Supreme Court allows appeal against conviction for fraud due to lack of specific reasoning on joint criminal intent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a verdict of fraud and forgery, remanding the case for a new trial. The defendants argued that the lower court failed to provide specific and detailed reasoning regarding their joint criminal intent and the specific circumstances of their participation in the forgery. The court agreed, ruling that the original judgment lacked the required legal justification for finding them accomplices, which was essential for the conviction of the subsequent fraud charge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 7(1) of the Constitution; Article 7(1) of the ECHR; Article 15 of the ICCPR; Article 510(1)(d) of the Criminal Code; Article 519 of the Criminal Code: A criminal conviction is void if the court of first instance fails to provide specific and detailed reasoning regarding the elements of joint criminal participation, as this violates the principle of legality and the right to a fair trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1491 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1491/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 10 Απριλίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Δ. Ρ. του Α. και 2. Κ. Ρ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόκτιστο Πιπερόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 145/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Βέροιας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Κ. του Μ., κατοίκου ... ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Μαρτίου 2019 (2) αιτήσεις αναίρεσης, που ασκήθηκαν ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Βέροιας, Βασιλικής Στάμου και έλαβαν αριθμούς πρωτοκόλλου 5/2019 και 4/2019, αντίστοιχα, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 430/2019.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου: α) η από 4-3-2019, με αριθμό 5/2019, αίτηση του Δ. Ρ. του Α. και β) η από 4-3-2019, με αριθμό 4/2019, αίτηση του Κ. Ρ. του Α., κατοίκων ..., για αναίρεση της απόφασης 145/2019 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της.
Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετo κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους.
Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις".
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι, οι οποίοι αποβλέπουν στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014).
Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019), η οποία είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α' του παλαιού Ποινικού Κώδικα, που ίσχυσε μέχρι την 30η-6-2019, αφού με αυτή απειλείται πλέον για την πλαστογραφία σε βαθμό πλημμελήματος ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο όριο, και, συνεπώς, είναι εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή".
Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ), από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και, περαιτέρω, σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
Έτσι, εκτός από το σκοπό παραπλάνησης, που πρέπει να έχει ο δράστης, απαιτείται επί πλέον το πλαστό έγγραφο να μπορεί αντικειμενικά με τη χρήση του να παραπλανήσει άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να είναι πρόσφορο να παράγει έννομες συνέπειες, ενώ η επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου δεν αποτελεί στοιχείο του άνω εγκλήματος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019), η οποία είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του παλαιού Ποινικού Κώδικα, που ίσχυσε μέχρι την 30η-6-2019, αφού με αυτή απειλείται πλέον για την απάτη σε βαθμό πλημμελήματος ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο όριο, και, συνεπώς, είναι εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, "όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού", με τον οποίο εκφράζεται η έννοια της συναυτουργίας, νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος.
Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Ενόψει τούτων, στην καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία που τελέσθηκε από κοινού, πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εν λόγω εγκλήματος ως συναυτουργός (ΟλΑΠ 50/1990).
Περαιτέρω, η έλλειψη της απαιτούμενης, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, από την οποία ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό 145/2019, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "....οι κατηγορούμενοι στις 27-11-2015, και ώρα 17:58' χρόνο κατάρτισαν το υπ' αριθμ. ...7/27-11-2015 Τιμολόγιο-Δελτίο Αποστολής, ποσού 1.400,00 ευρώ, και β) στις 20-12-2016 κατάρτισαν το υπ' αριθμ. ...40/20-12-2016 Τιμολόγιο-Δελτίο Αποστολής, ποσού 992,00 ευρώ με εκδότρια των ως άνω τιμολογίων την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Ο.Ε." που εδρεύει στη ….και εκπροσωπείται νόμιμα από τους ανωτέρω κατηγορούμενους και κάτω από τη θέση "ΠΑΡΑΛΑΒΗ" των τιμολογίων έθεσαν απομίμηση της υπογραφής του πελάτη τους και νυν εγκαλούντος, Κ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., χωρίς αυτός να το γνωρίζει και να συναινεί προς τούτο, εμφανίζοντας έτσι σε κάθε τρίτο ότι ο παραπάνω εγκαλών παρέλαβε τα τιμολόγια αυτά και είναι υπόχρεος για την πληρωμή αυτών, στη συνέχεια δε των πλαστών αυτών εγγράφων που κατάρτισαν οι ίδιοι, κατά τα πιο πάνω, έκαναν χρήση προσκομίζοντας στις 30-3-2017 τα πλαστά τιμολόγια-δελτία αποστολής στην Ειρηνοδίκη Νάουσας, προκειμένου να εκδοθεί Διαταγή Πληρωμής εις βάρος του ως άνω εγκαλούντος.
Είναι δε γεγονός ότι υπάρχει και το με αριθμό ...7/27-11-2015 Τιμολόγιο-Δελτίο Αποστολής, ποσού επίσης 1.400 ευρώ, με φερόμενη ώρα κατάρτισης την 13.21' του οποίου η αυθεντικότητα δεν αμφισβητήθηκε όπως και δεν αμφισβητήθηκε ότι οφείλεται το ποσό που αναγράφει (1.400 ευρώ) και ουσιαστικά ταυτίζεται με το ποσό (1400) που αναγράφεται στο επίδικο πλαστό τιμολόγιο με αριθμ. ...7/27-11-2015 και ώρα κατάρτισης 17:58'.
Για λόγο όμως άγνωστο οι κατηγορούμενοι δεν αρκέστηκαν στην ύπαρξη του πρώτου σχετικά με τη διεκδίκηση της κατά τα άλλα υπαρκτής απαίτησης τους ύψους 1.400 ευρώ, προέβησαν δε αντίθετα και στην κατάρτιση του επίδικου με αριθμό ...7/27-11-2015 Τιμολογίου-Δελτίου Αποστολής με ώρα κατάρτισης την 13.21'. Το γεγονός ότι οι υπογραφές κάτω από τη θέση 'Παραλαβή' δεν είναι του εγκαλούντος Κανονίδη Κωνσταντίνου σε αμφότερα τα επίδικα τιμολόγια το βεβαιώνει η διενεργηθείσα γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, δεν είχε δε έννομο συμφέρον άλλος να προβεί στην κατά απομίμηση θέσης της πλην των κατηγορουμένων διότι με τον τρόπο αυτό μπορούσαν να πραγματώσουν το αμέσως παρακάτω αναφερόμενο αδίκημα.
Πράγματι, στον παραπάνω τόπο και στις 30-3-2017, αφού κατάρτισαν τα παραπάνω υπό στοιχείο "1" πλαστά τιμολόγια-δελτία αποστολής, εν γνώσει της πλαστότητας αυτών, τα εμφάνισαν στην Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Νάουσας και ζήτησαν με την από 30-3-2017 αίτησή τους την έκδοση διαταγής πληρωμής, λόγω της μη πληρωμής αυτών, παριστάνοντας εν γνώσει τους ψευδώς ότι τα τιμολόγια αυτά παρέλαβε ο παραπάνω εγκαλών και επομένως υποχρεούται στην πληρωμή των ποσών αυτών και έτσι έπεισαν την Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Νάουσας που δίκασε την αίτηση αυτή να την κάνει δεκτή και να εκδώσει τη με αριθμό 14/2017 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Νάουσας, με την οποία ο εγκαλών υποχρεώθηκε να καταβάλλει στους νόμιμους εκπροσώπους της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
Ο.Ε." το ποσό των 1.400,00 και 992,00 ευρώ, αντίστοιχα πλέον τόκων και εξόδων, ποσό που οι ίδιοι αποκόμισαν παράνομα, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντα". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση και της απάτης στο δικαστήριο κατά συναυτουργία, για τις οποίες επέβαλε σε καθένα από αυτούς συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατηγορούμενους ΕΝΟΧΟΥΣ του ότι:
στη …. και στους κάτωθι αναφερόμενους χρόνους, ενεργώντας από κοινού, τέλεσαν τα ακόλουθα αδικήματα: 1. Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν, εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, κατάρτισαν πλαστά έγγραφα με σκοπό με τη χρήση τους να παραπλανήσουν άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκαναν χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων και συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και α) στις 27-11- 2015, και ώρα 17:58' χρόνο κατάρτισαν το υπ' αριθμ. ...7/27-11- 2015 Τιμολόγιο-Δελτίο Αποστολής, ποσού 1.400,00 ευρώ, και β) στις 20-12-2016 κατάρτισαν το υπ' αριθμ. ...40/20-12-2016 Τιμολόγιο-Δελτίο Αποστολής, ποσού 992,00 ευρώ με εκδότρια των ως άνω τιμολογίων την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία " ...
Ο.Ε." που εδρεύει στη …. και εκπροσωπείται νόμιμα από τους ανωτέρω κατηγορούμενους και κάτω από τη θέση "ΠΑΡΑΛΑΒΗ" των τιμολογίων έθεσαν απομίμηση της υπογραφής του πελάτη τους και νυν εγκαλούντος, Κ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., χωρίς αυτός να το γνωρίζει και να συναινεί προς τούτο, εμφανίζοντας έτσι σε κάθε τρίτο ότι ο παραπάνω εγκαλών παρέλαβε τα τιμολόγια αυτά και είναι υπόχρεος για την πληρωμή αυτών, στη συνέχεια δε των πλαστών αυτών εγγράφων που κατάρτισαν οι ίδιοι, κατά τα πιο πάνω, έκαναν χρήση προσκομίζοντας στις 30-3-2017 τα πλαστά τιμολόγια-δελτία αποστολής στην Ειρηνοδίκη Νάουσας, προκειμένου να εκδοθεί Διαταγή Πληρωμής εις βάρος του ως άνω εγκαλούντος. 2.
Με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και στις 30-3-2017, αφού κατάρτισαν τα παραπάνω υπό στοιχείο "1" πλαστά τιμολόγια-δελτία αποστολής, εν γνώσει της πλαστότητας αυτών, τις εμφάνισαν στην Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Νάουσας και ζήτησαν με την από 30-3-2017 αίτηση τους την έκδοση διαταγής πληρωμής, λόγω της μη πληρωμής αυτών, παριστάνοντας εν γνώσει τους ψευδώς ότι τα τιμολόγια αυτά παρέλαβε ο παραπάνω εγκαλών και επομένως υποχρεούται στην πληρωμή των ποσών αυτών και έτσι έπεισαν την Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Νάουσας που δίκασε την αίτηση αυτή να την κάνει δεκτή και να εκδώσει τη με αριθμό 14/2017 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Νάουσας, με την οποία ο εγκαλών υποχρεώθηκε να καταβάλλει στους νόμιμους εκπροσώπους της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
Ο.Ε." το ποσό των 1.400,00 και 992,00 ευρώ, αντίστοιχα πλέον τόκων και εξόδων, ποσό που οι ίδιοι αποκόμισαν παράνομα, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντα". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με την συναυτουργική συμμετοχή των αναιρεσειόντων στην τέλεση της αξιόποινης πράξης της πλαστογαφίας με χρήση, αφού δεν εξειδικεύονται σ' αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, τα περιστατικά, βάσει των οποίων το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες συμμετέσχον, ως συναυτουργοί, στην τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας με χρήση, ούτε γίνεται αναφορά σε σύμπτωση της βούλησης των αναιρεσειόντων για την από ένα μόνο από αυτούς κατάρτιση των εγγράφων, τα οποία αποτελούν τα υλικά αντικείμενα της πλαστογραφίας (τιμολόγια-δελτία αποστολής) και τα οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι πλαστά.
Κατά συνέπεια, ο όγδοος λόγος των υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή του στοιχείου της συναυτουργικής συμμετοχής των αναιρεσειόντων στην τέλεση της αξιόποινης πράξης της πλαστογαφίας με χρήση, η οποία (πλαστογραφία) είναι αναγκαία προϋπόθεση για την κατάφαση της τέλεσης της δεύτερης από τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, ήτοι της αξιόποινης πράξης της απάτης στο δικαστήριο κατά συναυτουργία, την οποία συμπαρασύρει η ανεπάρκεια της αιτιολογίας για την πρώτη πράξη, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων και, αφού παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα των υπόλοιπων λόγων των αναιρετηρίων, πρέπει, κατά παραδοχή των υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 145/2019 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ