Supreme Court dismisses appeal for failure to rule on document production request and improper evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a document production request. The appellant argued the lower court failed to rule on the request and improperly evaluated evidence concerning personality rights. The court held that omitting a ruling on a specific procedural request does not constitute a failure to adjudicate, and appeals challenging the court's evaluation of evidence are inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559, No. 9, Para. 3 of the Code of Civil Procedure; Article 559, No. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it challenges the court's evaluation of evidence or alleges a failure to rule on a specific procedural request without demonstrating a distinct legal interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1492 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1492/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:
D. A. του I., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σαμέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου:
Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιδομενέα Γκίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26.01.2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 498/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1153/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10.04.2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης. Τέτοια αίτηση είναι και αυτή με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η αίτηση επίδειξης εγγράφου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση όμως ότι στην αίτηση αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 348/2019, ΑΠ 168/2015). Έτσι, αν το δικαστήριο της ουσίας παραλείψει να αποφανθεί επί αόριστης ή μη νόμιμης αίτησης για επίδειξη εγγράφου δεν υποπίπτει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ’ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι δεν αφήνει αίτηση αδίκαστη (ΑΠ 414/2016, ΑΠ 1625/2014).
Περαιτέρω, οι προβλεπόμενοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, ιδρύονται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς δεν ιδρύονται οι λόγοι αυτοί, όταν προβάλλεται ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 450 και 451 του ΚΠολΔ, οι σχετικές με την επίδειξη εγγράφων στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης (ΑΠ 768/2019, ΑΠ 771/2017, ΑΠ 808/2015).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ «αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο». Υπό τον όρο «απαράδεκτο» νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 532/2020, ΑΠ 846/2019, ΑΠ 503/2018).
[III] Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Χ. Κ. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος A. D. την από 26.01.2016 αγωγή, με την οποία εξέθετε ότι ο εναγόμενος, ο οποίος ασκεί ανταγωνιστική προς αυτήν ατομική επιχείρηση καθαρισμού και φύλαξης ταπήτων σε όμορο με το δικό της ακίνητο, προσέβαλε την τιμή και υπόληψή της ως ατόμου και επαγγελματία, με τις αναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες πράξεις του, επιπλέον δε της έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία και τρόμο τόσο λόγω της παρακολούθησης της ίδιας και των οχημάτων της ατομικής επιχείρησής της, όσο και λόγω της ρίψης χημικών υγρών στον κήπο και στην αποθήκη της επιχείρησής της, στις 10.08.2015 και 11.08.2015, αντίστοιχα.
Ότι εξαιτίας της ρίψης χημικού υγρού από τον εναγόμενο στην αποθήκη της καταστράφηκαν τα εντός αυτής ευρισκόμενα δώδεκα χαλιά, που είχε λάβει στην κατοχή της προς φύλαξη την 06.06.2015 από τη συνεργαζόμενη ατομική επιχείρηση του Ζ. Π. στα πλαίσια άσκησης της επαγγελματικής της δραστηριότητας, των οποίων η συνολική αξία ανέρχεται στο ποσό των 66.590 ευρώ, το οποίο υποχρεώθηκε να καταβάλει αυτή στον αντισυμβαλλόμενό της, από τον οποίο είχε παραλάβει τα χαλιά, προκειμένου αυτός με τη σειρά του να το αποδώσει στους ιδιοκτήτες των χαλιών, ανάλογα με την προσδιοριζόμενη αξία του κάθε χαλιού.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος: (α) να παύσει να προσβάλει στο μέλλον την προσωπικότητά της με οποιονδήποτε τρόπο και ειδικότερα με παρακολούθησή της και με διάδοση δυσφημιστικών γι’ αυτήν και την επιχείρησή της ισχυρισμών, καθώς και να μην προσεγγίζει την ίδια ή την οικία της ή την αποθήκη της σε απόσταση μικρότερη των 30 μέτρων, με απειλή προσωπικής κράτησης 12 μηνών και χρηματικής ποινής 4.000 ευρώ για κάθε παράβαση, και (β) να της καταβάλει για αποζημίωση λόγω της καταστροφής των άνω δώδεκα χαλιών το ποσό των 66.590 ευρώ και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 10.000 ευρώ, δηλαδή συνολικά 76.590 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 498/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη η αγωγή, απορριπτομένου του σχετικού αντίθετου ισχυρισμού του εναγομένου περί αοριστίας της αγωγής, ακολούθως δε, αφού απορρίφθηκε το υποβληθέν με τις προτάσεις του εναγομένου αίτημα επιδείξεως των αναφερομένων εγγράφων ως αόριστο, λόγω μη αναφοράς ότι τα έγγραφα αυτά βρίσκονται στην κατοχή της ενάγουσας, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος: (α) να απέχει από την με κάθε τρόπο προσβολή της προσωπικότητά της και ειδικότερα, στο μέλλον να μην προσεγγίζει την ενάγουσα, την οικία στην οποία αυτή διαμένει στην ...
Ν. Αττικής, την αποθήκη της ατομικής της επιχείρησης και τη χειμερινή της οικία στο ... Ν. Αττικής, σε απόσταση μικρότερη των 30 μέτρων, να μην παρακολουθεί αυτήν και τα φορτηγά αυτοκίνητα της επιχείρησής της, να μην διαδίδει δυσφημιστικούς ισχυρισμούς σε τρίτους εις βάρος του προσώπου της και της επιχείρησής της και να μην ενεργεί οποιαδήποτε πράξη, χαρακτηριζόμενη ως δυσφήμηση και έργω εξύβριση εις βάρος της, με απειλή χρηματικής ποινής 2.000 ευρώ και προσωπικής κράτησης 3 μηνών για κάθε παράβαση της άνω διάταξης, και (β) να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 71.590 ευρώ και δη το ποσό των 66.590 ευρώ για αποζημίωση λόγω της καταστροφής των άνω δώδεκα χαλιών και το ποσό των 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο εναγόμενος την από 15.05.2017 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 1153/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε αυτή κατ’ ουσίαν, αφού κρίθηκαν απορριπτέοι όλοι οι λόγοι της έφεσης.
[IV] Κατ’ αυτής της αποφάσεως άσκησε ο εκκαλών - εναγόμενος την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με τον πρώτο λόγο της οποίας αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ των αρ. 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς όμως από τον αρ. 9 του ίδιου άρθρου, καθόσον το αίτημα επίδειξης εγγράφων δεν συνιστά «πράγμα» κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται για ισχυρισμό του οποίου η λήψη ή η μη λήψη υπόψη να ιδρύει τον ανωτέρω λόγο, αλλά για αίτημα, το οποίο εντάσσεται στο λόγο από τον αρ. 9 του ως άνω άρθρου (ΑΠ 353/2020), αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι, ενώ ζήτησε την επίδειξη των δώδεκα φερομένων ως κατεστραμμένων χαλιών, ώστε να διαγνωστεί τόσο ο βαθμός της ζημίας τους όσο και η αποτίμηση της αξίας αυτών, το Εφετείο δεν απάντησε στο αίτημά του αυτό. Όμως το αίτημα αυτό, το οποίο υπέβαλε πρωτοδίκως ο αναιρεσείων και επανέφερε στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, δεν ήταν νόμιμο, καθόσον δεν πρόκειται για έγγραφα ώστε να δικαιολογείται το υποβληθέν αίτημα επιδείξεως εγγράφων και συνεπώς το Εφετείο, το οποίο δεν απάντησε στο ανωτέρω μη νόμιμο αίτημα, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 εδ. γ ΚΠολΔ και γι’ αυτό πρέπει να απορριφθεί ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως ως αβάσιμος.
[V] Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με εσφαλμένη και αντιφατική αιτιολογία απέρριψε ως αόριστο το αίτημά του για επίδειξη των αναφερομένων εγγράφων και δη: (α) των παραστατικών αγοράς των χαλιών από τους ιδιοκτήτες τους, (β) των φορολογικών παραστατικών - δελτίων αποστολής μεταξύ του Ζ.
Π. και των ιδιοκτητών των χαλιών, (γ) των φορολογικών παραστατικών - δελτίων αποστολής μεταξύ του Ζ. Π. και της ενάγουσας, (δ) των τραπεζικών παραστατικών που να αποδεικνύουν την καταβολή των 66.590 ευρώ από την ενάγουσα στον Ζ. Π. και (ε) των τραπεζικών παραστατικών που να αποδεικνύουν την καταβολή του αναλογούντος ποσού εκ των 66.590 ευρώ από τον Ζ.
Π. σε καθένα των ιδιοκτητών των χαλιών. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη στην επίδειξη των άνω εγγράφων, επανέφερε δε το αίτημά του αυτό με τον δεύτερο λόγο της άνω έφεσής του, με τον οποίο παραπονείτο για την από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απόρριψη ως αόριστης της αίτησής του για επίδειξη των άνω εγγράφων από μέρους της αναιρεσίβλητης.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το λόγο αυτό και δη καθόσον μεν αφορά το υπό στοιχ. γ' έγγραφο ως αλυσιτελή, δεχθέν ότι η ενάγουσα προσκόμισε το έγγραφο αυτό με επίκληση τόσο πρωτοδίκως όσο και στην κατ’ έφεση δίκη, καθόσον δε αφορά τα λοιπά έγγραφα ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχθέν ότι ο ενάγων δεν επικαλέστηκε ότι η ενάγουσα έχει στην κατοχή της τα έγγραφα αυτά, με συνέπεια η σχετική αίτησή του να πάσχει αοριστία, η οποία δεν μπορεί να αναπληρωθεί από το λόγο ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η ενάγουσα πρέπει να έχει αυτά στην κατοχή της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού πράγματι ο αναιρεσείων δεν επικαλείτο ταυτόχρονα το στοιχείο της κατοχής των άνω από την αναιρεσίβλητη, η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να αναπληρωθεί από το λόγο ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η αναιρεσίβλητη πρέπει να έχει αυτά στην κατοχή της (ΑΠ 1071/2000).
Συνεπώς, ο προκείμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, που ο αναιρεσείων στηρίζει στους αρ. 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ στην πραγματικότητα αυτός στηρίζεται στον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
[VI] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1487/2017).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι «δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον», συνάγεται ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατ’ εκείνων μόνον των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης και αν το δικόγραφο της αγωγής είναι ελλιπές ως προς τα στοιχεία της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης και δεν συμπληρωθούν παραδεκτώς οι ελλείψεις (βλ. άρθρα 224, 227 ΚΠολΔ), τότε απορρίπτεται η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του δικογράφου της (ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 632/2014).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση ευθύνης προς αποζημίωση του αμέσως ζημιωθέντος λόγω αδικοπραξίας, απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, πρόκληση εξ αυτής ζημίας σε άλλον και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας.
Όταν με την αδικοπραξία θίγεται ένα έννομο αγαθό, η προξενούμενη στην περιουσία ζημία προέρχεται από την ολική ή μερική καταστροφή (βλάβη) του αγαθού αυτού. Έτσι, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 936, 974 και 1000 ΑΚ, επί βλάβης πράγματος, μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για την καταστροφή ή χειροτέρευσή του, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ο φορέας εμπραγμάτου δικαιώματος, πρωτίστως δε αυτός που έχει δικαίωμα κυριότητας του πράγματος, το οποίο προστατεύεται από τις διατάξεις των άρθρων 17 και 28 παρ.1 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, και 999 επ.
ΑΚ, το οποίο παρέχει στον κύριο το δικαίωμα να διαθέτει το αντικείμενο της κυριότητας κατ` αρέσκεια και να απολαμβάνει τα από αυτή δικαιώματα, αποκλείοντας κάθε ενέργεια άλλου. Ακόμη, δικαιούχος της αποζημιώσεως μπορεί να είναι ο επικαρπωτής, ο αγοραστής στον οποίο παραδόθηκε το πράγμα με τον όρο παρακρατήσεως της κυριότητος από τον πωλητή μέχρι της αποπληρωμής του τιμήματος, αλλά και ο νομέας αυτού, καθώς και ο μισθωτής και ο απλός κάτοχος ήτοι ο δυνάμει εννόμου σχέσεως μετά του νομέως δικαιούμενος σε φυσική εξουσίαση του πράγματος, αφού για να επαναφέρουν τούτο στην προηγούμενη κατάστασή του, που θα τους επιτρέψει την τακτική του εκμετάλλευση και την απόλαυση των εξ αυτού ωφελημάτων, θα υποβληθούν σε δαπάνες.
Εκείνος που αξιώνει την καταβολή αποζημίωσης για τη βλάβη πράγματος, θα πρέπει να επικαλεστεί την ιδιότητα που έχει στο πράγμα, ώστε να νομιμοποιείται ενεργητικώς προς αποζημίωση, αλλά και να μπορεί να υπολογιστεί το ποσό της αποζημίωσης που δικαιούται, καθόσον η έκταση της ζημίας που καθένας έχει υποστεί από τη βλάβη του πράγματος και συνεπώς το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούται εξαρτάται από το δικαίωμα που έχει επ’ αυτού.
Την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού θα πρέπει να διαγνώσει το δικαστήριο ώστε να επιδικάσει την αποζημίωση καθώς και να προσδιορίσει το ύψος της (ΑΠ 420/2018, ΑΠ 639/1997).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτει σε αυτήν, αναφορικά με την αιτηθείσα αποζημίωση των 66.590 ευρώ, λόγω της καταστροφής των άνω δώδεκα χαλιών, α) ότι ο εναγόμενος προέβη την 11.08.2015 στη ρίψη χημικών υγρών στην αποθήκη της επιχείρησής της, β) ότι εξαιτίας της ρίψης αυτών από τον εναγόμενο στην αποθήκη της καταστράφηκαν τα εντός αυτής ευρισκόμενα δώδεκα χαλιά, γ) ότι τα χαλιά αυτά είχαν παραδοθεί την 06.05.2015 στην επιχείρησή της από τη συνεργαζόμενη ατομική επιχείρηση του Ζ.
Π., ο οποίος και τα είχε παραλάβει με τη σειρά του από διάφορους πελάτες και είχε αναθέσει στη συνέχεια υπεργολαβικά στη δική της επιχείρηση τον καθαρισμό, τον έλεγχο και τη φύλαξη τους, και δ) ότι μετά την ολοκληρωτική καταστροφή των εν λόγω δώδεκα χαλιών αναγκάστηκε να καταβάλει την 02.09.2015 στους ιδιοκτήτες των άνω χαλιών, μέσω του Ζ.
Π., την αναφερόμενη αξία κάθε χαλιού, συνολικού ύψους 66.590 ευρώ, κατά το οποίο και ζημιώθηκε εξαιτίας της άνω παράνομης και υπαίτιας ενέργειας του εναγομένου. Με βάση τα ως άνω περιστατικά η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το εν λόγω ποσό των 66.500 ευρώ ως αποζημίωσή της. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωσή της ως κατόχου των καταστραφέντων δώδεκα χαλιών, των οποίων είχε αναλάβει και τη φύλαξη κατόπιν συμφωνίας με τον άνω Ζ.
Π., ο οποίος και της τα είχε παραδώσει., αφού ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και καταφάσκουν τόσο την ενεργητική νομιμοποίηση όσο και τη νομική βασιμότητα της αγωγής, πληρούν δηλαδή το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων.
Ειδικότερα, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή η ενάγουσα διατηρεί ευθεία αξίωση αποζημίωσης κατά του εναγομένου, ο οποίος έβλαψε τα υπό την κατοχή της ευρισκόμενα προς φύλαξη χαλιά, αφού στα πλαίσια της μεταξύ αυτής και του Ζ. Π. σύμβασης, φέρουσα τα χαρακτηριστικά σύμβασης παρακαταθήκης, ευθυνόταν αυτή σε αποζημίωση για κάθε πταίσμα (άρθρο 823 εδ.
β ΑΚ, σε συνδυασμό με άρθρα 335 και 336 ΑΚ)., ανταποκρινόμενη δε στην ευθύνη της αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλει στον Ζ. Π. την αξία των καταστραφέντων χαλιών, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η ίδια από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την επελθούσα ζημία της. Δεν ήταν δε αναγκαίο να κατονομάσει τους ιδιοκτήτες των χαλιών και να προσδιορίσει σε ποιον ανήκε το κάθε χαλί που καταστράφηκε, αφού η ευθύνη της ενάγουσας εκτεινόταν έναντι του αντισυμβαλλομένου της Ζ.
Π., κι όχι και έναντι των ιδιοκτητών των χαλιών. Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η ενάγουσα νομιμοποιούνταν ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής και ότι η τελευταία ήταν ορισμένη, απορρίπτοντας έτσι τον σχετικό πέμπτο λόγο της έφεσης του εναγομένου, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που οι πιο πάνω διατάξεις απαιτούν για τη θεμελίωση της αγωγής ούτε και παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αγωγή της αναιρεσίβλητης και συνεπώς ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, που ο αναιρεσείων στηρίζει στους αρ. 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ στην πραγματικότητα αυτός στηρίζεται στον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο λόγο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ως άνω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.
[VI] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997). Επομένως, δεν αποτελούν «πράγματα» η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/1999).
Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη τις από τους αρ. 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της μη λήψεως υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και της έλλειψης νόμιμης βάσης, ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της την εκ μέρους του άρνηση τέλεσης των όσων του αποδίδονται και περαιτέρω ότι επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκανε δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης επί τη βάσει πιθανολογήσεων και χωρίς ουσιαστική αιτιολογία στην απόρριψη των ισχυρισμών του, προς δε και με αντιφατική αιτιολογία καθώς αφενός συνομολογείται ότι δεν υφίσταται μάρτυρας ή υποστατό αποδεικτικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει τους αγωγικούς ισχυρισμούς και αφετέρου στηρίζεται σε πιθανολογήσεις και αορίστως επικαλούμενες «συνθήκες».
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' αμφότερα τα σκέλη του και δη καθόσον μεν αφορά την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 8, είναι απαράδεκτος διότι η άρνηση της αγωγής δεν αποτελεί «πράγμα», καθόσον δε αφορά την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 19, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, συνιστάμενης στην παντελή έλλειψη αναφοράς στο αναιρετήριο, εφόσον το Εφετείο ερεύνησε κατ' ουσία την υπόθεση, των κρίσιμων ουσιαστικών παραδοχών του επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και με βάση τις οποίες αυτό, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του, περί παραδοχής της ένδικης αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, και συνακόλουθα και των συγκεκριμένων ανεπαρκειών των παραδοχών αυτών, έτσι ώστε η επικαλούμενη έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως, λόγω ελλιπούς, άλλως, ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας, να προκύπτει και να μπορεί να ελεγχθεί από τη, διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού.
Σε κάθε περίπτωση, οι άνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη νόμιμης βάσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (ΑΠ 977/2017, ΑΠ 680/2016), καθόσον αναφέρονται στην από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες.
[VII] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τους αρ. .8 και 19, αληθώς όμως από τον αρ. 11 γ', του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο, που ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι εργαζόταν επί σειρά ετών ως αφανής εταίρος στην οικογενειακή επιχείρηση της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του την από 05.05.2006 υπεύθυνη δήλωση της Α.
Κ., με την οποία η τελευταία αναγνώρισε ότι τυγχάνει συνέταιρος (ο αναιρεσείων) κατά 50% στην ατομική της επιχείρηση, τα κέρδη της οποίας ανέρχονται σε 50.000 ευρώ ετησίως. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε προσκομίσει πρωτοδίκως την άνω υπεύθυνη δήλωση προς απόδειξη της υποστηριζόμενης από αυτόν ύπαρξης σχέσης αφανούς εταιρίας μεταξύ αυτού και της Αντωνίας Κάλλου, μητέρας της αναιρεσίβλητης, πλην όμως αυτή δεν λήφθηκε υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο, με την αιτιολογία της αμφισβήτησης της γνησιότητας της υπογραφής από την αναιρεσίβλητη και της μη απόδειξης της γνησιότητάς της από τον αναιρεσείοντα.
Ο τελευταίος με τον έβδομο λόγο της έφεσής του παραπονείτο ότι εσφαλμένως δεν λήφθηκε υπόψη το έγγραφο αυτό, από το οποίο αποδεικνύονταν η μακροχρόνια συνεργασία του με την επιχείρηση της αντιδίκου ως αφανής εταίρος. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αλυσιτελή το λόγο αυτό της έφεσης, με την αιτιολογία ότι η εν λόγω υπεύθυνη δήλωση δεν αποτελεί πρόσφορο αποδεικτικό μέσο σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης, όπως αυτό οριοθετείται με βάση τα ιστορούμενα στο αγωγικό δικόγραφο ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και τα υποβληθέντα με αυτό αιτήματα παροχής δικαστικής προστασίας, αλλά αντιθέτως αποτελεί αποδεικτικό μέσο σε σχέση με το αντικείμενο άλλης δίκης, που αφορά την ύπαρξη και λειτουργία αφανούς εταιρίας μεταξύ του εναγομένου και μελών της οικογένειας της ενάγουσας, το οποίο δεν σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα (ως αναγκαίο προδικαστικό ζήτημα) με την παρούσα δίκη.
Σαφώς λοιπόν προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το ως άνω έγγραφο, αφού κάνει ρητή μνεία περί αυτού, αλλά έκρινε ότι τα εξ αυτού αποδεικνυόμενα δεν είχαν αποδεικτικό ενδιαφέρον για την ενώπιόν του δίκη που αφορούσε αδικοπραξία διότι σχέση είχαν με έτερη έννομη σχέση μεταξύ των διαδίκων που αφορούσε (κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος) προηγούμενη συνεργασία τους με τη μορφή αφανούς εταιρίας.
Επομένως ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 11γ, ως ορθά εκτιμάται, είναι αβάσιμος.
[VIII] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και σε περίπτωση κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη και κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και διά του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του Κράτους.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 εδάφ. α` του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού). Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, εξάλλου και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται, στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου (ΑΠ 532/2011). Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν και πράξεις που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του (ΑΠ 109/2012).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 947 παρ.1 ΚΠολΔ, όταν από το δικαστήριο της ουσίας επιβάλλεται στον οφειλέτη η υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί κάποια πράξη, απειλείται παράλληλα, ως μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης για την περίπτωση της μη εκούσιας συμμόρφωσής του, χρηματική ποινή υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση σε βάρος του υπόχρεου. Οι διατάξεις αυτές, που προβλέπουν την επιβολή υποχρέωσης και την επέλευση συνεπειών, είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, η παραβίασή τους είτε από το δικαστήριο που επιβάλλει την υποχρέωση και απειλεί τις συνέπειες είτε από εκείνο που καλείται να διαγνώσει τη μη εκπλήρωση της υποχρέωσης και την επέλευση των συνεπειών, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1631/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του έκτου και τελευταίου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι, επικυρώνοντας το Εφετείο την πρωτόδικη απόφαση με την οποία υποχρεώθηκε να απέχει από την με κάθε τρόπο προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα να μην προσεγγίζει την οικία της στην ...
και την αποθήκη της στο ... Ν. Αττικής, σε απόσταση μικρότερη των 30 μέτρων, να μην παρακολουθεί αυτήν και τα φορτηγά αυτοκίνητα της επιχείρησής της και να μην διαδίδει δυσφημιστικούς ισχυρισμούς εις βάρος της, παραβιάζει ουσιαστικούς κανόνες δικαίου κατ’ άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ως προς την ελεύθερη και ακώλυτη άσκηση του εμπράγματου δικαιώματός του στην κυριότητα του ακινήτου του, το δικαίωμά του στην ελεύθερη διακίνηση και της ελευθερίας του λόγου του.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, πέραν δε αυτών, παρότι γίνεται επίκληση κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Σε κάθε περίπτωση, τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα δικαιώματά του υπόκεινται και αυτά σε περιορισμούς, αφού μπορούν να ασκηθούν υπό την προϋπόθεση της μη προσβολής αντίστοιχων δικαιωμάτων τρίτων και δη του δικαιώματος της προσωπικότητας τρίτου και εν προκειμένω της αναιρεσίβλητης, της οποίας και προσεβλήθη πολλαπλώς η προσωπικότητα, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από τον αναιρεσείοντα, για την προστασία του οποίου και δη τη μη επανάληψη όμοιων προσβολών στο μέλλον υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να μην προσεγγίζει την οικία της αναιρεσίβλητης στην ...
και την αποθήκη της στο ... Ν. Αττικής, σε απόσταση μικρότερη των 30 μέτρων, να μην παρακολουθεί αυτήν και τα φορτηγά αυτοκίνητα της επιχείρησής της και να μην διαδίδει δυσφημιστικούς ισχυρισμούς εις βάρος της. Ειδικά δε ως προς την επιβληθείσα υποχρέωση του αναιρεσείοντος να μην προσεγγίζει την οικία της αναιρεσίβλητης στην ...
σε απόσταση μικρότερη των 30 μέτρων, για την οποία υποχρέωση ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι έτσι προσβάλλεται το δικαίωμά του στην ατομική ιδιοκτησία του καθώς η είσοδος της οικίας του βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των 30 μέτρων από την οικία της αναιρεσίβλητης, ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον δεν υπάρχει παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι θύρες εισόδου της οικίας του αναιρεσείοντος βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των 30 μέτρων από την οικία της αναιρεσίβλητης.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου αυτού λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη ότι δεν ελήφθησαν υπόψη όσα αυτός πρότεινε και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατ’ άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και δη ως προς την άρνησή του ότι τέλεσε τις αποδιδόμενες πράξεις που κρίθηκε ότι συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης, ενώ με ανεπαρκή αιτιολογία και χωρίς νομική βάση κατ’ άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δέχθηκε ότι η υποβολή μηνυτήριας αναφοράς εκ μέρους του στις Εισαγγελικές Αρχές συνιστά προσβολή της προσωπικότητάς της, ενώ επίσης άκριτα και με ανεπαρκή αιτιολογία αποδέχεται καταγγελλόμενα ως πραγματικά περιστατικά που είτε δεν καταγγέλθηκαν ποτέ ως τέτοια στην ποινική δικαιοσύνη είτε εκκρεμεί η έκβασή τους σ’ αυτήν.
Κατά το σκέλος αυτό ο έκτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και δη καθόσον μεν αφορά την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 8, είναι απαράδεκτος διότι η άρνηση της αγωγής δεν αποτελεί «πράγμα», καθόσον δε αφορά την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 19, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, συνιστάμενης στην παντελή έλλειψη αναφοράς στο αναιρετήριο, εφόσον το Εφετείο ερεύνησε κατ’ ουσία την υπόθεση, των κρίσιμων ουσιαστικών παραδοχών του επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και με βάση τις οποίες αυτό, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του, περί παραδοχής της ένδικης αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, και συνακόλουθα και των συγκεκριμένων ανεπαρκειών των παραδοχών αυτών, έτσι ώστε η επικαλούμενη έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, να προκύπτει και να μπορεί να ελεγχθεί από τη, διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού.
Σε κάθε περίπτωση, οι άνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη νόμιμης βάσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, καθόσον αναφέρονται στην από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες.
[IX] Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Απριλίου 2019 αίτηση του D. A. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1153/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ