Legislator Case Law & Legislation
1491/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to appear in court.

Case Number 1491/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the Athens Court of Appeal's decision of 1137/2004. The appellants failed to appear in court despite being legally summoned, and their arguments regarding the lower court's handling of evidence and documents were rejected as too vague and abstract. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because the grounds did not specify the exact evidentiary means or factual distortions required for review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1 no. 11, 20, 13, 8, 10, 17 and Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague, fail to specify the exact evidence or document content distorted, or do not identify the specific legal definitions misapplied.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds failure to appear evidence evaluation code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 13 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 10 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 17 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1491 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1491/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων : 1) X1 και 2) X2, κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου : Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπαχαράλαμπο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2905/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1137/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Ιουλίου 2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 25 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην κρινόμενη υπόθεση οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, καίτοι αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού της παραπάνω δικασίμου καθώς και κλήσεως για εμφάνιση κατ' αυτή, τους επιδόθηκε νομίμως με επιμέλεια του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσιβλήτου, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες ...

και ... από 11/2/2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... . Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των αναιρεσειόντων. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη νομίμως προταθέντος ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Για να είναι όμως ορισμένος ο σχετικός αναιρετικός λόγος πρέπει, μεταξύ άλλων, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν ελήφθησαν υπόψη, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση τους από τον αναιρεσείοντα κατά τη συζήτηση, μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και προσκομιδή τους.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι δεν έλαβε υπόψη ιδιωτικό έγγραφο (τηλεομοιοτυπία), που είχε αποσταλεί στον μάρτυρα των αναιρεσειόντων, σε άλλο δε σημείο του αναιρετηρίου αποδίδεται η μορφή ότι δεν έλαβε υπόψη την 6928/2001 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων που είχε προσκομίσει ο αναιρεσίβλητος καθώς και την αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή.

Ο λόγος όμως αυτός, όπως διατυπώνεται, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφού δεν εξειδικεύονται επαρκώς τα εν λόγω έγγραφα, δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και δεν αναφέρεται ότι έγινε επίκλησή τους από τους αναιρεσείοντες κατά τη συζήτηση μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.

Επίσης απορριπτέοι, ως όλως αόριστοι, είναι οι περιεχόμενοι σε άλλα σημεία του αναιρετηρίου λόγοι που αναφέρονται στον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ επαναλαμβάνοντας απλώς το κείμενο του νόμου, χωρίς να ονομάζονται τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη αν και δεν προσκομίσθηκαν ή δεν ελήφθησαν υπόψη αν και προσκομίσθηκαν με επίκληση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως. με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως διότι περιέχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές (άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ) πρέπει να διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, αν μεν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, αν δε πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά την παράθεση αποσπάσματος από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση αυτή περιέχει αιτιολογίες ανεπαρκείς και αντιφατικές. Δεν διαλαμβάνεται όμως ούτε ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ώστε οι αιτιολογίες αυτές να είναι πλήρεις, ούτε σε τι συνιστάται η αντίφαση. Επομένως, και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Για να είναι όμως ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναιρέσεως που προβάλλεται με βάση τη διάταξη αυτή πρέπει να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο και να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ποια αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της αποφάσεώς του.

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων (άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ) και ειδικότερα ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ που αναφέρονται στην αποδεικτική δύναμη των δημοσιών εγγράφων, σχετικά με "το έγγραφο που προσκόμισε ο μάρτυρας αποδείξεως της αγωγής".

Σε άλλο σημείο δε του αναιρετηρίου προσάπτεται η ίδια πλημμέλεια "διότι οι ένορκες βεβαιώσεις ή τα έγγραφα τα συγκεκριμένα που αναφέρονται στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν έχουν μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του ακροατηρίου". Και στις δύο όμως αυτές περιπτώσεις ούτε το αποδεικτικό μέσο προσδιορίζεται επαρκώς, ούτε αναφέρεται ποία αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της αποφάσεώς του και, επομένως, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αόριστοι.

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος και όχι όταν προβαίνει σε εκτιμήσεις σχετικώς με την αξιοπιστία κάποιου αποδεικτικού μέσου. Η τελευταία αυτή κρίση είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη από τον 'Αρειο Πάγο.

Στην προκείμενη περίπτωση, σε άλλο σημείο του αναιρετηρίου υπό την επίκληση του παρόντος αναιρετικού λόγου, προβάλλεται το παράπονο ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν απέδωσε την προσήκουσα αποδεικτική αξία σε κατάθεση μάρτυρα, προβαίνοντας στην εκτίμηση ότι ο μάρτυρας των αναιρεσειόντων "δεν ήταν παρών και συνεπώς δεν έχει ιδίαν αντίληψη", δηλαδή σε εκτίμηση σχετικά με την αξιοπιστία αποδεικτικού μέσου.

Επομένως, ο σχετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Τα πρακτικά του δικαστηρίου κατ' αρχήν δεν αποτελούν έγγραφα εκτός εάν περιέχουν δηλώσεις των διαδίκων.

Για να είναι δε πλήρες ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρεται ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο και να παρατίθεται κατά λέξη το αληθινό περιεχόμενό του ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει αν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αναίρεση αποδίδεται στο Εφετείο το σφάλμα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και ειδικότερα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτά. Δεν εκτίθεται όμως ούτε το ειδικότερο περιεχόμενο των πρακτικών στο οποίο αναφέρεται η αιτίαση, ώστε να κριθεί αν αυτά είναι ή όχι έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, ούτε ποιο περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι έχουν τα πρακτικά, ώστε από τις σύγκριση με αυτό που πράγματι έχουν να καταστεί δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος με βάση την εν λόγω διάταξη.

Επομένως, και ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.13, με τον οποίο ελέγχεται αν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε ορθώς τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, είναι αόριστος αν δεν καθορίζεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως προς τον οποίον εφαρμόσθηκαν εσφαλμένως οι ορισμοί του νόμου περί βάρους αποδείξεως, καθώς και το σφάλμα του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τον λόγο αυτό αναιρέσεως, χωρίς να εκθέτουν τα ως άνω στοιχεία. Επομένως ο λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος.

Στην κρινόμενη αναίρεση, περαιτέρω, περιλαμβάνονται λόγοι κατά τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 8, 10 και 17, οι οποίοι όμως είναι όλως αόριστοι και απορριπτέοι, αφού εξαντλούνται στην αναφορά των ως άνω διατάξεων, χωρίς να περιέχουν καθόλου πραγματικά περιστατικά που να στοιχειοθετούν τους οικείους λόγους αναιρέσεως.

7. Κατά τα λοιπά στο αναιρετήριο περιέχονται αιτιάσεις, με τις οποίες πλήσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκφεύγει καθεαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, οι αιτιάσεις αυτές απαραδέκτως προβάλλονται ως λόγοι αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19/7/2004 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 1137/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8-6-2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ