Legislator Case Law & Legislation
1491/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and lack of standing against shipowners in maritime litigation.

Case Number 1491/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a First Instance Court decision regarding a maritime dispute. The appellants argued for procedural errors and lack of standing against the shipowners, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the appeal was procedurally flawed and the appellants lacked standing against the shipowners, leading to a rejection of the entire appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 569 para. 2 Civil Procedure Code; Art. 40 of Law 959/1979: Additional appeal grounds must be filed in writing thirty days prior to the hearing, and an appeal against a shipowner's request may be directed at the company or its managing directors acting as joint subjects.

Keywords

AI generated
additional appeal grounds procedural admissibility standing against shipowners maritime litigation joint subjects Civil Procedure Code dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 569 para. 2 Civil Procedure Code
Art. 568 para. 2, 3 Civil Procedure Code
Art. 570 para. 3 Civil Procedure Code
Art. 40 of Law 959/1979
Art. 74 para. 2 Civil Procedure Code
Art. 495 para. 3 Civil Procedure Code
Art. 1 para. 2 of Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated
No. 422/2019 of the Supreme Court
No. 209/2017 of the Single First Instance Court of Nafplion
No. 322/2017 of the Single First Instance Court of Nafplion
No. 461/2017 of the Single Court of Appeal of Nafplion
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1491 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1491/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ... με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ... με την επωνυμία "...

...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Π. Σ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ε. Γ., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 17-3-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι. Β..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2016 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2017, όπως αυτή διορθώθηκε με την 322/2017, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 461/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 12-10-2018 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 422/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Εκδόθηκε η 4/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-7-2020 αίτησή τους και τους από 7-10-2020 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή άλλος διάδικος, εκτός από τον αναιρεσείοντα".

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 830/2021, ΑΠ 422/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση: Α) η από 23-7-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 31/24-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 Κ.Πολ.Δ.) και Β) οι από 7-10-2020 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 08-4-2021, όπως προκύπτει από την 38/08-4-2021 πράξη καταθέσεως πρόσθετων λόγων του αρμόδιου γραμματέα του Αρείου Πάγου, που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό και ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή τους η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (18-3-2022) και οι οποίοι επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (βλ.

την υπ' αριθμ. 4295 Β/07-6-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Σ. Ι. Μ.). Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων αυτής λόγων, να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 11-10-2016 (αριθμ. εκθ. καταθέσεως ΕΜ/650/11-10-2016) αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε ότι είναι μέτοχος και μέλος του Δ.Σ.

της πρώτης και δεύτερης των καθ' ών η αίτηση ναυτικών εταιρειών και ήδη πρώτης και δεύτερης των αναιρεσειόντων, κατά ποσοστό 20% και 30% αντίστοιχα, των οποίων νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο τρίτος των καθ' ών η αίτηση και ήδη τρίτος αναιρεσείων, ο οποίος είχε την οικονομική διαχείριση των ανωτέρω ναυτικών εταιριών και ο οποίος δεν ενημέρωσε ποτέ αυτόν (αιτούντα) αναλυτικά για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων, διαβεβαιώνοντάς τον για την επιτυχή τους έκβαση, πλην όμως το έτος 2011 αυτός (αιτών) διαπίστωσε παραλείψεις σε θέματα νόμιμης λειτουργίας των ανωτέρω εταιρειών και ειδικά σε ζητήματα φορολογικής φύσεως, εξαιτίας των οποίων δημιουργήθηκαν οφειλές των εταιρειών και του ίδιου του αιτούντος.

Ότι, ενόψει της σύνθεσης του Δ.Σ. των ανωτέρω ναυτικών εταιρειών, αλλά και της μετοχικής σύνθεσής τους με εταιρείες και πρόσωπα ελεγχόμενα από τον τρίτο καθ'ού η αίτηση και ήδη τρίτο αναιρεσείοντα, η μοναδική δυνατότητα διαχειριστικού ελέγχου των εν λόγω ναυτικών εταιριών παρέχεται από τη διάταξη του άρθρου 40 του Ν. 959/1979.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο αιτών ζήτησε να διαταχθεί ο διαχειριστικός έλεγχος της πρώτης και δεύτερης των καθ' ών η αίτηση ναυτικών εταιρειών, να οριστεί ελεγκτής, ο οποίος θα διενεργήσει τον εν λόγω διαχειριστικό έλεγχο, να υποχρεωθούν τα λοιπά μέλη του Δ.Σ. των ως άνω ναυτικών εταιρειών να ανεχθούν τη διενέργεια του αιτουμένου διαχειριστικού ελέγχου στην έδρα των εν λόγω εταιρειών, με απειλή εναντίον τους, σε περίπτωση σχετικής αρνήσεώς τους, προσωπικής κρατήσεως έξι μηνών και χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η υπ' αριθμ. 209/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 322/2017 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανωτέρω αίτηση του αναιρεσίβλητου, διατάχθηκε ο διαχειριστικός έλεγχος των ανωτέρω αναιρεσειουσών ναυτικών εταιρειών για τα διαχειριστικά έτη από 2007 έως 2016, ορίστηκε ελεγκτής για τη διενέργεια του εν λόγω ελέγχου και υποχρεώθηκαν τα μέλη του Δ.Σ.

των εταιρειών αυτών, πλην του αιτούντος, να ανεχθούν τη διενέργεια του ελέγχου στην έδρα αυτών (εταιρειών), παρέχοντας στον ελεγκτή κάθε αναγκαίο στοιχείο για την ευόδωση της αποστολής του και απείλησε εις βάρος του τρίτου καθ'ού η αίτηση για την περίπτωση αρνήσεώς του να ανεχθεί τη διενέργεια του προαναφερομένου διαχειριστικού ελέγχου, προσωπική κράτηση διάρκειας έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή ποσού διακοσίων (200) ευρώ.

Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης αποφάσεως οι καθ' ών η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν : α) την από 03-4-2017 (με αριθμ. καταθ. 32/2017) έφεση, β) τον από 10-5-2017 (με αριθμ. καταθ. 215/2017) πρόσθετο λόγο εφέσεως και γ) τους 26-5-2017 (με αριθμ. καταθ. 288/2017) πρόσθετους λόγους εφέσεως, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 461/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία, το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 209/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση και ακολούθως, απέρριψε την ένδικη από 11-10-2016 αίτηση του αναιρεσίβλητου.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε την από 09-1-2018 (με αριθμ. καταθ. 3/2018) αίτηση αναιρέσεως και τους από 12-10-2018 (με αριθμ. καταθ. 120/2018) πρόσθετους αυτής λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 422/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω υπ' αριθμ. 461/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και ακολούθως, παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την εν λόγω αναιρεθείσα η απόφαση.

Ειδικότερα, με την υπ' αριθμ. 422/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε στο σύνολό της η υπ' αριθμ. 461/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, για τους προβλεπόμενους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικούς λόγους, της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της διατάξεως του άρθρου 40 του ν. 979/1979, διότι έγινε δεκτό ότι : "Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση των καθών η αίτηση κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε δεχθεί την αίτηση του αναιρεσείοντος και είχε διατάξει το διαχειριστικό έλεγχο των πρώτης και δεύτερης των καθών η αίτηση ναυτικών εταιρειών.

Σύμφωνα με το ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο αφού αξίωσε για την εφαρμογή του άρθρου 40 του ν. 979/1979 προϋποθέσεις που οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν θέτουν και συγκεκριμένα αξίωσε ως προϋποθέσεις για την άσκηση της αιτήσεως να διαταχθεί διαχειριστικός έλεγχος των ως άνω ναυτικών εταιρειών, την προηγούμενη σύγκληση του διοικητικού συμβουλίου και της γενικής συνέλευσης των εταιρειών αυτών και τη μη συμμετοχή του αιτούντος (μειοψηφούντος εταίρου) στο διοικητικό συμβούλιο των εταιρειών ή και στην εκπροσώπηση αυτών.

Περαιτέρω παραβίασε εκ πλαγίου την ως άνω διάταξη αφού με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τους ισχυρισμούς του αιτούντος ότι, αν και ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου των εταιρειών και νόμιμος εκπρόσωπος αυτών, δεν είχε ανάμειξη στην οικονομική διαχείριση των εταιρειών και δεν γνώριζε την οικονομική κατάσταση και τα οικονομικά πεπραγμένα των δύο εταιρειών, ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί τα σχετικά με την οικονομική διαχείριση των εταιρειών θέματα και ότι γνώση για αυτά είχε ο τρίτος των καθών Π.

Σ., που ασκούσε την οικονομική διαχείρισή τους, μόνη δε η παραδοχή ότι ο αιτών υπέγραψε ναυλοσύμφωνα για λογαριασμό των καθ' ων εταιρειών χωρίς άλλες παραδοχές περί της δυνατότητάς του να πληροφορείται την οικονομική διαχείριση των εν λόγω εταιρειών δεν αρκούσε για την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού του αιτούντος.

Έτσι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 40 του ν. 979/1979 που εφάρμοσε, καθόσον, αφενός αξίωσε για την εφαρμογή του περισσότερες από τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, αφετέρου δε έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες για τα ανωτέρω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της ως άνω διάταξης που εφαρμόστηκε.

Συνεπώς πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από του αριθμούς 1 για τον πρώτο λόγο και 19 για το δεύτερο του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο συμπληρωματικός του δευτέρου λόγου αναίρεσης δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, παρελκούσης ύστερα από αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων". Ακολούθως, το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, δικάζοντας, μετά την εισαγωγή της υποθέσεως με κλήση, ως Δικαστήριο της παραπομπής, επί της ανωτέρω εφέσεως και επί των ως άνω πρόσθετων αυτής λόγων, η εκκρεμοδικία των οποίων αναβίωσε, αφού οι διάδικοι μετά την αναίρεση επανήλθαν, κατ' άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση, με την υπ' αριθμ. 4/2020 απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση. Η υπ' αριθμ. 4/2020 αυτή απόφαση του Δικαστηρίου της παραπομπής προσβάλλεται με την ένδικη αναίρεση.

Στο άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 959/1979 ορίζεται ότι ''η σύμβασις περί ναυτικής εταιρείας (εταιρική σύμβασις) καταρτίζεται εγγράφως, καταχωρίζεται δε εις το μητρώον ναυτικών εταιρειών κατά τις διατάξεις των άρθρων 50 έως 53 του παρόντος'' και στο άρθρο 12 παρ. 1 αυτού ότι ''η ναυτική εταιρεία διοικείται και εκπροσωπείται υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, το οποίο απαρτίζεται εκ τριών τουλάχιστον μελών''.

Το διοικητικό συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 19 παρ. 1 του ίδιου νόμου, είναι αρμόδιο και υπεύθυνο να αποφασίζει, κατά πλειοψηφία, για κάθε θέμα που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικώς την επιδίωξη του εταιρικού σκοπού της και κατά το άρθρο 20 παρ. 1, 2 και 5 αυτού, τις ως άνω εξουσίες και αρμοδιότητές του το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να τις αναθέσει, με απόφασή του, ολικώς ή μερικώς, σε ένα ή περισσότερα μέλη του ή ακόμα και σε τρίτους, καθορίζοντας συγχρόνως και την έκταση των ανατιθεμένων σ' αυτούς εξουσιών τους, η απόφαση δε αυτή πρέπει να καταχωρίζεται στο μητρώο των ναυτικών εταιρειών, οπότε και αποτελεί πλήρη απόδειξη περί των εκπροσώπων της εταιρείας.

Ανώτατο όργανο της ναυτικής εταιρείας, κατ' άρθρο 28 του ίδιου νόμου, είναι η γενική συνέλευση των μετόχων της, με αρμοδιότητα να αποφασίζει για κάθε εταιρική υπόθεση, ενώ στα άρθρα 38, 39 και 40 του ίδιου νόμου καθορίζονται και περιγράφονται τα δικαιώματα της μειοψηφίας των μετόχων, τα οποία συνίστανται στη δυνατότητα της καταστατικής προβλέψεως τακτικού ελέγχου (άρθρο 38), συγκλήσεως έκτακτης γενικής συνελεύσεως (άρθρο 39) και τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου της εταιρείας (άρθρο 40).

Ειδικότερα στο άρθρο 40 ορίζεται ότι: "1. Αιτήσει μετόχων εκπροσωπούντων τα 3/20 του εταιρικού κεφαλαίου το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, δικάζον κατά τη διαδικασία των άρθρων 739 και επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δύναται να διατάξη έλεγχον της εταιρείας, εάν πιθανολογούνται αταξίαι περί την διαχείρησιν των υποθέσεων αυτής, 2.

Διά της αποφάσεώς του το Δικαστήριον ορίζει τους ελεγκτάς ως και τον χρόνον εντός του οποίου δέον να έχουν περατώσει τον έλεγχον. Διά της αυτής αποφάσεως το Δικαστήριον διατάσσει και παν έτερον πρόσφορον μέτρον διά την διεξαγωγήν του ελέγχου. 3. Διαταχθείσης της διεξαγωγής ελέγχου το διοικητικόν συμβούλιον υποχρεούται να συνδράμη την διεξαγωγή αυτού".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με αυτές επιδιώκεται η προστασία των συμφερόντων των μετόχων της ναυτικής εταιρείας και δη της ως άνω μειοψηφίας μέσω του προβλεπομένου, από αυτές, ελέγχου των διαχειριστικών πράξεων της διοικήσεώς της για να διαπιστωθούν πιθανολογούμενες ατασθαλίες των οργάνων της, στα πλαίσια δε του προβλεπομένου από τις διατάξεις αυτές ελέγχου, ελεγχόμενα όργανα είναι αυτά της διοικήσεως της ναυτικής εταιρείας και ειδικότερα το διοικητικό της συμβούλιο και σε περίπτωση ανάθεσης του συνόλου ή μερικών εξουσιών αυτού σε ένα ή περισσότερα μέλη του ή σε τρίτους, ελέγχονται οι τελευταίοι.

Η εκπροσώπηση της αιτούσας μειοψηφίας στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας ή ακόμη και η συμμετοχή κάποιου μέλους της σ' αυτό, δεν αποτελεί αρνητική προϋπόθεση του ελέγχου της ως άνω μειοψηφίας. Ούτε από το γράμμα, αλλά ούτε από το πνεύμα του νόμου διαφαίνεται πρόθεση του νομοθέτη να επιβάλει τέτοια προϋπόθεση στην άσκηση του δικαιώματος ελέγχου της εταιρείας.

Επομένως και ο μειοψηφών μέτοχος, που συμμετέχει στο διοικητικό συμβούλιο, έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη διενέργεια έκτακτου ελέγχου και αν ακόμη ο έλεγχος αυτός ανάγεται σε χρόνο που ήταν μέλος της διοικήσεως της εταιρείας. Απαιτείται, όμως, ο αιτών τον έκτακτο έλεγχο, μειοψηφών μέτοχος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου, να μην έχει ανάμειξη στην οικονομική διαχείριση της εταιρείας και να μην γνωρίζει την οικονομική κατάσταση και τα οικονομικά πεπραγμένα αυτής.

Πρέπει, επομένως, το δικαστήριο της ουσίας να ερευνά τη βασιμότητα των ισχυρισμών του αιτούντος τον έκτακτο έλεγχο, ότι τη διαχειριστική εξουσία της εταιρείας ασκούσε άλλο μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής και ότι ο ίδιος δεν είχε ενημερωθεί για τα οικονομικά πεπραγμένα της (ΑΠ 422/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 18 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 489/2020, ΑΠ 758/2018, ΑΠ 511/2018, ΑΠ 1465/2017).

Και αυτό για να αποφευχθεί, για την ασφάλεια του δικαίου, να δοθεί από το δικαστήριο της παραπομπής, λύση, που δεν έδωσε ο Άρειος Πάγος ως Ακυρωτικό Δικαστήριο (ΑΠ 794/2020, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 1476/2012). Νομικό δε ζήτημα είναι το εννοιολογικό περιεχόμενο, το οποίο προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση (ΑΠ 489/2020, ΑΠ 1708/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 εδάφιο α' του ίδιου Κώδικα, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 580 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.

οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.

Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 816/2019, ΑΠ 511/2018, ΑΠ 871/2017, ΑΠ 1465/2017), ή όταν το δικαστήριο της παραπομπής δίνει λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος, που έδωσε λαβή για την αναίρεση (ΑΠ 511/2018, ΑΠ 1816/2017).

Αν δε η απόφαση αναιρέθηκε λόγω παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, μη συμμόρφωση από το δικαστήριο της παραπομπής υπάρχει όταν αυτό υιοθέτησε ως προς το νοηματικό περιεχόμενο του κανόνα αυτού εκδοχή ασυμβίβαστη, προς εκείνη στην οποία στηρίχθηκε η αναιρετική απόφαση ( ΑΠ 489/2020, ΑΠ 1816/2017, ΑΠ 935/2011). Περαιτέρω, δεν επιλύεται νομικό ζήτημα αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθμ.19 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν δεν καθιστούν δυνατή λόγω ασάφειας ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά (ΑΠ 489/2020, ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 923/2017). Επίσης, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από τις παραπάνω αποφάσεις του Αρείου Πάγου, δεν έχει δικαίωμα διαφωνίας με το αναιρετικό Δικαστήριο και γι' αυτό η απόφασή του, κατά το μέρος που αυτή συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, απαραδέκτως, κατ' άρθρο 562 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται με λόγο αναιρέσεως.

Επομένως, οι παραπάνω αποφάσεις είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η ίδια υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής, η δέσμευση, όμως, αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναιρέσεως, τα οποία μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 305/2021, ΑΠ 1419/2017, ΑΠ 108/2014, ΑΠ 682/2014, ΑΠ 146/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 4/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Ο αιτών και ήδη εφεσίβλητος Σ.

Δ., ο τρίτος καθού η αίτηση και ήδη τρίτος εκκαλών Π. Σ. και ο Δ. Γ. συνέστησαν στον ... στις 7-3-2003 την πρώτη καθής η αίτηση και ήδη πρώτη εκκαλούσα ναυτική εταιρία του Ν. 959/1979 με την επωνυμία "... 1 Ν.Ε." και έδρα τον .... Η εταιρία αυτή καταχωρήθηκε στο μητρώο ναυτικών εταιριών του Ν 959/1979 στις 19-3-2003 και η διάρκεια της συμφωνήθηκε έως τις 31-12-2023 με μετοχικό κεφάλαιο 600.000 ΕΥΡΩ, διαιρεμένο σε 100 ανώνυμες μετοχές ονομαστικής αξίας 6.000 ΕΥΡΩ η καθεμιά, από τις οποίες 40 έλαβε ο τρίτος εκκαλών Π.

Σ., 40 ο Δ. Γ. και 20 ο αιτών και ήδη εφεσίβλητος Σ. Δ.. Σκοπός της εταιρίας ορίσθηκε η κυριότητα, εκμετάλλευση ή διαχείριση ίδιων ελληνικών εμπορικών πλοίων. Το διοικητικό συμβούλιο συμφωνήθηκε να είναι τριμελές, το πρώτο δε διοικητικό συμβούλιο συμφωνήθηκε να αποτελείται από τους προαναφερόμενους τρεις μετόχους, ο δε τρίτος εκκαλών Π.

Σ. ορίσθηκε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, την οποία δέσμευε με μόνη την υπογραφή του. Με την από 12-5-2003 απόφαση του Δ.Σ. της εταιρίας ανατέθηκε η εκπροσώπησή της και στον αιτούντα και ήδη εφεσίβλητο Σ. Δ., με δικαίωμα να ενεργεί χωριστά ή από κοινού με τον τρίτο εφεσίβλητο και να δεσμεύει με την υπογραφή του την εταιρία.

Περαιτέρω, ο τρίτος καθού η αίτηση, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", νομίμως εκπροσωπούμενη από τον τρίτο εκκαλούντα, και η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...", νομίμως εκπροσωπούμενη από τον τρίτο εκκαλούντα, συνέστησαν στις 28-12-2005 στον ... τη δεύτερη καθής η αίτηση και ήδη δεύτερη εκκαλούσα ναυτική εταιρία του Ν. 959/1979 με την επωνυμία "... ....", επίσης με έδρα τον ....

Η εταιρία αυτή καταχωρήθηκε στα βιβλία μητρώου ναυτικών εταιριών του Ν. 959/1979 στις 13-1-2006 και συμφωνήθηκε να έχει διάρκεια έως τις 31-12-2023, με μετοχικό κεφάλαιο 1.500.000 ΕΥΡΩ, διαιρεμένο σε 30.000 ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 50 ΕΥΡΩ η καθεμία, από τις οποίες 9.000 έλαβε ο αιτών και ήδη εφεσίβλητος (30% του εταιρικού κεφαλαίου), 900 ο τρίτος εκκαλών (3% του εταιρικού κεφαλαίου), 9.900 η εταιρία με την επωνυμία "..." (33% του εταιρικού κεφαλαίου) και 10.200 η εταιρία με την επωνυμία "..." (34% του εταιρικού κεφαλαίου).

Αποκλειστικός σκοπός της εταιρίας αυτής ορίσθηκε η κυριότητα, εκμετάλλευση ή διαχείριση ίδιων ελληνικών εμπορικών πλοίων. Το διοικητικό της συμβούλιο συμφωνήθηκε να είναι τριμελές, το πρώτο δε διοικητικό συμβούλιο συγκροτήθηκε από τον τρίτο εκκαλούντα Π. Σ., από τον υιό του Γ. Σ. και από τον εφεσίβλητο, από τους οποίους οι δύο πρώτοι ορίσθηκε ότι εκπροσωπούν και δεσμεύουν με την υπογραφή τους την εταιρία από κοινού ή ο καθένας χωριστά.

Οι εταιρίες αυτές είχαν ως αντικείμενο την εκμετάλλευση των Φ/Γ πλοίων με τα ονόματα "...", με τα οποία μετέφεραν πρώτες ύλες, δομικά και αδρανή υλικά. Κατά το τέλος του έτους 2006 η έδρα των δύο αυτών εταιριών μεταφέρθηκε από τον ……στο ..., τα δε από 26 -12 - 2006 και από 19-12-2006 αντίστοιχα πρακτικά της γενικής συνέλευσης των εταιριών αυτών δημοσιεύθηκαν νόμιμα στο μητρώο ναυτικών εταιριών (βλ.

τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των από 26/12/2006 και από 19/12/2006 Πρακτικών Γενικής Συνέλευσης Μετόχων, που αφορούν αντιστοίχως την πρώτη και τη δεύτερη των εκκαλουσών ναυτικών εταιριών, τα οποία αναφέρουν ότι, κατόπιν τροποποιήσεως του άρθρου 2 . 2 της εταιρικής συμβάσεως, η έδρα των εν λόγω εταιριών είναι, πλέον, το ....

Από τα ίδια Πρακτικά προκύπτει, επίσης, ότι σε αυτές τις Γενικές Συνελεύσεις εξελέγησαν ως Πρόεδρος ο τρίτος εκκαλών και ως Γραμματέας ο εφεσίβλητος). Με τις από 8-7-2008 και 21-1-2009 αντίστοιχες αποφάσεις της έκτακτης γενικής συνέλευσης των εταιριών αυτών, που καταχωρήθηκαν στο μητρώο ναυτικών εταιριών στις 14-7- 2008 και στις 2-4-2009 αντίστοιχα, ορίσθηκαν ως μέλη του Δ.Σ.

της πρώτης οι τρεις μέτοχοι αυτής, της δε δεύτερης επίσης οι τρεις μέτοχοι αυτής. Επίσης, ορίσθηκαν ως νόμιμοι εκπρόσωποι αμφοτέρων των εταιρειών, με αυτοτελή αντιπροσωπευτική εξουσία, ο τρίτος εκκαλών και ο εφεσίβλητος. Η συνεργασία μεταξύ των δύο νομίμων εκπροσώπων των εταιριών αυτών υπήρξε ομαλή μέχρι το έτος 2011, οπότε βεβαιώθηκαν σε βάρος των εταιριών και των νομίμων εκπροσώπων τους χρέη προς το Ελληνικό Δημόσιο, τα οποία υπερέβαιναν το 1.000.000 ΕΥΡΩ από οφειλές των εν λόγω εταιριών κατά τα οικονομικά έτη 2008 - 2010, με αποτέλεσμα να ασκηθούν το έτος 2012 ποινικές διώξεις και εις βάρος του εφεσίβλητου.

Ο τελευταίος, έχοντας την πεποίθηση ότι τα χρέη δημιουργήθηκαν από οικονομικές ατασθαλίες του τρίτου εκκαλούντος Π. Σ., υπέβαλε κατά αυτού την από 15 - 3 - 2013 μηνυτήρια αναφορά ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου για τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαίρεσης από διαχειριστή ξένης περιουσίας και της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, ενώ προηγουμένως, με την από 3 - 2 - 2012 εξώδικη δήλωσή του που επιδόθηκε στις 8-2-2012 στην υπηρεσία μητρώου ναυτικών εταιριών, παραιτήθηκε από τη θέση του νομίμου εκπροσώπου αμφοτέρων των προαναφερομένων ναυτικών εταιριών.

Επίσης, άσκησε στη συνέχεια την από 11-10 -2016 (υπ' αριθμ. κατάθ. ΕΜ/650/11 - 10 - 2016) αίτηση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι ουσιαστικά την οικονομική διαχείριση αμφοτέρων των προαναφερομένων ναυτικών εταιριών είχε ο τρίτος εκκαλών και ζήτησε να διαταχθεί ο διαχειριστικός έλεγχος των εν λόγω εταιριών κατά το άρθρο 40 Ν. 959/1979, καθώς και να υποχρεωθούν τα λοιπά μέλη του Δ.Σ.

αυτών (εταιριών) να επιτρέψουν και να ανεχθούν τον έλεγχο. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 209/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) η οποία έκανε αυτήν (αίτηση) εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, διέταξε τον διαχειριστικό έλεγχο των πρώτης και δεύτερης εκκαλουσών ναυτικών εταιριών για τα διαχειριστικά έτη από 2007 έως 2016, όρισε ελεγκτή τον Δ.

Γ. του Ν., κάτοικο ….., και υποχρέωσε τα λοιπά μέλη του Δ.Σ. των εν λόγω ναυτικών εταιριών να ανεχθούν τη διενέργεια του ελέγχου, παρέχοντας στον προαναφερόμενο ελεγκτή κάθε αναγκαίο στοιχείο για την ευόδωση της αποστολής του. Το παρόν Δικαστήριο, εκτιμώντας το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), άγεται στη δικανική πεποίθηση ότι η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 209/2017 απόφαση του Μονομελούς, Εφετείου Ναυπλίου (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), διατάσσοντας τον διαχειριστικό έλεγχο των πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών ναυτικών εταιριών, προέβη στην ορθή ερμηνεία του νόμου και στην προσήκουσα εκτίμηση των αποδείξεων.

Καταρχήν, όπως αποδείχθηκε, ο εφεσίβλητος από το έτος 2007, παρόλο που διατηρούσε την ιδιότητά του ως μέλος του Δ.Σ. των πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών ναυτικών εταιριών, εντούτοις είχε ουσιαστικά αποξενωθεί από καθήκοντα οικονομικής διαχείρισης των τελευταίων. Ειδικότερα, από το έτος 2007 και εφεξής ο εφεσίβλητος, ως μειοψηφών μέτοχος των πρώτης και δεύτερης εκκαλουσών εταιριών (ήτοι ως κάτοχος του 30% των εν λόγω μετοχών) και ως μέλος του Δ.Σ.

τους, ήταν επιφορτισμένος μόνο με κάποια, περιορισμένης εκτάσεως, καθήκοντα άτυπης εκπροσώπησης αυτών (εταιριών), όπως π.χ. με το καθήκον να υπογράφει ναυλοσύμφωνα για λογαριασμό τους (βλ. π.χ. το προσκομιζόμενο από τους εκκαλούντες από 1 - 7 - 2007 ιδιωτικό συμφωνητικό ναύλωσης, το οποίο φέρει την υπογραφή του εφεσίβλητου).

Eκτός, όμως, από αυτά τα περιορισμένης εκτάσεως καθήκοντα, ο εφεσίβλητος δεν ήταν επιφορτισμένος με καθήκοντα ουσιαστικής εκπροσώπησης των πρώτης και δεύτερης εκκαλουσών ναυτικών εταιριών και, πολύ περισσότερο, με καθήκοντα οικονομικής διαχείρισης των τελευταίων. Το παρόν Δικαστήριο άγεται σε τούτη τη δικανική πεποίθηση εκτιμώντας το γεγονός ότι από το τέλος του έτους 2006 και εφεξής η έδρα των πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών εταιριών είχε μεταφερθεί από τον ...

στο ..., όπου βρίσκεται η κατοικία του τρίτου εκκαλούντος (βλ. παραπάνω). Όσον αφορά, δε, στον εφεσίβλητο, από το τέλος του έτους 2006 και εφεξής εξακολουθούσε να έχει την κατοικία του στο ..., με αποτέλεσμα εκ των πραγμάτων, εκτός από αρμοδιότητες άτυπης εκπροσώπησης των πρώτης και δεύτερης εκκαλουσών εταιριών, να μη διατηρήσει αρμοδιότητες σχετιζόμενες με την οικονομική διαχείριση τους.

Η δε οικονομική διαχείριση των πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών εταιριών από το έτος 2007 ασκούταν ουσιαστικά από τον τρίτο εκκαλούντα, ο οποίος, λόγω της κατοικίας του στο ..., ήτοι στην καινούρια έδρα των εταιριών, είχε στην κατοχή του τόσο το ταμείο, όσο και τα βιβλία των τελευταίων και, κατ' επέκταση, είχε τη δυνατότητα να επιμελείται τον διαχειριστικό έλεγχο τους.

Όσον αφορά στον εφεσίβλητο, λόγω της κατοικίας του στο ..., ήτοι σε τόπο διαφορετικό από την έδρα των πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών εταιριών, δεν είχε τη δυνατότητα να πληροφορείται ουσιαστικά για την οικονομική κατάσταση και τα οικονομικά πεπραγμένα των τελευταίων και, κατ' επέκταση, δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να έχει ανάμειξη στην οικονομική διαχείρισή τους.

Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος είχε την ιδιότητα του μειοψηφούντος μετόχου των πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών ναυτικών εταιριών, χωρίς να έχει ανάμιξη στην οικονομική διαχείριση τους και χωρίς να γνωρίζει την οικονομική κατάσταση και τα οικονομικά πεπραγμένα τους, αρκεί από μόνο του για να νομιμοποιείται να ζητήσει τον διαχειριστικό έλεγχο αυτών (πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών ναυτικών εταιριών).

Αυτό, άλλωστε, προκύπτει από τη διάταξη του άρθρ. 40 παρ. 1 Ν. 959/1979, η οποία ως μοναδική προϋπόθεση για τη νομιμοποίηση προσώπου να ζητήσει τον έλεγχο της διαχείρισης των υποθέσεων ναυτικής εταιρίας τάσσει την ιδιότητα μετόχου ως "μειοψηφούντος" ("1. Αιτήσει μετόχων εκπροσωπούντων τα 3/20 του εταιρικού κεφαλαίου"), χωρίς να τάσσει και άλλες προϋποθέσεις προς τούτο, όπως την προηγούμενη σύγκληση του διοικητικού συμβουλίου και της γενικής συνέλευσης της ναυτικής εταιρίας.

Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος από το έτος 2007 εξακολουθούσε να είναι μέλος του Δ.Σ. των πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών ναυτικών εταιριών, διατηρώντας αρμοδιότητες άτυπης εκπροσώπησης των τελευταίων, δεν στερεί από αυτόν (εφεσίβλητο) τη δυνατότητα και τη νομιμοποίηση να ζητήσει τον διαχειριστικό έλεγχο των εν λόγω εταιριών.

Αυτό επειδή, όπως εκτέθηκε και στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η συμμετοχή μειοψηφούντος μετόχου στο διοικητικό συμβούλιο ναυτικής εταιρίας δεν αποτελεί αρνητική προϋπόθεση για την εκ μέρους του αξίωση διαχειριστικού ελέγχου της τελευταίας, δεδομένου ότι ούτε από το γράμμα, αλλά ούτε και από το πνεύμα της διάταξης του άρθρ. 40 παρ. 1 Ν. 959/1979 διαφαίνεται πρόθεση του νομοθέτη να επιβάλει τέτοια προϋπόθεση στην άσκηση του δικαιώματος ελέγχου της εταιρίας.

Κατά συνέπεια, ο μειοψηφών μέτοχος, που συμμετέχει στο διοικητικό συμβούλιο ναυτικής εταιρίας, έχει δικαίωμα να ζητήσει τη διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου ακόμη και αν ο εν λόγω έλεγχος ανάγεται σε χρόνο που αυτός (μειοψηφών μέτοχος) ήταν μέλος της διοικήσεως της εταιρίας. Κατόπιν τούτου, ο εφεσίβλητος, ως μειοψηφών μέτοχος που συμμετείχε στα Δ.Σ.

των πρώτης και δεύτερης εκκαλουσών ναυτικών εταιριών κατά τα έτη από 2007 έως 2012, οπότε και παραιτήθηκε από την ιδιότητά του ως μέλος του εν λόγω Λ.Σ. (βλ. και παραπάνω), νομιμοποιούταν να ζητήσει τον διαχειριστικό έλεγχο αμφοτέρων των εταιριών τόσο για τα έτη αυτά, όσο και για τα επόμενα, μετά το 2012, έτη, κατά τα οποία αποξενώθηκε και από τις αρμοδιότητες άτυπης εκπροσώπησης των εταιριών, που απέρρεαν από την ιδιότητα του ως μέλος του Δ.Σ.

τους. Κατόπιν τούτου, πρέπει, καταρχήν, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, με τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη απόφαση, κατά πλημμελή εκτίμηση του υφιστάμενου αποδεικτικού υλικού, ήτοι με αιτιολογίες αντιφατικές, αναπόδεικτες και ελλιπείς, δέχθηκε ότι ο εφεσίβλητος, ως Πρόεδρος του ΔΣ και ως νόμιμος εκπρόσωπος των πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών ναυτικών εταιριών, γνώριζε για τα πάντα για τα οικονομικά τους και, συνεπώς, δεν νομιμοποιείται να ζητήσει τον διαχειριστικό έλεγχό τους.

Ομοίως, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι ο τέταρτος λόγος της εφέσεως και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος εφέσεως, που υποβάλλεται με το δικόγραφο των από 26-5-2017 (υπ'αριθμ. κατάθ. 288/2017) προσθέτων λόγων εφέσεως, με τους οποίους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ο εφεσίβλητος, παρόλο που δήλωσε ότι παραιτήθηκε από μέλος του Δ.Σ, των πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών ναυτικών εταιριών, εντούτοις συνεχίζει να είναι μέλος του Δ.Σ.

των τελευταίων, όπως προκύπτει από τις σχετικές από έτος 2016 και από 25 - 4 - 2017 βεβαιώσεις της αρμόδιας υπηρεσίας μητρώου ναυτικών εταιριών του Υπουργείου Ναυτιλίας, και, συνεπώς, δεν νομιμοποιείται στην άσκηση της προμνησθείσας από 11-10-2016 (υπ' αριθμ. κατάθ. ΕΜ/650/11 - 10 - 2016) αιτήσεως. Όπως προεκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος από το έτος 2007 και εφεξής, παρόλο που διατηρούσε την ιδιότητα του ως μέλος του ΔΣ των πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών ναυτικών εταιριών, εντούτοις οι αρμοδιότητες του αναφορικά με την εκπροσώπηση και τη διαχείριση τους ήταν περιορισμένες και, συνεπώς, δεν τελούσε σε πλήρη γνώση σχετικά με την οικονομική πορεία τους.

Επιπροσθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλουμένη απόφαση αξιολόγησε εσφαλμένα την υπ' αριθμ. 9598/11-10-2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβ/φου Άργους Ε. Α. - Α., που περιέχει την κατάθεση του μάρτυρα Μ. Γ., η οποία μπορεί να ληφθεί υπόψη ως τεκμήριο (άρθρ. 339 ΚΠολΔ), όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τον τέταρτο λόγο της έφεσης.

Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι των πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών ναυτικών εταιριών ήταν ο τρίτος εκκαλών και ο πρώτος εφεσίβλητος, καθώς και ότι αυτός (μάρτυρας) επικοινωνούσε πολλές φορές με τον εφεσίβλητο σχετικά με τη σύναψη ναυλοσύμφωνων για τα πλοία των εν λόγω εταιριών και από το 2008 τον ενημέρωνε αναλυτικά για τις οφειλές των τελευταίων στην Εφορία.

Όμως, από την κατάθεση αυτού του μάρτυρα δεν προκύπτει ούτε ότι ο εφεσίβλητος, εκτός από τη σύναψη ναυλοσύμφωνων, είχε και περισσότερες αρμοδιότητες εκπροσώπησης των πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών ναυτικών εταιριών, ούτε ότι αυτός (εφεσίβλητος) από το έτος 2008 είχε πλήρη εικόνα για το σύνολο των οφειλών και την εν γένει οικονομική κατάσταση των εν λόγω εταιριών [...].

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου έκρινε ότι ο εφεσίβλητος είχε δικαίωμα να ζητήσει, με αίτησή του, τον διαχειριστικό έλεγχο της πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών ναυτικών εταιριών, καθόσον, σύμφωνα με τους ορισμούς του αρθρ. 28 παρ. 5 Ν. 959/1979, η Γενική Συνέλευση των μετόχων, ως ανώτατο όργανο των ναυτικών εταιριών, είναι η μόνη αρμόδια για να αποφασίσει τη διενέργεια του εν λόγω ελέγχου.

Ότι στην προκειμένη περίπτωση ο εφεσίβλητος ουδέποτε συγκάλεσε τις Γενικές Συνελεύσεις, ή έστω τα Δ.Σ., των πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών εταιριών με θέμα προς συζήτηση τα οικονομικά των τελευταίων και την ανάγκη διενέργειας διαχειριστικού ελέγχου επ' αυτών και, συνεπώς, δεν νομιμοποιείται στην άσκηση της προμνησθείσας από 11 - 10 - 2016 (υπ' αριθμ.

κατάθ. EM/650/11 -10 - 2016) αιτήσεως. Ο τρίτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος. Όπως προεκτέθηκε, μόνο το γεγονός ότι ένα πρόσωπο έχει την ιδιότητα του μειοψηφούντος μετόχου ναυτικής εταιρίας, ανεξαρτήτως αν είναι μέλος του Δ.Σ. της ή όχι, αρκεί για θεμελιωθεί η νομιμοποίησή του να ζητήσει τον διαχειριστικό έλεγχο της εταιρίας αυτής, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρ. 40 παρ. 1 Ν. 959/1979, εκτός από την ιδιότητα του μετόχου ως "μειοψηφούντος", δεν ορίζει ότι απαιτούνται κι άλλες ακόμη προϋποθέσεις για τη νομιμοποίηση της άσκησης διαχειριστικού ελέγχου της ναυτικής εταιρίας, όπως η προηγούμενη σύγκληση της γενικής συνέλευσης της τελευταίας.

Τα παραπάνω, άλλωστε, προκύπτουν και από τη διάταξη του άρθρ. 28 παρ. 5 Ν. 959/1979, την οποία οι εκκαλούντες επικαλούνται με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή : "Η Γενική Συνέλευσις είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίζει ... περί : α) των τροποποιήσεων της Εταιρικής Συμβάσεως, β) Εκλογής μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, γ) ανακλήσεως των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, δ) Εγκρίσεως του ισολογισμού ή της κατ' άρθρο 35 λογιστικής καταστάσεως και διαθέσεως των κερδών, ε) συγχωνεύσεως, παραστάσεως ή διαλύσεως της εταιρίας, στ) διορισμού εκκαθαριστών και ζ) απαλλαγής των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου από πάσης ευθύνης".

Δηλαδή, η ανωτέρω διάταξη δεν περιλαμβάνει ρητώς στις περιπτώσεις, για τις οποίες η Γενική Συνέλευση είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίζει, και την περίπτωση της διενέργειας διαχειριστικού ελέγχου.

Συνεπώς, όπως προκύπτει από την a contrario ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, η απόφαση για τη διενέργεια διαχειριστικού ελέγχου επί των οικονομικών της ναυτικής εταιρίας δεν ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Γενικής Συνέλευσης της τελευταίας, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως οι εκκαλούντες.

Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρόσθετος λόγος εφέσεως, που υποβάλλεται με το από 10-5-2017 (υπ' αριθμ. κατάθ. 215/2017) δικόγραφο προσθέτων λόγων εφέσεως, με τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη απόφαση κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου παρέλειψε να αναφέρει ότι ο ορισθείς με αυτήν πραγματογνώμονας έχει την υποχρέωση να δώσει τον προβλεπόμενο όρκο του πραγματογνώμονα εντός συγκεκριμένης εύλογης προθεσμίας.

Κατά την κρίση του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, η παράλειψη αυτή μπορεί να συμπληρωθεί από τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρ. 385 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία : "1. Πριν από κάθε ενέργεια οι πραγματογνώμονες ορκίζονται σύμφωνα με τις διακρίσεις του άρθρου 408 ότι θα εκτελέσουν ευσυνειδήτως τα καθήκοντά τους. 2.

Η όρκιση των πραγματογνωμόνων γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ... και συνάσσεται έκθεση γι' αυτήν". Στην προκειμένη, δε, περίπτωση δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, που προβλέπει την όρκιση του πραγματογνώμονα και τον τόπο διεξαγωγής της, και, συνεπώς, το γεγονός ότι στην εκκαλουμένη απόφαση δεν γίνεται μνεία σχετικά με την όρκιση του πραγματογνώμονα, που ορίσθηκε από αυτήν (εκκαλουμένη απόφαση), είναι επουσιώδες και χωρίς έννομη συνέπεια.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο του από 26 - 5 - 2017 (υπ' αριθμ. κατάθ. 288/2017) δικογράφου προσθέτων λόγω εφέσεως, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου όρισε ότι ο ελεγκτής, που ορίσθηκε με αυτήν (εκκαλουμένη απόφαση), πρέπει να λάβει υπόψη του "το σύνολο των αφορώντων την οικονομική διαχείριση εταιρικών βιβλίων και εγγράφων των δύο ελεγχομένων εταιριών για τα διαχειριστικά έτη 2007 - 2016", καθόσον, σύμφωνα με την κείμενη φορολογική νομοθεσία (Ν. 4174/2013 και άρθρο 84 Ν. 2238/2014), οι ελεγκτέες εταιρίες υποχρεούνται να τηρούν βιβλία και στοιχεία της τελευταίας πενταετίας και όχι της τελευταίας δεκαετίας.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όπως προκύπτει από το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης, ο ελεγκτής Δ. Γ. του Ν., που ορίσθηκε με αυτήν (εκκαλουμένη απόφαση), έχει την ευχέρεια να λάβει υπόψη του το σύνολο των εταιρικών βιβλίων και εγγράφων των πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών ναυτικών εταιριών, προκειμένου, σύμφωνα με τις γνώσεις και την εμπειρία του, να διενεργήσει τον διαχειριστικό έλεγχο επί των οικονομικών τους με τον τρόπο που αυτός θα κρίνει καταλληλότερο.

Επομένως, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι οι πρώτη και δεύτερη εκκαλούσες ναυτικές εταιρίες έχουν τηρήσει βιβλία και στοιχεία μόνο της τελευταίας πενταετίας και όχι και της τελευταίας δεκαετίας, ο προαναφερόμενος ελεγκτής, που διορίσθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, θα έχει κατά τη διενέργεια του ελέγχου τη δυνατότητα και την ευχέρεια να λάβει υπόψη του κάθε άλλο έγγραφο, που θα αφορά την οικονομική κατάσταση και πορεία των εν λόγω εταιριών κατά την τελευταία δεκαετία.

Τέλος, με τον πρώτο λόγο της έφεσης και με τον δεύτερο λόγο του από 26-5 -2017 (υπ' αριθμ. κατάθ. 288/2017) δικογράφου προσθέτων λόγων έφεσης οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί, επειδή στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της περιέχονται σφάλματα. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως νόμω αβάσιμοι.

Τα σφάλματα στο κείμενο της εκκαλουμένης απόφασης, που επικαλούνται με τους ανωτέρω λόγους οι εκκαλούντες, όπως ο χαρακτηρισμός ως Υ/Φ (υδροφόρων), αντί του ορθού Φ/Γ (φορτηγών), των πλοίων με τα ονόματα "..." και "...", που εκμεταλλεύονται η πρώτη και δεύτερη των εκκαλουσών ναυτικές εταιρίες, η αναγραφή στο τέλος του διατακτικού "σε κεκλεισμένων των θυρών δημοσίευση" αντί του ορθού "σε δημόσια συνεδρίαση" κλπ, έχουν εμφιλοχωρήσει από παραδρομή και μόνο.

Πιο συγκεκριμένα, τα σφάλματα αυτά αποτελούν "γραφικά λάθη", που εμφιλοχώρησαν κατά τη σύνταξη του σχεδίου της εκκαλουμένης απόφασης, και όχι για σφάλματα που αφορούν την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για το νόμω και ουσία βάσιμο της προμνησθείσας από 11-10-2016 (υπ' αριθμ. κατάθ. ΒΜ/650/11-10-2016) αιτήσεως.

Η δε διόρθωση αυτών των σφαλμάτων μπορεί να γίνει μόνο με τη διαδικασία του άρθρ. 315 ΚΠολΔ, η οποία δεν αποσκοπεί στη μεταβολή της απόφασης, όπως συμβαίνει με το ένδικο μέσο της εφέσεως, αλλά στην ορθή διατύπωση της πραγματικής κρίσης του δικαστηρίου [...]. Επομένως, τα προαναφερόμενα σφάλματα δεν μπορούν να προσβληθούν με λόγο εφέσεως, δυνάμει του οποίου ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης που τα περιέχει, αλλά με την αίτηση του άρθρ. 315 ΚΠολΔ, δυνάμει της οποίας ζητείται η διόρθωσή τους, χωρίς να μεταβληθεί η ουσία της εκκαλουμένης απόφασης.

Επιπροσθέτως, τα εν λόγω σφάλματα στο κείμενο της εκκαλουμένης απόφασης δεν προήλθαν σε καμία περίπτωση κατόπιν παραμόρφωσης περιεχομένου εγγράφων, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο της έφεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού έκανε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την προμνησθείσα από 11-10-2016 (υπ' αριθμ.

κατάθ. EM/650/11-10-2016) αίτηση του εφεσίβλητου, διέταξε τον διαχειριστικό έλεγχο των πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών ναυτικών εταιριών και όρισε ελεγκτή τον Δ. Γ. του Ν., κάτοικο Αθηνών, προκειμένου να διενεργήσει και ολοκληρώσει τον εν λόγω έλεγχο για τα διαχειριστικά έτη από 2007 έως 2016 και υποχρέωσε τα μέλη των Δ.Σ.

των πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών ναυτικών εταιριών να ανεχθούν τη διενέργεια του προαναφερομένου διαχειριστικού ελέγχου, ερμήνευσε και εφήρμοσε ορθώς τις σχετικές νομικές διατάξεις και εκτίμησε προσηκόντως το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό. Πρέπει, επομένως, το υπό κρίση δικόγραφο της έφεσης και τα υπό κρίση δικόγραφα προσθέτων λόγων εφέσεως, για τα οποία, εκτός από τους προαναφερόμενους λόγους, δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς εξέταση, να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, δικάζον ως Δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους και έτσι επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ανωτέρω από 11-10-2016 αίτηση του αναιρεσίβλητου και είχε διαταχθεί, όπως προεκτέθηκε, ο διαχειριστικός έλεγχος των πρώτης και δεύτερης αναιρεσειουσών ναυτικών εταιρειών.

Από το σύνολο των προεκτεθεισών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, συμμορφώθηκε πλήρως με την αναιρετική υπ' αριθμ. 422/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ειδικότερα, η αναιρετική αυτή απόφαση, με βάση το προεκτεθέν περιεχόμενό της, έλυσε το νομικό ζήτημα ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 40 του Ν. 959/1979, αναφορικά με τη διενέργεια του έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου της ναυτικής εταιρείας, δεχόμενο, σύμφωνα με τις ίδιες νομικές σκέψεις που αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη της παρούσας, ότι "Η εκπροσώπηση της αιτούσας μειοψηφίας στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας ή ακόμη και η συμμετοχή κάποιου μέλους της σ' αυτό, δεν αποτελεί αρνητική προϋπόθεση του ελέγχου της ως άνω μειοψηφίας. ... .

Επομένως και ο μειοψηφών μέτοχος, που συμμετέχει στο διοικητικό συμβούλιο, έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη διενέργεια έκτακτου ελέγχου και αν ακόμη ο έλεγχος αυτός ανάγεται σε χρόνο που ήταν μέλος της διοικήσεως της εταιρείας. Απαιτείται, όμως, ο αιτών τον έκτακτο έλεγχο, μειοψηφών μέτοχος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου, να μην έχει ανάμειξη στην οικονομική διαχείριση της εταιρείας και να μην γνωρίζει την οικονομική κατάσταση και τα οικονομικά πεπραγμένα αυτής.

Πρέπει, επομένως, το δικαστήριο της ουσίας να ερευνά τη βασιμότητα των ισχυρισμών του αιτούντος τον έκτακτο έλεγχο, ότι τη διαχειριστική εξουσία της εταιρείας ασκούσε άλλο μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής και ότι ο ίδιος δεν είχε ενημερωθεί για τα οικονομικά πεπραγμένα της".

Συνεπώς, το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το περιεχόμενο αυτής αναλυτικά προεκτέθηκε, συμμορφώθηκε ως προς το παραπάνω κριθέν νομικό ζήτημα, καθόσον υιοθέτησε ως προς το εννοιολογικό περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 40 του Ν. 959/1979, την ίδια ακριβώς νομική εκδοχή προς εκείνη στην οποία στηρίχθηκε η αναιρετική απόφαση, ενώ περαιτέρω, εφόσον, η προηγούμενη υπ' αριθμ. 461/2017 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου αναιρέθηκε και για έλλειψη νόμιμης βάσης, το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, δεν δεσμευόταν από τις διαπιστώσεις της άνω αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορούσε να τα εκτιμήσει διαφορετικά και συνεπώς με το να προβεί σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αναλυτικά εκτεθείσες παραδοχές του, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη συμμορφώσεώς του προς την αναιρετική απόφαση, δεχόμενο ότι ο αιτών - αναιρεσίβλητος ως μειοψηφών μέτοχος, που συμμετείχε στο διοικητικό συμβούλιο των ως άνω αναιρεσειουσών ναυτικών εταιρειών, έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου, κατ' άρθρο 40 του Ν. 959/1979, διότι, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες επί της ουσίας παραδοχές του, αυτός δεν είχε ανάμειξη στην οικονομική διαχείριση των εταιρειών, δεν γνώριζε την οικονομική κατάσταση και τα οικονομικά πεπραγμένα αυτών και ο ίδιος δεν είχε ενημερωθεί για τα οικονομικά πεπραγμένα της, και ειδικότερα δεχόμενο ότι : "όπως αποδείχθηκε, ο εφεσίβλητος από το έτος 2007, παρόλο που διατηρούσε την ιδιότητά του ως μέλος του Δ.Σ.

των πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών ναυτικών εταιριών, εντούτοις είχε ουσιαστικά αποξενωθεί από καθήκοντα οικονομικής διαχείρισης των τελευταίων", ότι "δεν ήταν επιφορτισμένος με καθήκοντα ουσιαστικής εκπροσώπησης των πρώτης και δεύτερης εκκαλουσών ναυτικών εταιριών και, πολύ περισσότερο, με καθήκοντα οικονομικής διαχείρισης των τελευταίων", ότι "η οικονομική διαχείριση των πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών εταιριών από το έτος 2007 ασκούνταν ουσιαστικά από τον τρίτο εκκαλούντα, ο οποίος, λόγω της κατοικίας του στο ..., ήτοι στην καινούρια έδρα των εταιριών, είχε στην κατοχή του τόσο το ταμείο, όσο και τα βιβλία των τελευταίων και, κατ' επέκταση, είχε τη δυνατότητα να επιμελείται τον διαχειριστικό έλεγχο τους" και ότι " όσον αφορά στον εφεσίβλητο, λόγω της κατοικίας του στο ..., ήτοι σε τόπο διαφορετικό από την έδρα των πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών εταιριών, δεν είχε τη δυνατότητα να πληροφορείται ουσιαστικά για την οικονομική κατάσταση και τα οικονομικά πεπραγμένα των τελευταίων και, κατ' επέκταση, δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να έχει ανάμειξη στην οικονομική διαχείρισή τους.

Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος είχε την ιδιότητα του μειοψηφούντος μετόχου των πρώτης και δεύτερης των εκκαλουσών ναυτικών εταιριών, χωρίς να έχει ανάμιξη στην οικονομική διαχείριση τους και χωρίς να γνωρίζει την οικονομική κατάσταση και τα οικονομικά πεπραγμένα τους, αρκεί από μόνο του για να νομιμοποιείται να ζητήσει τον διαχειριστικό έλεγχο αυτών".

Επομένως, σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά ( ΑΠ 271/2021, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 756/2011, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009), χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 217/2016, 2031/2007).

Επομένως, ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο οδηγήθηκε στηριζόμενο στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι αναγκαίο να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 609/2020) και να μνημονεύει από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο σχημάτισε την κρίση του για την αλήθεια κάθε ισχυρισμού που ερεύνησε (ΑΠ 10/2021).

Περαιτέρω, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

ΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της διάταξης του εδαφίου β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 735/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1512/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα επί της ουσίας της όλης υποθέσεως, αλλά και ειδικότερα επί της κρίσης του ότι ο αιτών - αναιρεσίβλητος δεν είχε ανάμειξη στην οικονομική διαχείριση των άνω ναυτικών εταιρειών, δεν γνώριζε την οικονομική τους κατάσταση και τα οικονομικά τους πεπραγμένα και δεν είχε τη δυνατότητα να πληροφορείται ουσιαστικά για την οικονομική κατάσταση και τα οικονομικά πεπραγμένα αυτών (όπως ανελέγκτως δέχθηκε), αφού έλαβε υπόψη του τα ρητά μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα, όπως κατά λέξη αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: "Από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ήτοι από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αιτούντος και ήδη εφεσίβλητου, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν" και συνεπώς οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν έγιναν χωρίς απόδειξη.

Δεν ήταν, δε, αναγκαίο να μνημονεύει το Εφετείο από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο σχημάτισε την κρίση του για την αλήθεια κάθε ισχυρισμού που ερεύνησε, ούτε να αξιολογεί χωριστά και ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο. Εξάλλου, το ότι το Εφετείο χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα αποδεικτέα περιστατικά και για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων και στοιχείων, δεν στοιχειοθετεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως, αλλά ούτε και λόγο αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 εδαφ.

β' και 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο κρινόμενος δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 10 του Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα ότι παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ενώ κατά το μέρος του με το οποίο παραπονούνται για τη λήψη υπόψη από το Εφετείο των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. [που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δικ.), αλλά και της αρχής της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)], ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση) και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων, ούτε επίσης και τα επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν τα ανωτέρω προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολομ.

ΑΠ 14/2004, ΑΠ 231/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου του εγγράφου και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 833/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολομ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδαφ.

β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, κατ' εκτίμηση των όσων εκτίθενται για τη θεμελίωσή του, ότι δεν έλαβε υπόψη, τους ισχυρισμούς τους ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος ουδέποτε παραιτήθηκε από μέλος του Δ.Σ.

των ανωτέρω ναυτικών εταιρειών και Πρόεδρος του Δ.Σ. αυτών, ούτε και από νόμιμος εκπρόσωπός τους, ούτε και αποξενώθηκε από τις αρμοδιότητες που απορρέουν από τις ιδιότητές του αυτές και από την οικονομική διαχείριση των εταιρειών, καθώς και ότι ουδέποτε το Δ.Σ των εταιρειών αυτών ανέθεσε αποκλειστικά στον τρίτο καθού η αίτηση και ήδη τρίτο αναιρεσείοντα την οικονομική διαχείρισή τους, όπως τα ανωτέρω προκύπτουν, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, από τις αριθμ.

πρωτ. ΑΠ 2212.3-1/3397/26/16332/2016 και ΑΠ 2212.3-1/3955/26/90687/ 2016 βεβαιώσεις της Υπηρεσίας Μητρώου Ναυτικών Εταιρειών του πρώην ΥΕΝ, τα ναυλοσύμφωνα, τη σύμβαση δανείου ποσού 50.000 ευρώ, την πώληση πλοίου και την εκχώρηση απαιτήσεως λόγω ενεχύρου. Ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω μέρος του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον :

α) οι ανωτέρω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την ανωτέρω έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ., αλλά συνιστούν αρνητικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων προς αντίκρουση της ένδικης αιτήσεως του αιτούντος και ήδη αναιρεσίβλητου και πραγματικά επιχειρήματα αυτών για την υποστήριξη των απόψεων τους, που αντλούνται από τα επικαλούμενα από αυτούς αποδεικτικά έγγραφα, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, β) στην πραγματικότητα οι αναιρεσείοντες δεν αιτιώνται τη μη λήψη υπόψη "πραγμάτων" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ, αλλά την παραγνώριση της αξίας αποδεικτικών μέσων και δη των άνω επικαλούμενων από αυτούς αποδεικτικών εγγράφων και γ) υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, πλήττεται το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως και η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και τους απέρριψε καταλήγοντας σε αντίθετο πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους ( ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη ( ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ.

ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη ( ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου ( ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019).

Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.

ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 705/2019). Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 100/2007).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 1320/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, και με τον έκτο (επικουρικό) πρόσθετο αυτής λόγο υποστηρίζουν ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, τα αποδεικτικά μέσα και δη τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και ειδικότερα: 1) τις αριθμ.

πρωτ. ... βεβαιώσεις της Υπηρεσίας Μητρώου Ναυτικών Εταιρειών του πρώην ΥΕΝ, 2) τα ναυλοσύμφωνα, τα οποία αποτελούν την μία και κύρια εμπορική - οικονομική συναλλαγή του πλοίου, 3) τη σύμβαση δανείου ποσού 50.000 ευρώ, 4) την πώληση πλοίου, 5) την εκχώρηση απαιτήσεως λόγω ενεχύρου, 6) 24 φωτοαντίγραφα τραπεζικών επιταγών πληρωμής διαφόρων χρηματικών ποσών που υπογράφονται από τον αιτούντα - αναιρεσίβλητο και 7) την από 6-10-2011 σύμβαση δανείου μεταξύ του δανειστή Μ.

Μ. και της πρώτης αναιρεσείουσας ως δανειολήπτριας την οποία υπογράφει ο αιτών - αναιρεσίβλητος, ποσού 50.000 ευρώ, συνοδευόμενη από αντίστοιχο ποσό τραπεζικής επιταγής της 30-12-2011 επί της Εθνικής Τράπεζας, στις σφραγίδες επί οποίας (επιταγής) αναγράφεται ότι η εταιρεία, παρά τη μεταφορά της έδρας της στο ..., διατηρούσε γραφεία και στον ....

Οι λόγοι αυτοί [ανεξαρτήτως της αοριστίας του τρίτου λόγου ως προς τα ανωτέρω υπ' αριθμ. 3, 4 και 5 έγγραφα, τα οποία δεν εξειδικεύονται και δεν καθορίζονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο στο αναιρετήριο], είναι αβάσιμοι, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, που είχαν προσκομισθεί με επίκληση από τους διαδίκους και αυτό έλαβε υπόψη του, μεταξύ των οποίων, όπως κατά λέξη στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται : "και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν", σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς αυτό να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, εκτός του ότι, όσον αφορά την ανωτέρω πρώτη αναφερόμενη βεβαίωση της Υπηρεσίας Μητρώου Ναυτικών Εταιρειών του πρώην ΥΕΝ, έκανε συγκεκριμένη μνεία και αναφορά, χωρίς πάντως από αυτό να συνάγεται ότι τα λοιπά ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, από την ανωτέρω γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά έγγραφα σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και αυτά με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς κανένα να παραληφθεί.

Η άποψη των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών εγγράφων θα οδηγούσε το Εφετείο σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένo. Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων, σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 794/2020, ΑΠ 960/2015).

Ο παρών λόγος απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος αν ο 'Αρειος Πάγος, επισκοπώντας την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διαπιστώνει ότι δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου, δηλαδή αν προκύπτει από το περιεχόμενό της ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απασχολήθηκε, με την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου ( ΑΠ 790/2020, ΑΠ 366/2020, ΑΠ 685/2019, ΑΠ 701/2008).

Για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης, που προηγήθηκε από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ` αυτή με δύναμη δεδικασμένου, σε συσχετισμό με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης, ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο, ο τρόπος με τον οποίο, συγκεκριμένως, παραβιάστηκε αυτό και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., για το δεδικασμένο, καθώς και ότι η περί δεδικασμένου ένσταση είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.

ΑΠ 1339/1985, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 1311/2018, ΑΠ 2/2006, ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 2/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 16 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το δεδικασμένο που απορρέει από τα κριθέντα με την υπ'αριθμ. 461/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατά τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια, με αποτέλεσμα να προβεί σε παραδοχές οι οποίες είχαν κριθεί τελεσίδικα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατ' αρχάς ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο, ο τρόπος με τον οποίο, συγκεκριμένως, παραβιάστηκε αυτό και οι παραδοχές του Εφετείου με τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., για το δεδικασμένο, καθώς και ότι η περί δεδικασμένου ένσταση είχε προταθεί νομίμως στο άνω Δικαστήριο της ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος καθόσον: α) όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Εφετείο δεν απασχολήθηκε καθόλου με την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου και β) η επικαλούμενη υπ' αριθμ. 461/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, αναιρέθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στο σύνολό της και ως εκ τούτου δεν υφίσταται ζήτημα παραγωγής δεδικασμένου από αυτή.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).

Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Δηλαδή, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 53/2021, ΑΠ 414/2019). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 40 του Ν. 959/1979, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως που εφαρμόστηκε, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ότι ο αιτών - αναιρεσίβλητος, έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου, κατ' άρθρο 40 του Ν. 959/1979, διότι πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού και ειδικότερα είναι μειοψηφών μέτοχος που εκπροσωπεί τα 3/20 του εταιρικού κεφαλαίου (και δη ποσοστό μεγαλύτερο αυτού) και συμμετείχε στο διοικητικό συμβούλιο των ως άνω αναιρεσειουσών ναυτικών εταιρειών, πλην όμως από το έτος 2007 και μετέπειτα αυτός δεν είχε ανάμειξη στην οικονομική διαχείριση των άνω εταιρειών, δεν γνώριζε την οικονομική κατάσταση και τα οικονομικά πεπραγμένα αυτών και δεν είχε τη δυνατότητα να πληροφορείται ουσιαστικά για την οικονομική κατάσταση και τα οικονομικά τους πεπραγμένα και με βάση τις παραδοχές αυτές διατύπωσε το ανωτέρω σαφές και πλήρες αποδεικτικό του πόρισμα.

Ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ της παραδοχής της πληττόμενης αποφάσεως ότι ο αιτών - αναιρεσίβλητος συνεργαζόταν ομαλά με τον έτερο νόμιμο εκπρόσωπο των εταιρειών αυτών και ήδη τρίτο αναιρεσείοντα και της άλλης παραδοχής της ότι ο αιτών - αναιρεσίβλητος από το έτος 2007 είχε ουσιαστικά αποξενωθεί από τα καθήκοντα της οικονομικής διαχείρισης των άνω αναιρεσειουσών - ναυτικών εταιρειών, καθόσον η πρώτη ανωτέρω παραδοχή δεν συγκρούεται και δεν αναιρεί τη δεύτερη.

Επομένως, ο πέμπτος αναιρετικός λόγος και οι πέμπτος και έβδομος πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι, ως προς τις ανωτέρω αιτιάσεις, αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, όλες οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που περιλαμβάνονται στους παραπάνω αναφερόμενους λόγους, είναι απαράδεκτες, καθόσον οι φερόμενες ως αντιφάσεις, ασάφειες και ανεπάρκειες στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές και πλήρες αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε απόψεις και επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη των προβληθεισών από αυτούς ισχυρισμών, οι οποίοι όμως δεν έγιναν δεκτοί από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό και σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).

Συνεπώς, όλες οι αιτιάσεις που περιέχονται στους ανωτέρω λόγους, με τους οποίους προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και απαράδεκτες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 19/2017, ΑΠ 130/2016). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.

Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (Ολ. ΑΠ 16/1998, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 339/2020, ΑΠ 668/2020). Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ.

α' και β' Κ.Πολ.Δ., στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά, που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές, της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμός 8 και 14 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα ( ΑΠ 668/2020, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 1155/2019, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 769/2017).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία, για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης, γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή, ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης, γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) (ΑΠ 811/2021, ΑΠ 661/2020, ΑΠ 339/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 18/2018).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 959/1979 ορίζεται ότι: "1. Η ναυτική εταιρεία διοικείται και εκπροσωπείται υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, το οποίον απαρτίζεται εκ τριών τουλάχιστον μελών", με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: "2. Αι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου καταχωρίζονται εις πρακτικόν υπογραφόμενον υπό των παραστάντων μελών του ή των αντιπροσώπων αυτών", με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του εν λόγω νόμου ορίζεται ότι : "1.

Το διοικητικόν συμβούλιον είναι αρμόδιον ν` αποφασίζη επί παντός θέματος αφορώντος εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας, περιλαμβανομένης της παροχής εγγυήσεων και πάσης εμπραγμάτου ασφαλείας υπέρ ετέρων φυσικών ή νομικών προσώπων" και τέλος με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ιδίου ως άνω νόμου ορίζεται ότι : "1.

Το διοικητικόν συμβούλιον δύναται ν` αναθέτη εν όλω ή εν μέρει, δια αποφάσεως αυτού, την άσκησιν των εξουσιών ή αρμοδιοτήτων του εις εν ή και περισσότερα μέλη του ή εις τρίτους, καθορίζον άμα και την έκτασιν των εξουσιών τούτων". Ήδη με τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους αναιρετικούς λόγους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο :

α) εσφαλμένα δέχθηκε ότι η αίτηση είναι ορισμένη, παραδεκτή και νόμιμη, παρά το γεγονός ότι έλλειπε από αυτήν το ουσιώδες στοιχείο του ουσιαστικού δικαίου κανόνα των άρθρων 17 παρ. 2 και 20 του Ν. 959/1979, ήτοι η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου καθεμιάς των αναιρεσειουσών ναυτικών εταιρειών περί αναθέσεως στον τρίτο καθ' ού η αίτηση και ήδη τρίτο αναιρεσείοντα, της ασκήσεως της διαχειριστικής εξουσίας αυτών και έτσι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που αξιώνουν οι ως άνω διατάξεις (πρώτος πρόσθετος λόγος) και β) εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 12 παρ. 1, 17, 19 παρ. 1 και 20 του Ν. 959/1979, όπως, κατά τους ισχυρισμούς τους, είχε νομική υποχρέωση, αφού διέταξε τον έλεγχο της διαχείρισης της πρώτης και δεύτερης των αναιρεσειουσών, εφαρμόζοντας το άρθρο 40 του Ν. 959/1979, χωρίς να συντρέχουν οι από τα άρθρα 17 παρ. 2 και 20 του νόμου αυτού προϋποθέσεις εφαρμογής του, αρκεσθείσα σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που αξιώνουν οι ως άνω διατάξεις (δεύτερος πρόσθετος λόγος).

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι, καθόσον η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 40 του Ν. 959/1979, για τη διενέργεια του διαχειριστικού ελέγχου κατόπιν αιτήσεως της μειοψηφίας των μετόχων, δεν εξαρτάται και δεν τελεί υπό την τήρηση των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 και 20 του Ν. 959/1979, αφού ούτε από το γράμμα, αλλά ούτε από το πνεύμα του νόμου προκύπτει βούληση του νομοθέτη να επιβάλει τέτοιες προϋποθέσεις στην άσκηση του δικαιώματος ελέγχου της εταιρείας και συνεπώς δεν αποτελεί στοιχείο της βάσεως της ένδικης από 11-10-2016 αιτήσεως η αναφορά αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου καθεμιάς των αναιρεσειουσών ναυτικών εταιρειών περί αναθέσεως στον τρίτο καθ' ού η αίτηση και ήδη τρίτο αναιρεσείοντα, της ασκήσεως της διαχειριστικής εξουσίας αυτών και συνακόλουθα δεν είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας εκ του λόγου αυτού η ένδικη αίτηση, ούτε περαιτέρω το Εφετείο [που ερεύνησε, ως όφειλε, σε συμμόρφωση προς την υπ' αριθμ. 422/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, τη βασιμότητα των ισχυρισμών του αιτούντος τον έκτακτο έλεγχο, ότι τη διαχειριστική εξουσία των άνω εταιρειών ασκούσε άλλο μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής και δη ο τρίτος καθ' ού η αίτηση και ήδη τρίτος αναιρεσείων και ότι ο ίδιος δεν γνώριζε για τα οικονομικά πεπραγμένα της], είχε υποχρέωση να εξαρτήσει την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 40 του Ν. 959/1979 [την οποία, όπως προεκτέθηκε, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε], από την τήρηση των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 και 20 του Ν. 959/1979, και ως εκ τούτου δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που αξιώνουν οι ως άνω διατάξεις, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, ενόψει μάλιστα του ότι η ως άνω υπ' αριθμ. 422/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι "Πρέπει, επομένως, το δικαστήριο της ουσίας να ερευνά τη βασιμότητα των ισχυρισμών του αιτούντος τον έκτακτο έλεγχο, ότι τη διαχειριστική εξουσία της εταιρείας ασκούσε άλλο μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής....", χωρίς να θέτει άλλες προϋποθέσεις και χωρίς να απαιτεί, ως προς το ζήτημα αυτό, της ασκήσεως της διαχειριστικής εξουσίας από άλλο μέλος του διοικητικού συμβουλίου, να συντρέχουν τα οριζόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 20 του Ν. 959/1979, προκειμένου να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 40 του Ν. 959/1979.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως κατά αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με το λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική. Η ρύθμιση της διατάξεως αυτής δικαιολογείται από το γεγονός ότι μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής οριοθετείται από δύο, κατά βάση, διατάξεις:

Αφενός μεν από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, και αφετέρου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 18 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.

Προϋπόθεση του σχετικού απαραδέκτου είναι ότι το δικαστήριο της παραπομπής συμμορφώθηκε με την απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παραπέμπει σ' αυτό. Συντρέχει δε το απαράδεκτο αυτό, αν ο αναιρεσείων προβάλλει ότι κακώς συμμορφώθηκε το δικαστήριο της παραπομπής με το νομικό ζήτημα που επιλύθηκε με την απόφαση του Αρείου Πάγου, γιατί η λύση που δόθηκε από την τελευταία απόφαση είναι εσφαλμένη.

Αντιθέτως, το απαράδεκτο δεν συντρέχει, αν το δικαστήριο της παραπομπής παρέκλινε από τη λύση που έδωσε ως προς το νομικό ζήτημα η απόφαση του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1921/2013). Με τον τρίτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον δεχόμενο ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος νομιμοποιείται ενεργητικά να ζητήσει τη διενέργεια του διαχειριστικού ελέγχου, παρόλο που, σύμφωνα με τις παραδοχές της, ήταν μέλος του Δ.Σ.

των αναιρεσειουσών ναυτικών εταιρειών, αφενός εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 40 του Ν. 959/1979, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, δεν ήταν εφαρμοστέα και αφετέρου εσφαλμένα δεν κήρυξε την αίτηση απαράδεκτη, θεωρώντας ότι ο αιτών - αναιρεσίβλητος νομιμοποιείται ενεργητικά να ζητήσει τη διενέργεια του διαχειριστικού ελέγχου.

Από την προαναφερθείσα κρίση του Εφετείου προκύπτει ότι, το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο της παραπομπής, με όλα όσα ανωτέρω δέχθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενήργησε σε συμμόρφωση προς την υπ' αριθμ. 422/2019 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου. Επομένως, ο κρινόμενος τρίτος πρόσθετος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλονται ως σφάλματα αφ' ενός οι παραδοχές της άνω αναιρετικής αποφάσεως και αφ' ετέρου οι ως άνω παραδοχές του Εφετείου, που διατυπώθηκαν σε συμμόρφωση προς την εν λόγω αναιρετική απόφαση και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 14 του Κ.Πολ.Δ., είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτος.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η ως άνω υπ' αριθμ. 422/2019 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη της παρούσας, δεσμευτική και για τον παρόν Δικαστήριο, εφόσον επανήλθε σ' αυτό η ίδια υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου της παραπομπής, η δέσμευση δε αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε η εν λόγω αναιρετική απόφαση.

Τέλος, με τον τέταρτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον έκρινε την αίτηση του αναιρεσίβλητου ως παθητικά νομιμοποιούμενη και παραδεκτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης και δεύτερης των καθ' ών η αίτηση και ήδη πρώτης και δεύτερης αναιρεσείουσες - ναυτικές εταιρείες, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως προς αυτές λόγω ελλείψεως παθητικά νομιμοποίησής τους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον η σχετική, από το άρθρο 40 του Ν. 959/1979, αίτηση μπορεί να στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρίας, αλλά και κατά των μελών της ελεγκτέας διοικήσεως, τα οποία ομοδικούν (άρθρο 74 παρ. 2 ΚΠολΔ), ως συνυποκείμενα με εκείνη (διοίκηση) στον αιτούμενο διαχειριστικό έλεγχο.

Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ .

-

Απορρίπτει την από 23-7-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 31/24-7-2020 αίτηση και τους επ' αυτής από 07-10-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 38/08-4-2021 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ