1491/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1491/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου κατά το άρθρο 914 ΑΚ : "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά το άρθρο 926 ΑΚ: "Αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικώς και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1491 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1491/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης: Β.-Ά. χήρας Β. Κ. το γένος Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Δημητρίου.
Των αναιρεσιβλήτων-αναιρεσειουσών: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΒΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ε. Κ. του Β. κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κυριακάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από α) 21-4-2004 αγωγή της ήδη α' αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας, και β) 23-12-2004 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 335/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες α)με την από 7-10-2009 αίτηση και β) με την από 13-5-2010 αίτησή τους, αντίστοιχα .
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 15-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες δυο αιτήσεις για αναίρεση της 335/2009 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας.
Με το άρθρο 559 αριθ. 1, 8, 9γ, 10, 11, 12, 19 και 20 ΚΠολΔ ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως: αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψιν πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψιν αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Εξάλλου κατά το άρθρο 914 ΑΚ : "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά το άρθρο 926 ΑΚ: "Αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικώς και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία".
Κατά το άρθρο 927 ΑΚ: "Εκείνος που κατά το προηγούμενο άρθρο κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών. Το δικαστήριο προσδιορίζει το μέτρο της μεταξύ τους ευθύνης ανάλογα με τον βαθμό του πταίσματος καθενός. Αν δεν μπορεί να εξακριβωθεί ο βαθμός αυτός, η ζημία κατανέμεται μεταξύ όλων σε ίσα μέρη".
Στην προκειμένη περίπτωση, η εκ των διαδίκων εταιρεία, με την επωνυμία "ΒΙΒΑ ΑΕ", άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου την από 14.4.2004 αγωγή της κατά της Β.-Ά. Μ., η οποία, κατά το νομικώς ουσιώδες μέρος της, έχει, κατά λέξιν, ως εξής: "1. Στην παραλία … κέκτημαι και λειτουργώ το ...... ξενοδοχείο μου "..." β' τάξεως και δυναμικότητος 144 δωματίων ή 273 κλινών, με έναρξη το πρώτον της λειτουργίας του το έτος 1996 και τρέχουσα πάντοτε συναλλαγή μου τη διαμονή και ενδιαίτηση εναλλασσομένων τουριστών ενοίκων μου. 2.
Πλειοψηφών μέτοχος, πρόεδρος του Δ.Σ. μου και διευθύνων σύμβουλος μου, μέχρι την 28-11-00 που απεβίωσε εξαιτίας αυτοκινητιστικού ατυχήματος, ήταν ο σύζυγος της εναγομένης Β. Γ. Κ.. 3.Η εναγομένη, εξάλλου, κατέστη υπό τούτου την 1-7-1997 και είναι μέχρι τώρα μέλος του Δ.Σ. μου, το ίδιο δε συνέβη ταυτοχρόνως και για την από άλλο γάμο θυγατέρα της Α.
Σ., που παρέμεινε ως μέλος του Δ.Σ. μου μέχρι την 19-3-01. Προσέτι η εναγομένη εκ της κληρονομιάς του κατέστη μέτοχός μου και εκείνη. Και 4. Στη συνέχεια, την 12-7-97, φέρονται και οι δύο ως προσληφθείσες μισθωτές μου εξηρτημένης εργασίας και ελάμβαναν έκτοτε σημαντικά εις βάρος μου ποσά, επ' εσχάτων δε υπέβαλαν μηνύσεις και άσκησαν εναντίον μου αγωγές δι' απομείνασες δήθεν τέτοιες αξιώσεις των, δίχως όμως να επικαλούνται ούτε να προϋπήρξε προηγούμενη ειδική απόφαση της Γ.Σ.
των μετόχων μου, που να εγκρίνει την " πρόσληψη" των και την παραγωγή αυτών.
ΙΙ. Η εναγομένη συνέβη, με αιτία την αγοραπωλησία, για την οποία κατηρτίσθη και υπεγράφη το .../96 συμβόλαιο συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Σκαλίδου, μεταγραφέν στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου του Δήμου Μαραθώνος Αττικής στον τόμο ... και αριθμό .../1996, να αποκτήσει, κατά κυριότητα και νομή, επί οικοπέδου 1820 Μ2 κειμένου στην περιοχή της Κοινότητος ... του Δήμου Μαραθώνος Αττικής και ειδικώτερα στη θέση ... και επί της οδού ..., διηρημένη κατά την κάθετη έννοια ιδιοκτησία, με ποσοστό συγκυριότητος επί του όλου 250/1000 και δικαίωμα ανεγέρσεως κατά θέση στο 13 εδαφικό τμήμα των ΓΚ 2 και Μ2 διηρημένων ιδιοκτησιών γκαράζ και πολυόροφης οικίας. Μετέπειτα, εξεδόθη, τη αιτήσει της, η 601/7-11-97 Νομαρχίας Αττικής άδεια οικοδομής και ηκολούθησε η κατασκευή των.
ΙΙΙ. Η ίδια ασκούσα, όπως ήδη διεφάνη, σημαντική επιρροή στον αναφερθέντα μέτοχο και διευθύνοντα σύμβουλο μου σύζυγο αυτής, συνεπεία της οποίας εκείνος υπέκυψε και εδέχθη να αγοράζει, με χρήματα μου και επ' ονόματι εμένα διάφορα υλικά και πράγματα, για την διενέργεια και αποπεράτωση της προαναφερθείσης κατασκευής, τα οποία παρέλαβε η ίδια, τα χρησιμοποίησε γι' αυτήν (κατασκευή) και κατέστησαν έτσι συστατικά της. Τα εκδιδόμενα παραστατικά καταχωρούσε εκείνος στα βιβλία μου και ελάμβανε από το ταμείο μου τα χρηματικά ποσά της πληρωμής των. Η ενέργεια των αυτή, που συνέβη χωρίς προηγούμενη ειδική εγκριτική απόφαση της Γ.Σ. των μετόχων μου, ήταν σε γνώση και των δύο αυτών συζύγων και μελών συγχρόνως του Δ.Σ. μου, παντοιοτρόπως παράνομη και άκυρη, αφού συνιστούσε εν ταυτώ απαγορευμένη δικαιοπραξία και αξιόποινη πολλαπλώς δι' αμφότερους πράξη, την οποίαν διέπραξαν υπαιτίως και εκ προθέσεως εις βάρος της περιουσίας μου και με ζημία μου ποσού δρχ. 53144666 ή € 155963,80, το οποίο υποχρεούται η εναγομένη, λόγω της αδικοπραξίας της, να μου καταβάλλει ως αποζημίωση μου. Άλλως το ίδιο ποσό υποχρεούται να μου καταβάλλει αφού κατέστη κατ' αυτό πλουσιότερη, χωρίς νόμιμη αιτία, εις βάρος της περιουσίας μου και με ζημία μου, ο δε πλουτισμός της αυτός σώζεται και τώρα και διότι απέφυγε ισόποση εκ των ιδίων της δαπάνης".
Η εναγομένη Β.Α.Μ. προσεπικάλεσε στην δίκη, ως δικονομική εγγυήτρια, την Ε. Κ. σωρεύοντας στο σχετικό δικόγραφο και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως. Η αγωγή και η προσεπίκληση απερρίφθησαν πρωτοβαθμίως, ενώ στον δεύτερο βαθμό η κυρία αγωγή έγινε μερικώς δεκτή, αντιστοίχως δε και η παρεμπίπτουσα αγωγή.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσε έχει στην ιδιοκτησία της και λειτουργεί από το έτος 1996 ένα ξενοδοχείο στα ... .... Πλειοψηφών μέτοχος, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της και διευθύνων σύμβουλός της ήταν μέχρι το θάνατό του, στις 28.11.2000, ο σύζυγος της εναγομένης Β.
Κ., τον οποίο κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου η θυγατέρα του από τον πρώτο γάμο Ε. Κ. κατά 3/4, που τώρα είναι διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας, και η εναγομένη κατά 1/4. Από το 1997 έως το 2000 η εναγομένη ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας, ενώ από 12-7-1997 έως 19-3-2001 εργαζόταν με σύμβαση εργασίας, με την ειδικότητα της υποδιευθύντριας του ξενοδοχείου, ασχολουμένη εκτός των άλλων και με την καταχώρηση των τιμολογίων και τη μισθοδοσία, των υπαλλήλων, ενώ παράλληλα είχε και τη γραμματειακή υποστήριξη της εταιρίας.
Κατά την περίοδο εκείνη και ειδικότερα μεταξύ των ετών 1998 έως 2000 η εναγομένη προέβη στην ανοικοδόμηση οικίας επί οικοπέδου, ιδιοκτησίας της, στη ..., στη θέση ..., επί της οδού .... Για την κάλυψη μέρους της δαπάνης ανέγερσης και εξοπλισμού της οικίας της, έπεισε τον σύζυγο της Β. Κ. να διαθέσει, χωρίς την έγκριση του διοικητικού συμβουλίου, χρήματα της ενάγουσας εταιρίας.
Προς το σκοπό αυτό η εναγομένη, έχοντας τη συναίνεση του συζύγου της, υποδείκνυε στους προμηθευτές της, να εκδίδουν τα σχετικά τιμολόγια αγοράς υλικών και άλλων αντικείμενων στο όνομα της εταιρίας και στη συνέχεια το λογιστήριο της τελευταίας και διευθύνοντος συμβούλου της, δηλαδή του συζύγου της εναγομένης, τα εξοφλούσε ως δήθεν δαπάνες της εταιρείας.
Το σύνολο της ζημίας που η ενάγουσα υπέστη από την πιο πάνω παράνομη και υπαίτια πράξη της εναγομένης, καθώς και του συζύγου αυτής Β. Κ., ανέρχεται στο ποσό των 29.434.278 δρχ. ή 86.380,86 ευρώ, που αντιστοιχεί στο καταβληθέν από αυτήν τίμημα των οικοδομικών υλικών και αντικειμένων που αγοράστηκαν με τα πιο πάνω τιμολόγια για λογαριασμό της εναγομένης.
Τούτο αποδεικνύονται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και κυρίως από τα προσκομιζόμενα με επίκληση και επισυναπτόμενα στην αγωγή τιμολόγια, στα οποία, στα δέκα πρώτα, στο 33°, 35°, 36°, 37°, 43°, 58°, 60°, 61° και 62° αναγράφεται ευθέως ως τόπος παράδοσης των πωληθέντων οικοδομικών υλικών και αντικειμένων η διεύθυνση της ανεγειρόμενης οικοδομής της εναγομένης.
ήτοι "... ...", ενώ στα υπόλοιπα έχει διαγραμμιστεί η διεύθυνση αυτή και πάνω ή δίπλα στη διαγράμμιση έχει αναγραφεί ως τόπος παράδοσης η λέξη "έδρα της", ή "έδρα πελάτη", εννοώντας την έδρα της ενάγουσας. Όμως και τα τιμολόγια αυτά αφορούν την οικοδομή της εναγομένης, καθόσον στα προσκομιζόμενα με επίκληση σχετικά δελτία αποστολής και αποδείξεις είσπραξης αναφέρεται για τα αντίστοιχα τιμολόγια ως τόπος παράδοσης η διαγραφείσα διεύθυνση "...", πράγμα που υποδηλώνει ότι τα πωληθέντα με τα ως άνω τιμολόγια υλικά και αντικείμενα παραδόθηκαν στην οικοδομή της εναγομένης και χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή αυτής της οικοδομής.
Η εναγομένη δεν αρνείται ότι κάποια από τα παραπάνω τιμολόγια, αυτά δηλαδή που χωρίς διαγραφές αναφέρουν ως τόπο παράδοσης την οικία της στη ..., αφορούν την οικοδομή της. Ισχυρίζεται όμως ότι τα συγκεκριμένα αυτά τιμολόγια πληρώθηκαν, όπως και όλες οι δαπάνες για την ανέγερση της οικοδομής, με δικά της χρήματα και από δάνειο ύψους 25.000.000 δρχ.
που έλαβε από την Τράπεζα Εργασίας και ότι για φορολογικούς λόγους, ο σύζυγός της, ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας εταιρίας, ζήτησε να εκδοθούν τα συγκεκριμένα τιμολόγια στο όνομα της εταιρίας, προκειμένου η τελευταία να συμψηφίσει τον ΦΠΑ των τιμολογίων αυτών με τον ΦΠΑ που όφειλε προς την Οικονομική Εφορία από την ξενοδοχειακή της δραστηριότητα.
Ο ισχυρισμός αυτός περί δήθεν συμψηφισμού του ΦΠΑ δεν αποδεικνύεται από κάποιο έγγραφο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Η κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης που εξετάστηκε με επιμέλεια της και οι ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της, σχετικά με το γεγονός αυτό, δεν κρίνονται πειστικές. Για τα υπόλοιπα τιμολόγια, αυτά δηλαδή που έχουν διορθωθεί ως προς τον τόπο παράδοσης των υλικών, ισχυρίζεται ότι τα αγορασθέντα με τα τιμολόγια αυτά υλικά, παραδόθηκαν στην ενάγουσα, στην Κρήτη, στην έδρα της και χρησιμοποιήθηκαν για την κατά την περίοδο εκείνη κατασκευή, επισκευή, ανακατασκευή και συντήρηση τον ξενοδοχείου της.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν καθόσον από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την ενάγουσα τετρακόσια τρία (403) τιμολόγια διαφόρων προμηθευτών και κατασκευαστών της περιοχής Ηρακλείου, αποδεικνύεται ότι για τις ως άνω εργασίες στο ξενοδοχείο της χρησιμοποιήθηκαν τα αναγραφόμενα στα τιμολόγια αυτά υλικά και υπηρεσίες και όχι τα υλικά που αναφέρονται στα επίδικα τιμολόγια.
Τούτο άλλωστε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεν θα μπορούσε να συμβεί. Δεν θα μπορούσε, δηλαδή, για δυο σάκους μάρμαρο και ένα σάκο ασβέστη να απευθυνθεί η ενάγουσα σε προμηθευτή περιοχής Αττικής, ο οποίος μάλιστα θα της παρέδιδε τα υλικά αυτά στην έδρα της, στα ... (βλ. από τα επίδικα τιμολόγια το υπ' αριθ. 1758/9-9-1999 του Ε.
Κ.), ούτε επίσης για τέσσερα κουτιά πλαστικό χρώμα (βλ. από τα επίδικα τιμολόγια το υπ' αριθ. 411/31-8-1999 της Α. Ι. Κ.), αλλά ούτε και για διακόσια κιλά κόλλα πλακιδίων (βλ. από τα επίδικα τιμολόγια τα υπ' αριθ. 1127/3-9-1999, 2130/7-9-1999 της Β. Α). Εξάλλου η εναγομένη, προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού της, ότι δηλαδή τα με τα ως άνω επίδικα τιμολόγια αγορασθέντα υλικά απεστάλησαν στην Κρήτη και χρησιμοποιήθηκαν από την ενάγουσα για την ανακαίνιση του ξενοδοχείου της, θα μπορούσε, αν πράγματι έτσι είχε συμβεί, να προσκομίσει τα αντίστοιχα επ' ονόματι της εκδοθέντα τιμολόγια, όπως παραδείγματος χάριν τιμολόγια αγοράς ειδών υγιεινής, πλακιδίων, μαρμάρων, θυρών, παραθύρων, υδραυλικών ειδών, ανελκυστήρος κ.λ.π., όμως δεν προσκόμισε ούτε ένα τέτοιο τιμολόγιο, γεγονός που ενισχύει την κρίση του δικαστηρίου ότι τα υλικά που αγοράστηκαν με τα επίδικα τιμολόγια χρησιμοποιήθηκαν στην οικοδομή της και όχι για την ανακαίνιση του Ξενοδοχείου της ενάγουσας.
Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί το υπ' αριθ. 28/9-9-1999 τιμολόγιο της εταιρίας "Α. Χ. & ΣΙΑ ΟΕ", όπου, ενώ ο τόπος προορισμού έχει διορθωθεί από "…" σε "ΕΔΡΑ ΤΗΣ", εν τούτοις στο κείμενο του τιμολογίου αναγράφεται αληθώς ότι αιτία της έκδοσης του είναι τα υλικά και η κατασκευή εγκατάστασης λεβητοστασίου και αποπεράτωσης εργασιών θέρμανσης δαπέδου, στο …, επί της οδού … (οικία της εναγομένης).
Ως προς τις οικονομικές δυνατότητες της εναγομένης για την ανέγερση της οικίας της, είναι αλήθεια ότι αυτή είχε λάβει το πιο πάνω στεγαστικό δάνειο, είχε οικονομίες από προηγούμενη εργασία καθώς και το ποσό της αποζημίωσης που είχε λάβει αποχωρώντας από την ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ όπου εργαζόταν, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορούσε να ιδιοποιηθεί και το προαναφερόμενο ποσό από την ενάγουσα με τον τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω.
Ο ισχυρισμός της τελευταίας, ότι για την ίδια αιτία ζημιώθηκε εξοφλώντας και τα τιμολόγια που εξέδωσαν....δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, καθόσον από τα τιμολόγια αυτά που προσκομίζονται με επίκληση προκύπτει ότι τα αντικείμενα που αναφέρονται σ' αυτά αγοράστηκαν από την ενάγουσα και παραδόθηκαν στην ίδια, στην έδρα της.
Δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο ότι αγοράστηκαν για λογαριασμό της εναγομένης, για τις ανάγκες ανέγερσης της ως άνω οικίας της. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε, την κυρία αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της έφεσης της κυρίως ενάγουσας.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 24-8-2006 (421/921/06) έφεση της κυρίως ενάγουσας, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τις διατάξεις της που αφορούν την κύρια αγωγή, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο (άρθρ. 535 παρ.1 ΚΠολΔ), να δικαστεί η κύρια αγωγή, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 298, 345, 346, 914 ΑΚ, 375, 390 ΠΚ, 18, 22α, 22β, 23 και 23α του Ν. 2190/1920, πλην της επικουρικής βάσεως περί αδικαιολογήτου πλουτισμού η οποία ως επιβοηθητική δεν μπορεί να ασκηθεί αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις από τη σύμβαση ή αδικοπραξία, όπως εν προκειμένω, να απορριφθεί ό,τι κρίθηκε απορριπτέο, να γίνει κατά τα λοιπά εν μέρει δεκτή η αγωγή, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα 86.380.86 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Σε σχέση με το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσεπίκλησης και της παρεμπίπτουσας αγωγής, τις παραδοχές της εκκαλουμένης και τους λόγους της έφεσης της προσεπικαλούσας, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 926 και 927 ΑΚ, εκείνος που αποκατέστησε ζημία, για την οποία ευθύνονται περισσότεροι, έχει δικαίωμα να ζητήσει από τους συνοφειλέτες του αναγωγικά εκείνο το μέρος που βαρύνει αυτούς.
Το μέτρο της μεταξύ τους ευθύνης προσδιορίζεται από το δικαστήριο (κατά κανόνα) ανάλογα με το βαθμό του πταίσματος που βαρύνει καθένα συνοφειλέτη. Το δικαίωμα της αναγωγής μπορεί να ασκηθεί είτε με αυτοτελή αγωγή, εάν ο ενάγων συνοφειλέτης αποκατέστησε αυτός όλη τη ζημία ή πλήρωσε ποσό μεγαλύτερο από τη μερίδα του, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή στη δίκη της αποζημίωσης (όταν ακόμη δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό), στρεφόμενος κατά του συνεναγομένου συνοφειλέτη του, διαφορετικά δε προσεπικαλώντας τον και ενώνοντας συγχρόνως στην προσεπίκληση και την παρεμπίπτουσα (αν)αγωγή.
Και στη μία όμως και στην άλλη περίπτωση, για να είναι νόμιμη η (αν)αγωγή, πρέπει ο ενάγων να αποδέχεται εξαρχής και τη δική του συνυπαιτιότητα. Αντίθετα, εάν δεν την αποδέχεται και υποστηρίζει ότι αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος ή ο ενάγων, τότε δεν έχει θέση η αναγωγή, διότι αυτή προϋποθέτει συνενοχή.
Σε περίπτωση όμως αποκλειστικής υπαιτιότητας, μία μόνον ενοχή γεννάται, εκείνη του υπαιτίου και συνεπώς δεν νοείται αναγωγή. Περαιτέρω, τόσο στην αυτοτελή όσο και παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί το βαθμό πταίσματος του προσεπικαλουμένου και τα πραγματικά περιστατικά που το θεμελιώνουν, αν δε ισχυρίζεται ότι ο ίδιος δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα και γι' αυτό πρέπει τη ζημία, στην εσωτερική σχέση, να φέρει αποκλειστικά ο προσεπικαλούμενος, οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό αυτό.
Στην περίπτωση που δεν μπορέσει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του ή ο καθ'ου η αναγωγή προβάλλει γεγονότα που δικαιολογούν τον ισχυρισμό ότι ο βαθμός υπαιτιότητας και αιτιότητας καθενός από τους συνοφειλέτες δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί, το δικαστήριο θα εφαρμόσει τον κανόνα της ΑΚ 927 εδ.3 και θα κατανείμει τη ζημία μεταξύ όλων των συνυπόχρεων κατ' ίσα μέρη (Γεωργιάδης, Σταθόπουλου-Γεωργιάδη ΑΚ, άρθρο 927 αριθ. 29).
Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη με την κύρια αγωγή, Β.-Ά. χήρα Β. Κ., το γένος Μ., με ξεχωριστό δικόγραφο, με χρονολογία 20-12-2004 και με αριθ. πραξ. κατ. Γ.Α. 5586/ΤΠΣ/890/2004, όπως εκτέθηκε και πιο πάνω, προσεπικάλεσε σε αναγκαστική παρέμβαση, ως δικονομικό εγγυητή, την Ε. Κ. του Β., εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αποθανόντος πατέρα της Β.
Κ. και σώρευσε σ' αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, με αίτημα, που παραδεκτά με τις προτάσεις περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει, σε ποσοστό 3/4 που αντιστοιχεί στο κληρονομικό της δικαίωμα, κάθε χρηματικό ποσό που αυτή θα υποχρεωθεί με την (κύρια) αγωγή να καταβάλει στην ενάγουσα.
Για να στηρίξει δε η προσεπικαλούσα το παραδεκτό και τη νομική βασιμότητα της προσεπίκλησης και της σωρευόμενης σ' αυτήν αγωγής αποζημιώσεως επικαλείται κατά κύριο λόγο ότι δεν βαρύνει την ίδια καμία υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα για τη φερόμενη στην αγωγή ζημία, επικουρικά όμως σε περίπτωση αποδοχής της αγωγής, η προσεπικαλούμενη υποχρεούται να την αποζημιώσει, για το λόγο ότι αποκλειστικά υπαίτιος, για τη ζημία που φέρεται ότι υπέστη η κυρίως ενάγουσα εταιρία, είναι ο αποθανών Β.
Κ., πατέρας της προσεπικαλούμενης, η οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά του κατά το εκ 3/4 εξ αδιαθέτου μερίδιο της, καθόσον ο ανωτέρω χρησιμοποιούσε χρήματα της ενάγουσας εταιρίας για αγορά υλικών της οικοδομής της, εν αγνοία αυτής (προσεπικαλούσας), η οποία πίστευε ότι τα χρήματα αυτά ήταν από τα δικά της που του είχε δώσει για να αγοράζει τα υλικά της οικοδομής της.
Η προσεπίκληση και η σωρευθείσα σ' αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή απορρίφθηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νόμιμες, με την αιτιολογία ότι, εφόσον η προσεπικαλούσα παρεμπιπτώντος ενάγουσα δεν αποδέχεται και τη δική της συνευθύνη, δεν χωρεί εφαρμογή των άρθρων 926 και 927 ΑΚ. Με την έφεση της η τελευταία παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο.
Το παράπονο της είναι βάσιμο διότι η προσεπίκληση με την σωρευθείσα σ' αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή, αποζημιώσεως είχε την επικουρικά υποστηριζόμενη θέση της προσεπικαλούσας ότι σε περίπτωση συνυπαιτιότητάς της και υπό την αίρεση παραδοχής της αγωγής, έχει δικαίωμα αποζημιώσεως κατά της προσεπικαλούμενης ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του υπαιτίου πατέρα της Β.
Κ.. Επομένως η εκκαλουμένη έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απορρίπτοντας την προσεπίκληση και την σωρευθείσα σ' αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, κατά παραδοχή ως βάσιμης κατ' ουσίαν της από 1-11-2006 (559/1237/06) έφεσης της προσεπικαλούσας-παρεμπιπτόντως ενάγουσας.
Ως προς την προσεπίκληση και την παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως αποδεικνύονται από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα όλα όσα προαναφέρθηκαν και ειδικότερα, σε περίληψη, ότι η προσεπικαλούσα, προκειμένου να καλύψει μέρος της δαπάνης ανέγερσης και εξοπλισμού της οικίας της, στη ..., στην οδό … (...), έπεισε τον σύζυγο της Β.
Κ., που ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της κυρίως ενάγουσας εταιρίας "ΒΙΒΑ ΑΕ", μέλος δε του διοικητικού συμβουλίου η ίδια, να διαθέσει προς το σκοπό αυτό χωρίς την έγκριση του διοικητικού της συμβουλίου, χρήματα της ενάγουσας εταιρίας. Προς τούτο η προσεπικαλούσα, έχοντας τη συναίνεση του συζύγου της, υποδείκνυε στους προμηθευτές της, να εκδίδουν τα σχετικά τιμολόγια αγοράς υλικών και άλλων αντικειμένων στο όνομα της εταιρίας και στη συνέχεια το λογιστήριο της τελευταίας, με εντολή του ως άνω προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της, τα εξοφλούσε ως δήθεν δαπάνες της εταιρίας, προκαλώντας αμφότεροι, με αυτόν τον τρόπο, ζημία στην ενάγουσα εταιρία, η οποία ανήλθε κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω στο ποσό των 86.380.86 ευρώ.
Υπό τις συνθήκες αυτές εκτιμάται ότι η προσεπικαλούσα και ο σύζυγός της Β. Κ. συνέβαλαν κατ' ίσο μέρος στην προκληθείσα ως άνω ζημία. Έτσι, στην μεταξύ τους εσωτερική σχέση η ζημία αυτή πρέπει να κατανεμηθεί μεταξύ τους κατά το ήμισυ, ήτοι σε ποσό 43.190,43 ευρώ για τον καθένα και ήδη, μετά το θάνατο του Β. Κ., η προσεπικαλούμενη θυγατέρα του Ε.
Κ., αποδεχθείσα την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του, βαρύνεται ως προς την αναλογούσα σ' αυτόν πιο πάνω ζημία κατά το εκ 3/4 κληρονομικό της μερίδιο, που αντιστοιχεί στο ποσό των 32.392,82 (43.190,43 Χ 3/4) ευρώ. Ισχυρίζεται η προσεπικαλούσα-παρεμπιπτόντως ενάγουσα ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την επίδικη ζημία ήταν ο ήδη αποβιώσας σύζυγός της και πατέρας της προσεπικαλούμενης Β.
Κ., καθόσον την επιμέλεια και την εποπτεία των εργασιών ανέγερσης της οικοδομής της την είχε αναλάβει αυτός, στον οποίο είχε δώσει τα χρήματα από το δάνειο και τις οικονομίες της για να πληρώνει τις σχετικές δαπάνες κατασκευής και ότι η ίδια δεν γνώριζε, ότι τα χρήματα, που εκείνος πλήρωνε για το σκοπό αυτό, προέρχονταν από το ταμείο της ενάγουσας εταιρίας.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, λόγω της σχέσης της με τον ανωτέρω (σύζυγός της), αλλά και της συμμετοχής της ίδιας στο ΔΣ της εταιρίας, κυρίως όμως διότι και εκείνη καταχωρούσε τιμολόγια της εταιρίας στα λογιστικά της βιβλία, γεγονός που της έδιδε τη δυνατότητα να γνωρίζει και γνώριζε πράγματι την ύπαρξη των επιδίκων τιμολογίων.
Η κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης που εξετάστηκε με επιμέλειά της και οι ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της, σχετικά με το γεγονός αυτό, δεν κρίνονται πειστικές.
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, πρέπει να γίνει δεκτή η από 1-11-2006 (559/1237/2006) έφεση της προσεπικαλούσας - παρεμπιπτόντως ενάγουσας ως προς το μοναδικό λόγο της, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τις διατάξεις που αφορούν την απόρριψη της προσεπίκλησης και παρεμπίπτουσας αγωγής και, αφού κρατηθούν η προσεπίκληση με την σωρευθείσα σ' αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή, οι οποίες είναι νόμιμες, στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 345, 346, 914, 926, 927, 1901 ΑΚ, 70, 88, 89 ΚΠολΔ.
πρέπει να συνεκδικαστούν με την κύρια αγωγή, να γίνουν δεκτές ως και κατ' ουσίαν βάσιμες, να αναγνωριστεί ότι η προσεπικαλούμενη υποχρεούται να καταβάλει στην προσεπικαλούσα-παρεμπιπτόντως ενάγουσα το ποσό των 32.392,82 ευρώ νομιμοτόκως από της καταβολής του ποσού αυτού στην κυρίως ενάγουσα". Υπό τα δεδομένα αυτά: 1)Το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες τόσο σχετικά με τους λόγους, για τους οποίους απέρριψε μερικώς, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την κυρίως αγωγή (της εταιρίας κατά της Β.
Μ.), όσο και για τους λόγους που έκρινε βάσιμη την επικουρική βάση της παρεμπίπτουσας αγωγής (της Β. Μ. κατά της Ε. Κ.). Έτσι δε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες το Δικαστήριο ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε, τα δε αντιθέτως προβαλλόμενα από τις αναιρεσείουσες "ΒΙΒΑ ΑΕ" και Ε.
Κ., με τους (δύο) λόγους της αιτήσεώς των, δεν είναι βάσιμα. 2) Είναι αβάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος της αιτήσεως της Β.-Ά. Μ., καθώς και ο τέταρτος κατά το δεύτερο μέρος του και ο έκτος κατά το δεύτερο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ), με τους οποίους υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε (μερικώς) τους κατ' αυτής αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης εταιρείας ως ουσιαστικά βάσιμους χωρίς απόδειξη.
Τούτο δε διότι, όπως από την απόφασή του προκύπτει, το Δικαστήριο κατέληξε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό πόρισμα ερειδόμενο στα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, σε πολυάριθμα δε εξ αυτών (κυρίως τιμολόγια) έκανε ρητή αναφορά. 3) Είναι αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγος της αυτής αιτήσεως (εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 και 12 ΚΠολΔ) με τους οποίους (κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του) υποστηρίζεται κυρίως μεν ότι το Εφετείο έλαβε υπόψιν μη επιτρεπόμενα από τον νόμο αποδεικτικά μέσα και δη τιμολόγια, τα οποία (όπως αναφέρεται και στην απόφαση) έφεραν διαγραμμίσεις, διορθώσεις, διαγραφές και ξέσματα κατά το στοιχείο του τόπου παράδοσης των αντίστοιχων υλικών, επικουρικώς δε ότι το Δικαστήριο παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική ισχύ αυτών των τιμολογίων.
Τούτο δε (προεχόντως) διότι οι προβλεπόμενες από τα άρθρα 432-434 ΚΠολΔ συνέπειες, που έχουν οι μεταβολές της αρχικής μορφής ενός εγγράφου στην αποδεικτική αυτού δύναμη, αφορούν τις σχέσεις των συναλλασσομένων με το έγγραφο μεταξύ τους και όχι την δίκη μεταξύ ενός εξ αυτών και τρίτου (όπως στην προκειμένη περίπτωση) ή μεταξύ τρίτων προσώπων, όπου τα έγγραφα εκτιμώνται πάντοτε ως τεκμήρια και όχι ως στοιχεία αμέσου αποδείξεως.
4) Είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως κατά το πρώτο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο, σε κάθε περίπτωση, "παραμόρφωσε" το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων (τιμολογίων) "με το να δεχθεί γεγονότα (τόπο παράδοσης) διαφορετικά από εκείνα που αναγράφονται σε αυτά". Τούτο, δε, διότι -όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει- το Δικαστήριο δεν "ανέγνωσε εσφαλμένα" τα επίμαχα έγγραφα (τιμολόγια), αλλά απλώς εκτίμησε (συνεκτίμησε) αυτά με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία της υποθέσεως.
5) Είναι αβάσιμος ο πέμπτος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας Β.Μ. ότι το σύνολο των τιμολογίων που αφορούν αγορές υλικών και άλλων πραγμάτων για την κατοικία αυτής στην Αττική πληρώθηκαν στο σύνολό τους αποκλειστικώς με χρήματα της ίδιας, η εμφάνιση δε ορισμένων εξ αυτών ως εξοφληθέντων από την εταιρεία "ΒΙΒΑ ΑΕ" έγινε εικονικώς και για φορολογικούς λόγους από τον σύζυγο της αναιρεσειούσης και νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας Β. Κ.. Τούτο, δε, διότι, όπως από την απόφαση προκύπτει, το Δικαστήριο έλαβε υπόψιν τον ισχυρισμό αυτό (και τον έκρινε ουσιαστικά αβάσιμο). αβάσιμος είναι επίσης ο αυτός λόγος κατά το πρώτο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ) σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν ως αποδεικτικά μέσα: την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου με πρόταση της αναιρεσειούσης και τις ένορκες μαρτυρικές βεβαιώσεις που αυτή προσκόμισε και επικαλέσθηκε. Τούτο δε διότι στην απόφαση διαλαμβάνεται ρητή αναφορά στα συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία. Ο ίδιος λόγος κατά το τρίτο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ) προβάλλεται απαραδέκτως λόγω της αοριστίας του.
6) Είναι αβάσιμος ο έκτος (εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ) λόγος κατά το πρώτο μέρος του, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψιν πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον μη προβληθέντα από την ενάγουσα εταιρεία ισχυρισμό ότι η εναγομένη (αναιρεσείουσα) "υπεδείκνυε στους προμηθευτές των υλικών των επιδίκων τιμολογίων, να εκδίδουν τα σχετικά τιμολόγια στο όνομα της εταιρείας". Τούτο, δε, διότι, από την επισκόπηση του ως άνω αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι -ανεξάρτητα από την χρησιμοποιούμενη φρασεολογία- ο ρηθείς ισχυρισμός σαφώς διαλαμβάνεται σ' αυτό.
7) Προβάλλεται απαραδέκτως ο έβδομος (εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ) λόγος, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσείουσα είχε προσωπικά οικονομικά μέσα, τα οποία διαχειριζόταν ο σύζυγός της και τα οποία υπερκάλυπταν το κόστος κατασκευής και εξοπλισμού της οικίας της, και το οποίο όντως καλύφθηκε αποκλειστικά δι' αυτών, τον σχετικό δε ισχυρισμό της δεν έλαβε υπόψιν το Εφετείο.
Τούτο δε, διότι, παρά την επίκληση της ρηθείσης διατάξεως για την θεμελίωσή του, με τον λόγο αυτό στην πραγματικότητα πλήττεται η ουσιαστική παραδοχή του δικαστηρίου: ότι χρήματα της εταιρίας χρησιμοποιήθηκαν για κάλυψη οικονομικών αναγκών της αναιρεσειούσης. 8) Προβάλλεται αλυσιτελώς ο όγδοος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο, το Εφετείο, δεχόμενο ότι "από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την ενάγουσα 403 τιμολόγια διαφόρων προμηθευτών και κατασκευαστών της περιοχής Ηρακλείου, αποδεικνύεται ότι για τις ως άνω εργασίες στο ξενοδοχείο της χρησιμοποιήθηκαν τα αναγραφόμενα στα τιμολόγια αυτά υλικά και υπηρεσίες και όχι τα υλικά που αναφέρονται στα επίδικα τιμολόγια", έλαβε υπόψιν τα τιμολόγια αυτά, παρόλο που δεν είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης εταιρίας στο Εφετείο.
Τούτο, δε, διότι η βασιμότητα ή μη του φερομένου ως αποδεικνυομένου από τα ρηθέντα έγγραφα "ισχυρισμού", που αφορά τα χρησιμοποιηθέντα υλικά και υπηρεσίες και τα αντίστοιχα τιμολόγια για το ξενοδοχείο της αναιρεσιβλήτου, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της συγκεκριμένης δίκης (που αφορά την χρησιμοποίηση ή μη χρημάτων της ξενοδοχειακής επιχείρησης από την αναιρεσείουσα για δικές της ανάγκες) αλλά συνιστά περί τα πράγματα επιχείρημα για την βασιμότητα της αγωγής. 9) Ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και προβάλλεται, ως εκ τούτου, αβάσιμως ο ένατος (εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ) αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο η αναιρεσείουσα υποχρεώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη εταιρία αποζημίωση (και) για προμήθεια -με δαπάνες της τελευταίας- συσκευής τηλεοράσεως, "πλαισίων ψυγείου" και "συναρμολογούμενων επίπλων", χωρίς να διαλαμβάνεται σχετικός ισχυρισμός στην αγωγή.
Τούτο δε, διότι, αντιθέτως, στο αγωγικό δικόγραφο ρητώς διαλαμβάνεται σχετικός ισχυρισμός, επισυνάπτοντας δε σ' αυτό τα οικεία τιμολόγια.
10) Είναι αλυσιτελής ο δέκατος αναιρετικός λόγος (προβαλλόμενος ως αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ) σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα της αναιρεσειούσης να απορριφθεί η κατ' αυτής αγωγή λόγω της αοριστίας της. Τούτο δε, διότι το αγωγικό δικόγραφο, έχοντας το περιεχόμενο που ανωτέρω διαλαμβάνεται, περιέχει όλα τα στοιχεία του πραγματικού της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, θεμελιώνουν νομικώς (και ποσοτικώς) το υποβαλλόμενο αίτημα. Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθούν και οι δυο αιτήσεις αναιρέσεως, να συμψηφισθεί δε μεταξύ των διαδίκων η δικαστική αυτών δαπάνη λόγω της ισομερούς νίκης και ήττας κάθε πλευράς.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 13-5-2010 αίτηση της εταιρείας "ΒΙΒΑ ΑΕ" και της Ε. Κ. και την από 7-10-2009 αίτηση της Β.-Ά. Μ. για αναίρεση της 335/2009 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων την δικαστική αυτών δαπάνη.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ