1491/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Ιουνίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 264/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του ως και τους από 1 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους αναίρεσης.
Legislator headnote
AI generated1491/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνακόλουθα, εφόσον κάθε σύζυγος δεν είναι ούτε υπό προθεσμία ούτε υπό αίρεση δικαιούχος, αλλ' έχει απλή προσδοκία κτήσης μελλοντικού δικαιώματος, στην περίπτωση της τριετούς διάστασης, η σχετική για τα αποκτήματα αγωγή δεν ασκείται νομίμως πριν από τη συμπλήρωση της τριετίας, καθόσον δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 69 ΚΠολΔ ενόψει του ότι δεν είναι γεννημένο το δικαίωμα όπως απαιτείται κατά νόμο. (Α.Π.1590/2005).
Full text
Απόφαση 1491 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1491/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλεξόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ συζ. Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Χαρίτο, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 30-9-2010 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Ιουνίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 264/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του ως και τους από 1 Σεπτεμβρίου 2010 προσθέτους λόγους αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 14 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της από 5-11-2008 αίτησης αναίρεσης την απόρριψη του πρώτου λόγου και του μοναδικού λόγου του δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, και την αναίρεση της υπ' αριθ. 264/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 1400 ΑΚ, όπως ισχύει μετά το ν. 1329/1983 και εφαρμόζεται, κατ' άρθρο 12 του ν. 1649/1986, και για περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου, αλλά και επί γάμων που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου, συνάγεται ότι σε περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια, κάθε σύζυγος που συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση της περιουσίας του άλλου δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης που προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Η αξίωση αυτή είναι ενοχικής φύσεως και προσωποπαγής, γεννιέται δε από τη στιγμή που θα λυθεί ή ακυρωθεί αμετάκλητα ο γάμος ή που θα συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση των συζύγων. Πριν από την επέλευση των χρονικών αυτών σημείων ο σύζυγος έχει απλώς δικαίωμα προσδοκίας, το οποίο δεν εξομοιώνεται προς το υπό αίρεση δικαίωμα και γι' αυτό δεν είναι δυνατόν να εγερθεί προκαταβολικά από το μέλλοντα δικαιούχο η σχετική αγωγή για την επιδίκαση της εν λόγω απαίτησης του ή και την κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ αναγνώριση αυτής.
Συνακόλουθα, εφόσον κάθε σύζυγος δεν είναι ούτε υπό προθεσμία ούτε υπό αίρεση δικαιούχος, αλλ' έχει απλή προσδοκία κτήσης μελλοντικού δικαιώματος, στην περίπτωση της τριετούς διάστασης, η σχετική για τα αποκτήματα αγωγή δεν ασκείται νομίμως πριν από τη συμπλήρωση της τριετίας, καθόσον δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 69 ΚΠολΔ ενόψει του ότι δεν είναι γεννημένο το δικαίωμα όπως απαιτείται κατά νόμο. (Α.Π.1590/2005).
Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ταυτόσημης και με τη διάταξη του αρθ.1439 εδ.γ'του Α.Κ., νοείται εκείνη κατά την οποίαν οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης (Ολ.ΑΠ 20/1990).
Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο) που δεν αφορά υποχρεωτικά τον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και του δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. (Α.Π. 1325/2008). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 14/2005 και 2/2008).
Περαιτέρω, ο ίδιος εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ειδικά όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν ιδρύεται αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει σαφώς ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφό το οποίο και μνημονεύει ρητά από το οποίο συνάγεται, κατά το λόγο αναίρεσης η εξώδικη ομολογία (Α.Π. 545/1993).
Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο κατά την απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, του απέρριψε την αγωγή του από αξιώσεις αποκτημάτων ως πρόωρες, λόγω της μη συμπλήρωσης τριετούς διάστασής των αντιδίκων συζύγων μέχρι την άσκησή της, δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του βασικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης μεταξύ των διαδίκων τις εξώδικες ομολογίες της αναιρεσίβλητης που περιέχονται:
α)στην υπ'αριθ.4766/26-4-2000 αγωγή της αναιρεσίβλητης στην οποία εκτίθεται ότι: "από τις 8 Απριλίου 1996 όταν ο εναγόμενος (και ήδη αναιρεσείων) σύζυγός μου αναχώρησε με τη σύμφωνη γνώμη μου από την τότε κοινή συζυγική μας κατοικία βρισκόμαστε σε συνεχή διάσταση που διαρκεί μέχρι σήμερα" και β)στις από 28-11-2003 προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων κατά τη συζήτηση της από 9-6-2003 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του αναιρεσείοντος για την ένδικη απαίτησή του, όπου εκτίθεται ότι "επιβεβαιώθηκε η επταετής διάσταση μεταξύ των διαδίκων", τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο βασικός αγωγικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης μεταξύ των διαδίκων, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω έγγραφα και τις εις αυτά περιλαμβανόμενες εξώδικες ομολογίες, εφόσον άλλωστε δεν μνημόνευσε ρητά ούτε τις εξώδικες ομολογίες ούτε τα πιο πάνω έγγραφα, για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται βάσιμος, αφού και από την κατ' άρθ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι επικαλέσθηκε αυτός ειδικά και προσκόμισε νομίμως και τα δύο πιο πάνω έγγραφα, ανεξάρτητα αν είχαν προσκομισθεί κα στο Πρωτοδικείο.
Μετά τα παραπάνω, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθ. 264/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ