίας.
Επομένως, έλαβε υπόψη ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως. Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως αποβαίνει περιττή, ως εκ της αναιρετικής εμβέλειας του αναιρετικού λόγου που έγινε δεκτός. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (ΚΠολΔ 176 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 71/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτης, καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτη
αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ