1491/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της …2009 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Δύμης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δύμης.
Legislator headnote
AI generated1491/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 4-12-2014 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Αθανάσιου Kαγκάνη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1491 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1491/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της Γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαμπρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ά. Φ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαννακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της …2009 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Δύμης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δύμης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 290/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-7-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 4-12-2014 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Αθανάσιου Kαγκάνη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ προκύπτει ότι, για την επιφέρουσα διακοπή της παραγραφής αναγνώριση της αξιώσεως εκ μέρους του υπόχρεου, δεν απαιτείται μεν δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως του οφειλέτη γενομένη με σκοπό δεσμεύσεως και την παραγωγή υποχρεώσεως, δηλαδή, αναγνώριση κατά τους όρους του άρθρου 873 ΑΚ, αλλ’ αρκεί οιαδήποτε πραγματική ενέργεια και συμπεριφορά αυτού έναντι του δανειστή μη υποκείμενη σε τύπο, έστω και αν γίνεται με σκοπό αναλήψεως υποχρεώσεως, από την οποία να προκύπτει σαφώς, ότι ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξιώσεως του δευτέρου, θεωρεί αυτήν υφιστάμενη (ΑΠ 1693/2007).
Η ενέργεια, όμως, αυτή του οφειλέτη πρέπει να απευθύνεται όχι σε τρίτο αλλά προς το δανειστή και να περιέρχεται σ’ αυτόν (ΑΠ 664/2014, ΑΠ 1231/06). Ενέργειες δε που συνιστούν αναγνώριση (εκτός βέβαια από τη ρητή τοιαύτη) είναι, μεταξύ άλλων, η μερική καταβολή και η μερική προσφορά του χρέους (ΑΠ 997/2015). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 421 ΑΚ, αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντι του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο.
Από τον ερμηνευτικό της βουλήσεως των μερών κανόνα που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι η ανάληψη νέας υποχρεώσεως από τον οφειλέτη, όπως είναι και η έκδοση επιταγής, προς ικανοποίηση του δανειστή, δεν επιφέρει, πριν από την είσπραξη αυτής, την εξόφληση του χρέους, διότι θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, εκτός αν συμφωνήθηκε ή προκύπτει από τις περιστάσεις σαφώς το αντίθετο, δηλαδή ότι έγινε για την απόσβεση της αρχικής οφειλής, με τη σύσταση της νέας.
Μόνη η παράδοση της τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής. Ο οφειλέτης με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρεώσεως από αυτήν υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη) ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας.
Με την γένεση δηλαδή της ενοχής από την επιταγή δημιουργείται μόνο ένας εναλλακτικός τρόπος πληρωμής και για το λόγο αυτό δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρεώσεως παρά μόνον με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής (ΑΠ 1289/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 29 εδ. α’ και δ’ του ν.5960/1933, η επιταγή εμφανίζεται προς πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, αφετηρία δε της προθεσμίας είναι η επί της επιταγής, ως χρονολογία εκδόσεως, αναγραφόμενη ημέρα.
Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών, η επιταγή που φέρει μεταχρονολογημένη ημερομηνία εκδόσεως μπορεί να εμφανισθεί οποτεδήποτε νομίμως προς πληρωμή εντός του χρονικού διαστήματος, που αρχίζει από την ημέρα, κατά την οποία πράγματι εκδόθηκε και λήγει την τελευταία ημέρα του οκταημέρου το οποίον αρχίζει από την επόμενη της ημέρας που σημειώνεται σ’ αυτήν ως ημεροχρονολογία εκδόσεως της (ΑΠ ποιν. 815/2015, ΑΠ 263/2008).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται η απόφαση για ευθεία, και όχι εκ πλαγίου (ΑΠ 470/2007), παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ΟλΑΠ 45/1987), η οποία (παράβαση) συντελείται τόσον με ψευδή ερμηνεία όσον και με εσφαλμένη εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτούς των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 23/1994).
Ο έλεγχος της παραβάσεως γίνεται με βάση τις παραδοχές της αποφάσεως προς εξεύρεση δε της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, το δικάσαν, ως εφετείο, πολυμελές πρωτοδικείο δέχθηκε, μετ’ εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων, ως προς το κρίσιμο ως άνω για την έκβαση της δίκης ζήτημα, τα εξής: "Κατόπιν συμβάσεως πωλήσεως που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στις 6-9-2003 η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) πώλησε και παρέδωσε στον εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσίβλητο) τα εμπορεύματα που με κάθε λεπτομέρεια στην ένδικη διαταγή πληρωμής αναφέρονται, συνολικής αξίας 3.431,10 ευρώ πλέον του ποσού των 617,60 ευρώ, που αναλογούσε στο ΦΠΑ (18%) του σχετικού τιμολογίου που αυτή εξέδωσε (βλ.
το με αρ. ...-10-2003 τιμολόγιο πώλησης σε συνδυασμό με το με αρ. ...-9-2003 δελτίο αποστολής), ήτοι συνολικά 4.048,70 ευρώ. Η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) μετά από σχετική της αίτηση με την οποία ισχυριζόταν ότι ο εφεσίβλητος της κατέβαλε στις 30-6-2004 έναντι του ως άνω ποσού των 4.048.70 ευρώ και των τόκων αυτού από 7-9-2003 έως 30-6-2004 ήτοι 330 ευρώ, μόνο το ποσό των 3.098,70 ευρώ και της οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 1.280 ευρώ [(4.048,70 + 330) - 3.048,70], πέτυχε την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, με την οποία ο ανακόπτων υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 1.280 ευρώ πλέον τόκων από 1-7-2004 και εξόδων.
Όπως αποδείχθηκε, η απαίτηση από την ένδικη πώληση γεννήθηκε από την κατάρτισή της, δηλαδή από 6-9-2003, από τότε δηλαδή που κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Το γεγονός αυτό συνομολογεί έμμεσα και η εκκαλούσα, αφού καταλογίζει τόκους επί του ποσού της ένδικης πώλησης, θεωρώντας υπερήμερο τον εφεσίβλητο από την επομένη της πώλησης των προϊόντων.
Όμως, στις 16-12-2003 ο εφεσίβλητος εξέδωσε και παρέδωσε στην εκκαλούσα την υπ’ αριθμ. ... επιταγή ποσού 4.000 ευρώ και με ημερομηνία έκδοσης την 30-6-2004 (βλ. τη με αρ. ...-12-2003 απόδειξη παραλαβής αξιόγραφου). Κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία της παράδοσης της επιταγής (16-12-2003), έγινε αναγνώριση της ένδικης οφειλής από τον εφεσίβλητο, ο οποίος τότε θεώρησε ότι εξοφλούσε με τον τρόπο αυτό την ένδικη απαίτηση της εκκαλούσας, όπως προκύπτει από την κατάθεση του ίδιου του εφεσιβλήτου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. ...
Συνακόλουθα, κατά την ημερομηνία αυτή (16-12-2003) διακόπηκε η παραγραφή της ένδικης αξίωσης και ξεκίνησε από την επόμενη νέα πενταετής παραγραφή αυτής κατ’ άρθρο 260 ΑΚ. Στις 30-6-2004, οπότε και τελικά εισπράχθηκε το αναγραφόμενο στην ανωτέρω επιταγή ποσό, ο εφεσίβλητος, όχι μόνον δεν αναγνώρισε το επίδικο χρέος αλλά κατά τους ισχυρισμούς που υιοθετεί έκτοτε και έως σήμερα, ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει ολοσχερώς την ένδικη απαίτηση της εκκαλούσας προς ικανοποίηση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.
Επομένως δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι τότε ο εφεσίβλητος προέβη σε νέα αναγνώριση της ένδικης αξίωσης, αφού αυτός με την κατά τα ως άνω καταβολή ουδέν ποσό οφειλής αναγνωρίζει. Στις 30-6-2004 δεν έλαβε χώρα αναγνώριση της αξίωσης σε μεταγενέστερο χρόνο αλλά ήταν η ημεροχρονολογία, η οποία, κατά τη συμφωνία των διαδίκων θα έφερε η επιταγή, ως μεταχρονολογημένη, καθόσον η αναγνώριση του χρέους είχε γίνει κατά την παράδοση της εν λόγω επιταγής.
Εξ άλλου ο εφεσίβλητος καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μετά τις 30-6-2004 που πληρώθηκε η επιταγή μέχρι σήμερα, όχι μόνον δεν αναγνώρισε εκ νέου, το επίδικο χρέος αλλά ισχυριζόταν, όπως και σήμερα ισχυρίζεται, ολοσχερή εξόφληση αυτού. Οι προσκομιζόμενες από την εκκαλούσα αναλύσεις κλήσεων της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας ...
του εταιρικού τηλεφώνου της εκκαλούσας με αριθμό ... ουδόλως οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η εκκαλούσα οχλούσε τον εφεσίβλητο προς τακτοποίηση της οφειλής του και ότι ο εφεσίβλητος προέβαινε σε νέα αναγνώριση της οφειλής του, διαβεβαιώνοντάς την ότι θα την τακτοποιήσει, καθόσον δεν προσκομίζεται το περιεχόμενο των κλήσεων, ώστε να διαπιστωθεί το περιεχόμενο των συνομιλιών τους, δεδομένου μάλιστα ότι η συνεργασία τους ήταν διαρκής και υφίστατο από το έτος 1998.
Κατόπιν των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι στις 30-6-2004 ο εφεσίβλητος προέβη σε αναγνώριση της ένδικης αξίωσης, ούτως ώστε να διακοπεί εκ νέου η παραγραφή, η οποία συμπληρώθηκε στις 31-12-2008, ενώ η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στον εφεσίβλητο στις 14-5-2009. Επομένως, η αξίωση της εκκαλούσας για το υπόλοιπο τίμημα της πώλησης υπέπεσε στην πενταετή παραγραφή, σύμφωνα με τα άρθρα 250 αρ. 1, 251 και 253 ΑΚ, και ο σχετικός λόγος ανακοπής του εφεσιβλήτου πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία του.".
Έτσι που έκρινε το ως εφετείο δικάσαν πολυμελές πρωτοδικείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ, δεχθέν (εσφαλμένως), ότι μόνο η έκδοση από τον αναιρεσίβλητο-αγοραστή της παραπάνω μεταχρονολογημένης επιταγής σε διαταγή της αναιρεσείουσας-πωλήτριας για την κάλυψη μέρους του οφειλομένου τιμήματος αποτελεί διακοπτικό της παραγραφής, γεγονός υπό την έννοια της αναγνωρίσεως (από τον αγοραστή) της απαιτήσεως του πωλητή, αφού με τον τρόπο αυτό ο οφειλέτης-αγοραστής, αναγνωρίζοντας την απαίτηση του δανειστή - πωλητή, υπόσχεται ότι θα εκπληρώσει την σχετική υποχρέωσή του (προς καταβολή του τιμήματος) εξοφλώντας την εκδοθείσα επιταγή, και όχι, όπως κατ’ ορθήν ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως έπρεπε να δεχθεί, ότι αποτελεί αναγνώριση της απαιτήσεως της πωλήτριας αναιρεσείουσας και η πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής από της κατά μεταχρονολόγηση εκδόσεώς της κατά την 30-6-2004 και εν συνεχεία επί οκταήμερο, με την οποία είσπραξή της και μόνο επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρεώσεως.
Τούτο, διότι κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η από τον οφειλέτη - αναιρεσίβλητο έκδοση επιταγής προς ικανοποίηση άλλης υποχρεώσεως αυτού έναντι της δανείστριας αναιρεσείουσας θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής, εφ’ όσον δεν προβάλλεται ισχυρισμός του δανειστή, ότι συμφωνήθηκε ή ότι προκύπτει σαφώς από τις περιστάσεις το αντίθετο, ότι, δηλαδή έγινε αντί καταβολής, δεν επιφέρει την απόσβεση της αρχικής υποχρεώσεως με την έκδοσή της, όπως εσφαλμένως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλομένη, αλλά μόνο με την πληρωμή της (είσπραξή της) από τις 30-6-2004 και εντός του εν συνεχεία οκταημέρου, μέχρι την οποία (πληρωμή - είσπραξή της) ο αναιρεσίβλητος οφειλέτη (αγοραστής) αναγνωρίζοντας διαρκώς την προς την αναιρεσείουσα δανείστρια (πωλήτρια) υποχρέωσή του από την πώληση θεωρούσε εαυτόν δεσμευμένο από την εκδοθείσα επιταγή και υπόχρεο για την πληρωμή της.
Η πληρωμή (είσπραξη) της οποίας κατά τον ανωτέρω, κατά μεταχρονολόγηση χρόνο, κατά τα προεκτεθέντα, κι αν αφορά μέρος της απαιτήσεως αποτελεί διακοπτικό της παραγραφής γεγονός υπό την προδιαληφθείσα έννοια της αναγνωρίσεως της απαιτήσεως του δανειστή. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η προβαλλομένη από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, να διαταχθεί, συμφώνως προς το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αυτό και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 290/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο ως άνω Πολυμελές Πρωτοδικείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου