Supreme Court allows appeal against insurance company verdict due to failure to consider pre-litigation sworn statement of third party.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a car accident liability case. The lower court excluded a sworn statement given by a third party before the case began, despite the statement being relevant evidence. The court ruled that the statement was valid because the declarant was not yet a party at the time of the oath, and the appellate court erred by ignoring this evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 62, 339, 409, 410, 415-420, 671 § 1 ed. d, 559 no. 11 pt. g of the Code of Civil Procedure: A sworn statement given by a third party before a justice of the peace or notary is admissible as evidence if the declarant was not a party at the time of the statement, and its exclusion constitutes a reversible error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1492 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1492/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. .....χήρας Χ1, 2. ..... του Χ1 και 3. Χ2 του Χ1, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Κιούτα, η οποία ανακάλεσε την από 12-4-2005 δήλωσή της (άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ...... και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας γενικών ασφαλίσεων, με την επωνυμία «ΔΥΝΑΜΙΣ ΑΕΓΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κρίκο και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 6421/2002, 6779/2002, 7065/2002, 155/2003 και 1567/2003 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1386/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2309/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Μαϊου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 26 Απριλίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 339, 409, 410 και 415-420 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ως μάρτυρες, με τις καταθέσεις των οποίων παρέχονται στο δικαστή πληροφορίες για τα αμφισβητούμενα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα της επίδικης υποθέσεως, μπορούν να εξετασθούν μόνο τρίτα πρόσωπα και όχι οι διάδικοι, η εξέταση των οποίων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μαρτυρία, αλλά αποτελεί επικουρικό αποδεικτικό μέσο, επιτρεπόμενο μόνο αν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν ή αποδείχθηκαν ατελώς με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Η ρύθμιση αυτή, για την ταυτότητα του λόγου, προσήκει και επί των προβλεπόμενων στο άρθρο 671 § 1 εδ. δ΄ ΚΠολΔ ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, με τις οποίες τρίτα πρόσωπα καταθέτουν ό,τι γνωρίζουν για τα αποδεικτέα γεγονότα. Έτσι, ένορκη βεβαίωση διαδίκου στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο είναι νομικώς ανυπόστατη ως αποδεικτικό μέσο.
Η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου κατά τον χρόνο της ένορκης βεβαίωσης, αλλιώς, αν δηλαδή η εν λόγω ιδιότητα προϋπήρχε ή αποκτήθηκε μεταγενεστέρως, δεν αναιρείται το υποστατό του αποδεικτικού μέσου της ένορκης βεβαιώσεως, η οποία, όταν νομίμως προσκομίζεται με επίκληση από τον διάδικο, είναι υποχρεωτικώς ληπτέα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως.
Η παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως περί συντρέχουσας κατά ποσοστό 60% αμελούς συμπεριφοράς του Χ1 (αρχικώς ενάγοντος και εν συνεχεία κληρονομηθέντος από τους αναιρεσείοντες) στην επέλευση του γενόμενου στις 22-1-2002 αυτοκινητικού ατυχήματος που είχε ως συνέπεια ο ίδιος να τραυματισθεί και τελικώς να αποβιώσει στις 11-3-2003, έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα «πλην της υπ΄ αριθμ. 319/03 ένορκης βεβαίωσης του Χ2 που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη, αφού ο ως άνω είναι διάδικος στη δίκης».
Όμως, η ένορκη αυτή βεβαίωση, την οποία οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν νομίμως στην έκκλητη δίκη προς απόδειξη του ισχυρισμού τους περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, είχε δοθεί από τον τρίτο των αναιρεσειόντων Χ2 στις 9-1-2003, δηλαδή πριν αυτός υπεισέλθει ως κληρονόμος στη δικονομική θέση του αρχικώς ενάγοντος και αποκτήσει την ιδιότητα του διαδίκου.
Παραλείποντας έτσι να συνεκτιμήσει την άνω ένορκη βεβαίωση κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του περί της συνυπαιτιότητας του Χ1 και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, το εφετείο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά τον βάσιμο, ως προς τη σχετική αιτίαση, πρώτο λόγο του αναιρετηρίου.
Πρέπει, συνεπώς, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Μετά την αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως στο σύνολό της παρέλκει η εξέταση αμφοτέρων των λόγων ως προς τις λοιπές αιτιάσεις.
Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 2309/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο με άλλη σύνθεση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ