1491/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2008 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης, για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης σε απαλλοτριούμενες εκτάσεις, κατόπιν εκδόσεως της 133/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης.
Legislator headnote
AI generated1491/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 553 παρ.1 εδ. β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη, σε περίπτωση δε που ασκηθεί τέτοια απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 1150/2006)..
Full text
Απόφαση 1491 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1491/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ο. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιάκωβο Βενιέρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομίας-Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ-Γ.Γ.Δ.Ε. που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, που κατοικοεδρεύει στο Ηράκλειο, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ Γεώργιο Καρακώστα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2008 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης, για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης σε απαλλοτριούμενες εκτάσεις, κατόπιν εκδόσεως της 133/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης.
Εκδόθηκε η απόφαση 254/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-6-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ειρήνη Καλού, ανέγνωσε την από 27-12-2010 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ιωάννας Λούκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη ως απαράδεκτης της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ειδικώς δε καθόσον αφορά τον λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ που αφορά το υπό στοιχείο (Γ) άνω διαληφθέν τμήμα της αποφάσεως την απόρριψη ως αβασίμου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 553 παρ.1 εδ. β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη, σε περίπτωση δε που ασκηθεί τέτοια απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 1150/2006)..
Εξάλλου, οριστική είναι η απόφαση με την οποία τελειώνει η δίκη με την παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και το δικαστήριο απεκδύεται από κάθε άλλη εξουσία στη δικαζόμενη υπόθεση. Αντιθέτως, μη οριστική είναι η απόφαση που παρασκευάζει την υπόθεση για την οριστική επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 449/2010), τέτοια δε θεωρείται η απόφαση με την οποία για κάποιο λόγο κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως ή αναβάλλεται η συζήτηση αυτή.
Από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 εδ. β' του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 218 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι σε περίπτωση αντικειμενικής σώρευσης αιτήσεων παροχής έννομης προστασίας του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου σε ένα δικόγραφο, η απόφαση που περατώνει τη δίκη ως προς μία αίτηση, χωρίς να αποφαίνεται οριστικώς ως προς την άλλη, δεν υπόκειται σε προσβολή με τα ως άνω ένδικα μέσα, ιδίως όταν οι υποβληθείσες αξιώσεις τελούν μεταξύ τους σε σχέση εξαρτήσεως, δηλ.
η μία είναι παρεπομένη της άλλης και η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση της άλλης (ΑΠ 1060/2004). Εν μέρει οριστική κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 553 παρ.1 εδ. β' του ΚΠολΔ, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται αναίρεση, κατά τα προαναφερόμενα, ούτε κατά των οριστικών διατάξεων της, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη, είναι και η απόφαση του Εφετείου στη διαδικασία καθορισμού οριστικής αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου (άρθρο 20 επ.
Ν. 2882/2001) όταν, επί πλειόνων αιτημάτων της σχετικής αίτησης για ορισμένα εξ αυτών αποφαίνεται οριστικά, ενώ για άλλα κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης για κάποιο λόγο ή διατάσσει την αναβολή αυτής (1150/2006 ). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο με την εν λόγω απόφασή του, που αφορά δίκη καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για ακίνητα και τα συστατικά τους, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των παρόδιων ωφελούμενων ιδιοκτητών με την υπ' αρ.2525/15-12-2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως(ΦΕΚ Δ'1366/15-12-2005), για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του "Ανισόπεδου Κόμβου Αμαρίου χ.θ.62+078.39, στον Δήμο Ρεθύμνου του νομού Ρεθύμνου εκτάσεώς 19.001,95 τ.μ.
συνεκδίκασε με αντίθετη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και αιτήσεις άλλων ιδιοκτητών ακινήτων, περιλαμβανομένων στην κατά τα ανωτέρω απαλλοτριωθείσα έκταση , την από 3-4-2008 και υπ' αριθμ. πρωτ. 335/2008 αίτηση του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία αυτός, επικαλούμενος ότι είναι ιδιοκτήτης της υπ' αριθμ.
κτημ. Πίνακα 7 απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας, η οποία εσφαλμένως φέρεται στον Κτηματολογικό Πίνακα ως τμήμα ενιαίου ακινήτου ενώ προέρχεται από τρία διαφορετικά αυτοτελή ακίνητα ιδιοκτησίας του, τα εναπομείναντα τμήματα των οποίων μετά την απαλλοτρίωση καθίστανται μη οικοδομήσιμα, χάνοντας πλήρως την αξία τους και επί πλέον εσφαλμένως χαρακτηρίζεται ως αυτοαποζημιούμενη κατά 1535 τ.μ. , επί συνόλου απαλλοτριωθείσας έκτασης 2915,79 τ.μ., από την οποία αποζημιώνονται μόνο τα 1381 τ.μ., αν και ουδόλως ωφελείται ως παρόδιος ιδιοκτήτης από τη διάνοιξη της ως άνω οδού, εφόσον οι εκτάσεις που καταλείπονται σ' αυτόν μετά την απαλλοτρίωση δεν είναι οικοδομικά εκμεταλλεύσιμες, και επομένως, ουδεμία αυτοαποζημίωση έπρεπε να επιβληθεί επί των ακινήτων του, ζήτησε:
Α) Να διορθωθεί ο Κτηματολογικός Πίνακας, καθόσον αφορά στο με αριθμό … Κτηματολογικού Πίνακα ακίνητό του, ως προς τα εσφαλμένα στοιχεία του, ώστε: α) να αναγραφεί ως ιδιοκτήτης του υπ' αριθμ. … ακινήτου με τα αληθή του στοιχεία Α. Ο. του Χ. αντί του Α. Ο. του Χ., β) να φαίνεται ότι το υπό στοιχείο 7 ακίνητο του Κτηματολογικού Πίνακα της απαλλοτρίωσης αφορά τρία (3) επί μέρους ακίνητα εκτάσεως:
α) 3.534 τ.μ κατά την μέτρηση των επιμετρητικών στοιχείων του Κτηματολογικού διαγράμματος της απαλλοτρίωσης (3.540 τ.μ. κατά το Κτηματολόγιο), β) 1.344 τ.μ κατά τη μέτρηση των επιμετρητικών στοιχείων του Κτηματολογικού διαγράμματος της απαλλοτρίωσης (1301,69 τ.μ. κατά το Κτηματολόγιο) και γ) 662 τ.μ κατά την μέτρηση των επιμετρητικών στοιχείων του Κτηματολογικού διαγράμματος της απαλλοτρίωσης (682 τ.μ.
κατά το Κτηματολόγιο), τα οποία ευρίσκονται αντιστοίχως στο δυτικό, μέσο και ανατολικό τμήμα του φερόμενου υπό στοιχείο 7 "ενιαίου" ακινήτου και γ) να εμφανίζεται ως υπόχρεο αποζημίωσής του για το σύνολο της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης το Ελληνικό Δημόσιο, Β) Να αναγνωριστεί ότι ουδεμία αυτοαποζημίωση έπρεπε να επιβληθεί επί των ακινήτων του, και να αρθεί η υποχρέωσή του για αυτοαποζημίωση του ως άνω τμήματος αυτών, Γ) Να καθοριστούν ως οριστικές τιμές μονάδας αποζημίωσης της απαλλοτριωθείσας εκτάσεως και των περιγραφόμενων στην αίτηση συστατικών και επικειμένων της τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά και Δ) Να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για καθένα από τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα καθενός από τα παραπάνω τρία ακίνητά του και δη 1) για εδαφικό τμήμα εκτάσεως 1.179 τ.μ του πρώτου ακινήτου του, 2) Για το εδαφικό τμήμα εκτάσεως 922 τ.μ του δεύτερου ακινήτου του και 3) Για το εδαφικό τμήμα εκτάσεως 480 τ.μ του τρίτου ακινήτου του.
Περαιτέρω, το Εφετείο, μετά από έρευνα του παραδεκτού και της νομιμότητας των συνεκδικασθεισών αιτήσεων και εκτίμηση των αποδείξεων κατά το μέρος που κρίθηκαν αυτές παραδεκτές και νόμιμες, με την προσβαλλόμενη απόφασή του , μεταξύ άλλων και αναφορικά με την ως άνω αίτηση: Α) δέχτηκε εν μέρει την από 3-4-2008 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος καθόσον αφορά στα αιτήματά της για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για τις εδαφικές εκτάσεις και τα επικείμενά τους, την οποία καθόρισε στα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά, Β) Κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής, ως προς το αίτημά της περί άρσεως της υποχρεώσεως αυτοαποζημιώσεως λόγω μη τηρήσεως της προβλεπόμενης προδικασίας του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, γιατί δεν προσκομίστηκε σχετική αίτηση που να έχει υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της αποφάσεως περί προσωρινού προσδιορισμού για την ενεργοποίηση της Επιτροπής του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 και τυχόν συνταγείσα έκθεση της άνω Επιτροπής , Γ) Ανέβαλε την έκδοση αποφάσεως επί της ως άνω αιτήσεως ως προς το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως λόγω μειώσεως της αξίας του εναπομένοντος, εωσότου ο αιτών προσκομίσει την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 15 του ΚΑΑΑ ή βεβαίωση μη συντάξεως αυτής από τον Πρόεδρο της Επιτροπής, καθόσον ο αιτών, είχε μεν τηρήσει απαιτούμενη προδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 18 παρ.6, 15 παρ. 1, 2, 4 του ΚΑΑΑ, για το με κτηματολογικό αριθμό 7 ακίνητό του, με την κατάθεση απ' αυτόν των από 22-1-2009 και 23-2-2009 αιτήσεών του, οι οποίες εκτιμήθηκαν ως αιτήσεις του άρθρου 15 παρ.2 ΚΑΑΑ, για την ενεργοποίηση της προβλεπομένης από το ίδιο ως άνω άρθρο Επιτροπής για να επιληφθεί σχετικώς, πλην, όμως δεν προσκόμισε σχετική έκθεση της ως άνω εκτιμητικής επιτροπής αλλά ούτε και την προβλεπόμενη από το άρθρο 15 παρ.4 του ίδιου νόμου βεβαίωση μη συντάξεως της κατ' άρθρ. 15 παρ.3 του ίδιου νόμου εκθέσεως της εκτιμητικής Επιτροπής και Δ) Απέρριψε ως απαράδεκτη την ως άνω αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος ως προς το υποβληθέν με αυτή αίτημα διορθώσεως του κτηματολογικού πίνακα, γιατί σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 8 του ΚΑΑΑ τέτοιο αίτημα και συγκεκριμένα κάθε αμφισβήτηση για την ακρίβεια ή πληρότητα των στοιχείων του κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα λύεται κατά τη δίκη για την αναγνώριση δικαιούχων ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου, η οποία δύναται ν' ασκηθεί και προφορικά καταχωριζόμενη στα πρακτικά και όχι στη διαδικασία καθορισμού της αποζημιώσεως.
Με τα δεδομένα αυτά, η εν λόγω απόφαση, αναφορικά με την από 3-4-2008 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος , είναι εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική και δη είναι οριστική ως προς τα κεφάλαιά της που αφορούν τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα έκταση αυτού και τα επικείμενα της, καθώς και τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα, μη οριστική δε ως προς τα αιτήματα της περί άρσεως της υποχρεώσεως αυτοαποζημιώσεως και περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τις εναπομείνασες μετά την απαλλοτρίωση εδαφικές εκτάσεις των ως άνω ακινήτων του. Κατά της ως άνω απόφασης ο αναιρεσείων , άσκησε την από 18-6-2010 αίτηση αναίρεσης, με τους λόγους της οποίας πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις μη οριστικές διατάξεις της που αφορούν τα αιτήματά της για άρση της υποχρέωσής του προς αυτοαποζημίωση και επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομένοντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων του, καθώς και ως προς την οριστική της διάταξη που αφορά τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα, ως προς τα αναγραφόμενα σ'αυτόν στοιχεία του παραπάνω ακινήτου.
Συνεπώς, εφόσον η εν λόγω απόφαση, κατά το μέρος που αφορά τους αναιρεσείοντες, είναι εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική, και περαιτέρω τα υποβληθέντα με την αίτηση αιτήματα για ιδιαίτερη αποζημίωση και άρση της υποχρέωσης για αυτοαποζημίωση συνδέονται στην αίτηση με το αίτημα για διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα, ιδίως ως προς τον αριθμό των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν και συνεπώς τελούν σε σχέση εξαρτήσεως μεταξύ τους, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπόκειται σε αναίρεση ούτε κατά τις οριστικές διατάξεις της και επομένως, απαραδέκτως ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα αυτού του Δικαστηρίου (άρθρ. 577 παρ.1-2 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 183 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, κατά το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-6-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 254/2009 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2014. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ