1491/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1491/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενδεικτικά δε, σαν ολική ανικανότητα θεωρείται: α) η απώλεια της λειτουργίας τουλάχιστον δύο άκρων από τον καρπό ή αστράγαλο και πάνω". Στις 27-7-1994 ο εφεσίβλητος, κατόπιν τροχαίου ατυχήματος, υπέστη ανοικτό υπερκονδύλιο κάταγμα ΔΕ μηριαίου, που αντιμετωπίστηκε με διαρθρωτική εξωτερική οστ/ση και σε δεύτερο χρόνο με εφαρμογή συστήματος ροής πλύσης και νοσηλεύτηκε από 27-7-1994 μέχρι 30-81994 στο Γεν.
Full text
Απόφαση 1491 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1491/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη - Εισηγητή, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλκαίο Βγενόπουλο. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.9.1997 και με αριθμό καταθέσεως 5676/2121/11.9.1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 593/1998 του ίδιου Δικαστηρίου, 87/2001 του Εφετείου Πατρών που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Στη συνέχεια, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3419/2002 του Δικαστηρίου τούτου και 3721/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27.9.2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 13.10.2006 έκθεση του κωλυομένου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κανελλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192 του Α.Κ., 189 και 192 του ΕμπΝ, από τα οποία τα δύο τελευταία, ως περιλαμβανόμενα στο ένατο τμήμα του Νόμου αυτού, καταργήθηκαν με το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 2496/1997, αλλ' ίσχυαν κατά τον πιο κάτω χρόνο της κατάρτισης της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, προκύπτει ότι η σύμβαση ασφαλίσεως, η οποία μεταξύ άλλων περιέχει και το αντικείμενο της ασφαλίσεως, καταρτίζεται με απλή συναίνεση των μερών, συντελείται από το χρόνο αποδοχής της αιτήσεως για ασφάλιση από τον ασφαλιστή, η οποία μπορεί να υποδηλωθεί και σιωπηρώς με την αποστολή του ασφαλιστηρίου στον αιτούντα, και αποδεικνύεται από το ασφαλιστήριο, το οποίο αποτελεί αποδεικτικό και όχι συστατικό αυτής έγγραφο και για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του ασφαλιστή.
Οι περιεχόμενοι δε στο ασφαλιστήριο γενικοί και ειδικοί όροι, από τους οποίους οι ειδικοί επικρατούν των γενικών, δεσμεύουν τον ασφαλιζόμενο και όταν ακόμη δεν το υπέγραψε, εφόσον σ' αυτό στηρίζεται τις αξιώσεις του, το επικαλείται και το προσκομίζει στο δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ανελέγκτως, ύστερα από εκτίμηση αποδείξεων, τα ακόλουθα.
Η εταιρία με την επωνυμία "ΑΣΤΗΡ Α.Α.Ε." της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης είναι η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη), αποδέχθηκε την περί ασφαλίσεως αίτηση του εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσείοντος) και έτσι καταρτίσθηκε μεταξύ αυτών σύμβαση ασφαλίσεως ζωής και εκδόθηκε το ..... ασφαλιστήριο έγγραφο και στη συνέχεια η ......
πρόσθετη πράξη, που υπογράφηκαν από την ασφαλιστική εταιρία και απεστάλησαν στον εφεσίβλητο. Κατά τους όρους της ασφαλιστικής συμβάσεως, η ασφάλιση κάλυπτε, μεταξύ των άλλων κινδύνων, και τους κινδύνους της πρόσκαιρης ολικής και της μόνιμης μερικής ή μόνιμης ολικής ανικανότητας για εργασία. Με το άρθρο 3 του κεφαλαίου "ασφάλιση μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια" του ασφαλιστηρίου, το οποίο δεσμεύει τον εφεσίβλητο, αφού στηρίζει στο εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο ίδιες αξιώσεις προσκομίζει και επικαλείται αυτό, ορίζεται ότι "Μόνιμη ολική ανικανότητα είναι εκείνη που οφείλεται σε ασθένεια ή ατύχημα και που εμποδίζει τον ασφαλισμένο να εκτελεί οποιαδήποτε εργασία ή τον παρενοχλεί στο να επιδίδεται ικανοποιητικά στην άσκηση, με σκοπό το κέρδος, κάθε επιχείρησης ή επαγγέλματος κάθε μορφής, που έχει σχέση με τις γνώσεις, την εμπειρία και τις συνήθειές του.
Ενδεικτικά δε, σαν ολική ανικανότητα θεωρείται: α) η απώλεια της λειτουργίας τουλάχιστον δύο άκρων από τον καρπό ή αστράγαλο και πάνω". Στις 27-7-1994 ο εφεσίβλητος, κατόπιν τροχαίου ατυχήματος, υπέστη ανοικτό υπερκονδύλιο κάταγμα ΔΕ μηριαίου, που αντιμετωπίστηκε με διαρθρωτική εξωτερική οστ/ση και σε δεύτερο χρόνο με εφαρμογή συστήματος ροής πλύσης και νοσηλεύτηκε από 27-7-1994 μέχρι 30-81994 στο Γεν.
Νοσοκομείο Πατρών. Λόγω φλεγμovής εισήχθη πάλι στο ίδιο νοσοκομείο και νοσηλεύτηκε από 7-9-1994 μέχρι 15-9-1994, όπου αντιμετωπίστηκε η κατάστασή του με χειρουργικό καθαρισμό. Εξ αιτίας της καθυστερημένης πόρωσης νοσηλεύτηκε εκ νέου στο ως άνω νοσοκομείο από 29-11-1994 μέχρι 5-1-1995 και τοποθετήθηκε συσκευή illizarov. Εισήχθη πάλι στο ως άνω νοσοκομείο στις 15-6-1995 και παρέμεινε μέχρι τις 15-61995, όπου και χειρουργήθηκε και του τοποθετήθηκαν λαγόνια μοσχεύματα.
Τέλος στις 6-1-1996 εισήχθη εκ νέου στο ίδιο νοσοκομείο και παρέμεινε μέχρι τις 22-1-1996. Στις 13-8-1995 ο εφεσίβλητος εξετάσθηκε από τον ορθοπεδικό ιατρό του ως άνω Νοσοκομείου Γ2, ο oπoίoς αφού έλαβε υπόψιν του και τον ιατρικό του φάκελο αποφάνθηκε με την από ..... ιατρική του έκθεση ότι, μετά την αποτυχία της συσκευής illizarov και της μη αφαιρέσεώς της, το γόνατο ουσιαστικά έκανε αυτόματη αρθρόδεση και η αναμενόμενη κίνησή του στο μέλλον δεν προβλέπεται πάνω από 10% και ότι από την άποψη αυτή θα έχει μόνιμη μερική ανικανότητα.
Την 1-7-1996 ο ίδιος ο ως άνω ιατρός (Γ2) εξέτασε τον εφεσίβλητο εκ νέου και αποφάνθηκε με την από ..... βεβαίωσή του ότι θα έχει πλέον μόνιμη αναπηρία στο ΔΕ σκέλος, που δεν θα του επιτρέπει καμμία χειρωνακτική και εν γένει βαριά εργασία. Επίσης ο ιατρός ....., διευθυντής του Γεν. Περ. Νοσοκομείου Πατρών " ο ΑΠΟΣΤ.
ΑΝΔΡΕΑΣ" με το από ...... πιστοποιητικό του γνωματεύει ότι ο εφεσίβλητος, εξαιτίας του ως άνω τραυματισμού του θα είναι ανίκανος για οικοδομικές εργασίες εφ' όρου ζωής. Περαιτέρω και ο ορθοπεδικός ιατρός ....... στην από ..... ιατρική του έκθεση αναφέρει για τον εφεσίβλητο, μετά την εξέτασή του, ότι παρουσιάζει βράχυνση του δεξιού κάτω σκέλους 3,5 cm και είναι ανίκανος για βαριές εργασίες εφ' όρου ζωής και ότι υπάρχουν πιθανότητες νέων χειρουργείων προς μερική αποκατάσταση των υπαρχουσών βλαβών.
Κατόπιν αιτήσεως του εφεσιβλήτου, προκειμένου να επιδοτηθεί από την Πρόνοια, συνήλθε η Α/βάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Νομού Αχαϊας η oπoία γνωμάτευσε "βράχυνση (Δ) σκέλους με αγκύλωση του γόνατος. Ποσοστό αναπηρίας άνω του 67%, για τρία χρόνια ανίκανος για εργασία". Το ίδιο γνωματεύει και η Β/βάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ίδιου νομού, πλην όμως περιορίζει την ανικανότητα για εργασία στα δύο χρόνια.
Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει, ότι ο εφεσίβλητος ναι μεν υπέστη βαρύ κάταγμα στο δεξιό μηριαίο και υποβλήθηκε σε αρκετές χειρουργικές επεμβάσεις, οι οποίες δεν είχαν γι' αυτόν ευνοϊκά αποτελέσματα, πλην όμως ο τραυματισμός του αυτός δεν τον κατέστησε μονίμως ολικώς ανίκανο για οποιαδήποτε εργασία, αλλά μόνο για βαριά χειρωνακτική εργασία.
Οι ως άνω ιατροί στις γνωματεύσεις τους αποφάνθηκαν ότι ο εφεσίβλητος είναι ανίκανος για βαρειές χειρωνακτικές εργασίες και όχι για οποιαδήποτε εργασία. Επίσης και οι υγειονομικές επιτροπές που προαναφέρθηκαν γνωμάτευσαν, ότι ο εφεσίβλητος είναι ανίκανος για εργασία πάνω από 67% για τρία χρόνια η Α/βάθμια και για δύο χρόνια η Β/βάθμια επιτροπή.
Αλλά και ο ιατρός Γ1, αφού έλαβε υπόψη του τις ως άνω γνωματεύσεις αποφαίνεται ότι ο εφεσίβλητος δεν θεωρείται μονίμως ολικώς ανίκανος και μπορεί να εργαστεί σε εργασίες που δεν απαιτούν σωματική κόπωση. Στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο αναφέρεται ότι ο εφεσίβλητος ασκεί το επάγγελμα του σερβιτόρου. Στην από 2-9-1994 δήλωση ατυχήματος ο ίδιος αναφέρει ότι ασκεί το επάγγελμα του οικοδόμου και σερβιτόρου.
Με την από ... αίτησή του, για μεταβολή των στοιχείων του ασφαλιστηρίου, δηλώνει αλλαγή επαγγέλματος από οικοδόμος σε ιδιοκτήτη καταστήματος καφέ. Το τελευταίο αυτό επάγγελμα όπως και άλλα που δεν απαιτούν βαριά xειρωνακτική εργασία, μπορεί να ασκήσει ο εφεσίβλητος, λαμβανομένων υπόψιν των γνώσεων και της εμπειρίας του.
Επί πλέον βάσει του άρθρου 3 του κεφαλαίου "ασφάλιση μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια" του ασφαλιστηρίου, μόνιμη ολική ανικανότητα επιφέρει μεταξύ των άλλων η απώλεια και των δύο άκρων, όρο τον οποίο συμφώνησε. Επομένως, συνεχίζει το Εφετείο, ο εφεσίβλητος δεν δικαιούται την αποζημίωση των 4.000.000 δραχ.
για μόνιμη ολική ανικανότητα, αλλά αυτή για μόνιμη μερική ανικανότητα, η οποία βάσει του άρθρου 4 του κεφαλαίου "ασφάλιση μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια" του ασφαλιστηρίου, ανέρχεται σε ποσοστό 25% για την συγκεκριμένη περίπτωση επί του ποσού των 2.000.000 δραχ. ήτοι στο ποσό των 500.000 δραχ.
Ακολούθως το Εφετείο, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός, ισχυριζόμενος ότι είχε επέλθει η συμφωνημένη με την ασφαλιστική εταιρία "ΑΣΤΗΡ Α.Α.Ε." ασφαλιστική περίπτωση της μόνιμης ολικής ανικανότητας, ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη εταιρία να του καταβάλει, ως αντίστοιχο ασφάλισμα, το πιο πάνω ποσό των 4.000.000 δρχ., δεχθέν (το Εφετείο) την έφεση της τελευταίας κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της μη επελεύσεως της πιο πάνω ασφαλιστικής περιπτώσεως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε σ' αυτήν επαρκή, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα, καταλήγοντας το Εφετείο στην κρίση, ότι ο αναιρεσείων μπορούσε να ασκήσει το επάγγελμα του "ιδιοκτήτη καταστήματος καφέ", σύμφωνα "με την από ... αίτησή του για μεταβολή των στοιχείων του ασφαλιστηρίου", με την οποία είχε δηλώσει "αλλαγή επαγγέλματος από οικοδόμος σε ιδιοκτήτη καταστήματος καφέ", σαφώς δέχθηκε εκ του πράγματος ότι ο αναιρεσείων είχε και τις γνώσεις και την οικονομική δυνατότητα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού.
Επομένως ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. απορρέων τέταρτος, κατά το δεύτερο τμήμα του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, οι παραδοχές του Εφετείου, ότι ο τραυματισμός του αναιρεσείοντος δεν τον κατέστησε μονίμως ολικώς ανίκανο για οποιαδήποτε εργασία και έτσι δεν δικαιούται αυτός την αντίστοιχη συμφωνημένη αποζημίωση, επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως, ως εκ περισσού δε το Εφετείο συμπεριέλαβε στην απόφασή του και αιτιολογία, που δεν στηρίζει το διατακτικό της, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων έχει εισπράξει από την ασφαλιστική εταιρία για μόνιμη μερική ανικανότητα, το συμφωνημένο ποσό των 500.000 δρχ.
και έτσι οι περιεχόμενες στον ίδιο λόγο και στο πρώτο τμήμα του αιτιάσεις, ότι το Εφετείο με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες "δέχεται εξόφληση όχι της αγωγικής αξιώσεως, που αφορά σε μόνιμη ολική αναπηρία, αλλά άλλης, μη αξιούμενης", είναι, ως αλυσιτελείς, αβάσιμες.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις, των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να μην καταλείπεται αμφιβολία, από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, περί του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίσθηκαν νομίμως από τους διαδίκους.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πιο κάτω τέσσερα έγγραφα, τα οποία νομίμως είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για την απόδειξη του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού του, ότι από τον τραυματισμό του υπέστη νόμιμη ολική ανικανότητα για κάθε εργασία, ήτοι α) το με αριθμό πρωτ. .....
πιστοποιητικό του ιατρού της ορθοπεδικής κλινικής του Γενικού Περιφερειακού Νοσοκομείου Πατρών "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ" ......, β) την ..... απόφαση της Β/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Αχαϊας, γ) την από ..... άδεια καφέ-μπαρ-αναψυκτηρίου και δ) την από ..... δήλωση παύσης της δραστηριότητας αυτής. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο βεβαιώνει, πως στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο τραυματισμός τού αναιρεσείοντος δεν τον κατέστησε μονίμως ολικώς ανίκανο για οποιαδήποτε εργασία, αλλά μονίμως μερικώς ανίκανο, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων και "όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι".
Από τη βεβαίωση αυτή και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεώς του δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για τη συνεκτίμηση από το Εφετείο και των ανωτέρω τεσσάρων αποδεικτικών εγγράφων. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Με το δεύτερο λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, κρίνοντας ως αβάσιμη την αγωγή του, με το να δεχθεί ότι "επιπλέον, βάσει του άρθρου του κεφαλαίου ""ασφάλιση μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια"" του ασφαλιστηρίου, μόνιμη ολική ανικανότητα επιφέρει μεταξύ των άλλων η απώλεια και των δύο άκρων, όρο τον οποίο συμφώνησε" αυτός, υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα του ασφαλιστηρίου, παραλείποντας τις λέξεις "ενδεικτικά" και "λειτουργίας", αφού στο έγγραφο αυτό και στον όρο 3 αναγράφεται ότι : "ενδεικτικά σαν ολική ανικανότητα θεωρείται .....
η απώλεια λειτουργίας τουλάχιστον δύο άκρων από τον καρπό ή τον αστράγαλο και άνω" και επομένως, προβάλλει ο αναιρεσείων, με την ενδεικτική απαρίθμηση, δεν αποκλείεται η ολική ανικανότητα και αν δεν συντρέχει απώλεια τουλάχιστον δύο άκρων. Όμως, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έχει δεχθεί ότι με τον πιο πάνω όρο 3 του ασφαλιστηρίου συμφωνήθηκε η έννοια της "μόνιμης ολικής ανικανότητας" και προστέθηκε (στο ίδιο όρο) ότι "ενδεικτικά, σαν ολική ανικανότητα θεωρείται :
α) η απώλεια της λειτουργίας τουλάχιστον δύο άκρων....". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού ορθώς ανέγνωσε τον επίμαχο όρο, κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα και από άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως κατάθεση μάρτυρα και έγγραφα (διάφορα ιατρικά πιστοποιητικά) και όχι αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από τον όρο αυτόν του ασφαλιστηρίου.
Επομένως, ο προαναφερόμενος λόγος, ως προς την εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αυτός, κατά την υπαγόμενη στη ρύθμιση του αριθμού 19 (και όχι 11) του ίδιου άρθρου αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεχθέν πως είναι ενδεικτικές οι περιπτώσεις μόνιμης ολικής ανικανότητας που αναγράφονται στ συμβατικό όρο 3, αντιφατικώς έκρινε ότι ο αναιρεσείων, αφού υπέγραψε τον άνω όρο, δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις αυτές και άρα δεν δικαιούται την αιτούμενη παροχή, είναι επίσης αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε τον αναιρεσείοντα ως μη υπαγόμενο σε καμία περίπτωση μόνιμης ολικής ανικανότητας και όχι μόνο στις ενδεικτικώς μνημονευόμενες στον ανωτέρω όρο περιπτώσεις.
IV. Με τον τρίτο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο ότι η "απόφανση" του ιατρού Γ1, περί του ότι "ο εφεσίβλητος δεν θεωρείται μόνιμα ολικά ανίκανος και μπορεί να εργαστεί σε εργασίες που δεν απαιτούν σωματική κόπωση", ελήφθη υπόψη ανεπιτρέπτως, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται αν πρόκειται για έγγραφη ή για προφορική "απόφανση". Όμως, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθίσταται πρόδηλο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την (έγγραφη) έκθεση - γνωμάτευση του ιατρού ορθοπεδικού Γ1, την οποία, έχουσα τον χαρακτήρα ιδιωτικής γνωμοδοτήσεως (άρθρο 390 ΚΠολΔ), η αναιρεσίβλητη είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις της. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-9-2004 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της 3721/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ