1491/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΟ δικηγόρος, που παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια αντιμισθία, δικαιούται να απαιτήσει από τον εντολέα του τη μεγαλύτερη αντιμισθία, την οποία ο τελευταίος καταβάλει οικειοθελώς σε άλλους δικηγόρους, οι οποίοι δεν διαθέτουν περισσότερα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό τις ίδιες συνθήκες και δεν υπερέχουν ως προς την ποιοτική και ποσοτική απόδοση.
Legislator headnote
AI generated1491/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου β) απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του κώδικος γενομένη θεωρείται ως αορίστου χρόνου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1491 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Ο δικηγόρος, που παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια αντιμισθία, δικαιούται να απαιτήσει από τον εντολέα του τη μεγαλύτερη αντιμισθία, την οποία ο τελευταίος καταβάλει οικειοθελώς σε άλλους δικηγόρους, οι οποίοι δεν διαθέτουν περισσότερα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό τις ίδιες συνθήκες και δεν υπερέχουν ως προς την ποιοτική και ποσοτική απόδοση.
Αριθμός 1491/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εταιρία Ύδρευσης Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης ΑΕ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Δοξάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Α. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Ταρπινίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2010 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση του ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκε η 22569/2011 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-10-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 6-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 553 § 1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση". Εξάλλου, το άρθρο 321 του ίδιου κώδικα ορίζει ότι "όσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη και ότι η πρωτοβάθμια απόφαση γίνεται τελεσίδικη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ. διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση. Η τελεσιδικία πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση η, από 21-10-2011, αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 22569/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Από α) την, επί της προσβαλλόμενης απόφασης, επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, προκύπτει, ότι αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 23-8-2011 και 2) το με αρ. 6292/2-12-2011 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προκύπτει, ότι μέχρι την 1-12-2011, δεν είχε ασκηθεί έφεση κατά της παραπάνω απόφασης. Επομένως, εφόσον κατά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, (24-10-2011), η απόφαση αυτή είχε καταστεί τελεσίδικη, η αναίρεση είναι παραδεκτή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 ν.δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο:
α) η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου β) απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία. Τοιαύτη υπό προθεσμία σύμβαση και προ του κώδικος γενομένη θεωρείται ως αορίστου χρόνου.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 3075/2002 (ΦΕΚ 297Α'/5-12-2002), παρασχέθηκε δικαίωµα στους δικηγόρους που παρείχαν τις νομικές υπηρεσίες τους στο Δημόσιο σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε δηµόσιες επιχειρήσεις, που στο παρελθόν ήταν δηµόσιες υπηρεσίες ή Ν.Π.Δ.Δ. κλπ. και που είχαν προσληφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 2084/1992, να ζητήσουν µε υπεύθυνη δήλωσή τους στην υπηρεσία τους και µέσα σε προθεσμία 6 µηνών από τη δημοσίευση του παραπάνω νόµου να υπαχθούν στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται το τακτικό διοικητικό προσωπικό της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούν.
Με τις διατάξεις του ιδίου παραπάνω νόµου και ειδικά των παραγράφων 3 και 4 ορίστηκε το δικαίωµα αναγνώρισης ως συνταξίµου στον ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς των διοικητικών υπαλλήλων της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούσαν οι δικηγόροι, από της προσλήψεώς τους και μέχρι της έναρξης ισχύος του παραπάνω νόμου.
Η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, που αναλογούσαν στην αναγνώριση του παραπάνω χρόνου, θα καταβάλλονταν και από τον εργοδότη και από τον ασφαλιζόμενο δικηγόρο, σύμφωνα με τα εκάστοτε ποσοστά εισφορών του κλάδου σύνταξης, είτε εφάπαξ μέσα σε τρείς μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης αναγνώρισης, είτε με δόσεις.
Εξάλλου, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (άρθρα 288 Α.Κ., 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος, 119 της ιδρυτικής Συνθ. ΕΟΚ), σε ενεργό σχέση εξαρτημένης εργασίας, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή μισθολογική ή άλλη εργασιακή παροχή, μονομερή ή συμβατική, προς ορισμένους εργαζομένους του, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους εργαζομένους του, ανεξαρτήτως του χρόνου προσλήψεώς τους και του ύψους του μισθού τους, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες, υπό την έννοια της οµοιότητος των συνθηκών απασχολήσεως και των προσόντων, εκτός αν εξαίρεση ή απόκλιση δικαιολογείται από επαρκή αντικειμενικό λόγο.
Η αρχή αυτή ανάγεται σε κανόνα δηµοσίας τάξεως, που παρέχει απ' ευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωµα να αξιώσει, µε αγωγή, από τον εργοδότη την οικειοθελή παροχή. Πρόκειται για αξίωση του ενάγοντος - εργαζομένου εκπληρώσεως της παροχής και όχι για αξίωση αποζημιώσεως. Έτσι, δεν απαιτείται πταίσµα του εναγομένου - εργοδότη και δεν τίθεται ζήτηµα αιτιώδους συνάφειας.
Την ύπαρξη ειδικού και σοβαρού λόγου, που να δικαιολογεί, αντικειμενικά, τη διαφορετική μεταχείριση, ο (εναγόμενος) εργοδότης πρέπει να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση και να αποδείξει. Μισθολογική παροχή είναι και η αύξηση του βασικού μισθού του εργαζομένου. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως είναι παροχή του εργοδότη οικειοθελής, ήτοι από πρωτοβουλία του, χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωσή του από διάταξη νόμου ή από όρο Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας ή Διαιτητικής Αποφάσεως ή από δικαστική απόφαση και να χορηγείται νομίμως, δεδομένου ότι η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελούς παροχής σε ορισμένους εργαζομένους, δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των εργαζομένων, στους οποίους δεν χορηγήθηκε, αφού η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν μπορεί να θεμελιωθεί - στην εργοδοτική παρανομία.
Με βάση την παραπάνω αρχή ο δικηγόρος, που παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια αντιμισθία, δικαιούται να απαιτήσει από τον εντολέα του τη μεγαλύτερη αντιμισθία, την οποία ο τελευταίος καταβάλλει οικειοθελώς σε άλλους δικηγόρους, οι οποίοι δεν διαθέτουν περισσότερα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό τις ίδιες συνθήκες και δεν υπερέχουν ως προς την ποιοτική και ποσοτική απόδοση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δεχόμενο ως βάσιμη στην ουσία της, τη θεμελιούμενη επί της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, αγωγή του αναιρεσίβλητου, που αξιώνει μισθολογικές διαφορές, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
Ο ενάγων είναι δικηγόρος, διορισμένος στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης από το έτος 1970. Την 1η Νοεμβρίου του έτους 1983 προσλήφθηκε ως νομικός σύμβουλος με έμμισθη εντολή (πάγια αντιμισθία) στο τότε ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης (Ο.Υ.Θ.)" με την υπ' αριθμό 845/1-11-1983 πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, που δημοσιεύθηκε σε περίληψη στο 208/24-11-1983 ΦΕΚ τευχ.
Ν.Π.Δ.Δ. σε πλήρωση κενής οργανικής θέσεως προβλεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 13 του Π.δ. 97/1977. Στη συνέχεια ανέλαβε από την 12η Δεκεμβρίου 1983 και έκτοτε καθήκοντα μοναδικού νομικού συμβούλου στον παραπάνω Οργανισμό τα οποία εκτελούσε παράλληλα και με τα καθήκοντα του ελεύθερου επαγγελματία δικηγόρου.
Στη συνέχεια και με τις διατάξεις του π.δ. 156/1997 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 132A/25-6-1997 ο "Οργανισµός Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης" μετατράπηκε σε ανώνυµη εταιρία µε την επωνυµία "Οργανισμός Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης", η οποία µε τις διατάξεις του άρθρου 9 του εγκριθέντος καταστατικού της υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώµατα και υποχρεώσεις του ορχικού εντολέα του ενάγοντος, ως καθολική αυτού διάδοχος.
Η ως άνω εταιρία στη συνέχεια και µε τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 3998/1998, συγχωνεύτηκε µε την τότε ανώνυµη εταιρία µε την επωνυµία "Οργανισµός Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης" σε νέα ανώνυµη εταιρία µε την επωνυµία "Εταιρία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης (Ε.Υ.Α.Θ.)", η οποία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος των παραπάνω συγχωνευθεισών ανωνύµων εταιριών σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών.
Μετά την παραπάνω συγχώνευση ο ενάγων συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, όπως και πριν, διεκπεραιώνοντας όλες τις υποθέσεις που είχαν σχέση µε τον τοµέα ύδρευσης της εναγοµένης, και ειδικότερα με άσκηση αγωγών, παραστάσεις ενώπιον δικαστηρίων για απόκρουση αγωγών τρίτων εναντίον της εναγοµένης, µε γνωμοδοτήσεις κλπ.
Μέχρι τη µετατροπή του Οργανισµού Υδρεύσεως Θεσσαλονίκης οι εκάστοτε µηνιαίες αποδοχές του για την παροχή των υπηρεσιών του σ' αυτόν ρυθµίζονταν µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 92Α του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 326/1954), όπως αυτές συμπληρώθηκαν µε τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν.1093/1980. Συγκεκριμένα ανέρχονταν στις αποδοχές ύψους πρώτου μισθολογικού κλιμακίου του ενιαίου µισθολογίου δηµοσίων υπαλλήλων, προσαυξανόμενες µε όλα τα επιδόµατα που καταβάλλονταν στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, σύµφωνα µε τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις του σχετικού προβλεπομένου επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογιζοµένου µε βάση το συνολικό χρόνο ασκήσεως του δικηγορικού του λειτουργήματος.
Μετά όµως τη µετατροπή του Οργανισµού σε ανώvυµη εταιρία, συνέπεια της οποίας ήταν και ο καθορισµός πλέον των αποδοχών των τακτικών υπαλλήλων µε συλλογικές συµβάσεις εργασίας, οι αποδοχές για την παροχή των υπηρεσιών του προσδιορίζονταν µε αποφάσεις του Διοικητικού Συµβουλίου της εταιρίας. Οι µικτές κατά µήνα αποδοχές του ενάγοντος γι' αυτή την παροχή υπηρεσιών είναι σήµερα 2.263,61 ευρώ και οι καθαρές 2.000,00 ευρώ κατά µήνα, καθορίστηκαν δε το έτος 2003, µε τη µε αριθµό 135/18-3-2003 απόφαση του Δ.Σ.
της εναγόμενης εταιρίας. Στις αρχές του έτους 2002, µε την υπ' αριθ. 469/2002 απόφαση του Δ.Σ. της εναγοµένης, στη θέση του εκλιπόντος προϊσταμένου του δικαστικού γραφείου της Β. - Π. Β., τοποθετήθηκε ο συνάδελφος του ενάγοντος Ν. Σ., στον οποίο ανατέθηκαν και καθήκοντα προϊσταμένου του δικαστικού τµήµατος της εναγόμενης, µε την µε αριθµό 67/2006 απόφαση του Δ.Σ. (μισθολογική προαγωγή).
Με την ανωτέρω απόφαση οι αποδοχές του ενάγοντος καθορίστηκαν µετά την αφαίρεση των παντός είδους κρατήσεων στο ποσό των 2.000,00 ευρώ καθαρών κατά μήνα και µικτών στο ποσό των 2.263,61 ευρώ κατά μήνα, των δε άλλων δύο συναδέλφων του και συγκεκριµένα του Δημητρίου Βικελίδη και Νικολάου Στεργιοπούλου, και µετά την αφαίρεση των παντός είδους κρατήσεων, στο ποσό των 1.800,00 ευρώ καθαρών κατά μήνα, και µικτών των 2.037,24 ευρώ.
Με την ίδια απόφαση, οι αποδοχές του Νικόλαου Στεργιοπούλου αυξήθηκαν από την 1-1-2006 και έκτοτε, από το ποσό των 28.521,36 ευρώ που ανέρχονταν ετησίως, µε συνυπολογισµό και των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας (2.037,24 χ 14 = 28.521,36), στο ποσό των 49.104,00 ευρώ ήτοι σε ποσό µικτών κατά µήνα αποδοχών, µε συνυπολογισµό και των δώρων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας, 3.507,42 (49.104,00 : 14=3.507,42 ).
Αυξήθηκαν έτσι οι αποδοχές του προϊσταμένου κατά ποσοστό 72,16%, ενώ αυτές του ενάγοντος παρέµειναν αμετάβλητες. Περαιτέρω, µε τη µε αριθµό 523/19-8-2009 απόφαση του Δ.Σ. η εναγοµένη προσέλαβε για στελέχωση της νοµικής υπηρεσίας της τέσσερις δικηγόρους, µεταξύ των οποίων και τον Δ. Τ., µε πάγια αντιμισθία 4.000,00 ευρώ µηνιαίως, προσαυξανόμενη κατ' έτος κατά ποσοστό ίσο προς το ποσοστό του πληθωρισμού του προηγουμένου κάθε φορά έτους, µε αποκλειστική αρμοδιότητα την εξώδικη και δικαστική υπεράσπιση των συμφερόντων της εταιρίας, που σχετίζονταν με συμβάσεις έργων, υπηρεσιών και προμηθειών αυτής από τρίτους, καθήκοντα που εκτελούσε ο ενάγων από της προσλήψεώς του και μέχρι την 19-8-2009.
Με την παραπάνω απόφαση του Δ.Σ. η εναγόμενη παρέλειψε και πάλι να αναπροσαρμόσει και τις αποδοχές του ενάγοντος, που είναι παγωμένες από το έτος 2003. Με τον τρόπο αυτό όμως παραβιάσθηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης σε βάρος του ενάγοντος, καθώς εργάζονταν κάτω από τις ίδιες και ακόμη δυσκολότερες συνθήκες, ενώ επιπλέον έχει πολύ μεγαλύτερη προϋπηρεσία, καθώς παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη από την 12-12-1983, ενώ ο συγκρινόμενος από 19-8-2009 και έκτοτε.
Συγκεκριμένα ο ενάγων δικαιούται βάσει της προσαυξήσεως, για το χρονικό διάστημα από 20 Αυγούστου 2009 και έκτοτε μέχρι 31 Μαΐου 2010 το ποσό των 37.333 ευρώ και κατά μήνα το ποσό των 4.000,00 ευρώ. Έναντι των παραπάνω έλαβε για το από 20 Αυγούστου 2009 μέχρι 31 Μαΐου 2010 χρονικό διάστημα ποσό 21.127,72 ευρώ. Δικαιούται τη διαφορά ποσού € 16.206,00.
Κατά το ίδιο παραπάνω χρονικό διάστημα έπρεπε να του καταβληθούν για δώρο Χριστουγέννων έτους 2009 ποσό 4.000,00 ευρώ για δώρο Πάσχα έτους 2010 ποσό 2.000,00 ευρώ και για επίδομα αδείας έτους 2010 ποσό 2.000,00 ευρώ και συνολικά ποσό 8.000,00 ευρώ. Έναντι του παραπάνω ποσού των 8.000,00 ευρώ έλαβε ποσό 2.263,61ευρώ για δώρο Χριστουγέννων 2009, ποσό 1.131,80 ευρώ για δώρο Πάσχα 2010 και ποσό 1.131,80 για επίδοµα αδείας 2010, ήτοι συνολικά ποσό 4.527,22 ευρώ.
Δικαιούται τη διαφορά ποσού 3.472,78 ευρώ. Συνολικά ποσό 19.678,78 ευρώ, νοµιµότοκα επί του εκάστου επιµέρους ποσού οφειλομένων µηνιαίων διαφορών αποδοχών και διαφορών οφειλομένων δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας, από του χρόνου που τα κάθε επί μέρους από αυτά ποσό κατέστη απαιτητό και µέχρι την εξόφλησή του.
Πρέπει άλλωστε να σημειωθεί ότι: Με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 3075/2002 (ΦΕΚ 297Α' /5-12-2002) παρασχέθηκε δικαίωμα στους δικηγόρους που παρείχαν τις νομικές υπηρεσίες τους στο Δημόσιο σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε δηµόσιες επιχειρήσεις, που στο παρελθόν ήταν δηµόσιες υπηρεσίες ή Ν.Π.Δ.Δ. κλπ. και που είχαν προσληφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 2084/1992, να ζητήσουν µε υπεύθυνη δήλωσή τους στην υπηρεσία τους και µέσα σε προθεσμία 6 µηνών από τη δημοσίευση του παραπάνω νόµου να υπαχθούν στο ασφαλιστικό-συνταξιοδοτικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται το τακτικό διοικητικό προσωπικό της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούν.
Με τις διατάξεις του ιδίου παραπάνω νόµου και ειδικά των παραγράφων 3 και 4 ορίστηκε το δικαίωµα αναγνώρισης ως συνταξίµου στον ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς των διοικητικών υπαλλήλων της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούσαν οι δικηγόροι, από της προσλήψεώς τους και μέχρι της έναρξης ισχύος του παραπάνω νόμου.
Η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών που αναλογούσαν στην αναγνώριση του παραπάνω χρόνου θα καταβάλλονταν και από τον εργοδότη και από τον ασφαλιζόμενο δικηγόρο σύμφωνα με τα εκάστοτε ποσοστά εισφορών του κλάδου σύνταξης είτε εφάπαξ μέσα σε τρείς μήνες από την κοινοποίηση της απόφασης αναγνώρισης είτε με δόσεις.
Σε εφαρμογή των διατάξεων του παραπάνω νόμου ο ενάγων αιτήθηκε με την από 4/2/2003 υπεύθυνη δήλωσή του προς την εναγόμενη, ότι επιθυμεί να υπαχθεί στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς των διοικητικών υπαλλήλων αυτής. Σε αποδοχή της παραπάνω υπεύθυνης δηλώσεως αλλά και σε εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3075/2002, η Διευθύντρια Διοικητικού της εναγόμενης με την με αριθμό 1010/28-1-2005 απόφασή της αποφασίζει την καταβολή στο ΙΚΑ των ασφαλιστικών εισφορών για την αναγνώριση της απασχολήσεως του ενάγοντος σε αυτήν από την 12-12-1983, που ανέρχονταν για την εναγόμενη στο ποσό των 81.690,79 ευρώ και για τον ενάγοντα στο ποσό των 21.510,24 ευρώ, όπως επίσης και την απόδοση των ασφαλιστικών εισφορών, που βάρυναν αμφοτέρους, με την παρακράτηση από τις αποδοχές του ενάγοντος, του ποσού των 448,13 ευρώ ανά μήνα, με έναρξη καταβολής την 1-3-2005.
Τα χρήματα που κατέβαλε η εναγομένη για λογαριασμό του ενάγοντος και για ασφαλιστικές εισφορές του, ανερχόμενα για τους 10 μήνες του έτους 2005 σε ποσό 24.733,63, για το έτος 2006 σε ποσό 28.727,96, για το έτος 2007 σε ποσό 29.173,68, για το έτος 2008 ποσό 29.664,37, αφορούν στην υποχρέωσή της σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του ν. 3075/2002 να καταβάλει τις βαρύνουσες αυτήν ασφαλιστικές εισφορές, για αναγνώριση της απασχολήσεώς του σε αυτήν από την 12-12-1983 και μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, όπως επίσης και την υποχρέωση αυτής καταβολής των κατά μήνα βαρυνουσών αυτήν ασφαλιστικών εισφορών, για την ασφάλισή του µετά την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόµου, όπως επίσης και το ποσό που παρακρατούσε από τις αποδοχές του για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών που βάρυναν τον ενάγοντα.
Η επιβάρυνση αυτή της εναγόμενης, εκτός της καταβολής των τακτικών ασφαλιστικών κατά µήνα εισφορών από την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόµου, ήταν προσωρινή και µόνο για 48 µήνες από την 1-3-2005 και έκτοτε. Η καταβολή επίσης από την εναγόμενη όχι µόνο για τον ενάγοντα, αλλά για όλους τους νοµικούς της συμβούλους, των 2/3 των ασφαλιστικών εισφορών, που βάρυναν τον ενάγοντα για το Ταµείο Νοµικών, για το ΚΕΑΔ και για το τότε Ταµείο Προνοίας Δικηγόρων Θεσσαλονίκης, ήταν νοµική υποχρέωση της.
Το ύψος των καταβαλλομένων εισφορών ήταν για µεν το Ταµείο Προνοίας Δικηγόρων Θεσσαλονίκης ποσό κατ' έτος 1.100,00 ευρώ περίπου, για δε το Ταµείο Νοµικών και το ΚΕΑΔ ποσό 2.500,00 ευρώ περίπου το έτος. Τα ποσά άλλωστε που κατέβαλε η εναγόμενη για τακτικές αποδοχές του, αλλά και για μεταβάσεις του στην Αθήνα κατά τον εκάστοτε χειρισµό υποθέσεων αυτής ενώπιον του ΑΠ και του ΣΤΕ ανήλθαν για το έτος 2005 σε ποσό 28.360,19 ευρώ, για το έτος 2006 σε ποσό 26.360,80 ευρώ και για το έτος 2008 σε ποσό 25.063,20.Επομένως τυγχάνει απορριπτέα η προβληθείσα εκ μέρους της εναγομένης ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, ως αβάσιμης και από ουσιαστική άποψη.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο, έκρινε ότι τίθεται θέμα μη νομίμου εξαιρέσεως του αναιρεσείοντος από τις αιτούμενες διαφορές, αφού υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και παραβιάζονται οι επικαλούμενες διατάξεις, διότι υπάρχει άνιση μεταχείριση και στη συνέχεια επιδίκασε το ποσό, που προαναφέρθηκε.
Με την κρίση του αυτή 1) δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1β του Συντάγματος, 288 Α.Κ., 119 εδ. α και 141 της ιδρυτικής συνθήκης της Ε.Ο.Κ. και 9 του ν. 3075/2002 και 2) διέλαβε στην απόφαση του, επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων.
Επομένως, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, ενιαίως κρινόμενοι, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 21-10-2011, αίτηση της αναιρεσείουσας για την αναίρεση της 22569/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ