1491/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6431/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1761/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/7/2016 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1491/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική (ΑΠ 1958/2017). Περαιτέρω, για την, αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση και ερευνώμενη αυτεπαγγέλτως, νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, κατ' αρχήν αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 614/2016).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1491 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1491/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Τ. του Κ., 2) Χ. Τ. του Δ., 3) Β. Τ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Μελίδου και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6431/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1761/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/7/2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1761/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της 6431/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσία η από 30.9.2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης για τη διάρρηξη της αναφερόμενης δικαιοπραξίας με την οποία ο πρώτος μεταβίβασε στους άλλους δύο τα περιγραφόμενα ακίνητα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΑΠ 1728/2009).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική (ΑΠ 1958/2017). Περαιτέρω, για την, αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση και ερευνώμενη αυτεπαγγέλτως, νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, κατ' αρχήν αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 614/2016).
Η νομιμοποίηση των διαδίκων αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 270/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι έσφαλε επειδή δεν απέρριψε την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτη λόγω μη νομιμοποιήσεως αυτής στην άσκησή της, καθόσον, λόγω υποκατάστασης του Ελληνικού Δημοσίου κατά τον τρόπο που εκθέτουν, η αναιρεσίβλητη δεν είχε πλέον απαίτηση σε βάρος του πρώτου τούτων οφειλέτη.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος δεδομένου ότι η κρίση του Εφετείου για το εάν η αναιρεσίβλητη έχει σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος την επικαλούμενη στην αγωγή της απαίτηση κατά τον κρίσιμο χρόνο ώστε να νομιμοποιείται στην άσκηση της αγωγής διάρρηξης των καταδολιευτικών απαλλοτριώσεων στις οποίες ο άνω οφειλέτης της προέβη, αποτελεί κρίση ουσιαστικού κανόνα και η παραβίασή της δεν μπορεί να ιδρύσει πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται μόνο όταν υπάρχει παράβαση δικονομικών κανόνων.
Σε κάθε περίπτωση, με τις εκτιθέμενες κατωτέρω παραδοχές της, ότι και μετά την υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου σε μέρος της απαίτησης της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτοφειλέτριας εταιρίας, η αναιρεσίβλητη εξακολουθεί να έχει απαίτηση σε βάρος της τελευταίας από ποσό 166.661,48 ευρώ και συνεπώς νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 του ν. 2322/12.7.1995, 939, 847, 851 ΑΚ και 68 ΚΠολΔ και κατ' ακολουθία, εκτιμώμενος ο ανωτέρω πρώτος λόγος της αναίρεσης ως πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι : 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών (ΑΠ 1319/2017).
Βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη αξίωσης του δανειστή προς διάρρηξη ως καταδολιευτικής της γενόμενης από τον οφειλέτη προς τρίτο απαλλοτρίωσης στοιχείου της περιουσίας του αποτελεί η δημιουργούμενη εξ αιτίας αυτής για τον οφειλέτη αφερεγγυότητα, δηλαδή η ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας του προς ικανοποίηση του δανειστή, πρέπει δε η αφερεγγυότητα να υπάρχει και κατά το χρόνο άσκησης της σχετικής αγωγής, οπότε κρίνεται το στοιχείο της βλάβης του δανειστή (ΟλΑΠ 12/2012).
Είναι αδιάφορο αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί αυτή να έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και να είναι ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (ΟλΑΠ 709/1974, ΑΠ 928/2014). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, 669 ΕΝ, 361, 873, 874 ΑΚ και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", επί αλληλόχρεου λογαριασμού, καθένας από τους συμβαλλόμενους, θεωρείται δανειστής του άλλου, ως προς το τυχόν κατάλοιπο του λογαριασμού, από τη σύναψη της σύμβασης, το οποίο, όμως, είναι απαιτητό μόνο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δηλαδή, το κλείσιμο του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο), του κατάλοιπου.
Ο συμβαλλόμενος με σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού προστατεύεται με την αγωγή για την απαίτησή του για το τυχόν κατάλοιπο, αρκεί μόνο, μέχρι του χρόνου της απαλλοτρίωσης να έχει συναφθεί η δικαιοπαραγωγική της απαίτησης σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη η απαίτηση με την επέλευση του κλεισίματος του λογαριασμού μέχρι την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής.
Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες, δε, καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο.
Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.
Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 28/2017, ΑΠ 1079/2015).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησης, προσβάλλουν την απόφαση αποδίδοντας εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 939 ΑΚ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης θεωρείται γεννημένη με τη χορήγηση της πίστωσης και η αναιρεσίβλητη έχει δικαίωμα να επιδιώξει τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, ανεξάρτητα από το ότι δεν είχε κλείσει οριστικά ο λογαριασμός κατά το χρόνο πραγματοποίησης της απαλλοτρίωσης, ενώ στην προκείμενη περίπτωση κατά το χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης δεν είχε κλείσει ο λογαριασμός και συνεπώς η απαίτηση δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και δεν συνέτρεχε απαραίτητη προϋπόθεση για τη διάρρηξη, με συνέπεια το Εφετείο να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, ο πρώτος εναγόμενος, με τα με αριθμούς 11.525/26.2.2008, 10475/8.7.2008, 10476/8.7.2008 και 11273/23.12.2008 συμβόλαια γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν. Ν., που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβίβασε προς τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων το σύνολο της ακίνητης περιουσίας του......Στις ανωτέρω μεταβιβάσεις προέβη ο πρώτος εναγόμενος με σκοπό βλάβης της δανείστριας ενάγουσας, που προκλήθηκε με την ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτης της - πρώτου εναγόμενου, λόγω της απαλλοτρίωσης των ανωτέρω ακινήτων του, με αποτέλεσμα να στερείται περιουσίας για την ικανοποίηση των αξιώσεων της δανείστριας ενάγουσας, ενώ δεν απαιτείται γνώση του δευτέρου και της τρίτης των εναγομένων ότι ο πρώτος εναγόμενος απαλλοτριώνει με σκοπό βλάβης των δανειστών, δεδομένου ότι πρόκειται για χαριστικές δικαιοπραξίες.....Το γεγονός ότι έως το χρόνο της απαλλοτρίωσης οι απαιτήσεις της ενάγουσας δεν είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμη, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά είχαν ήδη συντελεστεί από τον προγενέστερο χρόνο σύναψης των συμβάσεων και χορήγησης των πιστώσεων και η ενάγουσα ήταν έκτοτε δανείστρια, και, συγκεκριμένα, στις 8.7.2008, το υπόλοιπο που εμφάνιζαν οι άνω λογαριασμοί ανέρχονταν σε 864.227,26 ευρώ και 200.000,00 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ με την καταγγελία των συμβάσεων και το κλείσιμο των λογαριασμών, που έλαβαν χώρα πριν από τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η απαίτηση της ενάγουσας κατέστησαν ληξιπρόθεσμές και απαιτητές".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 112 ΕισΝΑΚ, κρίνοντας ότι τα παραγωγικά περιστατικά της απαίτησης της αναιρεσίβλητης τράπεζας από τις μεταξύ αυτής και της πρωτοφειλέτριας εταιρίας συμβάσεις ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, στην οποία είχε εγγυηθεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος, είχαν συντελεστεί από το χρόνο σύναψης των συμβάσεων και χορήγησης της πίστωσης και για την πλήρωση της προϋπόθεσης του ληξιπροθέσμου της από τους λογαριασμούς απαίτησης της αναιρεσίβλητης προς διάρρηξη των επίδικων απαλλοτριώσεων αρκούσε το ότι το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών είχε συμβεί πριν από τη συζήτηση της αγωγής διάρρηξης στον πρώτο βαθμό.
Επομένως, ο πιο πάνω δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕΝ. 361, 873, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών, σαφώς συνάγεται ότι αλληλόχρεος (ή ανοικτός) λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνούν με σύμβαση να μη επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένως οι απαιτήσεις των δύο μερών, που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να φέρονται σε κοινό λογαριασμό με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβένυνται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού που θα γίνεται καθ' ορισμένα χρονικά διαστήματα σε τρόπο ώστε να αποτελέσει τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση το κατάλοιπο του λογαριασμού που τυχόν θα υπάρξει.
Περαιτέρω, ο αλληλόχρεος ή ανοικτός λογαριασμός κλείνεται περιοδικώς κάθε εξάμηνο, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, αλλά όχι όμως κατά διαστήματα μικρότερα του τριμήνου. Καθένα από τα μέρη μπορεί οποτεδήποτε με καταγγελία του να θεωρήσει ότι έχει κλείσει οριστικά ο λογαριασμός, οπότε ο δικαιούχος του κατάλοιπου δικαιούται να απαιτήσει αμέσως αυτό (άρθρο 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ).
Το χρηματικό κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, είναι κατά ποσό ορισμένο και δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνηση του λογαριασμού αυτού, το κλείσιμο τούτου και το κατάλοιπο που προκύπτει υπέρ εκείνου που ασκεί την αξίωση.
Η ενοχή δε για το κατάλοιπο που προκύπτει από κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού γεννάται. ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων κονδυλίων του, όταν ο οφειλέτης αφηρημένα ή υποσχέθηκε πριν κλείσει ο λογαριασμός, την εξόφληση της οφειλής του από το κατάλοιπο ή αναγνώρισε, αφού έκλεισε ο λογαριασμός, την οφειλή αυτή (ΑΠ 27/2010, ΑΠ 192/2005).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851 ΑΚ, 47 ν.δ. της 17/7/13-8-1923 και 112 Ε.Ν.Α.Κ. προκύπτει ότι ο εγγυητής απαίτησης του δανειστή, για την καταβολή από μέρους του οφειλέτη του κατάλοιπου που θα προέλθει από τη λειτουργία σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, ευθύνεται, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης, μέχρι του ποσού για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για τα κονδύλια του λογαριασμού τα οποία αναφέρονται σε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση παροχής πίστωσης προς τον πρωτοφειλέτη, την εκπλήρωση της οποίας αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός εάν η μεταγενέστερη είναι πρόσθετη σύμβαση, με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της πίστωσης, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού καταλοίπου μέχρι όμως του ποσού της αρχικής σύμβασης, εάν δεν έλαβε μέρος με την ιδιότητα του εγγυητή στην πρόσθετη σύμβαση ή και των πρόσθετων στη συνέχεια συμβάσεων, εφόσον και αυτός τις εγγυήθηκε (ΑΠ 1229/2007, ΑΠ 1458/2006).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της, ενώ κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη.
Με την τελευταία διάταξη τίθεται ο κανόνας της ελευθέρωσης του εγγυητή, εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης δεν αποκλείεται από ενδεχομένη παραίτησή του εκ των προτέρων από του, κατ' άρθρο 855 ΑΚ, δικαιώματος διζήσεως.
Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ανωτέρω ρυθμίσεως, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του θεσπιζομένου με αυτή ευεργετήματος (ελευθέρωσης), όχι όμως και για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή έγινε αδύνατη από δόλο ή βαριά αμέλεια του τελευταίου. Τούτο διότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 332 εδ.
α' ΑΚ είναι άκυρη (ΑΚ 174) κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια (ΟλΑΠ 6/2000, ΑΠ 1850/2011). Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαίτησης εκδηλώνεται είτε με ενέργειες - πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη.
Ειδικότερα, στην εγγύηση αορίστου χρόνου θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος (και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκαμε χρήση των δικαιωμάτων που του παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 867-868 ΑΚ) ή υπαιτίως δεν αποδέχεται την εγκύρως προσφερόμενη κυρία οφειλή ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον του πρωτοφειλέτη ή παρατείνει την προθεσμία εξόφλησης, εν αγνοία του εγγυητή, καθίσταται δε μετά ταύτα αναξιόχρεος, ή αν ο δανειστής, μολονότι μπορούσε να διενεργήσει ταμειακό έλεγχο από τον οποίο ήταν δυνατόν να αποδειχθεί αύξηση της οφειλής, παρέλειψε να προβεί σ' αυτόν.
Την υπαίτια αυτή συμπεριφορά του δανειστή οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εγγυητής, ο οποίος για την απαλλαγή του προβάλλει ισχυρισμό ελευθέρωσής του. Τέλος, εφόσον στον Αστικό Κώδικα δεν έχει περιληφθεί ορισμός της βαρείας αμέλειας, στο δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, πότε η αμέλεια φέρει τη μορφή εκείνης της βαρείας, αξιολογική κρίση η οποία υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, με βάση τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1886/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι αφενός εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 300 και 862 ΑΚ, και απέρριψε τις ενστάσεις που είχαν προτείνει περί συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης στην εξασφάλιση της απαίτησής της από την περιουσία της πρωτοφειλέτριας εταιρίας, αφού καθυστερημένα προέβη σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και μάλιστα για ένα ελάχιστο τμήμα της απαίτησής της, εντεύθεν δε περί ελευθερώσεως του πρώτου εναγόμενου εγγυητή και αφετέρου διέλαβε αντιφατικές, ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι δέχθηκε και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω, από τα αυτά αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα τραπεζική εταιρία δεν βαρύνεται με πταίσμα και δη με δόλο ή βαριά αμέλεια για τη μη ικανοποίηση των απαιτήσεών της.
Στα ανωτέρω ακίνητα της πρωτοφειλέτριας είναι εγγεγραμμένος μεγάλος αριθμός υποθηκών και προσημειώσεων: υποθήκης υπέρ της Τράπεζας Εργασίας στις 23.4.1991, για ποσό 100.000 δρχ., προσημείωσης 55.000.000 δρχ και στις 8.4.1996 υποθήκης για ποσό 100.000.000 δρχ, προσημείωσης υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας, στις 15.10.1997 για ποσό 180.000.000 δρχ, υποθήκης υπέρ της Εθνικής Τράπεζας, στις 27.10.2000, για ποσό 100.000 δρχ, προσημείωσης υπέρ της Εθνικής Τράπεζας, στις 3.11.2000, για ποσό 870.000.000 δρχ, και 430.000.000 δρχ, υποθήκης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, στις 16.4.2007, για ποσό 5.520.000,00 ευρώ, προσημείωσης υπέρ της Γενικής Τράπεζας στις 8.5.2007, για ποσό 192.000,00 ευρώ, προσημείωσης υπέρ της Άλφα Μπάνκ, στις 14.5.2007, για ποσό 203.000,00 ευρώ, προσημείωσης υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας, στις 31.5.2007, για ποσό 230.000,00 ευρώ, προσημείωσης υπέρ της Προπάνκ, στις 4.1.2008, για ποσό 358.000,00 ευρώ και προσημείωσης υπέρ της ενάγουσας στις 5.3.2008 για ποσό 168.000,00 ευρώ.
Οι ανωτέρω υποθήκες και προσημειώσεις, ήδη, από το χρόνο κατάρτισης της πρώτης σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, στις 21.10.2005, υπερβαίνουν το ποσό των 1.635.200.000 δρχ. και ήδη 4.798.826,11 ευρώ, δεδομένου ότι η ανωτέρω ακίνητη περιουσία της, με τη με αριθμ. 80/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εκτιμήθηκε λογιστικά, στις 29.3.2010, στο ποσό των 2.300.000,00 ευρώ και πραγματικά στο ποσό των 4.000.000,00 ευρώ.
Έτσι, αλυσιτελώς οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η ενάγουσα κατά το χρόνο κατάρτισης της πρώτης σύμβασης αλληλόχρεου από βαριά αμέλεια και σε κάθε περίπτωση από αδιαφορία τους δεν ενέγραψαν, από το έτος 2005, προσημειώσεις και υποθήκες σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της πρωτοφειλέτριας, αφού με την ενέργεια αυτή δεν εξασφαλίζονταν η είσπραξη της απαίτησης της ενάγουσας, ενώ ήδη οι υφιστάμενες υπερκάλυπταν την αξία αυτής.
Η ενάγουσα ενεργώντας με επιμέλεια για την είσπραξη των απαιτήσεών της, κατήγγειλε τις ανωτέρω συμβάσεις ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, αναγγέλθηκε στην πτώχευση, έθεσε σε μεσεγγύηση τα ανωτέρω ακίνητα του πρώτου εναγομένου, με τη με αριθμ. 7180/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και ενέγραψε προσημείωση υποθήκης σε διαμέρισμα, μικτού εμβαδού 87 τ.μ.
του τρίτου ορόφου οικοδομής επί της οδού Συνταγματάρχη ..., που φέρεται ως καταδολιευτικώς μεταβιβασθέν από τον Κ. Μ., άλλη εγγυητή - μέτοχο της πρωτοφειλέτριας εταιρίας, προς τη θυγατέρα του Α. Μ. του Κ., με τη με αριθμ. 7943/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης". Με τις άνω αιτιολογίες το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμες τις ενστάσεις συντρέχοντος πταίσματος και ελευθέρωσης του εγγυητή που είχαν προβάλει νόμιμα οι αναιρεσείοντες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφεραν ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο έφεσης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την ένσταση ελευθέρωσης του εγγυητή, που είχαν προτείνει οι αναιρεσείοντες και οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της ως άνω διάταξης, την οποία εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν συνέτρεξε πταίσμα της αναιρεσίβλητης εξαιτίας του οποίου έγινε αδύνατη η ικανοποίηση της απαίτησής της από την πρωτοφειλέτρια εταιρία, δεχόμενο ότι τα ποσά των αναλυτικά αναφερόμενων υποθηκών και προσημειώσεων που είχαν εγγραφεί πριν από την κατάρτιση της πρώτης επίδικης σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού και υφίσταντο κατά το χρόνο τούτο, υπερκάλυπταν την αξία της περιουσίας αυτής.
Επομένως, ο τρίτος κατά το πρώτο μέρος του λόγος της αίτησης αναίρεσης, εκτός του ότι δεν εξειδικεύεται το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της άνω διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, ούτε διαλαμβάνει σε ποιο στοιχείο συνίσταται η αντιφατικότητα των αιτιολογιών, αλλά υπό την επίφαση των άνω πλημμελειών προσβάλει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι αβάσιμος.
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 847 και 851 Α.Κ., η εγγύηση αποτελεί παρεπόμενη σύμβαση κατά την οποία ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή, ήτοι ο εγγυητής ευθύνεται για την καταβολή της οφειλής του πρωτοφειλέτη. Με την εγγύηση, που φέρει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια οφειλή, δεν παράγεται απλώς ευθύνη άνευ οφειλής σε βάρος του εγγυητή.
Ο εγγυητής ευθύνεται πλήρως, ήτοι ενέχεται όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης έναντι του δανειστή του, με τη διαφορά ότι ο εγγυητής ενέχεται ή ευθύνεται για την οφειλή άλλου (του πρωτοφειλέτη), ήτοι για την εκπλήρωσή της. Όταν όμως καταβάλλει, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και την δική του παροχή, που ακριβώς κατευθύνεται στην επίτευξη της εκπλήρωσης της παροχής του πρωτοφειλέτη.
Περαιτέρω δε, όπως προκύπτει από το άρθρο 853 Α.Κ., ο εγγυητής, εναγόμενος από τον δανειστή, μπορεί να προτείνει κατ' αυτού τις μη προσωποπαγείς ενστάσεις του πρωτοφειλέτη και αν ακόμη αυτός παραιτηθεί από αυτές μετά από την συνομολόγηση της εγγύησης (ΑΠ 1226/2015). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851 και 864 του Α.Κ., προκύπτει ότι η σύμβαση της εγγύησης είναι εξασφαλιστική της βασικής σχέσης που συνδέει τον οφειλέτη και το δανειστή και συνεπώς προϋποθέτει την ύπαρξη κύριας οφειλής.
Επομένως, αν η κύρια οφειλή αποσβεσθεί, με οποιοδήποτε τρόπο, καταβολή, δόση αντί καταβολής, συμψηφισμό, δημόσια κατάθεση, παραγραφή της αξιώσεως του δανειστή κατά του οφειλέτη ή κάποιο άλλο τρόπο, ελευθερώνεται και ο εγγυητής, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα (ΑΠ 751/2017, ΑΠ 479/2016). Επίσης, η μερική απόσβεση της κύριας οφειλής άγει σε ανάλογη μείωση της ευθύνης του εγγυητή, ο οποίος, κατ' άρθρο 851 ΑΚ, ευθύνεται για την εκάστοτε έκταση της κύριας οφειλής και συνεπώς, σε περίπτωση μερική απόσβεσης της κύριας οφειλής ελευθερώνεται μόνο κατά το μέρος της απόσβεσης, ενώ παραμένει η ευθύνη του για το υπόλοιπο τμήμα της οφειλής.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2322/1995 "Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις", επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής που συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή οίκους, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς τεχνικούς οίκους, ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες χρηματοδοτικές μισθώσεις και εταιρίες γενικά, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Οργανισμούς Δημόσιου Δικαίου, καθώς και σε ξένες Κυβερνήσεις:
α) Για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων που χορηγούν προς: αα) ..... ββ) Ομάδες φυσικών προσώπων ή βιωσίμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης περιοχών στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι συνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων....? Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 και 2 του ίδιου Νόμου, το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων που έχει παράσχει, μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων.
Οι ασφάλειες που χορηγούνται από τους πρωτοφειλέτες τους εγγυητές και άλλους συνυπόχρεους στο όνομα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών φορέων για την εξασφάλιση των δανείων, εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από τη βεβαίωση και μόνον ως εσόδων του των εγγυημένων ανεξόφλητων οφειλών".
Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο που εγγυήθηκε κατά τα ανωτέρω υπέρ ημεδαπής τράπεζας για την κάλυψη δανείων ή πιστώσεων, χορηγηθέντων υπ' αυτής, εκτός των άλλων, και σε πρόσωπα της παρ. 1 εδ. α' περιπτ. Ββ' του άρθρου 1 του Ν. 2322/1995, με τη βεβαίωση στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο και μόνον της από την εγγύηση αυτή απαίτησης, υποκαθίσταται από το νόμο στα δικαιώματα της δανείστριας Τράπεζας κατά του οφειλέτη, κατά του οποίου μπορεί να στραφεί, αφού η ως άνω βεβαίωση μόνον κατ' αυτού νοείται, και δεν απαιτείται να έχει συντελεσθεί λογιστικώς η πληρωμή από το Δημόσιο προς τη δανείστρια τράπεζα, ούτε και επίκληση σχέσης παρέχουσας δικαίωμα στο Δημόσιο για αναγωγή κατά του πρωτοφειλέτη, κατ' απόκλιση των γενικών περί εγγύησης διατάξεων και ιδίως του άρθρου 858 ΑΚ (ΑΠ 915/2004, ΑΠ 1729/2001, ΑΠ 54/1986, ΑΠ 2116/1983).
Περαιτέρω, με την 2/27281/0025/8.6.2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών , αποφασίστηκε η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη ρύθμιση των έως 30.6.3006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών, που προέρχονται από δάνεια που χορηγήθηκαν για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης των επιχειρήσεων, που είναι εγκατεστημένες στους Νομούς Φλώρινας, Καστοριάς και Κιλκίς, σε ένα νέο δάνειο, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων του πρώτου εξαμήνου 2006, εξοφλητέο σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα την 30.6.2008 και τελευταία την 31.12.2016.
Κατόπιν αίτησης της πρωτοφειλέτριας στην παρούσα υπόθεση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα και με την παραπάνω Υπουργική Απόφαση, ενέκρινε την παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% για τις υφιστάμενες στις 30.6.2006 οφειλές της προς τα πιστωτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και προς την αναιρεσίβλητη.
Τέλος, στη περίπτωση που η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, εκάστη των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες οι αιτιολογίες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία από αυτές, ο λόγος αναίρεσης που προσβάλλει τις λοιπές αιτιολογίες απορρίπτεται ως αλυσιτελής και συνακόλουθα απαράδεκτος, αφού το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη με λόγο αναίρεσης αιτιολογία, και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 516/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται, προκύπτει ότι το Εφετείο, σχετικά με την προβληθείσα ένσταση ελευθέρωσης λόγω απόσβεσης της κύριας οφειλής, δέχθηκε και τα ακόλουθα: ""Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." ιδρύθηκε το έτος 1986, από ομάδα βιοταχνών, με έδρα τις ....
Στη μετοχική σύνθεση αυτής μετείχε και ο Δ. Τ., πρώτος εναγόμενος, με ποσοστό 6%. Κατά τη διάρκεια της πορείας της, η ανωτέρω α.ε. χρηματοδοτήθηκε από πολλά πιστωτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα. Ειδικότερα, με τη με αριθμό …1040/21.10.2005 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο λογαριασμό) η ενάγουσα χορήγησε στην εδρεύουσα στις ..., ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." πίστωση μέχρι το ποσό των 1.000.000 ευρώ, με τους όρους που αναφέρονται στην παραπάνω σύμβαση.
Με τη με αριθμό …1040/21.10.2005 σύμβαση παροχής εγγύησης, ο πρώτος εναγόμενος παρέσχε προς την ενάγουσα εγγύηση προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτριας από τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενος από τις ενστάσεις που απορρέουν από τα άρθρα 853, 855, 856 και 862, 863, 866, 867 και 868 ΑΚ.
Η οικονομική πορεία της πρωτοφειλέτριας ήταν πτωτική και οι οφειλές της προς τα πιστωτικά ιδρύματα αυξάνονταν, ενώ το γεγονός αυτό γνώριζαν όλοι οι μικρομέτοχοι αυτής, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος εναγόμενος. Με τη με αριθμ. πρωτ. 2/27281/0025/8.8.2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, όπως τροποποιήθηκε με τη με αριθμ. 2/95281/0025/16.1.2009 του ίδιου Υπουργού, αποφασίστηκε η παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για οφειλές, μέχρι την 30.6.2006, που προέρχονται από δάνεια που χορηγήθηκαν για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε επιχειρήσεις που λειτουργούν στους Νομούς Κιλκίς, Φλώρινας και Καστοριάς, και ρυθμίστηκαν σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις.
Στην ανωτέρω ρύθμιση υπήχθη και η παραπάνω α.ε. με το με αριθμ. πρωτ. 2/53954/0025/1.12.2006 απόφαση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, μετά την από 29.9.2006 αίτηση αυτής, και εγκρίθηκε η παροχή εγγύησης, σε ποσοστό 80% του Ελληνικού Δημοσίου προς την Εθνική Τράπεζα, με την οποία η ανωτέρω πρωτοφειλέτρια κατάρτισε την με αριθμ. 3767009992/28.3.2007 σύμβαση χρεολυτικού δανείου, για οφειλές συνολικού ποσού 3.012.148,03 ευρώ, προς την ενάγουσα τραπεζική εταιρία, με την οποία η ανωτέρω πρωτοφειλέτρια κατάρτισε τη με αριθμ.
…000007205/5.6.2007 σύμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης πφειλ'ης, για οφειλή 900.000,00 ευρώ, προς την Alfa Bank για οφειλές 1.110.606,11 ευρώ, προς τη Γενική Τράπεζα για οφειλές 800.000,00 ευρώ, προς την Eurobank για οφειλές 499.998,00 ευρώ, προς την PROBANK για οφειλές 2.799.994,15 CHF, και προς την Εμπορική Τράπεζα για οφειλές 1.665.585,11 ευρώ, με εγγραφή υποθήκης υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικού ποσού 5.529.000,00 ευρώ επί του επιχειρηματικού ακινήτου της πρωτοφειλέτριας.
Την εκπλήρωση των παραπάνω συμβάσεων ρύθμισης εγγυήθηκαν προς τις αντίστοιχες τράπεζες όλοι οι μέτοχοι της πρωτοφειλέτριας, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος εναγόμενος. Ειδικότερα, σε εκτέλεση και εφαρμογή της απόφασης αυτής, με την οποία το Ελληνικό Δημόσιο εγγυήθηκε το 80% της οφειλής της ως άνω α.ε. προς την ενάγουσα, υπεγράφει μεταξύ της τελευταίας, της πιστούχου εταιρίας και των εγγυητών, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος εναγόμενος, η με αριθμ. 0010-2231-00000007205/5.6.2007 και κατόπιν διόρθωσης η με αριθμ. 0010-2231-00000007250/1/28.12.2007 πράξη αναγνώρισης οφειλής, με την οποία η πιστούχος αλλά και ο πρώτος εναγόμενος αναγνώρισαν ότι κατά την 30.6.2006 το συνολικό ποσό της οφειλής προς την ενάγουσα ανερχόταν στο ποσό των 900.000 ευρώ, και ρυθμίστηκε η εξόφληση της οφειλής με τους αναφερόμενους σ' αυτήν όρους, ενώ με τη με αριθμ. 6998/26.2.2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εγγράφηκε, για το ποσό των 168.000,00 ευρώ, προσημείωση υποθήκης, δέκατη τρίτη στη σειρά, υπέρ της ενάγουσας, επί του επιχειρηματικού ακινήτου της πρωτοφειλέτριας, και συγκεκριμένα σε δεκαπέντε αγροτεμάχια, ιδιοκτησίας της, που αποτελούν ενιαίο ακίνητο, συνολικής έκτασης 52.749 τ.μ., που βρίσκεται στο δήμο Γαλλικού Κιλκίς, μέσα στο οποίο βρίσκονται κτισμένες οι εγκαταστάσεις της εταιρίας με όλα της τα μηχανήματα.
Η πρωτοφειλέτρια σε εκπλήρωση, σχετικής αναληφθείσας στα πλαίσια της ρύθμισης, υποχρέωσής της παραχώρησε επί του αυτού επιχειρηματικού ακινήτου, με το με αριθμ. 1358/12.4.2007 συμβόλαιο της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Δ. Σ. - Κ., είχε παραχωρήσει υποθήκη, συνολικού ποσού 5.520.000,00 ευρώ, ενώ με τη με αριθμ. …2231-00000007205/2/16.6.2009 πρόσθετη πράξη σύμβασης δανείου, μετατέθηκε η καταβολή της πρώτης δόσης δανείου στις 30.6.2009.
Περαιτέρω, η ενάγουσα με τη με αριθμ. 2851534/9.1.2008 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, χορήγησε στην αυτή παραπάνω α.ε. πίστωση μέχρι το ποσό των 200.000,00 ευρώ. Οι χορηγηθείσες από τον πρώτο εναγόμενο ήταν πραγματικές, ενώ, στις 5.6.2007, οπότε επανέλαβε την δοθείσα στις 21.10.2005 εγγύηση για την πρώτη σύμβαση, και στις 9.1.2008, οπότε ανέλαβε την ευθύνη εγγύησης των ανωτέρω συμβάσεων, ως αυτοφειλέτης, γνώριζε, όπως και όλοι οι μικρομέτοχοι, από την επαγγελματική τους ενασχόληση με τον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας, την πτωτική πορεία της πρωτοφειλέτριας α.ε..
Η τελευταία δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της από τις παραπάνω συμβάσεις, ενώ, μετά την από 29.3.2010 αίτησή της, εκδόθηκε η με αριθμ. 80/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, με την κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης και ορίστηκε χρόνος παύσης πληρωμών η 29.3.2010. Η ενάγουσα κατήγγειλε στις 5.9.2010, τις ανωτέρω περιγραφόμενες δύο, συμβάσεις ανοικτού λογαριασμού, που, στις 25.8.2010 παρουσίαζαν χρεωστικό υπόλοιπο 902.528,93 ευρώ και 76.425,35 ευρώ αντίστοιχα, καλώντας την πρωτοφειλέτρια και, στις 21.9.2010 και στις 16.9.2010 τον πρώτο εναγόμενο-εγγυητή, αλλά και όλους τους εγγυητές, να καταβάλουν τα άνω ποσά, έντοκα με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων.
Με βάση τα προαναφερθέντα, στις 23.11.2011, χρόνο συζήτησης της κρινόμενης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η ενάγουσα έχει τις ανωτέρω ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις κατά του πρώτου εναγόμενου. Στις 29.12.2011, καταβλήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο η παρασχεθείσα εγγύηση, η οποία κάλυψε μέρος της οφειλής της πρωτοφειλέτριας από την πρώτη ως άνω σύμβαση, από 703.727,06 ευρώ, το οποίο υποκαταστάθηκε από το νόμο στα δικαιώματα της ενάγουσας (άρθρ. 11 του ν. 2322/19995), χωρίς όμως να επέλθει μεταβολή στην ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας, για το ως άνω ποσό, αφού έλαβε χώρα μετά την έναρξη της εκκρεμοδικίας και το Ελληνικό Δημόσιο δεν άσκησε παρέμβαση στην προκείμενη δίκη (άρθρ. 225 παρ. 3 και 325 του ΚΠολΔ).
Εξάλλου, και η ενάγουσα με την ανωτέρω καταβολή, εξακολουθεί να έχει απαίτηση από την πρώτη ως άνω σύμβαση ανερχόμενη, στις 31.12.2014 στο ποσό των 166.661,48 ευρώ, μετά την καταβολή στις 27.12.2011 από το Ελληνικό Δημόσιο του ποσού των 703.727,06 ευρώ, στις 22.7.2013, 9.12.2013, 6.3.2014, 31.3.2014, 20.6.2014 και 24.6.2014, από τους ευθυνόμενους ως αυτοφειλέτες έτερους εγγυητές, του ποσού των 3.283,51 ευρώ, 40.000,00 ευρώ, 6.250,00 ευρώ, 68.750,00 ευρώ, 30.000,00 ευρώ, 20.000,00 ευρώ, καθώς και από τη δεύτερη ως άνω σύμβαση, ανερχόμενη στις 31.12.2014 στο ποσό των 102.138,78 ευρώ, ενώ ο πρώτος εναγόμενος δεν αμφισβήτησε ειδικώς τα κονδύλια των αλληλόχρεων λογαριασμών παρά μόνο απαραδέκτως με την κατατεθείσα από 4-6-2015 προσθήκη - αντίκρουση προτάσεων, και μάλιστα εκθέτοντας εσφαλμένα τις επί της καρτέλας εγγραφές, για εγγραφές από την 31.12.2010, ενδεικτικώς:
α) για την πρώτη σύμβαση το ποσό χρέωσης στις 31-12-2010 από 19.618,17 ευρώ αφορά τόκους και όχι έξοδα αμοιβής δικαστικών επιμελητών, το ποσό χρέωσης στις 30-6-2011 από 29.576,06 ευρώ αναγράφεται στην καρτέλα και αφορά τόκους και όχι έξοδα τριών επιδόσεων Β., Ι., για τη δεύτερη σύμβαση το ποσό χρέωσης 3.132.96 ευρώ στις 31.12.2010 αναγράφεται στην καρτέλα και αφορά τόκους και όχι έξοδα έκδοσης αντιγράφων συμβολαίων, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε, σιωπηρά, (με την παραδοχή περί ύπαρξης της απαίτησης της αναιρεσίβλητης και συνεπώς μη απόσβεσης της κύριας οφειλής προς αυτήν) την ένσταση ελευθέρωσης του εγγυητή πρώτου αναιρεσείοντος. Οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, αιτιώνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 864 ΑΚ και του άρθρου 11 του ν. 2322/1995 και με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε ότι η υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στην κύρια οφειλή της πρωτοφειλέτριας εταιρίας προς την αναιρεσείουσα έγινε το χρόνο της καταβολής του ποσού για το οποίο δόθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου με βάση τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου και όχι από το χρόνο της ταμειακής βεβαίωσης του χρέους, με συνέπεια την απόρριψη της ένστασης ελευθέρωσης που είχαν προτείνει, υποπίπτοντας έτσι στις εκ των αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλημμέλειες.
Ο λόγος αυτός, είναι προεχόντως αλυσιτελής, δεδομένου ότι η ύπαρξη της απαίτησης της αναιρεσίβλητης σε βάρος της πρωτοφειλέτριας εταιρίας και εντεύθεν σε βάρος του εγγυητή πρώτου αναιρεσείοντος και κατ' ακολουθία της μη απόσβεσης της κύριας οφειλής και μη ελευθέρωσης αυτού, στηρίζεται αφενός μεν στην παραδοχή της επέλευσης της υποκατάστασης του Ελληνικού Δημοσίου από την καταβολή του ποσού για το οποίο είχε εγγυηθεί, ήτοι στις 29.12.2011, αφετέρου στο ότι και μετά την καταβολή του ποσού αυτού της εγγύησης παρέμεινε υπόλοιπο για το οποίο δεν είχε εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, αφού η εγγύηση ανέρχονταν μόνο στο 80% της οφειλής και όχι στο σύνολό της και δεν υποκαταστάθηκε και συνεπώς παρέμεινε οφειλέτρια η πρωτοφειλέτρια εταιρία και για το οποίο εξακολουθεί η εγγύηση που είχε χορηγήσει ο πρώτος αναιρεσείων, ο οποίος ως προς τούτο δεν ελευθερώθηκε.
Ενόψει δε του προσδιορισμού του ποσού αυτού σε 166.161,48 ευρώ, μετά τις παρατιθέμενες καταβολές χρηματικών ποσών από το Ελληνικό Δημόσιο και τους άλλους συνοφειλέτες εγγυητές, της δε αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων του πρώτου αναιρεσείοντος με μεταβίβασή τους λόγω γονικής παροχής στα τέκνα του δεύτερο και τρίτη των αναιρεσειόντων σε 52971,35 (32998,60+19972,75) ευρώ, η απαίτηση της αναιρεσίβλητης υπερβαίνει την αξία των μεταβιβασθέντων ακινήτων.
Επομένως, αφού οι αναιρεσείοντες δεν προσβάλλουν την απόφαση και κατά την επάλληλη αυτή αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης, ο λόγος αυτός που προσβάλλει την πρώτη μόνο αιτιολογία είναι αλυσιτελής και συνακόλουθα απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος." Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 6/2016). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ.
α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΑΠ 115/2011).
Οι εν λόγω ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 20/2016). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011).
Πράγμα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 66/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξαν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και έτσι απέρριψε την ένσταση αυτή που νόμιμα είχαν προτείνει.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, σχετικά με τον ενδιαφέροντα λόγο αναίρεσης, τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση, οι εκκαλούντες - εναγόμενοι, με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ισχυρίστηκαν ότι καταχρηστικά ασκεί η ενάγουσα την ένδικη παυλιανή αγωγή, εκθέτοντας ότι η ενάγουσα αν και χρηματοδότησε, από το έτος 2005, την πρωτοφειλέτρια με το υπέρογκο ποσό του 1.000.000,00 ευρώ, ενέγραψε προσημείωση μόλις το έτος 2008, μετά την επιβάρυνση, το έτος 2007, των ακινήτων της, με υποθήκη 5.000.000,00 ευρώ υπέρ του παρασχόντος εγγύηση Ελληνικού Δημοσίου για τη ρύθμιση της οφειλής της, παραλείποντας να διασφαλίσει την απαίτησή της, ότι η ενάγουσα για τη ρύθμιση της οφειλής της πρωτοφειλέτριας απαίτησε, τυπικά, την επανάληψη της χορηγηθείσας απ' αυτόν το έτος 2005 εγγύησης, ότι προέβη στις επίδικες απαλλοτριωτικές πράξεις για λόγους υγείας και σε χρόνο που δεν ήταν ληξιπρόθεσμες οι απαιτήσεις της ενάγουσας".
Με βάση τα περιστατικά αυτά απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος. Έτσι, όμως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα πραγματικά περιστατικά στα οποία οι αναιρεσείοντες θεμελίωσαν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος την οποία είχαν υποβάλει στο πρωτοβάθμιο και επανέφεραν με τον με αρ. 4 λόγο έφεσης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεών τους στον πρώτο βαθμό και της έφεσης, ήτοι τη χρηματοδότηση με υπέρογκα ποσά της πρωτοφειλέτριας από το έτος 2005, χωρίς την άμεση εξασφάλιση της καταβολής των χρημάτων με οποιοδήποτε τρόπο, την απαίτηση προς τον εγγυητή πρώτο αναιρεσείοντα τυπικής επανάληψης της εγγύησης το έτος 2007, ενώ ήδη είχε εγγράψει υποθήκη το Ελληνικό Δημόσιο για την εγγύηση που είχε παράσχει.
Το επιπλέον προβαλλόμενο ότι στρέφεται κατά του μικρομετόχου ποσοστού 6% στην πρωτοφειλέτρια, δεν θα οδηγούσε, και αν λαμβάνονταν υπόψη, σε διαφορετική κρίση, αφού λαμβανόμενο υπόψη μαζί με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και πάλι δεν θα οδηγούσε σε κρίση ότι η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, αντιστρατεύεται την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 17.7.2016 αίτηση για αναίρεση της 1761/2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τους αναιρεσείοντες υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 206/31.8.2016 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.7.2016 αίτηση των Δ. Τ. του Κ., Χ. Τ. του Δ. και Β. Τ. του Δ., για αναίρεση της 1761/2016 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ