Legislator Case Law & Legislation
1492/2012 AI generated

1492/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1492/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Ο δικηγόρος, που παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια αντιμισθία, δικαιούται να απαιτήσει από τον εντολέα του τη μεγαλύτερη αντιμισθία, την οποία ο τελευταίος καταβάλει οικειοθελώς σε άλλους δικηγόρους, οι οποίοι δεν διαθέτουν περισσότερα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό τις ίδιες συνθήκες και δεν υπερέχουν ως προς την ποιοτική και ποσοτική απόδοση.

Legislator headnote

AI generated

1492/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου β) απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του κώδικος γενομένη θεωρείται ως αορίστου χρόνου.

Keywords

AI generated
water policy changed financial circumstances change of profession replacement of resources regime change change of category or service
AI generated
1490/2012
Ο δικηγόρος, που παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια αντιμισθία, δικαιούται να απαιτήσει από τον εντολέα του τη μεγαλύτερη αντιμισθία, την οποία ο τελευταίος καταβάλει οικειοθελώς σε άλλους δικηγόρους, οι οποίοι δεν διαθέτουν περισσότερα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό τις ίδιες συνθήκες και δεν υπερέχουν ως προς την ποιοτική και ποσοτική απόδοση.
1491/2012
Ο δικηγόρος, που παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια αντιμισθία, δικαιούται να απαιτήσει από τον εντολέα του τη μεγαλύτερη αντιμισθία, την οποία ο τελευταίος καταβάλει οικειοθελώς σε άλλους δικηγόρους, οι οποίοι δεν διαθέτουν περισσότερα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό τις ίδιες συνθήκες και δεν υπερέχουν ως προς την ποιοτική και ποσοτική απόδοση.
458/2010
Από τη διάταξη του αριθμόυ 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο από αυτήν προβλεπόμενοςλόγος αναριέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας συνιστάμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας αυτού του ίδιου, όχι όμως και όταν το πολυμελές πρωτοδικείο, που επιλαμβάνεται ε΄φεσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 18 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ειρηνοδικείο), που εξέδωσε την εκκληθείσα απόφαση, ήταν αρμόδιο καθ' ύλην. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που απορρέει τα άρθρα 288 Ακ, 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος και 119 της ΣυνθΕΟΚ, έχει εφαρμογή μόνον επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρεώσεως, οπότε η ανισότητα ελέγχεται βάσει του άρθρου 4 παρ. 1 σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ. 1 β' του Συντάγματος.
793/2011
Ο κατ’ άρθρο 560 αρ.3 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος κατά αποφάσεως πολυμελούς πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου πρέπει να αναφέρεται στην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου. Αναιρετικός λόγος που στηρίζεται σε ισχυρισμό μη προταθέντα νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας είναι απαράδεκτος. ΟΤΕ. Εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζόμενων κατά την ένταξη υπαλλήλων σε μισθολογικά κλιμάκια. Απορρίπτει την αίτηση.
475/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/7/1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2995/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6194/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/7/2004 αίτησή τους και τους από 2/10/2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 15/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου ζήτησαν την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1492 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Ο δικηγόρος, που παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια αντιμισθία, δικαιούται να απαιτήσει από τον εντολέα του τη μεγαλύτερη αντιμισθία, την οποία ο τελευταίος καταβάλει οικειοθελώς σε άλλους δικηγόρους, οι οποίοι δεν διαθέτουν περισσότερα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό τις ίδιες συνθήκες και δεν υπερέχουν ως προς την ποιοτική και ποσοτική απόδοση.

Αριθμός 1492/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εταιρία Ύδρευσης Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης ΑΕ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Δοξάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Α. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Ταρπινίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2007 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση του ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκε η 22570/2011 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-10-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 6-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 553 § 1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση". Εξάλλου, το άρθρο 321 του ίδιου κώδικα ορίζει ότι "όσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη και ότι η πρωτοβάθμια απόφαση γίνεται τελεσίδικη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ. διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση. Η τελεσιδικία πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση η από 21-10-2011, αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 22570/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Από α) την, επί της προσβαλλόμενης απόφασης, επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, προκύπτει, ότι αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 23-8-2011 και 2) το με αρ. 6291/2-12-2011 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει, ότι μέχρι την 1-12-2011, δεν είχε ασκηθεί έφεση κατά της παραπάνω απόφασης. Επομένως, εφόσον κατά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, (24-10-2011), η απόφαση αυτή είχε καταστεί τελεσίδικη, η αναίρεση είναι παραδεκτή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 ν.δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο:

α) η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου β) απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του κώδικος γενομένη θεωρείται ως αορίστου χρόνου.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 3075/2002 (ΦΕΚ 297A'/5-12-2002) παρασχέθηκε δικαίωμα στους δικηγόρους, που παρείχαν τις νομικές υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή σε δημόσιες επιχειρήσεις, που στο παρελθόν ήταν δημόσιες υπηρεσίες ή Ν.Π.Δ.Δ. κλπ. και που είχαν προσληφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του v. 2084/1992, να ζητήσουν με υπεύθυνη δήλωσή τους στην υπηρεσία τους και μέσα σε προθεσμία 6 μηνών από τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου να υπαχθούν στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται το τακτικό διοικητικό προσωπικό της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούν.

Με τις διατάξεις του ιδίου παραπάνω νόμου και ειδικά των παραγράφων 3 και 4 ορίστηκε το δικαίωμα αναγνώρισης ως συνταξίμου στο ασφαλιστικό -συνταξιοδοτικό καθεστώς των διοικητικών υπαλλήλων της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούσαν οι δικηγόροι, από της προσλήψεώς τους και μέχρι της έναρξης ισχύος του παραπάνω νόμου.

Η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, που αναλογούσαν στην αναγνώριση του παραπάνω χρόνου, θα καταβάλλονταν και από τον εργοδότη και από τον ασφαλιζόμενο δικηγόρο, σύμφωνα με τα εκάστοτε ποσοστά εισφορών του κλάδου σύνταξης, είτε εφάπαξ, μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης αναγνώρισης, είτε με δόσεις.

Εξάλλου, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (άρθρα 288 Α.Κ., 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος, 119 της ιδρυτικής Συνθ. ΕΟΚ), σε ενεργό σχέση εξαρτημένης εργασίας, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή μισθολογική ή άλλη εργασιακή παροχή, μονομερή ή συμβατική, προς ορισμένους εργαζομένους του, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους εργαζομένους του, ανεξαρτήτως του χρόνου προσλήψεώς τους και του ύψους του μισθού τους, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες, υπό την έννοια της οµοιότητος των συνθηκών απασχολήσεως και των προσόντων, εκτός αν εξαίρεση ή απόκλιση δικαιολογείται από επαρκή αντικειμενικό λόγο.

Η αρχή αυτή ανάγεται σε κανόνα δηµοσίας τάξεως, που παρέχει απ' ευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωµα να αξιώσει, µε αγωγή, από τον εργοδότη την οικειοθελή παροχή. Πρόκειται για αξίωση του ενάγοντος - εργαζομένου εκπληρώσεως της παροχής και όχι για αξίωση αποζημιώσεως. Έτσι, δεν απαιτείται πταίσµα του εναγομένου - εργοδότη και δεν τίθεται ζήτηµα αιτιώδους συνάφειας.

Την ύπαρξη ειδικού και σοβαρού λόγου, που να δικαιολογεί, αντικειμενικά, τη διαφορετική μεταχείριση, ο (εναγόμενος) εργοδότης πρέπει να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση και να αποδείξει. Μισθολογική παροχή είναι και η αύξηση του βασικού μισθού του εργαζομένου. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως είναι παροχή του εργοδότη οικειοθελής, ήτοι από πρωτοβουλία του, χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωσή του από διάταξη νόμου ή από όρο Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας ή Διαιτητικής Αποφάσεως ή από δικαστική απόφαση και να χορηγείται νομίμως, δεδομένου ότι η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελούς παροχής σε ορισμένους εργαζομένους, δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των εργαζομένων, στους οποίους δεν χορηγήθηκε, αφού η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην εργοδοτική παρανομία.

Με βάση την παραπάνω αρχή ο δικηγόρος, που παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια αντιμισθία, δικαιούται να απαιτήσει από τον εντολέα του τη μεγαλύτερη αντιμισθία, την οποία ο τελευταίος καταβάλλει οικειοθελώς σε άλλους δικηγόρους, οι οποίοι δεν διαθέτουν περισσότερα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό τις ίδιες συνθήκες και δεν υπερέχουν ως προς την ποιοτική και ποσοτική απόδοση.

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δεχόμενο ως εν μέρει βάσιμη στην ουσία της, τη θεμελιούμενη επί της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, αγωγή του αναιρεσίβλητου, που αξιώνει μισθολογικές διαφορές, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο ενάγων είναι δικηγόρος, διορισμένος στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης από το έτος 1970. Την 1η Νοεμβρίου του έτους 1983 προσλήφθηκε ως νομικός σύμβουλος με έμμισθη εντολή (πάγια αντιμισθία) στο τότε ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης (Ο.Υ.Θ.)" με την υπ' αριθμό 845/1-11-1983 πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, που δημοσιεύθηκε σε περίληψη στο 208/24-11-1983 ΦΕΚ τευχ.

Ν.Π.Δ.Δ. σε πλήρωση κενής οργανικής θέσεως προβλεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 13 του Π.δ. 97/1977. Στη συνέχεια ανέλαβε από την 12η Δεκεμβρίου 1983 και έκτοτε καθήκοντα μοναδικού νομικού συμβούλου στον παραπάνω Οργανισμό τα οποία εκτελούσε παράλληλα και με τα καθήκοντα του ελεύθερου επαγγελματία δικηγόρου.

Στη συνέχεια και με τις διατάξεις του π.δ. 156/1997 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 132A/25-6-1997 ο "Οργανισµός Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης" μετατράπηκε σε ανώνυµη εταιρία µε την επωνυµία "Οργανισµός Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης", η οποία µε τις διατάξεις του άρθρου 9 του εγκριθέντος καταστατικού της υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώµατα και υποχρεώσεις του ορχικού εντολέα του ενάγοντος, ως καθολική αυτού διάδοχος.

Η ως άνω εταιρία στη συνέχεια και µε τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 3998/1998, συγχωνεύτηκε µε την τότε ανώνυµη εταιρία µε την επωνυµία "Οργανισµός Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης" σε νέα ανώνυµη εταιρία µε την επωνυµία "Εταιρία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης (Ε.Υ.Α.Θ.)", η οποία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος των παραπάνω συγχωνευθεισών ανωνύµων εταιριών σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών.

Μετά την παραπάνω συγχώνευση ο ενάγων συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, όπως και πριν, διεκπεραιώνοντας όλες τις υποθέσεις που είχαν σχέση µε τον τοµέα ύδρευσης της εναγοµένης, και ειδικότερα με άσκηση αγωγών, παραστάσεις ενώπιον δικαστηρίων για απόκρουση αγωγών τρίτων εναντίον της εναγοµένης, µε γνωμοδοτήσεις κ.λπ.

Μέχρι τη µετατροπή του Οργανισµού Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης οι εκάστοτε µηνιαίες αποδοχές του για την παροχή των υπηρεσιών του σ' αυτόν ρυθµίζονταν µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 92Α του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 326/1954), όπως αυτές συμπληρώθηκαν µε τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 1093/1980. Συγκεκριμένα ανέρχονταν στις αποδοχές ύψους πρώτου μισθολογικού κλιμακίου του ενιαίου µισθολογίου δηµοσίων υπαλλήλων, προσαυξανόμενες µε όλα τα επιδόµατα που καταβάλλονταν στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, σύµφωνα µε τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις του σχετικού προβλεπομένου επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογιζοµένου µε βάση το συνολικό χρόνο ασκήσεως του δικηγορικού του λειτουργήματος.

Μετά όµως τη µετατροπή του Οργανισµού σε ανώvυµη εταιρία, συνέπεια της οποίας ήταν και ο καθορισµός πλέον των αποδοχών των τακτικών υπαλλήλων µε συλλογικές συµβάσεις εργασίας, οι αποδοχές για την παροχή των υπηρεσιών του προσδιορίζονταν µε αποφάσεις του Διοικητικού Συµβουλίου της εταιρίας. Οι µικτές κατά µήνα αποδοχές του ενάγοντος γι' αυτή την παροχή υπηρεσιών είναι σήµερα 2.263,61 ευρώ και οι καθαρές 2.000,00 ευρώ κατά µήνα, καθορίστηκαν δε το έτος 2003, µε τη µε αριθµό 135/18-3-2003 απόφαση του Δ.Σ.

της εναγόμενης εταιρίας. Στις αρχές του έτους 2002, µε την υπ' αριθ. 469/2002 απόφαση του Δ.Σ. της εναγοµένης, στη θέση του εκλιπόντος προϊσταμένου του δικαστικού γραφείου της Β. - Π. Β., τοποθετήθηκε ο συνάδελφος του ενάγοντος Ν. Σ., στον οποίο ανατέθηκαν και καθήκοντα προϊσταμένου του δικαστικού τµήµατος της εναγόμενης, µε την µε αριθµό 67/2006 απόφαση του Δ.Σ. (μισθολογική προαγωγή).

Με την ανωτέρω απόφαση οι αποδοχές του ενάγοντος καθορίστηκαν, µετά την αφαίρεση των παντός είδους κρατήσεων, στο ποσό των 2.000,00 ευρώ καθαρών κατά μήνα και µικτών στο ποσό των 2.263,61 ευρώ κατά μήνα, των δε άλλων δύο συναδέλφων του και συγκεκριµένα του Δ. Β. και Ν. Σ., και µετά την αφαίρεση των παντός είδους κρατήσεων, στο ποσό των 1.800,00 ευρώ καθαρών κατά μήνα, και µικτών των 2.037,24 ευρώ.

Με την ίδια απόφαση, οι αποδοχές του Ν. Σ. αυξήθηκαν από την 1-1-2006 και έκτοτε, από το ποσό των 28.521,36 ευρώ που ανέρχονταν ετησίως, µε συνυπολογισµό και των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας (2.037,24 χ 14 = 28.521,36), στο ποσό των 49.104,00 ευρώ ήτοι σε ποσό µικτών κατά µήνα αποδοχών, µε συνυπολογισµό και των δώρων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας, 3.507,42 (49.104,00 : 14 = 3.507,42).

Αυξήθηκαν έτσι οι αποδοχές του προϊσταμένου κατά ποσοστό 72,16%, ενώ αυτές του ενάγοντος παρέµειναν αμετάβλητες. Κατά το χρόνο της αναπροσαρμογής των αποδοχών του ενάγοντος, µε την µε αριθµό 135/18-3-2003 απόφαση του Δ.Σ. της εναγόμενης, ο Ν. Σ. εκτελούσε τυπικά χρέη προϊσταμένου της νοµικής υπηρεσίας (βλ. και την από 21-2-2006 εισήγηση οργάνου της εναγόμενης, ενόψει της αναπροσαρμογής των αποδοχών αυτού που επακολούθησε µε την µε αριθµό 67/2006 απόφαση του Δ.Σ.

της εναγόμενης, στην οποία εισήγηση αναφέρεται ότι θα πρέπει να αναπροσαρμοστούν οι αποδοχές του εκτελούντος ήδη χρέη προϊσταμένου της νοµικής υπηρεσίας Ν. Σ. οι οποίες αποδοχές αυτού κατά τον χρόνο αυτό παρότι τυπικά φέρονταν προϊστάμενος νοµικής υπηρεσίας ήταν χαμηλότερες αυτών του ενάγοντος). Η τοποθέτηση του ανωτέρω συναδέλφου του ενάγοντος στη θέση του προϊσταμένου δεν διαφοροποίησε ουσιαστικά την προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος έναντι της εναγόμενης, αφού εξακολούθησε να χειρίζεται τις υποθέσεις της εναγόμενης που είχαν σχέση µε τον τοµέα της ύδρευσης, αλλά και µε τους εργαζόμενους στον τοµέα ύδρευσης που προέρχονταν από τον προς της συγχωνεύσεως Οργανισµό Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης ενώ οι συνάδελφοί του Ν.

Σ. και Δ. Β. χειρίζονταν όλες τις υποθέσεις που είχαν σχέση µε τον τοµέα αποχέτευσης και τους εργαζόμενους στον τοµέα αυτό, που προέρχονταν οπό τον Οργανισµό Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης και των οποίων υποθέσεων ο αριθµός ήταν πολύ µικρότερος του αριθµού των χειριζόμενων από τον ενάγοντα υποθέσεων. Ο προϊστάμενος δεν είχε εποπτεία των χειριζόμενων από τον ενάγοντα υποθέσεων, ο τελευταίος δεν έδινε καµία αναφορά αναφορικά µε τον τρόπο χειρισµού τους, ο προϊστάμενος δεν συντόνιζε, δεν έδινε οδηγίες, ούτε ασκούσε οποιοδήποτε έλεγχο.

Αποδείχθηκε συνεπώς ότι ο προαναφερόμενος συνάδελφος του ενάγοντος έλαβε μισθολογική προαγωγή, η οποία ουδόλως συνδέεται µε υπέρτερη ουσιαστική αυτού αξία, λαμβανομένου υπόψιν του όγκου των εργασιών που εκτελούσε ο ενάγων εις βάρος του προσώπου του οποίου παραβιάσθηκε η αρχή της ίσης µεταχείρισης, καθώς εργάζονταν κάτω από τις ίδιες και ακόµη δυσκολότερες συνθήκες, ενώ επιπλέον έχει πολύ μεγαλύτερη προϋπηρεσία, καθώς παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγοµένη από την 12-12-1983, ενώ ο συγκρινόμενος από αρχές του έτους 2003.

Το γεγονός δε ότι αυτός είναι τοποθετημένος στη θέση του προϊσταμένου, δεν διαφοροποιεί ουσιαστικά τη θέση και την κατηγορία εργασίας τους διότι, η θέση του έχει µόνο τυπικό και όχι ουσιαστικό αντίκρισµα, ενώ το είδος της εργασίας παραµένει το ίδιο. Εποµένως η εναγοµένη, υποχρεούται να αναπροσαρμόσει τις καταβαλλόμενες στον ενάγοντα αποδοχές από την 1η Ιανουαρίου 2006, προσαυξάνοντας αυτές κατά το ίδιο ποσοστό 72,16%, που προσαύξησε τις μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2005 στο συγκεκριμένο συνάδελφο του, κατά ποσοστό 72,16%.

Με βάση την προσαύξηση αυτή οι ετήσιες µικτές αποδοχές που ο ενάγων δικαιούται, ανέρχονται στο ποσό των 54.558,43 ευρώ και κατά µήνα στο ποσό των 3.897,03 ευρώ. Έναντι των παραπάνω ο ενάγων έλαβε για το έτος 2006 και για το έτος 2007 µικτές ετήσιες αποδοχές, συµπεριλαµβανοµένων και των δώρων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας, ποσού 31.690,54 για κάθε έτος, και κατά µήνα αποδοχές ποσού 2.263,61 ευρώ, ποσό 2.263,61 ευρώ για δώρο εορτών Χριστουγέννων έτους 2006 και ίδιο ποσό για δώρο εορτών Χριστουγέννων έτους 2007, ποσό1.131,80 ευρώ για δώρο Πάσχα έτους 2006, και ίδιο ποσό για δώρο Πάσχα έτους 2007, και ποσό 1.131,80 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2006 και ίδιο ποσό 1.131,80 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2007, ήτοι έλαβε για τα παραπάνω δύο έτη αποδοχές μικρότερες κατά ποσό 22.867,89 ευρώ κατ' έτος, και για τα δύο έτη κατά ποσό 45.735,78 ευρώ και κατά μήνα μικρότερες μικτές αποδοχές κατά ποσό 1.633,42 ευρώ κατά τα δύο παραπάνω έτη, για δώρο εορτών Χριστουγέννων μικρότερες μικτές αποδοχές κατά ποσό 1.633,42 ευρώ για κάθε ένα από τα δύο παραπάνω έτη, για δώρο εορτών Πάσχα για κάθε ένα από τα δύο παραπάνω έτη μικρότερες μικτές αποδοχές κατά ποσό 816,71 ευρώ και μικρότερες μικτές αποδοχές για επίδομα αδείας για κάθε ένα από τα ίδια παραπάνω έτη κατά ποσό 816,71 ευρώ.

Δικαιούται συνεπώς τη διαφορά ποσού 45.735,78 ευρώ, νομιμότοκα επί του εκάστου επιμέρους ποσού οφειλομένων μηνιαίων διαφορών αποδοχών και διαφορών οφειλομένων δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας, από του χρόνου που το κάθε επί μέρους από αυτά ποσό κατέστη απαιτητό. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η αναπροσαρμογή των αποδοχών κατά το έτος 2006, μόνο για το συνάδελφό του Ν.

Σ. έλαβε χώρα προκειμένου να εξισωθούν οι αποδοχές εκείνου με του ενάγοντος, λόγω των καταβαλλομένων από αυτήν ασφαλιστικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος, όπως και η εκ μέρους της προβληθείσα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, για τους ακόλουθους λόγους: Με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν.3075/2002 (ΦΕΚ 297A'/5-12-2002) παρασχέθηκε δικαίωμα στους δικηγόρους, που παρείχαν τις νομικές υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή σε δημόσιες επιχειρήσεις, που στο παρελθόν ήταν δημόσιες υπηρεσίες ή Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ. και που είχαν προσληφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του v. 2084/1992, να ζητήσουν με υπεύθυνη δήλωσή τους στην υπηρεσία τους και μέσα σε προθεσμία 6 μηνών από τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου να υπαχθούν στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται το τακτικό διοικητικό προσωπικό της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούν.

Με τις διατάξεις του ιδίου παραπάνω νόμου και ειδικά των παραγράφων 3 και 4 ορίστηκε το δικαίωμα αναγνώρισης ως συνταξίμου στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς των διοικητικών υπαλλήλων της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούσαν οι δικηγόροι, από της προσλήψεώς τους και μέχρι της έναρξης ισχύος του παραπάνω νόμου.

Η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, που αναλογούσαν στην αναγνώριση του παραπάνω χρόνου, θα καταβάλλονταν και από τον εργοδότη και από τον ασφαλιζόμενο δικηγόρο, σύμφωνα με τα εκάστοτε ποσοστά εισφορών του κλάδου σύνταξης, είτε εφάπαξ μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης αναγνώρισης, είτε με δόσεις.

Σε εφαρμογή των διατάξεων του παραπάνω νόμου ο ενάγων δήλωσε με την από 4/2/2003 υπεύθυνη δήλωσή του προς την εναγόμενη ότι επιθυμεί να υπαχθεί στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς των διοικητικών υπαλλήλων αυτής. Σε αποδοχή της παραπάνω υπεύθυνης δηλώσεως αλλά και σε εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3075/2002, η Διευθύντρια Διοικητικού της εναγόμενης με την με αριθμό 1010/28-1- 2005 απόφασή της αποφασίζει την καταβολή στο ΙΚΑ των ασφαλιστικών εισφορών για την αναγνώριση της απασχολήσεως του ενάγοντος σε αυτήν από την 12-12-1983, που ανέρχονταν για την εναγόμενη στο ποσό των 81.690,79 ευρώ και για τον ενάγοντα στο ποσό των 21.510,24 ευρώ, όπως επίσης και την απόδοση των ασφαλιστικών εισφορών που βάρυναν αμφοτέρους με την παρακράτηση από τις αποδοχές του ενάγοντος, του ποσού των 448,13 ευρώ ανά μήνα, με έναρξη καταβολής την 1-3-2005.

Τα χρήματα που κατέβαλε η εναγομένη για λογαριασμό του ενάγοντος και για ασφαλιστικές εισφορές του, ανερχόμενα για τους 10 μήνες του έτους 2005 σε ποσό 24.733,63, για το έτος 2006 σε ποσό 28.727,96, για το έτος 2007 σε ποσό 29.173,68, για το έτος 2008 ποσό 29.664,37 αφορούν στην υποχρέωσή της σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του ν. 3075/2002 να καταβάλει τις βαρύνουσες αυτήν ασφαλιστικές εισφορές για αναγνώριση της απασχολήσεώς του σε αυτήν από την 12-12-1983 και μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, όπως επίσης και την υποχρέωση αυτής καταβολής των κατά μήνα βαρυνουσών αυτήν ασφαλιστικών εισφορών για την ασφάλισή του µετά την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόµου, όπως επίσης και το ποσό που παρακρατούσε από τις αποδοχές του για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών που βάρυναν τον ενάγοντα.

Η επιβάρυνση αυτή της εναγόμενης, εκτός της καταβολής των τακτικών ασφαλιστικών κατά µήνα εισφορών από την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόµου, ήταν προσωρινή και µόνο για 48 µήνες από την 1-3-2005 και έκτοτε. Η καταβολή επίσης από την εναγόμενη όχι µόνο για τον ενάγοντα αλλά για όλους τους νοµικούς της συμβούλους των 2/3 των ασφαλιστικών εισφορών που βάρυναν τον ενάγοντα για το Ταµείο Νοµικών, για το ΚΕΑΔ και για το τότε Ταµείο Προνοίας Δικηγόρων Θεσσαλονίκης ήταν νοµική υποχρέωση της.

Το ύψος των καταβαλλομένων εισφορών ήταν για µεν το Ταµείο Προνοίας Δικηγόρων Θεσσαλονίκης ποσό κατ' έτος 1.100,00 ευρώ περίπου, για δε το Ταµείο Νοµικών και το ΚΕΑΔ ποσό 2.500,00 ευρώ περίπου το έτος. Τα ποσά άλλωστε που κατέβαλε η εναγόμενη για τακτικές αποδοχές του αλλά και για μεταβάσεις του στην Αθήνα κατά τον εκάστοτε χειρισµό υποθέσεων αυτής ενώπιον του ΑΠ και του ΣτΕ ανήλθαν για το έτος 2005 σε ποσό 28.360,19 ευρώ, για το έτος 2006 σε ποσό 26.360,80 ευρώ και για το έτος 2008 σε ποσό 25.063,20.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο, έκρινε ότι τίθεται θέμα μη νομίμου εξαιρέσεως του αναιρεσείοντος από τις αιτούμενες διαφορές, αφού υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και παραβιάζονται οι επικαλούμενες διατάξεις, διότι υπάρχει άνιση μεταχείριση και στη συνέχεια επιδίκασε το ποσό, που προαναφέρθηκε.

Με την κρίση του αυτή 1) δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ.1β του Συντάγματος, 288 Α.Κ., 119 εδ. α' και 141 της ιδρυτικής συνθήκης της Ε.Ο.Κ. και 9 του ν. 3075/2002 και 2) διέλαβε στην απόφαση του, επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων.

Επομένως, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, ενιαίως κρινόμενοι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ειδικά, ως προς την επικαλούμενη, με τους ίδιους λόγους πλημμέλεια, της παραβίασης διδαγμάτων κοινής πείρας, σχετικά με την υπαγωγή στους παραπάνω κανόνες των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι με την κρίση του Δικαστηρίου, ότι "το γεγονός δε ότι αυτός είναι τοποθετημένος στη θέση του προϊσταμένου, δεν διαφοροποιεί ουσιαστικά τη θέση και την κατηγορία εργασίας τους, διότι η θέση του έχει µόνο τυπικό και όχι ουσιαστικό αντίκρισµα, ενώ το είδος της εργασίας παραµένει το ίδιο", δεν παραβιάστηκε δίδαγμα της κοινής πείρας.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 21-10-2011 αίτηση της αναιρεσείουσας για την αναίρεση της 22570/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ