Legislator Case Law & Legislation
1492/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank ruling on capital movement freedom under EU Directive 92/79/EEC.

Case Number 1492/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by the Bank of Greece against a lower court decision regarding capital movements. The Court found that the lower court incorrectly applied EU law by failing to recognize that certain short-term bond investments fall under the capital movement freedom category of Directive 92/79/EEC. Consequently, the Court ruled that the lower court's reliance on domestic restrictions violated the directive's provisions and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 234(1) and 3 EC Treaty; Directive 92/79/EEC: The Court of Justice must be consulted when a national court determines that a restriction on capital movements violates the freedom of capital movement established by Article 2 of the Directive, specifically when investments qualify as capital movements under the exemption categories regardless of their short-term nature.

Keywords

AI generated
freedom of capital movement Directive 92/79/EEC short-term bond investments Bank of Greece appeal EC Treaty Article 234 national law vs EU law capital movement restrictions

Cited Legislation

AI generated
Article 234(1) and 3 EC Treaty
Article 2 of Directive 92/79/EEC
Article 4 of Annex I, Category VI of the Directive
Article 4 of Annex I, Category IX of the Directive
Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1492 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1492/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Δημήτριο Πατινίδη - Εισηγητή και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ηλία Σουφλερό και Θεόδωρο Κοντοβαζαινίτη.

Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "BANQUE ARTESIA" και διακριτικό τίτλο "ARTESIA", πρώην "BANQUE DE PARIS ET DES PAYS-BAS" και διακριτικό τίτλο "PARIBA", που εδρεύει στις Βρυξέλλες Βελγίου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ελένη Παπακωνσταντίνου και Γεώργιο Στεφανάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28.4.1987 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6662/1988, πράξη, 4818/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6497/1996 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως και εκδόθηκε η 1111/1999 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Τακτική Ολομέλεια, η οποία με την 10/2000 απόφασή της αναίρεσε την 6497/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η 4172/2001 απόφαση του ως άνω Εφετείου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 4.12.2001 αίτησή της. Επ' αυτής εκδόθηκε η 503/2003 απόφαση του Α' Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως, προκειμένου να απαντηθεί συγκεκριμένο ερώτημα προς το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 11.11.2005 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 4.12.2002 έκθεση του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου Σπυρίδωνος Γκιάφη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. ΜΕ την προλαβούσα 503/2003 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, αφού απορρίφθηκαν οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος ως αβάσιμοι, κρίθηκε, για την εκτίμηση της βασιμότητας του πρώτου λόγου, ότι είναι αναγκαίο, σύμφωνα με το άρθρο 234 παρ. 1 και 3 Συνθ. ΕΟΚ (πρώην άρθρο 177), να απευθυνθεί στο Δ.Ε.Κ.

και να υποβάλλει προς αυτό τα ως κατωτέρω προδικαστικά ερωτήματα αναβάλλοντας την έκδοση της οριστικής του αποφάσεως επί της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και της συναφούς αιτήσεως της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως κατάσταση. 'Ηδη, με την από 11.11.2005 κλήση της αναιρεσίβλητης Bank Artesia, φέρεται προς συζήτηση η υπόθεση, μετά την έκδοση της από 27.10.2005 C-329/03 αποφάσεως του Δ.Ε.Κ., με την οποία αυτό απαφάνθηκε επί των τεθέντων ερωτημάτων.

Ειδικότερα το Δ.Ε.Κ. ερωτήθηκε σε σχέση με τη διάταξη του αφορώντος το άρθρο 4 της πρώτης οδηγίας του Συμβουλίου της ΕΟΚ (921/60) καταλόγου Δ και της κατηγορίας της ονοματολογίας VI, που προβλέπει "Βραχυπρόθεσμες επενδύσεις σε γραμμάτια του Δημοσίου και σε άλλους τίτλους που κανονικά είναι διαπραγματεύσιμοι στη χρηματαγορά, όπως η διάταξη αυτή έχει και κατά το πνεύμα της και τον επιδιωκόμενο από αυτή σκοπό ή ερμηνεύεται δυνάμει του τυχόν υφιστάμενου στις διεθνείς συναλλαγές διδάγματος της κοινής πείρας, ότι τίτλοι, όπως οι επίμαχες ετήσιας διάρκειας ομολογίες ΕΤΒΑ, αποτελούν βραχυπρόθεσμες επενδύσεις, υπάγονται στη ρύθμιση αυτής της διατάξεως, α) ομολογίες εκδόσεως τραπεζικής ανώνυμης εταιρίας, που ανήκει, κατά τις μετοχές της, στο Δημόσιο, με διάρκεια ενός έτους από την έκδοσή τους, που είναι διαπραγματεύσιμες σε χρηματιστήριο, όπου και έχουν εισαχθεί, ή β) ομολογίες εκδόσεως τραπεζικής ανώνυμης εταιρίας με διάρκεια ενός έτους από την έκδοσή τους, που είναι διαπραγματεύσιμες σε χρηματιστήριο, όπου και έχουν εισαχθεί.

Επίσης τέθηκε το ερώτημα, σε σχέση με τη διάταξη του αφορώντος το άρθρο 4 της ίδιας ως άνω οδηγίας καταλόγου Δ και της κατηγορίας της ονοματολογίας ΙΧ που προβλέπει "'Ανοιγμα και τροφοδότηση τρεχούμενων λογαριασμών και λογαριασμών καταθέσεων, επαναπατρισμός ή χρησιμοποίηση των στοιχείων ενεργητικού υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού ή λογαριασμού καταθέσεως σε πιστωτικούς οργανισμούς" όπως η διάταξη αυτή έχει και κατά το πνεύμα της και τον επιδιωκόμενο από αυτή σκοπό υπάγεται στη ρύθμιση αυτής της διατάξεως η χρησιμοποίηση σε τράπεζα, ως πιστωτικό οργανισμό, στοιχείων του ενεργητικού κάποιου λογαριασμού καταθέσεων, ο οποίος λογαριασμός τροφοδοτείται όπως προβλέπει η στην παρούσα απόφαση αναφερόμενη 1097/1959 Α.Ν.Ε (με το προϊόν εισαγομένου ξένου συναλλάγματος κλπ) και αφορά καταθέσεις εκπεφρασμένες σε εγχώριο νόμισμα, μετατρέψιμο σε ξένο συνάλλαγμα".

ΙΙ. Για την εφαρμογή του άρθρου 67 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της ΕΟΚ, το οποίο προβλέπει, την προοδευτική ελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίων μεταξύ των κρατών μελών, το Συμβούλιο της ΕΟΚ εξέδωσε την από 11.5.1960 πρώτη οδηγία (921/60). Αυτή περιέχει 10 άρθρα, καθώς επίσης, ως αναπόσπαστα μέρη εκείνων (άρθρ. 10), παράρτημα Ι, που περιέχει τους καταλόγους Α, Β, Γ και Δ, ως αναφερόμενους στα άρθρα 1, 2, 3 κα, 4, αντιστοίχως, οι οποίοι και παραπέμπουν σε κατηγορίες της ονοματολογίας του παραρτήματος II, καθώς, ακριβώς, και αυτό το παράρτημα, που περιέχει ονοματολογία των κινήσεων κεφαλαίων. Από τα άρθρα 1 παρ. 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 4 συνάγεται ότι τα κράτη μέλη χορηγούν υποχρεωτικά κάθε έγκριση συναλλάγματος που απαιτείται για τη σύναψη ή την εκτέλεση των συναλλαγών και για τις μεταφορές συναλλάγματος μεταξύ κατοίκων των κρατών μελών, οι οποίες συνδέονται με τις κινήσεις κεφαλαίων που αριθμούνται στους καταλόγους Α, Β και, κατ' αρχήν, Γ, ενώ τέτοια υποχρέωση χορηγήσεως εγκρίσεως δεν θεσπίζεται για τις αντίστοιχες κινήσεις κεφαλαίων που αριθμούνται στον κατάλογο Δ. Στον κατάλογο Β περ. α αναφέρεται "Πράξεις επί τίτλων : Απόκτηση από μη κατοίκους εθνικών τίτλων που είναι διαπραγματεύσιμοι σε χρηματιστήριο (εξαιρουμένων των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων) και επαναπατρισμός του προϊόντος της ρευστοποιήσεώς τους" και γίνεται παραπομπή στην κατηγορία IV Α του παρατήματος

ΙΙ και σ' αυτή αναφέρεται "Απόκτηση ομολογιών, εκπεφρασμένων σε εθνικό νόμισμα (ή) εκπεφρασμένων σε ξένο νόμισμα, επαναπατρισμός του προϊόντος της ρευστοποιήσεως των ομολογιών". Στο ίδιο δε παράρτημα

ΙΙ, με υπότιτλο "επεξηγηματικές σημειώσεις", αναφέρεται "Ομολογίες (στην κατηγορία IV της ονοματολογίας): Οι ομολογίες που εκδίδονται τόσο από ιδιωτικούς όσο και από δημόσιους οργανισμούς". Στον κατάλογο Δ περ. α αναφέρεται "Βραχυπρόθεσμες επενδύσεις σε γραμμάτια Δημοσίου και σε άλλους τίτλους που κανονικά είναι διαπραγματεύσιμοι στη χρηματαγορά" και γίνεται παραπομπή στην κατηγορία VI του παραρτήματος

ΙΙ και σ' αυτή αναφέρεται "Βραχυπρόθεσμες επενδύσεις από μη κατοίκους και επαναπατρισμός του προϊόντος της ρευστοποιήσεως αυτών". Στον ίδιο δε κατάλογο περ. δ αναφέρεται "Χορήγηση και εξόφληση δανείων και πιστώσεων μη συνδεδεμένων με εμπορικές συναλλαγές βραχυπρόθεσμων" και γίνεται παραπομπή στην κατηγορία VIII Α Ι του παραρτήματος

ΙΙ και σ' αυτή αναφέρεται "Δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται από μη κατοίκους προς κατοίκους βραχυπρόθεσμες (λιγότερο από ένα έτος)". Στον ίδιο κατάλογο περ. β αναφέρεται "'Ανοιγμα και τροφοδότηση τρεχούμενων λογαριασμών και λογαριασμών καταθέσεων, επαναπατρισμός ή χρησιμοποίηση των στοιχείων ενεργητικού υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού καταθέσεως σε πιστωτικούς οργανισμούς" και γίνεται παραπομπή στην κατηγορία IX του παραρτήματος

ΙΙ και σ' αυτή αναφέρεται "Από μη κατοίκους σε εθνικούς πιστωτικούς οργανισμούς: Λογαριασμοί και στοιχεία ενεργητικού εκπεφρασμένοι σε εθνικό νόμισμα, λογαριασμοί και στοιχεία ενεργητικού εκπεφρασμένοι σε ξένο νόμισμα από φυσικά πρόσωπα, από νομικά πρόσωπα (εκτός από τους χρηματοδοτικούς οργανισμούς), από χρηματοδοτικούς οργανισμούς".

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 συνάγεται ότι οι λοιπές διατάξεις της οδηγίας δεν περιορίζουν το δικαίωμα των κρατών μελών να εξακριβώνουν τη φύση και την αυθεντικότητα των συναλλαγών ή των μεταφορών συναλλάγματος ή να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα, προκειμένου να εμποδίσουν τις παραβάσεις των νόμων και των εν γένει ρυθμίσεων τους, αλλά και ότι δεν επιτρέπεται υπό το πρόσχημα ασκήσεως του προαναφερόμενου δικαιώματος να ανατρέπονται οι προμνημονευόμενες λοιπές διατάξεις της οδηγίας.

Στη συνέχεια το ίδιο Συμβούλιο εξέδωσε την από 18.12.1963 δεύτερη οδηγία (62/63), με την οποία τροποποίησε διατάξεις της πρώτης οδηγίας, στις οποίες όμως δεν περιέχονται οι προεκτιθέμενες. Επίσης το ίδιο Συμβούλιο εξέδωσε την 86/566 οδηγία της 17.11.1986, που, όπως σ' αυτήν αναφέρεται, απευθυνόταν στα κράτη μέλη. καλούμενα να θέσουν σε ισχύ τα αναγκαία μέτρα προς συμμόρφωση τους με αυτήν το αργότερο στις 28.2.1987, και που δημοσιεύθηκε στην Ε.Ε.Ε.Κ.

στις 26.11.1986 και άρχισε να ισχύει από την μεταγενέστερη της ως άνω δημοσιεύσεως κοινοποίησή της στα κράτη μέλη (L.332σ.0022), με αυτή δε την οδηγία τροποποιήθηκαν διατάξεις της πρώτης οδηγίας, όπως εκείνη των επεξηγηματικών σημειώσεων, έτσι ώστε σ' αυτές να αναφέρεται "Ομολογίες: μεταβιβάσιμοι τίτλοι διάρκειας δύο και πλέον ετών από την έκδοση, των οποίων το επιτόκιο καθώς και οι λεπτομέρειες εξοφλήσεως του κεφαλαίου και καταβολής των τόκων καθορίζονται κατά την έκδοση.

Οι αναφερόμενες στην κατηγορία IV της ονοματολογίας είναι οι ομολογίες που εκδίδουν τόσο οι ιδιωτικοί όσο και οι δημόσιοι οργανισμοί". Ωσαύτως το ίδιο Συμβούλιο εξέδωσε την 88/361 οδηγία της 24.6.1988, με την οποία έως μεν τις 30.6.1990 τροποποίησε τις διατάξεις της πρώτης οδηγίας, από δε την 1.7.1990 κατάργησε την εν λόγω οδηγία, εμμένοντας μάλιστα και στις δύο περιπτώσεις στην προαναφερόμενη επεξήγηση, ότι δηλαδή ομολογίες είναι τίτλοι για μια διάρκεια δύο και περισσότερων ετών από την έκδοση τους.

Ωστόσο ούτε στην προαναφερόμενη 86/566, ούτε στην προμνημονευόμενη 88/361 οδηγία περιέχεται διάταξη περί αναδρομικής ισχύος των οδηγιών τούτων, με συνέπεια έως την κατά τα ανωτέρω έναρξη ισχύος της 86/566 οδηγίας το ενωρίτερο να ισχύουν οι προεκτιθέμενες διατάξεις της πρώτης οδηγίας. Η εν λόγω οδηγία περιέχει τους προεκτιθέμενους κανόνες, που είναι αμέσως εφαρμοστέοι καθέτως, έναντι των κρατικών εν γένει φορέων, διότι εκείνη είναι σαφής και συγκεκριμένη (Ολ.

ΑΠ 10/2000). Με το άρθρο 1 του Ν 944/1979 κυρώθηκε η πράξη προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες από 1.1.1981, χωρίς στην πράξη αυτή να υπάρχει επιφύλαξη για ιη μη εφαρμογή της πρώτης οδηγίας στην Ελλάδα.

Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, οι προεκτιθέμενες διατάξεις της πρώτης οδηγίας υπέρκεινται των νόμων και παραμερίζουν αυτούς σε περίπτωση που αυτοί δεν εναρμονίζονται, προς εκείνες, όπως και καθ' όση έκταση συμβαίνει με τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο ως εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη υπόθεση νομοθετήματα, ήτοι με τα άρθρα 3, 4 κα, 5 ΠΔ 207/1987, το Ν. 1083/1980, την εγκύκλιο Τ.Τ.Ε. 451/12.5.1981, που έχει εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση νόμου, το άρθρο 1 Ν. 1266/1982, το Ν.

Ι 1338/1983 και το άρθρο 6Ν. 1440/1984. Ως προς την απόφαση 1097/23.5.1959 της Νομισματικής Επιτροπής "περί εφαρμογής εν Ελλάδι του συστήματος της περιωρισμένης μετατρεψιμότητος" (ΦΕΚ 109/16.6.1959), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 3 Ν. 395/1945 και των άρθρων 3 και 10 Ν 3076/1954 και είχε ισχύ νόμου, ισχύουν τα κάτωθι: Με αυτήν προβλέπονταν δύο κατηγορίες εξωτερικών λογαριασμών καταθέσεων στο όνομα μόνιμων κατοίκων αλλοδαπής και ειδικότερα α) εξωτερικοί λογαριασμοί καταθέσεων όψεως σε δραχμές και β) εξωτερικοί λογαριασμοί καταθέσεων όψεως σε συνάλλαγμα.

Οι πρώτοι από τους λογαριασμούς αυτούς, γνωστοί, σημειωτέον, τόσο στην νομοθεσία όσο και στην πρακτική και ως λογαριασμοί μετατρέψιμων δραχμών, τροφοδοτούνταν: 1) με το προϊόν από την πώληση εισαγόμενου και από την Τράπεζα της Ελλάδος καθοριζόμενου εκάστοτε ως μετατρέψιμου και μη υποχρεωτικά εκχωρητέου συναλλάγματος, 2) με το αντίτιμο σε δραχμές απαιτήσεων αλλοδαπών από εισαγόμενα αγαθά και παροχή υπηρεσιών τους στην Ελλάδα, εφόσον ήταν διακανονιστέες σε μετατρέψιμο συνάλλαγμα, 3) με μεταφορά από άλλους εξωτερικούς λογαριασμούς καταθέσεων όψεως σε συνάλλαγμα, 4) με δραχμές που προέρχονταν από άλλες απαιτήσεις αλλοδαπών και μπορούσαν κατά το νόμο να εξαχθούν σε μετατρέψιμο συνάλλαγμα, 5) με τόκους από τις πιο πάνω καταθέσεις σε δραχμές.

Τα διαθέσιμα των λογαριασμών μετατρέψιμων δραχμών χρησιμοποιούνταν, χωρίς ειδική άδεια: αα) για την πληρωμή εξαγόμενων από τηνΕλλάδα αγαθών, ββ) για επενδύσεις και εν μέρει αγοράαγαθών και υπηρεσιών στην Ελλάδα, γγ) για μεταφορά σε άλλους εξωτερικούς λογαριασμούς καταθέσεων σε δραχμές, δδ) για αγορά συναλλάγματος προς μεταφορά του στο εξωτερικό, εε) για αγορά συναλλάγματος προς τροφοδότηση εξωτερικού λογαριασμού όψεως σε συνάλλαγμα.

Από τις ως άνω διατάξεις της Α.Ν.Ε. συνάγεται αφενός ότι η τροφοδοσία των προαναφερόμενων λογαριασμών μετατρέψιμων δραχμών θα ήταν νόμιμη, αν γινόταν ιδίως είτε με το προϊόν από την πώληση του προμνημονευόμενου εισαγόμενου συναλλάγματος βάσει των επίσημων βεβαιώσεων αγοράς, συναλλάγματος (ΒΑΣ), είτε με κάποιον από τους άλλους προπαρατιθέμενους τρόπους, ο οποίος τυχόν θα κατέληγε σε ενδοτραπεζικές μεταφορές μετατρέψιμων δραχμών, διενεργούμενες δια μέσου της Τράπεζας της Ελλάδος, και αφετέρου ότι αν τα διαθέσιμα των εν λόγω λογαριασμών μετατρέψιμων δραχμών χρησιμοποιούνταν, χωρίς ειδική άδεια, για σκοπό διαφορετικό των προεκτιθεμένων (της πληρωμής εξαγώγιμων αγαθών κλπ.), ειδικότερα δε αν με αυτά τα διαθέσιμα αγοράζονταν ομόλογα, ή, κατ' άλλο ισοδύναμο όρο, ομολογίες κάποιας τράπεζας, οι αντίστοιχες δραχμές τούτων θα απέβαλλαν την ιδιότητα αυτών ως μετατρέψιμων.

Η θέσπιση των διατάξεων της υπό συζήτηση Α.Ν.Ε. αποτελεί άσκηση του από το άρθρο 5 παρ. 1 της πρώτης οδηγίας προβλεπόμενου δικαιώματος των κρατών μελών, αλλά, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν μπορεί να ανατρέψει τις λοιπές διατάξεις της ίδιας οδηγίας και συνεπώς υποχωρεί προ των προδιαλαμβανόμενων λοιπών διατάξεων της εν λόγω οδηγίας.

Εξάλλου, από τα άρθρα 105 εδ. α, στην αρχή, και 106 Εισ.Ν.ΑΚ συνάγεται ότι για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου, κατά την άσκηση της εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, και ότι, όταν νόμος αναθέτει έργα, που ανήκουν στις αρμοδιότητες του κράτους, σε νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου (ν.π.δ.δ.) ή σε όργανα τέτοιου προσώπου, για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των εν λόγω οργάνων, κατά την άσκηση της αντίστοιχης εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, ενέχεται σε αποζημίωση όχι το δημόσιο αλλά το ν.π.δ.δ..

Ως προς δε την Τράπεζα της Ελλάδος, αυτή έχει μεν προσλάβει τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου και συγκεκριμένα ανώνυμης εταιρίας, αλλά έχουν ανατεθεί έργα που ανήκουν στις αρμοδιότητες του κράτους και συγκεκριμένα, με το άρθρο 1 Ν. 1266/1982, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 ΑΝ 1015/1946 και 2 ΑΝ 1837/1951, έχουν ανατεθεί οι αρμοδιότητες της Νομισματικής Επιτροπής σε σχέση προς τη συναλλαγματική πολιτική και ειδικότερα προς το δικαίωμα αποφάνσεως περί των όρων αποκτήσεως και διαθέσεως ξένου συναλλάγματος σ' αυτήν την Τράπεζα, ασκούμενες με πράξεις του Διοικητή της ή προσώπων εξουσιοδοτημένων σχετικά από αυτόν, και γ' αυτό για το αντίστοιχο έργο η Τράπεζα αυτή εκλαμβάνεται ως ν.π.δ.δ., με συνέπεια το ότι για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των ως άνω οργάνων της κατά την άσκηση της ως ανωτέρω εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, ενέχεται σε αποζημίωση όχι το δημόσιο αλλά η Τράπεζα αυτή.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Κατά τον πριν από τις 28.4.1981 χρόνο η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία, που είχε έδρα στις Βρυξέλλες (Βέλγιο) και υποκατάστημα στην Αθήνα, διατηρούσε σ' αυτό το υποκατάστημα το ..... λογαριασμό δραχμών μετατρέψιμων σε ξένο συνάλλαγμα με κεφάλαιο τουλάχιστον 665.000.000 δραχμών, το οποίο είχε σχηματιστεί κατά ένα μέρος, ανερχόμενο σε 342.436.015 δραχμές, από δραχμοποίηση ξένου συναλλάγματος, για την οποία είχαν εκδοθεί βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος (ΒΑΣ), και κατάθεση των αντίστοιχων δραχμών σ' αυτόν το λογαριασμό, κατά δε το υπόλοιπο μέρος από ενδοτραπεζικές μεταφορές μετατρέψιμων δραχμών, γενόμενες δια μέσου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος και για τις οποίες δεν απητείτο και δεν γινόταν η έκδοση ΒΑΣ.

Στο διάστημα από 28.4.1981 έως 30.7.1982 η ενάγουσα αγόρασε τα στην απόφαση αναφερόμενα ομόλογα της ελληνικής εταιρίας "Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως (ΕΤΒΑ) Ανώνυμος Εταιρία", εκδόσεως εντός του ως άνω διαστήματος και διάρκειας ενός έτους από την έκδοση τους και εφεξής, τα οποία ήταν διαπραγματεύσιμα σε χρηματιστήριο, αφού είχαν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, είχαν δε συνολική ονομαστική αξία 665.000.000 δραχμών, τα αγόρασε δε με ισόποση αυτής της αξίας χρέωση της στον προαναφερόμενο λογαριασμό.

Στις 24.8.1982 η ενάγουσα υπέβαλε με επιστολή της στην εναγομένη, μέσω των αρμόδιων οργάνων της, το αίτημα να χορηγήσει αυτή την απαιτούμενη έγκριση, ώστε να πιστωθεί υπέρ εκείνης ο προμνημονευόμενος λογαριασμός με το ποσό των 665.000.000 μετατρέψιμων δραχμών, ως το προϊόν της ρευστοποιήσεως των προαναφερόμενων ομολόγων.

Στο διάστημα από 25.8.1982 έως 23.11.1986 η εναγομένη, μέσω των αρμόδιων οργάνων της, επανειλημμένα εγγράφως, άλλοτε απερίφραστα και άλλοτε συγκαλυμμένα, όπως στην απόφαση σχετικώς αναφέρεται, αρνήθηκε να δεχθεί καθ' ολοκληρίαν το αίτημα αυτό, ενώ στις 24.11.1986 το δέχθηκε. Για την αντίστοιχη άρνηση, που σύμφωνα με την εν ισχύι κατά το ως άνω διάστημα πρώτη οδηγία, κατά το άρθρο 2, τον κατάλογο Β και την κατηγορία της ονοματολογίας IV A αυτής, αποτελούσε παράνομη πράξη των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης κατά την άσκηση της εξουσίας που τους είχε ανατεθεί, η εναγομένη ενεχόταν σε αποκατάσταση της ζημίας της ενάγουσας, από τόκους σχετικούς με το εκ του προαναφερόμενου ποσού των 665.000.000 δραχμών κεφάλαιο, η οποία ζημία επήλθε στο διάστημα από 30-9-1982 έως 11.12.1986, ανήλθε στο συνολικό ποσό των 580.763.013 δραχμών και προήλθε, κατ' αιτιώδη συνάφεια από την προμνημονευόμενη παράνομη πράξη.

Ακολούθως το ίδιο Δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή περί επιδικάσεως του ως άνω ποσού των 580.763.013 δραχμών ως αποζημιώσεως από αδικοπραξία έπρεπε να γίνει δεκτή. Το Δ.Ε.Κ. απαντώντας στα τεθέντα ως άνω και στην πρώτη σκέψη της παρούσας αναφερόμενα ερωτήματα αποφάνθηκε 1) ότι οι ομολογίες των οποίων η αξία έχει εκφρασθεί σε εθνικό νόμισμα, διαρκείας ενός έτους από την έκδοσή τους, διαπραγματεύσιμες και εισαχθείσες στο χρηματιστήριο, εκδοθείσες από τράπεζα εγκατεστημένη σε Κράτος μέλος και ανήκουσα στο κράτος αυτό, εμπίπτουν στο παράρτημα Ι, κατάλογος Β, θέση IV Α, της πρώτης οδηγίας του Συμβουλίου της 11ης Μαΐου 1960, περί εφαρμογής του άρθρου 67 της Συνθήκης.

Η αγορά τους και τα προϊόντα της ρευστοποιήσεώς τους διέπονται από το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής, το οποίο παραπέμπει στο παράρτημα Ι, κατάλογος Β, της ίδιας οδηγίας και το οποίο προβλέπει τον επαναπατρισμό του εν λόγω προϊόντος. 2) Το γεγονός ότι η αγορά ομολογιών που εμπίπτουν στο παράρτημα Ι, κατάλογος Β, θέση IV Α, της πρώτης οδηγίας χρηματοδοτήθηκε από στοιχεία ενεργητικού τρεχούμενου λογαριασμού ή λογαριασμού καταθέσεως σε πιστωτικό οργανισμό, ακόμη και αν εμπίπτει στον κατάλογο Δ, θέση ΙΧ, του ίδιου παραρτήματος, δεν επηρεάζει την κατάταξη της επίμαχης κινήσεως κεφαλαίων στον κατάλογο Β, θέση IV Α, του εν λόγω παραρτήματος.

Το Δ.Ε.Κ., για να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του ότι τα επίμαχα ομόλογα αποτελούν τίτλους που είναι διαπραγματεύσιμα σε χρηματιστήριο, υπό την έννοια του παραρτήματος Ι, κατάλογος Β, θέση IV Α και των επεξηγηματικών επισημειώσεων και πρώτης οδηγίας, δέχθηκε ότι κατά το άρθρο 67 της Συνθήκης η ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων συνεπάγεται την κατάργηση των περιορισμών των κινήσεων κεφαλαίων που ανήκουν σε πρόσωπα κατοικούντα εντός των κρατών μελών καθώς και των διακρίσεων ως προς τη μεταχείριση που βασίζονται στην ιθαγένεια ή την κατοικία των μερών ή στο τόπο επενδύσεως.

Η πρώτη οδηγία προβλέπει, για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 67, την πλήρη ελευθέρωση ορισμένων κινήσεων κεφαλαίων και σκοπεί στην εξάλειψη των διοικητικών εμποδίων τα οποία, χωρίς να επιβάλλουν την υποχρέωση λήψεως αδείας για πράξεις σε συνάλλαγμα και χωρίς να θίγουν την αγορά ξένων τίτλων, αποτελούν παρά ταύτα, πρόσκομμα για την ευρύτερη και ταχύτερη δυνατή απελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίων μεταξύ των κρατών μελών, η οποία είναι αναγκαία κατά την αιτιολογική σκέψη της πρώτης οδηγίας, για την επίτευξη των στόχων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Συναφώς, μολονότι στον κατάλογο Δ, θέση VI, του εν λόγω παραρτήματος περιλαμβάνεται η ένωση των "τίτλων που κανονικά είναι διαπραγματεύσιμοι στη χρηματαγορά" η πρώτη οδηγία δεν παρέχει κανένα ορισμό της εννοίας αυτής. Αντιθέτως, η εν λόγω οδηγία αναφέρει την έννοια "των τίτλων που είναι διαπραγματεύσιμοι σε χρηματιστήριο" στον κατάλογο Β, θέση IV Α του ίδιου παραρτήματος και στις επεξηγηματικές σημειώσεις της οδηγίας, οι οποίες περιέχουν ένα ορισμό της εν λόγω εννοίας.

Σύμφωνα με τις ως άνω σημειώσεις, που πρέπει να θεωρηθούν αναπόσπαστο τμήμα της εν λόγω οδηγίας οι "τίτλοι που είναι διαπραγματεύσιμοι σε χρηματιστήρια" είναι "οι τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο ρυθμιζομένων συναλλαγών και των οποίων οι τιμές δημοσιεύονται συστηματικά, είτε από επίσημα χρηματιστηριακά όργανα στα άλλα όργανα συνδεδεμένα με το χρηματιστήριο. 'Οσον αφορά τους "τίτλους που έιναι διαπραγματεύσιμοι σε χρηματιστήριο, τους οποίους αναφέρει το παράρτημα Ι, κατάλογος Β, θέση IV A της πρώτης οδηγίας, ο κοινοτικός νομοθέτης έκρινε ότι οι τίτλοι που είναι διαπραγματεύσιμοι σε ρυθμιζόμενο περιβάλλον, όπως είναι το χρηματιστήριο, μπορούν, κατά το άρθρο 2 της πρώτης οδηγίας, να τύχουν γενικής εγκρίσεως, χορηγουμένης από το οικείο κράτος μέλος, για τη σύναψη ή την εκτέλεση των συναλλαγών και για τις μεταφορές συναλλάγματος μεταξύ των κατοίκων των κρατών μελών.

Μολονότι η διάρκεια των τίτλων μπορεί να είναι καθοριστική για τους τίτλους που εμπίπτουν στο παράρτημα Ι, κατάλογος Δ της πρώτης οδηγίας και οι οποίοι υπόκεινται σε περιορισμούς, υπό την έννοια του άρθρου 4 της οδηγίας αυτής, δηλαδή για τις "βραχυπρόθεσμες επενδύσεις σε γραμμάτια του Δημοσίου και άλλους τίτλους που κανονικά είναι διαπραγματεύσιμοι στη χρηματαγορά" τούτο δεν ισχύει ωστόσο για τους "τίτλους που είναι διαπραγματεύσιμοι σε χρηματιστήριο".

Μνεία των τίτλων αυτών γίνεται μόνο στον κατάλογο Β θέση IV Α, καθώς και στις επεξηγηματικές σημειώσεις της πρώτης οδηγίας. Οι σημειώσεις αυτές αναφέρονται ρητώς στην εν λόγω θέση IV και προβλέπουν μόνο τη φύση των οργανισμών που εκδίδουν τις ομολογίες, δηλαδή ότι αυτές εκδίδονται "τόσο από ιδιωτικούς όσο και από δημόσιους οργανισμούς".

Οι οδηγίες 86/566/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17.111.1986 με τροποποίηση της πρώτης οδηγίας και 88/361/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24.6.1989 για τη θέση σε εφαρμογή του άρθρου 67 της Συνθήκης περιέχουν ορισμό των βραχυπροθέσμων ομολογιών, αλλά οι οδηγίες αυτές δεν έχουν αναδρομική δύναμη. 'Ετσι από το γράμμα του παραρτήματος Ι, κατάλογος Β, θέση IV Α, της πρώτης οδηγίας προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλει να ορίσει τους "τίτλους που είναι διαπραγματεύσιμοι σε χρηματιστήριο" με βάση κριτήρια διαφορετικά από τη διάρκειά τους.

Δεδομένου δε του ότι υπό τις παραδοχές αυτές, όπως εκτέθηκε, τα επίμαχα ομόλογα αποτελούν "τίτλους που είναι διαπραγματεύσιμοι σε χρηματιστήρια" υπό την έννοια του παραρτήματος Ι, κατάλογος Β, θέση IV Α και των επεξηγηματικών σημειώσεων της πρώτης οδηγίας, δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί αν τα ομόλογα αυτά ανταποκρίνονται συγχρόνως στα κριτήρια του καταλόγου Δ, θέση VI του ίδιου παραρτήματος, αφού και αν ακόμη τούτο ίσχυε δεν θα μπορούσε να ασκήσει επιρροή εκ του ότι οι επίμαχες κινήσεις κεφαλαίων υπάγονται στο καθεστώς ελευθερώσεως, το οποίο καθιερώνει το άρθρο 2 της πρώτης οδηγίας, λόγω του ότι καμία διάταξη της οδηγίας αυτής δεν περιορίζει την ελευθέρωση της οποίας τυγχάνουν οι κινήσεις κεφαλαίων δυνάμει του άρθρου 2 αυτής απλώς και μόνο λόγω του ότι οι ίδιες κινήσεις κεφαλαίων ανταποκρίνονται και στα κριτήρια του παραρτήματος Ι, κατάλογος Δ της εν λόγω οδηγίας.

Περαιτέρω, σε σχέση με το δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε ο 'Αρειος Πάγος, το Δ.Ε.Κ., αποφάνθηκε ως ανωτέρω, δεχόμενο ότι οι κινήσεις κεφαλαίων πρέπει οπωσδήποτε, προς εφαρμογή της πρώτης οδηγίας, να εξετάζονται ως σύνολο και άπαξ ο προορισμός μιας κινήσεως εμπίπτει σε μία από τις ελευθερωθείσες κατηγορίες, η προέλευση της κινήσεως αυτής δεν πρέπει κατ' αρχήν, λαμβανομένων υπόψη των σκέψεων που εκτίθενται παραπάνω (για τη μη αναγκαιότητα της εξετάσεως του ζητήματος αν τα (επίδικα) ομόλογα ανταποκρίνονταν συγχρόνως στα κριτήρια του καταλόγου Δ, θέση VI του ίδιου παραρτήματος) να επηρεάζει την εν λόγω κατάταξη.

Επιπλέον, οι αγορές τίτλων που εμπίπτουν στις ελευθερωθείσες κατηγορίες θα εμποδίζονταν σημαντικά αν τα κράτη μέλη παρέμεναν ελεύθερα να περιορίζουν τη χρήση των στοιχείων ενεργητικού τρεχούμενων λογαριασμών ή λογαριασμών καταθέσεως προς πραγματοποίηση τέτοιων αγορών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω εκτεθέντων, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεχόμενο τα αναφερόμενα στην απόφασή του πραγματικά γεγονότα, ιδίως δε εκείνα ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) προέβη σε επένδυση του ποσού των μετατρεψίμων δραχμών της σε ομόλογα, εκδόσεως της ΕΤΒΑ, που ανήκε, κατά τις μετοχές της, στο Ελληνικό Δημόσιο, διάρκειας δε ενός έτους από την έκδοσή τους, τα οποία κανονικά ήταν διαπραγματεύσιμα στη χρηματαγορά, με συνέπεια η εν λόγω επένδυση να είναι βραχυπρόθεσμη και ότι το ποσό της πιο πάνω επενδύσεως προήλθε από τη χρησιμοποίηση εκ μέρους τη ενάγουσας στην ΕΤΒΑ, που ήταν πιστωτικός οργανισμός, στοιχείων του ενεργητικού του αναφερόμενου στην προσβαλλόμενη λογαριασμού καταθέσεων, κρίνοντας δε το ίδιο δικαστήριο ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή, παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 4 του καταλόγου Δ και της κατηγορίας της ονοματολογίας VI, αλλιώς του ίδιου άρθρου του ίδιου καταλόγου και της κατηγορίας της ονοματολογίας ΙΧ, της πρώτης οδηγίας του Συμβουλίου της ΕΟΚ (921/60), με τη μη εφαρμογή αυτών των οποίων η εφαρμογή συνεπάγεται, κατά το ως άνω άρθρο σε συνδυασμό και με τα άρθρα 1, 2 και 3 της ίδιας οδηγίας, μη εφαρμογή του άρθρου 2 του καταλόγου Β και της κατηγορίας της ονοματολογίας IV Α της αυτής οδηγίας που εκείνο το δικαστήριο εφάρμοσε, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος της αναιρεσείουισας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει τον αναφερόμενο στο σκεπτικό πρώτο λόγο της από 4-12-2001 αίτησης της Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, για αναίρεση της 4172/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ