Supreme Court dismisses appeal against referral order and remands case for substantive trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding the inadmissibility of the appeal request and the supplementary grounds filed by the seventh appellant. The court found that the appeal against the referral order was inadmissible because the case had already been remitted to the same court by a prior Supreme Court decision. Consequently, the court annulled the referral order for the remaining appellants and remanded the case for a substantive trial before the B1 section.
Legislator headnote
AI generatedArticles 579, 580, 570 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must decide on the admissibility of an appeal against a referral order first, and if successful, proceed to the substantive trial itself without a second referral.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1492 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1492/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητριά Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημα του, την 10 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Α. του Γ., 2. Χ. Α. του Χ., 3. Ε. Α. του Π., 4. Α. Α. - Κ. του Α., 5. Μ. Α. του Α., 6. Δ. Α.-Τ. του Κ., 7. Ε. Α. του Κ., 8. Φ. Α. του Α., 9. Ε. Β. - Ζ. του Ι., 10. Λ. Β. του Δ., 11. Μ. Γ. - Τ. του Δ., 12. Ε. Γ. του Κ., 13. Σ. (Ι.) Γ. - Ν. του Χ., 14. Χ. Γ. του Ε., 15. Χ. Γ. του Ι., 16. Μ. Γ. του Π., 17. Κ. Δ. του Θ., 18. Μ. Ε. του Ε., 19. Μ. Ε. του Α., 20. Γ. Ζ. του Δ., 21. Ι. Ι.
του Ε., 22. Κ. Κ. του Σ., 23. Μ. Κ. - Κ. του Γ., 24. Δ. Κ. του Κ. , 25. Σ. Κ. του Β., 26. Σ. Κ. του Α., 27. Γ. Κ. του Β., 28. Φ. Κ. του Γ. εωργίου, 29. Α. Κ. του Ε., 30. Μ. Κ. του Ι., 31. Τ. Κ. του Φ., 32. Β. Κ. του Δ., 33. Ό. Κ. του Π., 34. Σ. Κ. του Θ., 35. Π. Κ. - Μ. του Θ., 36. Κ. Κ. του Ε., 37. Ι. Κ. -Τ. του Γ., 38. Μ. Κ. του Λ., 39. Δ. Κ. του Ν., 40. Α. Κ. του Δ., 41. Ν. Κ. του Ι., 42. Ε. Λ. του Κ., 43.
Ε. Λ. - Σ. του Α., 44. Μ. Μ. του Ε., 45. Β. Μ. του Ι. - Γ., 46. Μ. Μ. του Ν., 47. Ε. Μ. του Α., 48. Α. Μ. του Ε., 49. Χ. Μ. του Α., 50. Θ. Μ.-Β. του Α., 51. Π. Μ. του Γ., 52. Β. Μ. του Σ., 53. Μ. Μ. του Φ., 54. Π. Ν. του Α., 55. Γ. Ν. του Π., 56. Π. Ο. του Σ., 57. Μ. Π. του Κ., 58. Γ. Π. - Π. του Λ., 59. Γ. Ρ. του Γ., 60. Σ. Σ. - Η. του Κ., 61. Β. Σ. του Β., 62. Α. Σ. του Ε., 63. Ε. Σ. του Θ., 64. Ε. Τ. του Θ., 65.
Φ. Τ. του Β., 66. Β. Τ. του Χ., 67. Α. Τ. του Θ., 68. Μ. Τ. του Μ., 69. Α. Τ. του Η., 70. Ε. Τ. του Ι., 71. Ε. Σ. του Θ., μεταβληθέν από το αρχικό: Ε. Φ. του Θ., όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. πρωτ. ...2023 βεβαίωση του Αστυνομικού Τμήματος ..., 72. Μ. Χ. του Ι., 73. Σ. Χ. του Χ., 74. Π. Χ. του Ε. και 75. Ε. Ψ. του Γ., απάντων κατοίκων ……, εκ των οποίων οι με α/α ...η δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, δήλωσε δε ότι η εβδόμη των αναιρεσειόντων, Ε.
Α. του Κ., απεβίωσε και στη θέση αυτής υπεισήλθαν και συνεχίζουν τη δίκη οι κληρονόμοι της α) Ι. Α. του Κ. και β) Χ. Α. του Κ., οι οποίοι εκπροσωπούνται από αυτόν.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) της Αφροδίτης Καρούκη, πληρεξούσιας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2010 αγωγή ενενήντα οκτώ προσώπων, μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσείοντες, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 317/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους των εναγόντων, η 5041/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησαν οι μεν ενάγοντες με την από 9-6-2016 αίτησή τους, το δε εναγόμενο με την από 24-5-2016 αίτησή του, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η 1076/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η 5041/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 3598/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αίτησή τους και τους πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, που εκφωνήθηκαν στη σειρά τους από το οικείο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως πιο πάνω σημειώνεται. Εισηγήτρια ορίστηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων, 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν κάποιος διάδικος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλον διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση αυτής, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 1695/2017), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε, κατά το άρθρο 576 παρ. 3 εδ.
β' ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς τους διαδίκους που εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 1068/2021, ΑΠ 1419/2021, ΑΠ 540/2020). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, όπως η παρ. 3 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 139 παρ. 1 Ν. 4938/2022 (ΦΕΚ Α 109/6-6-2022), κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, ενώ ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Τέλος, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι α) αν απουσιάζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης από κοινού με άλλους αναιρεσείοντες που εμφανίστηκαν, ερευνάται αυτεπαγγέλτως το κύρος της επίσπευσης εκ μέρους του, όσον αφορά την πληρεξουσιότητα, και εφόσον δεν προκύπτει πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που επισπεύδει τη συζήτηση και για λογαριασμό του ως άνω απολειπομένου διαδίκου, επέρχεται ακυρότητα της επίσπευσης ως προς αυτόν και συνακόλουθα το απαράδεκτο της συζήτησης, εφόσον βεβαίως ο τελευταίος δεν έχει κλητευθεί από τον αντίδικό του ούτε από κάποιον από τους τυχόν ομοδίκους του για να παραστεί στη συζήτηση και β) αν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, κατά τα προεκτεθέντα, ο αναιρεσείων θεωρείται δικονομικά απών και, εφόσον δεν έχει κλητευθεί από τον αντίδικό του ούτε από κάποιον από τους τυχόν ομοδίκους του για να παραστεί στη συζήτηση, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 1471/2021, ΑΠ 1160/2020, ΑΠ 1591/2018, ΑΠ 1672/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση α) η από 3-11-2020 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 8675/1028/2020) αίτηση αναίρεσης, δικάσιμος προς συζήτηση της οποίας είχε αρχικώς ορισθεί η 11-1-2022, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 10-1-2023, και β) οι από 9-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 167/2022) πρόσθετοι λόγοι. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (10-1-2023), οι 12η (Ε.
Γ.), 15η (Χ. Γ.), 18η (Μ. Ε.), 27ος (Γ.. Κ..), 28η (Φ.. Κ..), 33η (Ό.. Κ..), 39η (Δ.. Κ..), 48η (Α. Μ.), 55η (Γ. Ν.), 63η (Ε. Σ.) και 75η (Ε. Ψ.) των αναιρεσειόντων - ασκούντων πρόσθετους λόγους αναίρεσης δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, η συζήτηση δε της ένδικης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, για τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 10-1-2023, επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει Ι) από την υπ' αριθ.
…….. έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …..., με την οποία, κατόπιν της από ….2022 έγγραφης εντολής του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου Παναγιώτη Καμπίτη, ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα α) της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την 11-1-2022 και β) της υπ' αριθ.
πρωτ. …… βεβαίωσης του Γραμματέα του Αρείου Πάγου περί αναβολής της συζήτησης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (10-1-2023), με κλήση προς συζήτηση για την τελευταία δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και
ΙΙ) από την υπ' αριθ. …….έκθεση επίδοσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή, με την οποία, κατόπιν της από ……έγγραφης εντολής του υπογράφοντος το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων δικηγόρου Παναγιώτη Καμπίτη, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του εν λόγω δικογράφου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (10-1-2023), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο καθ' ου οι πρόσθετοι λόγοι Ελληνικό Δημόσιο. Πλην όμως, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει η εκ μέρους των ως άνω απολειπομένων αναιρεσειόντων παροχή πληρεξουσιότητας προς τον υπογράφοντα την αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων δικηγόρο Παναγιώτη Καμπίτη, προκειμένου αυτός να ασκήσει και προσδιορίσει στο όνομα αυτών (απολειπομένων) την ένδικη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής ούτε προκύπτει, άλλωστε, ότι οι απολειπόμενοι κλήθηκαν από το αναιρεσίβλητο ή από κάποιον από τους ομοδίκους τους, προκειμένου να παραστούν στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων κατά την ως άνω δικάσιμο.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς τους 12η (Ε. Γ.), 15η (Χ. Γ.), 18η (Μ. Ε.), 27ο (Γ. Κ.), 28η (Φ. Κ.), 33η (Ό. Κ.), 39η (Δ. Κ.), 48η (Α. Μ.), 55η (Γ. Ν.), 63η (Ε. Σ.) και 75η (Ε. Ψ.) των αναιρεσειόντων - ασκούντων πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι συνδέονται με τους λοιπούς με σχέση απλής ομοδικίας, και να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής.
Κατά το άρθρο 62 εδ. α' του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται, κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ, και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με τον θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη, η οποία διεξήχθη στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται ως ανύπαρκτη (ΟλΑΠ 27/1988, ΑΠ 533/2018). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του.
Επομένως, εάν η αγωγή ασκηθεί στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου και τούτο διαλάθει του δικαστικού ελέγχου, δεν ιδρύεται με την άσκησή της η έννομη σχέση της δίκης, αφού λείπει ένα από τα υποκείμενα αυτής, η δε τυχόν απόφαση που εκδίδεται δεν παράγει τις έννομες συνέπειες δικαστικής απόφασης, όπως εκτελεστότητα ή δεδικασμένο, εφόσον καταστεί τελεσίδικη.
Η απόφαση αυτή, πέραν της δυνατότητας έγερσης αναγνωριστικής αγωγής, μπορεί να προσβληθεί με ένδικο μέσο, όπως είναι η αναίρεση, όπου το σχετικό ελάττωμα ιδρύει τον εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 448/2005). Μάλιστα η άσκηση ενδίκου μέσου κατά της απόφασης αυτής, όπου το ως άνω ελάττωμα προτείνεται με σχετικό λόγο έφεσης ή αναίρεσης ή προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας στο πλαίσιο της κατά το άνω άρθρο 73 του ΚΠολΔ αυτεπάγγελτης από το Δικαστήριο έρευνας των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, αποκλείει, κατά την παρ. 2 του άρθρου 313 του ΚΠολΔ, την έγερση της αγωγής αναγνώρισης της ανυπαρξίας της.
Αν, παρότι ασκήθηκε ένδικο μέσο κατά της απόφασης αυτής, δεν προβληθεί σχετικός ισχυρισμός για ανυπαρξία της απόφασης αυτής, με συνέπεια να εκδοθεί και από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απόφαση στο όνομα του προαποβιώσαντος προσώπου, η απόφαση του εφετείου πάσχει από το ίδιο ελάττωμα, δηλαδή είναι και αυτή ανύπαρκτη.
Περαιτέρω η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 1611/2011, ΑΠ 448/2011, ΑΠ 1641/2006). Εξάλλου, στάδιο συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, είτε αυτοβούλως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ότι συνεχίζουν τη δίκη είτε με κλήτευση αυτών εκ μέρους του αντιδίκου τους, δεν υφίσταται στην περίπτωση άσκησης αγωγής ή ενδίκου μέσου στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, διότι οι διατάξεις των άρθρων 286, 287, 290 και 291 του ΚΠολΔ προϋποθέτουν ότι ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας (ΑΠ 1076/2018, ΑΠ 1681/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. πρωτ. ……ληξιαρχική πράξη θανάτου, εκδοθείσα από τη Ληξίαρχο της Δ.Ε. …..του……, προκύπτει ότι η εβδόμη των αναιρεσειόντων, Ε. συζ. Κ. Α., το γένος Κ. Τ., απεβίωσε στις….., ήτοι πριν από την άσκηση της ένδικης από 3-11-2020 (αριθ. έκθ.
κατάθεσης 8675/1028) αίτησης αναίρεσης και των από 9-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 167/2022) πρόσθετων λόγων αυτής.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι ως απαράδεκτοι, ως προς την ως άνω αναιρεσείουσα, λόγω έλλειψης αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης. Σημειωτέον δε, ότι ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί η εκ μέρους των α) Ι.
Α. του Κ. και β) Χ. Α. του Κ., κληρονόμων της ως άνω θανούσας, παροχή ρητής πληρεξουσιότητας δυνάμει των από ……ιδιωτικών εγγράφων, επί των οποίων αρμοδίως βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής τους, προς τους δικηγόρους Χρήστο Νικολουτσόπουλο, Δημήτριο Βασιλείου, Δημήτριο Βαλαβάνη και Δημήτριο Καμπίτη, προκειμένου αυτοί, ενεργώντας είτε ατομικά είτε από κοινού, να καταθέσουν και προσδιορίσουν την ένδικη αίτηση αναίρεσης και να τους εκπροσωπήσουν κατά τη συζήτηση αυτής στην αρχική ή σε οποιαδήποτε μετ' αναβολή δικάσιμο, προβαίνοντας σε οποιαδήποτε ενέργεια απαιτείται προς εκτέλεση των ανωτέρω εντολών.
Και τούτο διότι, εφόσον ο θάνατος της εβδόμης αναιρεσείουσας επήλθε πριν από την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, δεν ιδρύθηκε ως προς αυτήν έννομη σχέση δίκης με την άσκηση του ως άνω ενδίκου μέσου και, ως εκ τούτου, δεν υφίσταται στάδιο συνέχισης ως προς αυτήν της αναιρετικής δίκης εκ μέρους των κληρονόμων της, οι οποίοι κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο παρέστησαν αυτοβούλως δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Βασιλείου και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη, καθότι, όπως προελέχθη, η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 286, 287, 290 και 291 του ΚΠολΔ προϋποθέτει ότι ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας.
Όσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσείοντες, οι οποίοι παρίστανται προσηκόντως, με την υπό κρίση από 3-11-2020 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 8675/1028/2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 3598/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 αντικ. με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, με το από 9-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 167/2022) δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τούτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (βλ. υπ' αριθ. 1889/9-12-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες), οι τελευταίοι άσκησαν εμπρόθεσμα και παραδεκτά πρόσθετους λόγους, οι οποίοι πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο τούτων (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Σημειωτέον ότι τα στοιχεία ταυτότητας της εβδομηκοστής πρώτης των αναιρεσειόντων, Ε. Φ. του Θ., έχουν μεταβληθεί ως προς το επώνυμο αυτής, η οποία πλέον ονομάζεται Ε. Σ. του Θ., όπως προκύπτει από τα έγγραφα που αυτή επικαλείται και προσκομίζει, ήτοι α) υπ' αριθ. ……βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. …..περί μεταβολής ατομικών στοιχείων φυσικού προσώπου, β) υπ' αριθ.
πρωτ. ...2023 βεβαίωση του Α.Τ. ... περί ταυτοπροσωπίας της Ε. Φ. του Θ. και της Ε. Σ. του Θ. και γ) φωτοαντίγραφο του υπ' αριθ. …..δελτίου αστυνομικής ταυτότητας εκδοθέντος από το Α.Τ. …..στο όνομα της Ε. Σ. του Θ.. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα:
Οι ενάγοντες (αρχικώς 98 συνολικά) άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-4-2010 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 24434/703/2011) αγωγή κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι προσελήφθησαν από το τελευταίο κατά τους χρόνους που αναφέρονται στην αγωγή για έκαστο εξ αυτών και ότι έκτοτε απασχολήθηκαν σ' αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την άσκηση της αγωγής, ως καθαρίστριες/καθαριστές σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αρχικά με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα δεκάμηνης διάρκειας (από 1 Σεπτεμβρίου έως 30 Ιουνίου), τις οποίες το εναγόμενο κατά καταστρατήγηση του νόμου και καταχρηστικά χαρακτήριζε ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και μάλιστα αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκαν ότι με αποφάσεις του ΑΣΕΠ κρίθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 και στη συνέχεια, από τον Δεκέμβριο του ….. έως τον Ιανουάριο του….., με αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου τοποθετήθηκαν σε οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και εντάχθηκαν αρχικά στο εισαγωγικό (18°) μισθολογικό κλιμάκιο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3205/2003.
Ζήτησαν δε, με βάση τις αρχές της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) και της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου και αορίστου χρόνου (ρήτρα 4 σημείο 1 της Οδηγίας 1999/70 και άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος), άλλως με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και κατόπιν μερικής μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 12.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι αυτό έχει την υποχρέωση να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών τα υπόλοιπα ποσά που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή, με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους ποσού κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ως οφειλόμενες για τα έτη 2001 έως 2008 διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές που ελάμβαναν οι αντίστοιχης ειδικότητας εργαζόμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, συνυπολογιζομένου, για το διάστημα μετά την κατάταξή τους, ως χρόνου προϋπηρεσίας και του χρόνου απασχόλησης αυτών με συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως μίσθωση έργου, όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται με τους Ν. 2470/1997 και 3205/2003, οι διατάξεις των οποίων επεκτάθηκαν ακολούθως, με σχετικές ΚΥΑ, και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.
και Ο.Τ.Α. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 317/2014 απόφασή του, αφού θεώρησε ως μη ασκηθείσα την αγωγή ως προς δεκαπέντε (15) από τους ενάγοντες, οι οποίοι παραιτήθηκαν από το δικόγραφο αυτής με σχετική στο ακροατήριο προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την ως άνω απόφαση πρακτικά, απέρριψε ως προς τους λοιπούς (98 - 15 = 83) ογδόντα τρεις ενάγοντες την αγωγή ως νόμω αβάσιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια και επικουρική).
Οι τελευταίοι προσέβαλαν την απόφαση αυτή με την από 3-2-2014 έφεσή τους, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 5041/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, α) απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τις απαιτήσεις που αφορούσαν διαφορές αποδοχών των ετών …., ….
και …., κατά παραδοχή της προβληθείσας από το εφεσίβλητο Δημόσιο ένστασης διετούς παραγραφής του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 και β) έγινε δεκτή η αγωγή κατά τα λοιπά ως προς την κύρια βάση της και επιδικάστηκαν στους εκκαλούντες - ενάγοντες οι αιτηθείσες με την ένδικη αγωγή διαφορές αποδοχών των ετών …..έως….., πλην του κονδυλίου της ειδικής παροχής του άρθρου 14 Ν. 3016/2002, ποσού 176 ευρώ μηνιαίως, ως προς το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή.
Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκαν α) η από 24-5-2016 αίτηση αναίρεσης εκ μέρους του εναγομένου Δημοσίου και β) η από 9-6-2016 αίτηση αναίρεσης εκ μέρους των εναγόντων, εκδόθηκε δε επ' αυτών η υπ' αριθ. 1076/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία 1) κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ως προς επτά (7) από τους αναιρεσείοντες - ενάγοντες (μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη), 2) απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες αμφότερες οι αιτήσεις αναίρεσης ως προς την αναιρεσείουσα - ενάγουσα Σ.
Ζ. του Γ. (μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη), 3) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 9-6-2016 αίτηση αναίρεσης ως προς την αναιρεσείουσα Ε. Α. του Κ., που είχε αποβιώσει πριν από την άσκηση αυτής, 4) απορρίφθηκε η από 9-6-2016 αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες - ενάγοντες, συνολικά (83 - 9 = 74) εβδομήντα τέσσερις, και 5) έγινε δεκτή η από 24-5-2016 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Δημοσίου για τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, συνισταμένους σε ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 εδ.
α' του Ν. 3320/2005, και αναιρέθηκε εν μέρει η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5041/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και δη ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στην επιδίκαση μισθολογικών διαφορών για το πριν την κατάταξη των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση.
Ειδικότερα, με την ως άνω αναιρετική απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι με βάση τη διάταξη του εδαφίου β' της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, οι απασχοληθέντες με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου με τον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αναιρεσίβλητοι, για τη κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος, που έφεραν τον χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας και των οποίων η αμοιβή δεν ήταν αντίστοιχη με αυτή που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και με αυτή που ελάμβαναν συνάδελφοί τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, μολονότι διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες συνθήκες, δικαιούνται και για τον πριν την κατάταξή τους χρόνο των αποδοχών που προκύπτουν από το Ν. 3205/2003, τις οποίες λαμβάνει το απασχολούμενο με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό του αναιρεσείοντος, χωρίς να μπορεί να εξαχθεί αντίθετο συμπέρασμα από τη διάταξη του εδαφίου α' της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 "καθόσον η ρύθμιση αυτή αναφέρεται στη γένεση της αξίωσης των κατατασσόμενων ως άνω για την απόληψη των αντιστοίχων αποδοχών λόγω ακριβώς της κατάταξής τους και ένεκα αυτής για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, πρόκειται δηλαδή για μια άλλη αξίωση θεμελιούμενη σε διαφορετική νομική βάση".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. α' του Ν. 3320/2005, την οποία δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέα στη προκειμένη περίπτωση και παράλληλα διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, εφόσον δεν αρκούσε η αόριστη αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι αναιρεσίβλητοι, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου με αντικείμενο τον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που κάλυπταν σταθερές πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και έφεραν τον χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας, λάμβαναν αμοιβή που δεν "ήταν αντίστοιχη με αυτή που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και με αυτή που ελάμβαναν συνάδελφοί τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, μολονότι διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες συνθήκες", αφού δεν διαλαμβάνεται σε αυτή σε ποια κατηγορία εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αναφέρεται και ποιο είναι το αντικείμενο δραστηριότητας, τα καθήκοντα και οι όροι της εργασίας αυτής, ούτως ώστε να λάβει χώρα η σχετική σύγκριση.
Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο αυτού σκέλος είναι βάσιμος (σελ. 45 έως 47 αναιρετικής απόφασης).... και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα πληττόμενα με τους λόγους αυτούς κεφάλαια αυτής, που αναφέρονται στην επιδίκαση μισθολογικών διαφορών για το πριν την κατάταξη των αναιρεσιβλήτων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα και να παραπεμφθεί, κατά ταύτα, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκείμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση" (σελ. 76 αναιρετικής απόφασης).
Ακολούθως, με κλήση των εναπομεινάντων εβδομήντα τεσσάρων εναγόντων και της ήδη αποβιώσασας, όπως προελέχθη, Ε. Α. του Κ., η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας ως Δικαστήριο της παραπομπής, εξέδωσε την υπ' αριθ. 3598/2020 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 3-2-2014 έφεση των εναγόντων, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη υπ' αριθ. 317/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως νόμω αβάσιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια και επικουρική).
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
Ι) Σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα", που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 19-7-2004 και αφορά τους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας (άρθρο 1 παρ. 1 αυτού), του οποίου σημειωτέον οι ρυθμίσεις κρίθηκαν συμβατές με τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που αποσκοπεί κατά το άρθρο 1 σημείο 2 αυτής στην αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες με τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις, που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του ανωτέρω σκοπού της Οδηγίας.
Με τα άρθρα 5 και 6 του ως άνω Π.Δ/τος απαγορεύθηκε, καταρχάς, η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό αναφερόμενες προϋποθέσεις και προβλέφθηκε η ανώτερη χρονική διάρκεια των συμβάσεων αυτών, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες, με την επιφύλαξη των εκεί εξαιρέσεων.
Με το άρθρο 7 του ιδίου Π.Δ/τος ορίσθηκε ότι συμβάσεις που καταρτίζονται κατά παράβαση των πιο πάνω ρυθμίσεων είναι απολύτως άκυρες, πλην όμως ο απασχοληθείς κατά παράβαση αυτών μισθωτός δικαιούται να λάβει τα οφειλόμενα βάσει αυτών χρηματικά ποσά, καθώς και ως αποζημίωση το ποσό που θα ελάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του.
Ενόψει όμως του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου, που συνάπτονταν με το Δημόσιο κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001), οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 241/2022), καθώς και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολουμένου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω Π. Δ/τος, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα, ήτοι της τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα, κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίσθηκε στην παρ. 1 ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.
α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός, (δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.
Με τις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγουμένη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που προσομοιώνεται με αυτό κατά τη κείμενη νομοθεσία και, όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (παρ. 2) και ότι οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού, το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων (παρ. 3).
Τέλος με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου συμπεριλήφθηκαν στη ρύθμιση της παρ. 1 και οι συμβάσεις οι οποίες είχαν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές. Προς συμπλήρωση της μεταβατικού περιεχομένου διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 επακολούθησε ο Νόμος 3320/2005 "Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους ΟΤΑ", με τη διάταξη του άρθρου 1 του οποίου ορίζεται ότι: "Παρ. 1.
Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του.
Παρ. 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του Π.Δ. 164/2004.
Παρ. 3. Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Παρ. 4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
Παρ. 5. Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης".
Εξάλλου, με το Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις", οι διατάξεις των άρθρων 2 - 13, 15 - 18, 20 - 26, 27 παρ. 2 και 28 του οποίου επεκτάθηκαν με την με αριθ.
οικ. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β' 215) Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) όλων των συναρμοδίων Υπουργών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ως άνω νόμου, στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο κλπ. με χρόνο έναρξης της ισχύος της από 1-1-2004, ορίσθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 αυτού ότι το προσωπικό της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου εξελίσσεται, ανεξάρτητα από τον βαθμό που κάθε φορά έχει, σε μισθολογικά κλιμάκια και με το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού ότι τα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) των υπαλλήλων των κατηγοριών πανεπιστημιακής, τεχνολογικής, δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης καθορίζονται σε 18 για κάθε κατηγορία με εισαγωγικό το 18° Μ.Κ.
Με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των ως άνω κατηγοριών από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο απαιτείται η αναφερομένη εκεί, κατά χρόνο, υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη γι' αυτήν (μισθολογική εξέλιξη) ο χρόνος υπηρεσίας που ορίζεται στο άρθρο 15 του νόμου αυτού.
Σύμφωνα δε με το ως άνω άρθρο 15 παρ. 1 του εν λόγω νόμου "Ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη: α. Η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, β..., γ..., δ..., ε..., στ..., ζ..., η..., θ..., ι.
ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου ή με ανάθεση κατ' αποκοπήν εργασίας, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηρισθεί με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης) ή εφόσον σύμφωνα με τα υπηρεσιακά έγγραφα συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:
ι. απασχόληση κατά το σύνηθες δημοσιο-ϋπαλληλικό ωράριο, ιι. παροχή εργασίας στο χώρο της δημόσιας υπηρεσίας και με την άμεση εποπτεία της υπηρεσίας και ιιι. αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου". Τέλος, με το άρθρο 20 εδ. α' του ιδίου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "η κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στα Μ.Κ.
του άρθρου 3 του νόμου αυτού, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, γίνεται με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 15 του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα", συνυπολογίζεται δηλ. και στην περίπτωση αυτή, της κατάταξης σε μισθολογικά κλιμάκια, και ο χρόνος απασχόλησης στο Δημόσιο κλπ.
με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατά τη ρητή ως άνω διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 15 παρ. 1 περ. ι' του Ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και ιδίως από την προπαρατεθείσα διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, με την οποία ορίζεται ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους.
Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", προκύπτει ότι για τους απασχοληθέντες στο Δημόσιο με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες στη συνέχεια αναγνωρίσθηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είτε με δικαστική απόφαση είτε με την προβλεπόμενη διαδικασία του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, αδείας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια κλπ.) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ αντιθέτως τις αποδοχές της θέσης τους, στην οποία αυτοί εντάχθηκαν, δικαιούνται μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.
Αν ο νομοθέτης ήθελε και ως προς τις αποδοχές να λογίζεται ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν θα περιλάμβανε στην ως άνω ρύθμιση του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, αφού η θέλησή του αυτή θα υλοποιούνταν με μόνο το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του ως άνω άρθρου.
Ειδικότερα, ο δικαιολογητικός λόγος των ρυθμίσεων αυτών συνίσταται στο ότι δεν θα ήταν δίκαιο αυτοί που εργάσθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, καλύπτοντας ωστόσο πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου κλπ. και η απασχόλησή τους αυτή αναγνωρίσθηκε ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με δικαστική απόφαση ή με την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία (που περιλαμβάνει και κρίση του ΑΣΕΠ), να στερηθούν τις παροχές εκείνες (δώρα εορτών, επιδόματα αδείας, απασχόληση κατά τη διάρκεια της νύκτας ή κατά τη διάρκεια αργιών κλπ.), τις οποίες δεν είχαν λάβει υπό το καθεστώς της απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου.
Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν μεν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για τον λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν όμως να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσης, στην οποία εντάσσονται, από τον χρόνο της κατάταξής τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον κατά νομοθετική παραχώρηση η πρόσληψή τους, για δε το προγενέστερο χρονικό διάστημα να δικαιούνται αυτοί να αναζητήσουν εκείνες μόνο τις παροχές που δεν έλαβαν εξαιτίας μόνο του χαρακτηρισμού της απασχόλησής τους αυτής ως σύμβασης μίσθωσης έργου (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 241/2022, ΑΠ 818/2022, ΑΠ 672/2018).
Η διάταξη αυτή του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. α' του Ν. 3320/2005 δεν αντιβαίνει στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 και ειδικότερα στη ρήτρα 4 σημείο 1 αυτής, με την οποία ορίζεται ότι "όσον αφορά τις συμβάσεις απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους" και της οποίας (ρήτρας) μπορεί να γίνεται άμεση επίκληση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, αφού αυτή είναι απαλλαγμένη αιρέσεων και αρκούντως ακριβής (ΔΕΚ της 15-4-2008 υπόθ.
…… C 268/06, ΔΕΚ της 22-12-2010 υπόθ. ……C 456/09). Και τούτο, διότι κυρίως δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση η απαιτούμενη από τη ρήτρα αυτή συγκρισιμότητα των επίμαχων συνθηκών απασχόλησης, για τη συνδρομή της οποίας λαμβάνεται υπόψη σύνολο παραγόντων, όπως η φύση της εργασίας, η κατάρτιση και οι όροι εργασίας, ώστε τα άτομα αυτά να μπορεί να θεωρηθεί ότι ευρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση με εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υπό την έννοια ότι ασκούν πανομοιότυπη ή παρόμοια με αυτούς εργασία, αφού στην περίπτωση που η εργασία, την οποία πραγματοποίησε ο εργαζόμενος με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, δεν αντιστοιχεί στην εργασία των εργαζομένων με συμβάσεις αορίστου χρόνου, δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής η ρήτρα αυτή, δεδομένου ότι η διαφορετική μεταχείριση αφορά διαφορετικές καταστάσεις (ΔΕΚ της 14-9-2016 υπόθ.
……C 596/14 σκέψεις 40, 41, ΔΕΚ της 18-10-2012 υπόθ. ……C 302, 304/11 σκέψεις 42, 43). Και τούτο, διότι στην κρινόμενη υπόθεση και κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσελήφθησαν για να παρέχουν τις υπηρεσίες τους με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου δεκάμηνης διάρκειας για τον καθαρισμό των σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 113 παρ. 5 του Ν. 1892/1990 (όπως αυτή ίσχυε, ως εκ του κρίσιμου χρόνου, πριν τη τροποποίησή της αρχικά με το άρθρο 35 παρ. 4 του Ν. 3577/2007 και στη συνέχεια με το άρθρο 36 του Ν. 3699/2008, ήτοι κατά τη διάρκεια της απασχόλησης των αναιρεσειόντων), στην οποία προβλεπόταν ρητά, ειδικά για τα σχολεία, ότι ο καθαρισμός των σχολείων της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης γίνεται (μόνο) από καθαρίστριες που εκτελούν το έργο αυτό με σύμβαση μίσθωσης έργου, η οποία συνάπτεται μεταξύ του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και εκάστης εξ αυτών και καλύπτει ένα διδακτικό έτος και ότι οι συμβάσεις αυτές υπογράφονται από τον αντίστοιχο νομάρχη και από εκάστη καθαρίστρια και προβλέπουν αμοιβή ανά αίθουσα, το ετήσιο ύψος της οποίας προσδιορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ με το άρθρο 5 παρ. 15 του μεταγενέστερου Ν. 1894/1990 "Για την Ακαδημία Αθηνών και άλλες εκπαιδευτικές διατάξεις" ορίσθηκε ότι οι συμβάσεις των καθαριστριών των σχολείων υπογράφονται από τους προϊσταμένους των αντίστοιχων γραφείων εκπαίδευσης και όπου δεν υπάρχουν γραφεία εκπαίδευσης από τους προϊσταμένους των αντίστοιχων διευθύνσεων εκπαίδευσης.
Επιπλέον, στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η ανωτέρω νομοθετική επιλογή της κατάρτισης συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένης διάρκειας για τον καθαρισμό των σχολείων, κατά το μέρος που ανάγεται στο χρόνο μετά την παρέλευση του χρόνου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), δεν παρίσταται αυθαίρετη, αλλά δικαιολογείται από την ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και τα εγγενή χαρακτηριστικά των συμβάσεων αυτών, κατά την έννοια της ρήτρας 5 σημείο 1 στοιχ.
α' της Οδηγίας (ΔΕΚ της 23-4-2009 υπόθ. ….C 378 - 380/07 σκέψη 96, ΔΕΚ (διάταξη) της 24-4-2009 υπόθ….. C 519/08 σκέψη 45, ΔΕΚ της 26-1-2012 υπόθ. …..C 586/2010 σκέψη 27 και 31, ΔΕΕ της 26-2-2015 υπόθ. …..κατά ……C 238/14 σκέψη 47), αφού οι υπηρεσίες αυτές, ως απαραίτητη δραστηριότητα κάλυψης πάγιων και διαρκών αναγκών για τη λειτουργία της εκπαίδευσης (καθαρισμός σχολικών κτηρίων), δεν επιβάλλει την πρόσληψη από το Ελληνικό Δημόσιο μόνιμου τακτικού προσωπικού με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά μπορεί να επιτευχθεί εξίσου και με τη κατάρτιση συμβάσεων μίσθωσης έργου, είτε αυτές συνάπτονται με νομικά πρόσωπα (π.χ.
εταιρείες καθαρισμού) είτε με φυσικά πρόσωπα. Και τούτο, διότι η κατάρτιση ανανεουμένων διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή μίσθωσης έργου ορισμένης διάρκειας, έστω και αν αυτή λαμβάνει χώρα κατ' επανάληψη ή και μόνιμα, εφόσον τούτο δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους κατά την έννοια του άρθρου 5 σημείο 1 στοιχ.
α' της Οδηγίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν εμπίπτει στο προστατευτικό πλαίσιο αυτής που αποσκοπεί στην αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 2 αυτής (πρβλ. περίπτωση επί της οποίας έκρινε το ΔΕΚ της 26-1-2012 υπόθ.
…..C 586/2010 σκέψη 27 και 31). Είναι, άλλωστε, χαρακτηριστικό ότι και με τις διατάξεις του άρθρου 35 παρ. 4 του Ν. 3577/2007 και στη συνέχεια του άρθρου 36 του Ν.3699/2008, με τις οποίες αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 113 παρ. 5 του Ν. 1892/1990 και οι οποίες εκδόθηκαν σε χρόνο μετά την προσαρμογή της εσωτερικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70, ορίσθηκε και πάλι ότι ο καθαρισμός των σχολείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης μπορεί να καλυφθεί με συμβάσεις μίσθωσης έργου, για τις περιπτώσεις που οι ανάγκες καθαρισμού δεν καλύπτονται από το προσωπικό που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις (τοιαύτη προϋπόθεση δεν έθετε η διάταξη του άρθρου 113 παρ. 5 του Ν. 1892/1990 υπό την ως άνω αρχική της διατύπωση, τέθηκε δε αυτή προφανώς μετά τη σύσταση οργανικών θέσεων καθαριστριών/ καθαριστών σχολικών κτηρίων και την κατάταξη σε αυτές καθαριστριών/καθαριστών, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι αναιρεσείοντες, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004), οι οποίες (συμβάσεις μίσθωσης έργου) συνάπτονται όχι μόνο με συνεργεία καθαρισμού, αλλά και με καθαριστές/ καθαρίστριες.
Αλλά και με πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις μεταβατικού χαρακτήρα, όπως οι διατάξεις του άρθρου 167 του Ν. 4099/201, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 72 του Ν. 4369/2016, ή του άρθρου 81 του Ν. 4413/2016, ορίσθηκε ότι για τις ανάγκες καθαρισμού και φύλαξης δημοσίων υπηρεσιών δύνανται να συνάπτονται ατομικές συμβάσεις μίσθωσης έργου ή παροχής υπηρεσιών με φυσικά πρόσωπα που εργάζονταν ή εργάζονται αυτοπροσώπως, χωρίς να απασχολούν προσωπικό, στον καθαρισμό ή τη φύλαξη των παραπάνω υπηρεσιών ή απασχολούνταν σε εταιρείες, στις οποίες είχε ανατεθεί η παροχή υπηρεσιών καθαριότητας σε φορείς του Δημοσίου.
Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από το ότι στην προκειμένη περίπτωση εντάχθηκαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες και για τον εφεξής χρόνο σε συσταθείσες οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, που εκδόθηκε σε εφαρμογή της Οδηγίας 1999/70, διότι η εν λόγω διάταξη του άρθρου 11 παραπέμποντας για την εφαρμογή της στη διάταξη μόνο του άρθρου 5 παρ. 1 αυτού, που αφορά την απαγόρευση κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όχι όμως και στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 αυτού, που επιτρέπει την κατ' εξαίρεση κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εφόσον τούτο δικαιολογείται για αντικειμενικούς λόγους, όπως προβλέπει άλλωστε η ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α' της Οδηγίας 1999/70 και μάλιστα χωρίς η τελευταία να θέτει χρονικούς περιορισμούς, είναι στο σημείο αυτό ευνοϊκότερη της Οδηγίας για τους απασχολουμένους.
Επισημαίνεται δε, ότι σύμφωνα με το άρθρο 8 σημείο 1 της ως άνω Οδηγίας, η Οδηγία καθορίζει το ελάχιστο όριο προστασίας, χωρίς να εμποδίζει την εισαγωγή ευνοϊκότερων διατάξεων για τους εργαζομένους, όπως συμβαίνει στη προκειμένη περίπτωση (ΑΠ 672/2018, ΑΠ 1076/2018).
ΙΙ) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Περαιτέρω, εάν αναιρεθεί εν μέρει μια απόφαση και το δικαστήριο της παραπομπής (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) εξετάσει εκ νέου τα κεφάλαια ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, παραβιάζει το δεδικασμένο της απόφασης αυτής κατά τη θετική του λειτουργία, αν κρίνει διαφορετικά από την υφιστάμενη από το δεδικασμένο δέσμευση, οπότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος, διότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 440/2022, ΑΠ 503/2017).
Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει, με βάση αυτή, τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 15/1998, ΑΠ 1491/2022, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 416/2019). Εξάλλου, ο ΚΠολΔ ορίζει στο άρθρο 559 αριθ. 18, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, στο άρθρο 579 παρ. 1 εδ.
α' ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, στο άρθρο 580 παρ. 4 ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν και στο άρθρο 581 παρ. 2 ότι στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος δεχόμενος τον σχετικό λόγο αναίρεσης. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση του είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) το νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος στη συγκεκριμένη υπόθεση και β) οι παραδοχές του δικαστηρίου της παραπομπής ως προς το ζήτημα αυτό, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί εάν το τελευταίο συμμορφώθηκε προς τη λύση που έδωσε ο Άρειος Πάγος ή έδωσε διαφορετική λύση.
Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1176/2020, ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 534/2015, 1708/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 16 και 18 ΚΠολΔ, κατ' ορθή δε νομική υπαγωγή η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως νόμω αβάσιμη, παραβίασε το δεδικασμένο της υπ' αριθ. 5041/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών όσον αφορά τις αξιώσεις των εναγόντων για επιδίκαση μισθολογικών διαφορών για το μετά την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, ως προς τις οποίες η αγωγή είχε γίνει εν μέρει δεκτή με την ως άνω εφετειακή απόφαση, η οποία κατά το κεφάλαιο τούτο δεν αναιρέθηκε με την υπ' αριθ. 1076/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου και συνεπώς έχει καταστεί αμετάκλητη ως προς αυτό και παράγει δεδικασμένο, ενώ αντιθέτως αναιρέθηκε ως προς το κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών για το πριν την κατάταξη των εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, το οποίο κεφάλαιο (και μόνον αυτό) παραπέμφθηκε στο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας κατόπιν παραπομπής σ' αυτό της υπόθεσης με την υπ' αριθ. 1076/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως νόμω αβάσιμη, συνεπώς επιλήφθηκε και του κεφαλαίου που αφορούσε την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών για το μετά την κατάταξη των εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, το οποίο κεφάλαιο όμως δεν είχε παραπεμφθεί σ' αυτό με την αναιρετική απόφαση προς περαιτέρω εκδίκαση, καθόσον η υπ' αριθ. 5041/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών δεν είχε αναιρεθεί ως προς το κεφάλαιο τούτο, ως προς το οποίο κατέστη αμετάκλητη και παρήγαγε δεδικασμένο.
Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας κατόπιν παραπομπής σ' αυτό της υπόθεσης ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών για το πριν την κατάταξη των εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα, δεν συμμορφώθηκε προς την υπ' αριθ. 1076/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Ειδικότερα, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο της παραπομπής απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως νόμω αβάσιμη, παρότι ο Άρειος Πάγος με την ανωτέρω απόφασή του έκρινε ότι ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και ως προς τον χρόνο υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια, ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επιλύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο νομικό ζήτημα και συγκεκριμένα το ζήτημα της νομικής βασιμότητας των αιτημάτων της ένδικης αγωγής για επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας για το πριν την κατάταξη των εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα και δεσμεύοντας το Δικαστήριο της παραπομπής ως προς αυτό.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας κατόπιν παραπομπής σ' αυτό της υπόθεσης με την υπ' αριθ. 1076/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως νόμω αβάσιμη, ενώ όφειλε να συμμορφωθεί προς την ως άνω αναιρετική απόφαση ως προς το ζήτημα της νομικής βασιμότητας των αιτημάτων της ένδικης αγωγής για επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας για το πριν την κατάταξη των εναγόντων σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα και να δεχθεί ότι αυτά είναι νόμιμα.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, γενομένων δεκτών των πρώτου και δευτέρου λόγων της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας των ως άνω λόγων παρέλκει η έρευνα του τρίτου (τελευταίου) λόγου αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (ήτοι για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αντίστοιχα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση, υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αίτησης αναίρεσης και, εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ' ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση (ΑΠ 440/2022, ΑΠ 1893/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3598/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε μετά την 1076/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε εν μέρει η υπ' αριθ. 5041/2015 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του Δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση, θα δικάσει αυτός την ουσία της υπόθεσης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρασταθέντων εξήντα τριών (63) αναιρεσειόντων που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ.
της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους 12η (Ε. Γ.), 15η (Χ. Γ.), 18η (Μ. Ε.), 27ο (Γ. Κ.), 28η (Φ. Κ.), 33η (Ό. Κ.), 39η (Δ. Κ.), 48η (Α. Μ.), 55η (Γ. Ν.), 63η (Ε. Σ.) και 75η (Ε. Ψ.) των αναιρεσειόντων - ασκούντων πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση της από 3-11-2020 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 8675/1028/2020) αίτησης αναίρεσης και των από 9-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 167/2022) πρόσθετων λόγων αυτής.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής ως προς την εβδόμη αναιρεσείουσα Ε. συζ. Κ. Α., το γένος Κ. Τ..
Αναιρεί ως προς τους λοιπούς διαδίκους την υπ' αριθ. 3598/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, σε δικάσιμο που θα οριστεί με κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ