Legislator Case Law & Legislation
1492/2014 AI generated

Supreme Court allows appeal against second statute of limitations defense, remands case for retrial.

Case Number 1492/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal regarding the second statute of limitations defense, finding the lower court erred in its application of substantive law. The court determined that the twenty-year limitation period was interrupted by the filing of the lawsuit in 1995, meaning it had not expired by 2007. Consequently, the appeal was granted, the judgment was annulled, and the case was remanded for retrial before a differently constituted court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 268, 261, 559(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The twenty-year statute of limitations is interrupted by the filing of a lawsuit, preventing its expiration and invalidating a second limitation defense based on the original filing date.

Keywords

AI generated
statute of limitations interruption of limitation appeal admissibility substantive law error remand for retrial civil procedure limitation period

Cited Legislation

AI generated
Article 268 of the Code of Civil Procedure
Article 261 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1492 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1492/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. Τ. του Ε., πρώην συζ. Α. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Λεωνίδα Μακρυπίδη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. α) Θ. χήρας Α. Π. β) Π. θυγ. Α. Π., γ) Ν. Π. του Α., δ) Α. Π. του Α. και ε) Π. Π. του Α., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του θανόντος την 24-11-2004 αρχικού διαδίκου Α. Π. του Ν. και 2. Η. Π. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεώργιο Παπαδημητρίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 284/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την αγωγή στο αρμόδιο κατά τόπο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 29/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 664/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-3-2010 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1142/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 28-1-2014 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού, ανέγνωσε την από 13-2-2012 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στη σύνθεση, Αρεοπαγίτου Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή κατά το πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους και να απορριφθεί κατά τους λοιπούς λόγους η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 28-1-2014 κλήση της αναιρεσείουσας Δ. Τ., πρώην συζ. Α. Κ. κατά των αναιρεσιβλήτων Θ. χήρας Α. Π., β) Π. θυγ. Α. Π. γ) Ν. Π. του Α. δ)Α. Π. του Α. και ε) Π. Π. του Α., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του θανόντος την 24-11-2004 αρχικού διαδίκου Α. Π. του Ν. και Η. Π. του Ν. νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 16-3-2010 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 664/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών, η οποία αρχικά είχε εκδικαστεί ενώπιον του Αρείου Πάγου (Δ' Πολιτικό Τμήμα) κατά τη δικάσιμο της 19-4-2013, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1142/2013 απόφασης του εν λόγω Δικαστηρίου, με την οποία αυτό αποφάνθηκε ότι ο Αντιπρόεδρος του ως άνω Τμήματος, ο οποίος προήδρευσε αυτού κατά την άνω ως άνω δικάσιμο, πρέπει να εξαιρεθεί από την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης σε νέα δικάσιμο ενώπιον του ιδίου Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, στη σύνθεση του οποίου δεν θα συμμετάσχει πλέον ο ως άνω εξαιρετέος δικαστής και την επανάληψη ήδη της συζήτησης της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο κατά τα οριζόμενα στην ως άνω απόφαση .

Σε περίπτωση ζημίας από αυτοκινητικό ατύχημα η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου, κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου υπόκειται σε διετή (άρθρο 7 ν. ΓπΝ/1911) ή πενταετή (άρθρο 937 ΑΚ) παραγραφή, ανάλογα σε ποια διάταξη στηρίζεται, δηλ. αν στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στο Ν. ΓΠΝ/1911, οπότε ισχύει η διετής παραγραφή ή τόσο στο Ν.ΓΠΝ/1911 όσο και στο κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922 ΑΚ), οπότε ισχύει η πενταετής παραγραφή κατά την ΑΚ 937.

Και στους δύο δε πιο πάνω χρόνους παραγραφής ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς την αναστολή (ΑΚ 255 επ.) και διακοπή της παραγραφής (ΑΚ 260 επ.), εφόσον, καθόσον αφορά στη διετή παραγραφή ο Ν. ΓΠΝ/1911 δεν περιέχει ειδική ρύθμιση και οι γενικές αυτές διατάξεις του Α.Κ. εφαρμόζονται συμπληρωματικά. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 Α.Κ.

συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννιέται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες, ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση, διετής δε, από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος, ως προς την υποχρέωση αποζημίωσης κατ' άρθρο 7 ΝΓΠΝ/1911.

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδαφ. α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ, κατά την οποία <<κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή>>, εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική ή αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ'αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ.1 ΑΚ, ή στη διετή παραγραφή του άρθρου 7του Ν ΓΠΝ/1911, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημία η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση.

Και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία, για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η νέα, όμως, αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης, δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.

Α.Π. 24/2003, ΑΠ 2039/2013, 2/2010, 377/2009, ΑΠ 996/2007, Α.Π. 642/2007 .).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ. Α.Π. 9/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το υπ' αριθμ. ΙΙ σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αφ' ενός μεν, διότι, το Εφετείο με το να κρίνει ως παραγεγραμμένη την ένδικη αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα, που γεννήθηκε την 19-1- 1983, λόγω παρόδου πενταετίας, κατ' άρθρο 937 ΑΚ, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του αρχικά πρώτου εναγομένου υπαίτιου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, στη θέση του οποίου υπεισήλθαν ως κληρονόμοι του οι πέντε πρώτοι αναιρεσίβλητοι, και λόγω παρόδου διετίας από το χρόνο του ατυχήματος, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του δεύτερου εναγομένου και ήδη έκτου αναιρεσίβλητου, ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθ. 7 ν.

ΓΠΝ/1911, παρά το ότι δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι οι αξιώσεις της από το ατύχημα βεβαιώθηκαν δικαστικά με την υπ' αριθμ. 7456/1983 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη την 1-7-1984, πριν από τη συμπλήρωση των ως άνω βραχυχρόνιων παραγραφών την 19-1-1988 και 19-1-1985, αντίστοιχα, και συνεπώς ο χρόνος της παραγραφής τους επιμηκύνθηκε σε εικοσαετία σύμφωνα με το άρθρο 268 εδ.

α' ΑΚ, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 937 ΑΚ και 7 του ΓΠΝ/1911 τις οποίες εφάρμοσε, παρότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 268 εδα' ΑΚ την οποία δεν εφάρμοσε, παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, αφ' ετέρου δε, διότι, το Εφετείο, με το να δεχτεί (με επάλληλη αιτιολογία) ότι η ασκηθείσα με την ένδικη από 27-7-1995 αγωγή της αξίωση της αναιρεσείουσας, κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου είχε παραγραφεί εν επιδικία, λόγω παρέλευσης εικοσαετίας από την κατά τα ανωτέρω τελεσιδικία της υπ' αριθμ. 7456/1983 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αν και η ως άνω αγωγή ασκήθηκε εντός της ως άνω εικοσαετίας, και αυτή (αναιρεσείουσα) με τις προτάσεις της στο Πρωτοδικείο και στο Εφετείο ισχυρίσθηκε και απέδειξε ότι η ένδικη αγωγή της επιδόθηκε στους εναγομένους στις 25-10-1995 σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. 7648Δ/25-10-1995 και 7649Δ/25-10-1995 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αμαλιάδος Γ.

Κ., καθώς και τις αναφερόμενες στην αίτηση αναίρεσης μετέπειτα διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων και του δικαστηρίου, οι οποίες επέφεραν διακοπή της ως άνω εικοσαετούς παραγραφής, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 247, 251, 261, 268, 298, 914 και 937 ΑΚ και άρθρου 7 του ν. ΓΠΝ/1911 και το ορθό μόνο τις διατάξεις των άρθρων 261 σε συν. 268 εδ.

α' ΑΚ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτώς, κατ' αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των παρακάτω διαδικαστικών εγγράφων και από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, Δ. Τ., πρώην συζ. Α. Κ., με την απευθυνθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 27-7- 1995 αγωγή της, στρεφόμενη κατά του αρχικά πρώτου εναγομένου Α.

Π., στη θέση του οποίου, μετά τον επισυμβάντα μετά την άσκηση της αγωγής θάνατό του υπεισήλθαν, ήδη κατά τη συζήτηση αυτής στον πρώτο βαθμό, οι πρώτοι πέντε αναιρεσίβλητοι, ως κληρονόμοι του, καθώς και κατά του δεύτερου εναγομένου και ήδη έκτου αναιρεσίβλητου Η. Π., ζήτησε την επιδίκαση αποζημίωσης προς αποκατάσταση της αποθετικής περιουσιακής ζημίας που υπέστη, συνιστάμενης στην απώλεια εισοδημάτων, που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε από την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από 10-9-1995 έως 10-9-2000, μεταγενέστερου εκείνου, για το οποίο είχε ζητήσει, για την ίδια αιτία αποζημίωση, με προηγούμενες αγωγές της ,οι οποίες έγιναν δεκτές με τις αναφερόμενες σ' αυτή αποφάσεις, λόγω τραυματισμού της την 19-1-1983 σε αυτοκινητικό ατύχημα, από αυτοκίνητο που οδηγούσε ο αρχικά πρώτος εναγόμενος, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στο δεύτερο εναγόμενο και ήδη έκτο αναιρεσίβλητο και από αποκλειστική υπαιτιότητα του ως άνω οδηγού, όπως κρίθηκε με την υπ' αριθμ. 7450/83 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε επί της αρχικής από 6-7-1983 αγωγής της και αποτελεί δεδικασμένο και στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 7287/1988 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε επί της δεύτερης από 4-9-1983 αγωγής της .

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 29/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, στο οποίο παραπέμφθηκε η αγωγή αυτή ως αρμόδιο κατά τόπο, με την προεκδοθείσα επί της αγωγής αυτής υπ' αριθμ. 284/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως που προβλήθηκε από τους εναγόμενους απέρριψε αυτή, κρίνοντας την αξίωση της ενάγουσας ως παραγεγραμένη, λόγω παρόδου πενταετίας, κατ' άρθρο 937 ΑΚ, ως προς τον αρχικά πρώτο εναγόμενο υπαίτιο οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου και λόγω παρόδου διετίας από το χρόνο του ατυχήματος, ως προς το δεύτερο εναγόμενο, ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθ. 7 ν.

ΓΠΝ/1911. Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε έφεση η ηττηθείσα ενάγουσα, παραπονούμενη, για εσφαλμένη, κατά παραβίαση του άρθρου 268 εδ.α' ΑΚ, κρίση της εκκαλουμένης περί υπαγωγής των ένδικων αξιώσεών της κατά των εναγομένων στις ως άνω βραχυχρόνιες παραγραφές και τη συνεπεία αυτής απόρριψη από το Πρωτοδικείο της αγωγής της αν και προέβαλε με αυτή και τις κατατεθείσες ενώπιόν του προτάσεις της ότι για μέρος της αξίωσής της κατά των εναγομένων, πριν από τη συμπλήρωση των παραπάνω βραχυχρόνιων παραγραφών είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 7450/1983 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχτηκε την αγωγή αποζημίωσής της και επομένως, οι αξιώσεις της υπάγονταν σε εικοσαετή παραγραφή από την τελεσιδικία της ως άνω απόφασης, κατ' άρθρο 268 εδ.α'ΑΚ.

Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της παραγραφής ή μη της ασκηθείσας με την ένδικη από 27-7-1995 αγωγή αξίωσης της ενάγουσας δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη υπόθεση, από τα στοιχεία της δικογραφίας αποδεικνύεται ότι στην πρωτόδικη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους πρόβαλαν τις ενστάσεις της διετούς και πενταετούς παραγραφής για τον υπαίτιο οδηγό και τον ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου Α.

Π. και Η. Π. αντίστοιχα, η δε ενάγουσα δεν πρόβαλε, ως όφειλε, την αντένσταση της επιμήκυνσης της παραγραφής των αξιώσεων της σε εικοσαετή, κατ' άρθρο 268 ΑΚ, με τις προτάσεις της, αλλά ούτε και με την προσθήκη-αντίκρουση της επί των προτάσεων των εναγομένων. Επομένως, απαράδεκτα το πρώτο προβάλλει η ενάγουσα ως λόγο εφέσεως στο παρόν Δικαστήριο την αντένσταση της επιμήκυνσης της παραγραφής των αξιώσεων της σε εικοσαετία, λόγω της εκδόσεως της υπ' αρ. 7456/1983 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος ήταν ο αρχικά πρώτος εναγόμενος και οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου Α.

Π. και με την οποία αναγνωρίστηκε η ανικανότητα της για εργασία. Εξάλλου, η εν λόγω αντένσταση δεν μπορεί να θεωρηθεί οψιγενής ισχυρισμός, κατ' άρθρο 269 ΚΠολΔ, αφού η εικοσαετής παραγραφή συμπληρώθηκε εν επιδικία την 1/7/2004 (η επίδοση της ως άνω τελεσίδικης αποφάσεως στους αρχικούς εναγομένους έγινε την 1/6/1984, δεν ασκήθηκε έφεση κατ' αυτής και έτσι κατέστη τελεσίδικη την 1/7/1984).

Επομένως, κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τη δικάσιμο της 8/2/2007, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε συμπληρωθεί η εικοσαετής παραγραφή και μπορούσε να προταθεί από την ενάγουσα, προς αντίκρουση των ενστάσεων των εναγομένων. Περαιτέρω, δε συντρέχει κάποια από τις άλλες προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ>>.

Με βάση τις παραδοχές αυτές και δη α) με την κύρια αιτιολογία: ότι η ενάγουσα-εκκαλούσα δεν πρόβαλε, ως όφειλε, την αντένσταση της επιμήκυνσης της παραγραφής των αξιώσεων της σε εικοσαετή, κατ' άρθρο 268 ΑΚ, με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά ούτε και με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών της αυτών, και β) με την επάλληλη αιτιολογία ότι <<κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τη δικάσιμο της 8/2/2007, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε συμπληρωθεί η εικοσαετής (κατ' άρθρο 268 εδ.α' ΑΚ) παραγραφή (από την τελεσιδικία της ως άνω απόφασης) εν επιδικία την 1-7-2004>> αφού <<η επίδοση της ως άνω τελεσίδικης αποφάσεως στους αρχικούς εναγομένους έγινε την 1/6/1984, δεν ασκήθηκε έφεση κατ' αυτής και έτσι κατέστη τελεσίδικη την 1/7/1984>>, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας.

Όπως, όμως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση των κατατεθεισών προτάσεων της ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας) που εξέδωσε την προσβληθείσα με την ως άνω έφεση απόφαση, η ενάγουσα, αναφορικά με την υπαγωγή της ένδικης αξιώσεώς της στην παραγραφή του άρθρου 268 εδ.α' ΑΚ είχε προβάλει όλα τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την αυτεπάγγελτη εφαρμογή του εν λόγω άρθρου, κατά τους ορισμούς του οποίου κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση παραγράφεται μετά είκοσι έτη, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή.

Ειδικότερα ισχυρίσθηκε <<Η αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθμ. 7456/1983 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (σχ.24), την οποία αποδέχτηκαν σιωπηρώς οι εναγόμενοι και η συνεναγομένη τότε ασφαλιστική εταιρία, που τελεσιδίκησε>>, επικαλούμενη ως προσκομιζόμενα προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού <<την αριθμ. 7456/1983 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τα ταυτάριθμα πρακτικά (σχ.24)>> και <<Πιστοποιητικό τελεσιδικίας της ανωτέρω 7456/83 αποφάσεως. (σχ.25)>>, υποβάλλοντας ως καταληκτικό αίτημα του εν λόγω δικογράφου την παραδοχή των προτάσεών της και της κρινόμενης αγωγής στο σύνολό της, στο οποίο εμπεριέχεται και το ειδικότερο αίτημα περί παραδοχής του ως άνω ισχυρισμού της και απόρριψης της ένστασης παραγραφής της ένδικης αγωγής αποζημιώσεως (ΑΠ 1357/2010), τον ισχυρισμό δε αυτό, που συνεπάγεται υπαγωγή της ένδικης αξιώσεώς της στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 268 εδ.α' ΑΚ, επανέφερε με την έφεσή της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Τα περιστατικά αυτά, τα οποία έγιναν δεκτά και με την εκκαλουμένη απόφαση, αφού, όπως αναφέρεται αυτολεξεί στις παραδοχές της <<η επίδοση της ως άνω τελεσίδικης αποφάσεως στους αρχικούς εναγομένους έγινε την 1/6/1984, δεν ασκήθηκε έφεση κατ' αυτής και έτσι κατέστη τελεσίδικη την 1/7/1984>>, αρκούσαν για την υπαγωγή της ένδικης απαιτήσεώς της στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 268 εδ.

α'ΑΚ, αφού αυτή επικαλείτο, όλες τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και ειδικότερα: την ύπαρξη της ως άνω αγωγικής αξίωσής της, η οποία κατ'αρχήν υπόκειται σε πενταετή και διετή παραγραφή, αντίστοιχα, για τον υπαίτιο οδηγό και τον ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, τη δικαστική βεβαίωση αυτής με την υπ' αριθμ. 7456/1983 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και την τελεσιδικία της απόφασης αυτής, η οποία όπως δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση συντελέσηκε την 1-7-1984, δηλ.

πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου των ως άνω βραχυχρόνιων παραγραφών. Πλην, όμως το Εφετείο, εκτιμώντας εσφαλμένως το περιεχόμενο του δικογράφου των ως άνω προτάσεων της ενάγουσας έκρινε ότι η τελευταία δεν προέβαλε με τις εν λόγω προτάσεις της ισχυρισμό περί υπαγωγής της αγωγικής αξιώσεώς της στην προβλεπόμενη από το άρθρο 268 εδ.α' ΑΚ παραγραφή, δεχόμενο έτσι σαφώς ότι τα περιστατικά αυτά δεν επαρκούσαν για τη θεμελίωση ισχυρισμού της στο άρθρο 268 εδ.α' ΑΚ, και με το δεδομένο αυτό απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση της ενάγουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε ως παραγεγραμμένη, λόγω παρόδου πενταετίας, κατ' άρθρο 937 ΑΚ, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του αρχικά πρώτου εναγομένου υπαίτιου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και λόγω παρόδου διετίας από το χρόνο του αδικήματος, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του δεύτερου εναγομένου, ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθ. 7 ν.

ΓΠΝ/1911. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της προαναφερθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ, την οποία παραβίασε με τη μη εφαρμογή της αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής. Επομένως, ο σχετικός τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του υπ' αριθμ.

ΙΙ σκέλους του από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος . Επίσης, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ' ουσίαν και ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του υπ' αριθμ.

ΙΙ σκέλους του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί συμπλήρωσης της εικοσαετούς παραγραφής εν επιδικία, διότι, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η εικοσαετής παραγραφή της αγωγικής αξίωσης της αναιρεσείουσας άρχισε από την τελεσιδικία της υπ' αριθμ. 7456/1983 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 1-7-1984, και ορθώς από τον χρόνο του ατυχήματος (19-1-1983), η δε από 27-7-1995 αγωγή ασκήθηκε το έτος 1995, η εικοσαετής παραγραφή που κατά τα γενόμενα δεκτά απ' αυτήν άρχισε την 1-7-1984 από την τελεσιδικία της ως άνω αποφάσεως και θα συμπληρωνόταν την 1-7-2004, διακόπηκε κατά το άρθρο 261 ΑΚ με την επίδοση της ένδικης αγωγής στους αρχικά εναγόμενους, στις 25-10-1995, οπότε άρχισε νέα εικοσαετής παραγραφή, η οποία θα συμπληρωνόταν στις 25-10-2015, και συνεπώς, ανεξαρτήτως των μεταγενεστέρων αυτής διαδικαστικών πράξεων των διαδίκων και του Δικαστηρίου που μεσολάβησαν από την άσκηση της από 27-7-1995 αγωγής μέχρι τη συζήτησή της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στις 8-2-2007, δεν είχε συμπληρωθεί κατά τον τελευταίο αυτό χρόνο η νέα εικοσαετής παραγραφή.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων της αίτησης αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων στο σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση (και αποδοχή) των προβαλλόμενων με τους λοιπούς λόγους αυτής αιτιάσεων και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω απόφαση, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580§3 Κ.Πολ.Δ.).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρο 183 ΚΠολΔ), η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 664/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2014. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ