Legislator Case Law & Legislation
1492/2010 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against labor contract duration ruling, remanding specific claims for retrial.

Case Number 1492/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a first-instance judgment regarding labor contract terms. The appellants argued the lower court erred in recognizing indefinite-term contracts and awarding back pay for claims not explicitly requested in the original lawsuit. The court rejected arguments on jurisdiction and silent renewal but found merit in the claim that the judgment exceeded the scope of the original complaint.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(4), 559(1)(9), 580(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the judgment exceeds the scope of the original claim, and such excess must be remedied by remanding the case for retrial on the specific excess.

Keywords

AI generated
scope of original claim excess of jurisdiction labor contract duration indefinite term employment remand for retrial Code of Civil Procedure scope of litigation

Cited Legislation

AI generated
Article 564(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Articles 294, 296 and 297 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(4) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(9) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1(1) and (2) of Law 496/1974

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1492 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1492/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας Πανεπιστημίου Κρήτης - ΕΛΚΕ ΠΚ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αγγελή Ζουρίδη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παραιτείται από το δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως όσον αφορά στον υπ' αριθμ. 3β λόγο αυτής.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ψ1 και 2) Ψ2, κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Φουρφουλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης.

Εκδόθηκε η 1/2274/ΜΕΙ/211/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-4-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 8-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 564 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ., αν επιδόθηκε η απόφαση η προθεσμία της αναιρέσεως γ' αυτούς που διαμένουν στην Ελλάδα, είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επομένη της επιδόσεως. Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη. Αν πρόκειται για αναίρεση κατ' αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την επίδοση τρέχουν διαδοχικά οι προθεσμίες εφέσεως και αναιρέσεως, ανεξάρτητα αν η απόφαση εκδόθηκε κατ' αντιμωλία ή ερήμην.

Συνεπώς, η προθεσμία της αναιρέσεως αρχίζει μετά την πάροδο της προθεσμίας της εφέσεως, η οποία γι' αυτούς που διαμένουν στην Ελλάδα, είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει επίσης από την επίδοση της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, η πληττόμενη με την αναίρεση υπ' αριθ. 1/2274/ΜΕΙ/211/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, επιδόθηκε στο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο, όπως προκύπτει από την επί του προσκομιζομένου αντιγράφου αυτής επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ρεθύμνης ..., στις 26-2-2007 και η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 27-4-2007, ήτοι εμπροθέσμως, μετά την παρέλευση της προθεσμίας της εφέσεως.

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει, ότι παραίτηση ολική ή μερική, από το δικόγραφο της αναιρέσεως, μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση. Η δήλωση αυτή, εφόσον καταχωρισθεί στα πρακτικά, επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης.

Συνεπώς, η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, που έγινε πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης, με καταχωρισμένη στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, είναι σύννομη και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης αλλά μόνον ως προς τον αναιρετικό αυτό λόγο, και έτσι θεωρείται, ότι δεν ασκήθηκαν (άρθρα 295 παρ. 1 και 299 Κ.Πολ.Δ).

Το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11-6-1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του Κ.Πολ.Δ.

οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί από το νόμο δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής.

Αντιθέτως υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων όταν η διαφορά πηγάζει από σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993). Τέτοια δε διαφορά είναι και αυτή που πηγάζει από σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγουσες, επικαλούμενες την κατάρτιση μεταξύ αυτών και του πρώτου των εναγομένων ν.π.δ.δ.

διαδοχικές συμβάσεις έργου, υποκρύπτουσες όμως μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι η έννομη σχέση που τις συνδέει με το πρώτο των εναγομένων είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί τούτο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και να υποχρεωθούν αμφότεροι οι εναγόμενοι να καταβάλουν σε κάθε μία από αυτές τα εκτιθέμενα ποσά για δεδουλευμένες αποδοχές.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η εν λόγω αγωγή, με την οποία προβάλλονται δικαιώματα που πηγάζουν από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπάγεται, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η ένδικη διαφορά υπαγόταν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια της παραβιάσεως του ως άνω άρθρου διότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναγνώρισε ότι οι ένδικες συμβάσεις αποτελούσαν για κάθε ενάγουσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρέωσε το αναιρεσείον να αποδέχεται τις υπηρεσίες αυτών ως υπαλλήλων καθώς και να τους καταβάλει αντιστοίχως τα ποσά των 6.320 και 5288.58 ευρώ, χωρίς τα εν λόγω αιτήματα να περιλαμβάνονται στην αγωγή.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγουσες ζήτησαν μεν τα ανωτέρω πλην όμως το πρώτο και το δεύτερο κατά σειρά (αιτήματα) μόνο έναντι του πρώτου των εναγομένων ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Πανεπιστήμιο Κρήτης", όχι δε και έναντι του αναιρεσείοντος. Το τρίτο αίτημα αφορούσε και το αναιρεσείον.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος κατά το μέρος που αναφέρεται στο πρώτο και το δεύτερο κατά σειρά αιτήματα της αγωγής και πρέπει να γίνει δεκτός.

Ο τέταρτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αιτίαση ότι με το να δεχθεί ότι οι ένδικες συμβάσεις αν και είχαν λήξει εξακολούθησαν υφιστάμενες και μάλιστα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 ν.δ. 496/74, με τις οποίες απαγορεύεται η σιωπηρή ανανέωση των συμβάσεων εργασίας μετά τη λήξη τους, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι η προσβαλλόμενη, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν δέχτηκε σιωπηρή ανανέωση των εν λόγω συμβάσεων, αλλά ότι αυτές, ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, εξακολούθησαν υφιστάμενες και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα που αφορούσαν οι αιτούμενες δεδουλευμένες αποδοχές των εναγουσών. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχτηκε τα ως άνω αιτήματα κατά του αναιτρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ότι η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως δεν ασκήθηκε ως προς τον περιεχόμενο σ' αυτήν δεύτερο λόγο αναιρέσεως.

Αναιρεί την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1/2274/ΜΕΙ/211/2007 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια (1000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ