Supreme Court partially allows appeal against expropriation compensation valuation, remanding case for re-examination of specific property owners.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the State's appeal against the First Instance Court's determination of expropriation compensation rates. The court found the lower court's reasoning insufficient to justify different compensation values for specific properties. Consequently, the judgment was annulled only regarding eight specific property owners, and the case was remanded for further examination by a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94 § 1 and 96 § 1 of the Code of Civil Procedure; Article 559 § 19 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may annul a lower court's decision on expropriation compensation only if the reasoning fails to clarify the nature and location of the properties, remanding the case for re-examination by a new panel of judges.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1492 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1492 /2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Θεσσαλίας, που κατοικοεδρεύει στη Λάρισα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ Αλέξανδρο Ροϊλό, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
Α'. ΠΙΝΑΚΑΣ (Χ.Θ. 25+950 ΕΩΣ Χ.Θ. 28+375 ΚΑΙ Χ.Θ. 0+00 ΕΩΣ
4+050.
1)Φ. Β. του Π. έως 148 Λ. Β. (ΑΚΠ 172), κατοίκων Καρδίτσας.
Β'. ΠΙΝΑΚΑΣ (Χ.Θ. 16+060 ΕΩΣ Χ.Θ.25+950).
1) Σ. Π. του Α. (ΑΚΠ 1), έως και 144) Δήμου Καρδίτσας, νομίμως εκπροσωπουμένου (Δημ. Διαμέρισμα Καρδιτσομάγουλας).
Γ. ΠΙΝΑΚΑΣ Α' (Χ.Θ. 25+950 ΕΩΣ Χ.Θ. 28+375 ΚΑΙ Χ.Θ. 0+00 ΕΩΣ 4+050
1) Τ. Δ. του Κ. (ΑΚΠ 2) έως και 21) Μ. Α. του Β. (ΑΚΠ 166) κατοίκων όλων Δήμου Καρδίτσας.
Δ. ΠΙΝΑΚΑΣ Β' (Χ.Θ. 16+060 ΕΩΣ Χ.Θ. 25+250)
1) Μ. Β. του Ε. (ΑΚΠ 20) έως και 33) Ζ. Κ. του Η. (ΑΚΠ 194), κατοίκων όλων Δήμου Καρδίτσας.
Ε . 1) Α. Ε. χήρας Δ. (ΑΚΠ 4) έως και 32) Π. Ε. συζ. Θ. (ΑΚΠ 195), όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεώργιο Λάππα και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 13/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης. Κατόπιν το ήδη αναιρεσείον με την από 345/28-3-2003 αίτησή του καθώς και την από 10-11-2003 ανταίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Λάρισας, ζήτησαν τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η απόφαση 373/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 11-10-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 12-1-2010 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Σοφίας Καραχάλιου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, τέταρτου και πέμπτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει : 1) στο άρθρο 94 § 1 ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) στο άρθρο 96 § 1 ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, 3) στο άρθρο 104 ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της, 4) στο άρθρο 576 § 1 ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι, 5) στο άρθρο 576 § 2 ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν η κλήση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί και 6) στην § 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 (ΦΕΚ 74 τ.
Α'/20.3.2013), ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Εξάλλου, με τη διάταξη της § 4 του άρθρου 22 Ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων - ΚΑΑΑ), η οποία προστέθηκε με την § 2 του άρθρου 131 του Ν. 2070/2012 και σύμφωνα με την § 10 του άρθρου 146 του ίδιου νόμου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του αιτήσεις αναίρεσης και η οποία τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη υπόθεση, ορίζεται ότι, η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκείται κατά της απόφασης του εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, μπορεί να κοινοποιηθεί επίσης, είτε στο δικηγόρο που εκπροσώπησε τον αναιρεσίβλητο κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στα δικαστήρια της ουσίας, είτε στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο, είτε στον αναιρεσίβλητο στη διεύθυνση που δήλωσε στα δικαστήρια της ουσίας και ότι, σε κάθε περίπτωση, επί των υποθέσεων αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων, δεν εφαρμόζεται η προαναφερόμενη § 3 του άρθρου 576 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους έχουν κλητευθεί.
Από τον συνδυασμό όλων των παραπάνω δικονομικών διατάξεων προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία έχει ασκηθεί αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης του εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και για κάποιο από τους διαδίκους παρίσταται στον Άρειο Πάγο δικηγόρος χωρίς πληρεξουσιότητα, ο διάδικος αυτός, είτε επισπεύδει τη συζήτηση είτε όχι, δικάζεται ερήμην, αν έχει κληθεί νομίμως, ενώ αν δεν έχει κληθεί νομίμως η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους αλλά η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους έχουν κλητευθεί.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 4 του άρθρου 568 του Κ.Πολ.Δ. για να είναι νόμιμη η από τον επισπεύδοντα αναιρεσείοντα κλήτευση του αναιρεσίβλητου για την ορισθείσα από τον πρόεδρο του αρμόδιου τμήματος του Αρείου Πάγου δικάσιμο, είναι αναγκαία η προς τον αναιρεσίβλητο επίδοση, νόμιμα και εμπρόθεσμα, και αντιγράφου του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης που κατατέθηκε.
Η κατά τα άνω δε επίδοση και αντιγράφου του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης επιβάλλεται και από την διάταξη του άρθρου 111 § 2 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., με την οποία θεσπίζεται το θεμελιώδες δικονομικό αξίωμα της τήρησης προδικασίας και από την οποία προκύπτει ότι δεν είναι επιτρεπτή, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις που καθορίζονται στο νόμο, η συζήτηση οποιασδήποτε αίτησης από το δικαστήριο αν δεν έχει επιδοθεί το οικείο έγγραφο στον αντίδικο του αιτούντος, εκτός αν εκείνος παρίσταται και δεν αντιλέγει.- Στην προκειμένη περίπτωση με την από 27.4.2012 κλήση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου φέρεται προς συζήτηση η από 11.10.2004 και με αριθμό κατάθεσης 77/2004 αίτηση αυτού κατά των αναιρεσιβλήτων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 373/2004 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων.
Δικάσιμος για τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης είχε ορισθεί αρχικά η 22.1.2010, κατά την οποία και αναβλήθηκε αυτή με σημείωση στο πινάκιο για εκείνη της 18.2.2011, οπότε και ματαιώθηκε. Περαιτέρω, κατά την συζήτηση της υπόθεσης στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο παρέστη και εκπροσώπησε όλους ανεξαιρέτως τους αναιρεσίβλητους ο δικηγόρος του δικηγορικού συλλόγου Καρδίτσας Γεώργιος Λάππας, στον οποίο όμως, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. .../5.2.2013 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Καρδίτσας Λεμονιάς - Μαρίας Μπαλτά - Ραμούζη, έχουν χορηγήσει πληρεξουσιότητα για να τους εκπροσωπήσει στη δίκη μόνον οκτώ από τους αναιρεσίβλητους και ειδικότερα οι 1) Ν.
Κ. του Θ. και της Γ., 2) Δ. Π. του Γ. και της Α., 3) Ε. Π. του Β. και της Β., 4) Κ. Π. του Χ. και της Τ., 5) Α. Λ. του Α. και της Α., 6) Π. σύζυγος Γ. Δ., το γένος Δ. και Α. Ζ., 7) Α. σύζυγος Α. Τ., το γένος Δ. και Α. Ζ. και 8) Ε. σύζυγος Θ. Π., το γένος Χ. και Β. Τ.
Συνεπώς, ο προαναφερόμενος δικηγόρος δεν έχει δικαίωμα να εκπροσωπήσει στη δίκη τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. …/9.10.2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καρδίτσας …τις οποίες προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ακριβές αντίγραφο της ως άνω από 27.4.2012 κλήσης του αναιρεσείοντος με τις κάτω από αυτήν πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, μαζί με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δικηγόρους Αθανάσιο Αντωνόπουλο, Γεώργιο Βλάχο, Γεώργιο Λάππα, Ευαγγελία Πούλιου και Αμαλία Σελλούντου, οι οποίοι είχαν εκπροσωπήσει τους αναιρεσίβλητους κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο της ουσίας, ήτοι στο Εφετείο Λάρισας (βλ.
σελίδες 19, 42 και 43 της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθμ. 373/2004 απόφασης του ως άνω Εφετείου). Όμως δεν αποδεικνύεται και ότι αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε καθ' οιονδήποτε νόμιμο τρόπο στους αναιρεσίβλητους, εκ των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, εκπροσωπούνται νόμιμα από τον παραπάνω δικηγόρο Γεώργιο Λάππα μόνον οι οκτώ (8) προαναφερόμενοι, όχι δε και οι λοιποί εξ αυτών.
Σύμφωνα λοιπόν με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους παραπάνω οκτώ αναιρεσίβλητους, στους οποίους ναι μεν δεν προκύπτει, ούτε και γίνεται επίκληση από το αναιρεσείον, ότι επιδόθηκε και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, πλην όμως αυτοί παρίστανται και δεν αντιλέγουν στην πρόοδο της δίκης, ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, οι οποίοι θεωρούνται απόντες, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης.
Συνεπώς, η ένδικη υπόθεση ερευνάται μόνον ως προς τους ως άνω νομίμως παριστάμενους οκτώ (8) αναιρεσίβλητους και μόνον όσον αφορά τις φερόμενες ως ανήκουσες σ' αυτούς και απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες, όπως ειδικότερα αυτοί αναφέρονται παρακάτω με βάση τον κτηματολογικό πίνακα στον οποίο είναι γραμμένοι και τον αριθμό της φερομένης ως ανήκουσας σε καθένα από αυτούς ιδιοκτησίας και συγκεκριμένα : Α' ΠΙΝΑΚΑΣ : 1) Δ. Π. του Γ. και της Α., ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 54 και 55, 2) Ε. Π. του Β. και της Β., ιδιοκτησία με ΑΚΠ 101 και 3) Ν. Κ. του Θ. και της Γ., ιδιοκτησία με ΑΚΠ 105.
Β' ΠΙΝΑΚΑΣ : 1) Κ. Π. του Χ. και της Τ., ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 154, 155, 156 και 157, 2) Α. Λ. του Α. και της Α., ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 160 και 161, 3) Π. σύζυγος Γ. Δ., το γένος Δ. και Α. Ζ., ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 129, 174 και 175, 4) Α. σύζυγος Α. Τ., το γένος Δ. και Α. Ζ., ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 174 και 175 και 5) Ε. σύζυγος Θ. Π., το γένος Χ. και Β. Τ., ιδιοκτησία με ΑΚΠ 195.-
ΙΙ.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 § § 2, 3 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, κατ' άρθρο 28 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου, λαμβάνεται υπόψη η αξία τούτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης ή για τον οριστικό καθορισμό, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού.
Ως πλήρης δε αποζημίωση νοείται η αποζημίωση που παρέχει στον ιδιοκτήτη την δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριωθέντος με άλλο ισάξιο. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 13 § 1 εδ. τελευταίο του Ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων - ΚΑΑΑ), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 § 1 του Ν. 3193/2003, "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Κατά την διάταξη δε του άρθρου 13 § 4 του ίδιου ως άνω Νόμου, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 128 § 2 του Ν. 4070/2012, αν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση του προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 17 § 1 του Συντάγματος και του, ως άνω, Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία που υφίσταται ο ιδιοκτήτης επειδή το τμήμα που απομένει μετά την απαλλοτρίωση γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του.
Εφόσον υφίστανται οι προϋποθέσεις αυτές (της μείωσης της αξίας του τμήματος ή της αχρήστευσης αυτού), ο ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης. Περαιτέρω, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει και όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε.- Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, επειδή το Εφετείο διέλαβε σ' αυτή ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο επί του ζητήματος της πραγματικής αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων των καθ' ων η αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ανταιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων.
Ο ίδιος αυτός λόγος κατά το μέρος που πλήττεται η εφετειακή απόφαση και για το ζήτημα της μείωσης της αξίας των απομενόντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων των απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησίων του πρώτου και δεύτερου πίνακα, δεν ερευνάται διότι μεταξύ των αναφερομένων ιδιοκτησιών των πινάκων αυτών δεν περιλαμβάνεται καμία ιδιοκτησία των εκ των αναιρεσιβλήτων Δ.
Π., Ε. Π. και Ν. Κ. (Α' Πίνακας, ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 54, 55,101 και 105) και Κ. Π., Α. Λ., Π. συζύγου Γ. Δ., Α. συζύγου Α. Τ. και Ε. συζ. Θ. Π. (Β' Πίνακας, ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 154, 155, 156, 157,160, 161, 129, 174, 175, και 195), όπως τούτο (δηλαδή το ότι το ζήτημα της μείωσης της αξίας των απομενόντων ιδιοκτησιών δεν αφορά και τις ιδιοκτησίες των ως άνω αναιρεσιβλήτων) προκύπτει από την επισκόπηση των σελίδων 39 και 41 της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Με την προσβαλλόμενη λοιπόν απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει της υπ' αριθμ. 108528/4692/0010/8.6.2000 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 365 Δ'/20.6.2000, κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα, υπέρ και με δαπάνες του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και των ωφελουμένων παροδίων, για δημόσια ωφέλεια και συγκεκριμένα για την κατασκευή "Αντιπλημμυρικών έργων ποταμών Καλέντζη και Καράμπαλη", έκταση (το συνολικό εμβαδόν της οποίας δεν αναφέρεται στην εφετειακή απόφαση) που βρίσκεται στο νομό Καρδίτσας και εικονίζεται με κλίμακα 1 : 2000 α) στα από μηνός Μαΐου 1999 δύο κτηματολογικά διαγράμματα και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες της Διεύθυνσης Εγγειοβελτιωτικών Έργων, τα οποία έχει συντάξει ο τοπογράφος μηχανικός Κ.
Μ. και έχει θεωρήσει στις 21.5.1999 ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ Κ. Δ. και β) στα από 9.12.2002 διορθωμένα κτηματολογικά διαγράμματα και στους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες, που έχει συντάξει ο τοπογράφος μηχανικός Κ. Μ., έχει ελέγξει ο επιβλέπων πολιτικός μηχανικός Κ. Μ. και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της ΔΕΚΕ Α.
Λ. Τα ακίνητα είναι αγροί στις κτηματικές περιφέρειες του Δήμου Καρδίτσας και των Δημοτικών Διαμερισμάτων Καρδιτσομαγούλας, Σταυρού, Προδρόμου, Μυρίνης και Μακρυχωρίου και έχουν μεγάλη οικοπεδική αξία, ιδιαίτερα δε αυτές του Α' πίνακα με ΑΚΠ 44 έως 125, (μεταξύ των οποίων επομένως συγκαταλέγονται και οι ενδιαφέρουσες εν προκειμένω ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 54, 55, 101 και 105), βρίσκονται στην ανατολική πλευρά της πόλης της Καρδίτσας και οι περισσότερες έχουν πρόσωπο στην Ε.Ο.
Καρδίτσας - Αθηνών, ή βρίσκονται κοντά σε αυτή, εντός της περιοχής του βιοτεχνικού πάρκου του Δήμου Καρδίτσας. Δέχεται δε περαιτέρω το Εφετείο ότι όλα τα απαλλοτριούμενα ακίνητα και κατά συνέπεια και τα ενδιαφέροντα στην προκειμένη περίπτωση, εξακολουθούν να αποτελούν γήπεδα και όχι οικόπεδα, για τον λόγο ότι οικόπεδα είναι μόνον όσα βρίσκονται μέσα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο.
Στη συνέχεια το δικαστήριο εκείνο εκθέτει την αντικειμενική αξία των ακινήτων και των επικειμένων τους, αναφέρει την προσωρινή τιμή μονάδος αυτών, η οποία καθορίστηκε με την υπ' αριθμ. 13/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, παραθέτει διάφορα συγκριτικά στοιχεία προς εύρεση της αξίας αυτών, δέχεται ότι τα απαλλοτριωμένα ακίνητα είναι κοντά στα όρια του σχεδίου πόλης και ακόμη ότι "τα απαλλοτριωμένα λόγω θέσης, έχουν οικοπεδική αξία, αλλά μειονεκτούν έναντι εκείνων που είναι μέσα στο ρυμοτομικό σχέδιο, διότι γι' αυτά είναι δυσμενέστεροι οι όροι και οι συντελεστές δόμησής τους, ενόψει και του γεγονότος ότι δεν πρόκειται για οικόπεδα που προβλέπει η ειδική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 2 ν. 1577/1985, ώστε να απολαμβάνουν των όρων δόμησης, που ισχύουν για τα ακίνητα εντός ρυμοτομικού σχεδίου..." και κρίνει, αφού παραθέτει κτηματολογικούς αριθμούς ακινήτων και των δύο κτηματολογικών πινάκων και χωρίζει τα ακίνητα σε κατηγορίες, ότι τόσο τα ενδιαφέροντα στην προκειμένη περίπτωση ακίνητα του Α' Πίνακα με ΑΚΠ 54, 55, 101 και 105, όσο και εκείνα του Β' Πίνακα με ΑΚΠ 129, 154, 155, 156, 157, 160, 161, 174, 175 και 195 πλεονεκτούν "λόγω της θέσης, μεγέθους και μήκους πρόσοψης.." (βλ.
σελ. 69 πληττόμενης απόφασης). Κατόπιν δε τούτων δέχθηκε εν μέρει τόσο την αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου όσο και την ανταίτηση των καθ' ων αυτή και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης και των ενδιαφερόντων στην προκειμένη περίπτωση απαλλοτριωμένων ακινήτων (τα οποία συγκαταλέγονται μεταξύ πολλών άλλων και εξειδικεύονται εδώ από τον εισηγητή της υπόθεσης για τις ανάγκες της παρούσας δίκης) και ειδικότερα εκείνων του Πίνακα Α' με ΑΚΠ 54, 55, 101 και 105 σε 95 ευρώ ανά τ.μ.
εδάφους και εκείνων του Πίνακα Β' με ΑΚΠ 129, 154, 155, 156, 157, 160, 161, 174, 175 και 195 σε 22 ευρώ ανά τ.μ. εδάφους (βλ. σελ.69 και 70 πληττόμενης απόφασης). Έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, για έλλειψη σαφούς και πλήρους αιτιολογίας, περί των ως άνω ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον αφορούν την πλήρη αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων για την απαλλοτρίωση των ιδιοκτησιών τους και κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στη μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψης διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της πραγματικής αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, διαχωρίζει αυτά σε κατηγορίες, για εκάστη των οποίων καθορίζει διαφορετική τιμή μονάδας αποζημίωσης, χωρίς να εκθέτει στην προσβαλλόμενη απόφασή του πραγματικά περιστατικά, περί των κριτηρίων που έλαβε υπόψη για την εκτίμηση της πραγματικής αξίας των συγκεκριμένων ακινήτων κάθε κατηγορίας.
Επίσης, ενώ δέχεται ότι τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα είναι "αγροί" και "οικοπεδαγροί", που κείνται στις κτηματικές περιφέρειες του Δήμου Καρδίτσας και των αναφερομένων σ' αυτή (εφετειακή απόφαση) Δημοτικών Διαμερισμάτων, δεν αποσαφηνίζει την φύση, την θέση (σε σχέση προς τις κτηματικές περιφέρειες) και το είδος των ακινήτων, που δικαιολογεί την υπαγωγή τους σε κάθε κατηγορία και τον καθορισμό γι' αυτά διαφορετικής τιμής μονάδας αποζημίωσης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών λόγων, πρέπει α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς τους προαναφερόμενους οκτώ (8) αναιρεσίβλητους, ως προς τους οποίους μόνον ερευνάται, και μόνον όσον αφορά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης εδάφους των απαλλοτριωμένων ακινήτων τους και την συνδεομένη - καθόσον αφορά αυτούς και μόνον - με την όλη έκβαση της δίκης διάταξή της περί δικαστικών εξόδων και αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, β) να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.) και γ) να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο της διάταξης του άρθρου 22 § 1 του Ν. 3693/1957, η οποία (διάταξη) έχει αμφιμερή ισχύ, δηλαδή ισχύει και για τον αντίδικο του Δημοσίου, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Χωρίζει την υπόθεση ως προς τους εκ των αναιρεσιβλήτων :
Α.- Του Α' Πίνακα : 1) Δ. Π. του Γ. και της Α. (ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 54 και 55), 2) Ε. Π. του Β. και της Β. (ιδιοκτησία με ΑΚΠ 101) και 3) Ν. Κ. του Θ. και της Γ. (ιδιοκτησία με ΑΚΠ (105).
Β.- Του Β' Πίνακα :1) Κ. Π. του Χ. και της Τ. (ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 154, 155, 156 και 157), 2) Α. Λ. του Α. και της Α. (ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 160 και 161), 3) Π. σύζυγο Γ. Δ., το γένος Δ. και Α. Ζ. (ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 129, 174 και 175), 4) Α. σύζυγο Α. Τ., το γένος Δ. και Α. Ζ. (ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 174 και 175) και 5) Ε. σύζυγο Θ. Π., το γένος Χ. και Β. Τ. (ιδιοκτησία με ΑΚΠ 195).-
Χωρεί στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους προαναφερόμενους οκτώ (8) αναιρεσίβλητους και κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση αυτής ως προς πάντες τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.-
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 373/2004 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, μόνον καθόσον αφορά τους προαναφερόμενους οκτώ (8) αναιρεσίβλητους και μόνον κατά το κεφάλαιο αυτής περί καθορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης εδάφους των απαλλοτριωμένων ακινήτων τους και κατά την συνδεομένη - καθόσον αφορά αυτούς και μόνον - με την όλη έκβαση της δίκης διάταξή της περί δικαστικών εξόδων και αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.-
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.- Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου τα οποία ορίζει, μειωμένα, στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2013
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2013
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ