1491/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/5/1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3880/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3110/1999 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1141/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 9451/2001, με την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση και στη συνέχεια την 4479/2005 οριστική, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/1/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 19/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1491/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): από 1-1-1989 έως 31-12-1991), ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, διότι η απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφαση του εν λόγω κονδυλίου λόγω παραγραφής δεν οδήγησε σε επιζήμιο για την ενάγουσα διατακτικό σε σχέση με την απόρριψη κατ' ουσίαν από το ίδιο δικαστήριο του αυτού κονδυλίου, με την προηγούμενη, μη αναιρεθείσα ως προς το κεφάλαιο τούτο και κατά συνέπεια αποτελούσα δεδικασμένο, υπ' αριθμ. 3110/1999 απόφασή του.
Full text
Απόφαση 1491 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1491/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, ο οποίος ανακάλεσε την από 11/5/2007 δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ", (Ν.Π.Δ.Δ.), νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Γκούμα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/5/1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3880/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3110/1999 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1141/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 9451/2001, με την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση και στη συνέχεια την 4479/2005 οριστική, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/1/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 19/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν σε νομικό ζήτημα ουσιαστικής ή δικονομικής φύσεως, στο οποίο ο Άρειος Πάγος με την αναιρετική και παραπεμπτική απόφασή του έδωσε ορισμένη λύση, το δικαστήριο της παραπομπής έδωσε διαφορετική λύση. Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την υπ' αριθμ. 3110/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδίκασε τις από 1-7-1997 και 17-1-1997 αντίθετες εφέσεις της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου Νοσοκομείου αντίστοιχα, κατά της υπ' αριθμ. 3895/1995 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 25-5-1994 αγωγή της αναιρεσείουσας για επιδίκαση διαφορών αποδοχών που προέκυψαν κατά τη λειτουργία της συνδέουσας αυτήν με το ανωτέρω Νοσοκομείο εργασιακής σχέσεως, απορρίφθηκε κατά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή ως προς το κονδύλιο αυτής που αναφερόταν σε εργασία της ενάγουσας αναιρεσείουσας κατά τις Κυριακές και αργίες του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 έως 30-4-1994 και σιωπηρώς κατά την αναλογία που αντιστοιχεί στις αποδοχές αδείας οι εργασία αυτή.
Κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε η αναιρεσείουσα, ο Άρειος Πάγος με την υπ' αριθμ. 1141/2001 απόφασή του έκρινε ότι η έφεση του πιο πάνω εναγομένου Νοσοκομείου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ήταν απαράδεκτη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα και ότι κακώς το Εφετείο ερεύνησε το κεφάλαιο της αγωγής που αφορούσε επιδίκαση αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες του χρονικού διαστήματος από 1-1-1992 έως 31-12-1993 διότι τούτο δεν είχε μεταβιβαστεί στο Εφετείο και ακολούθως αναίρεσε ως προς το κεφάλαιο τούτο και το απολύτως συναφές με αυτό της αναλογίας των προσαυξήσεων για την εν λόγω εργασία στις αποδοχές αδείας, την προσβληθείσα απόφαση, κατά παραδοχή αντίστοιχα των από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγων αναιρέσεως. Ήδη το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση με την εν λόγω απόφαση του Αρείου Πάγου για περαιτέρω εκδίκαση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, α) απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου επειδή ασκήθηκε εκπροθέσμως β) έκρινε ότι το κεφάλαιο της εκκαλουμένης που αφορούσε το κονδύλιο αμοιβής της ενάγουσας για εργασία αυτής κατά τις Κυριακές και αργίες του χρονικού διαστήματος από 1-1-1992 έως 31-12-1993, το οποίο έγινε κατ' ουσία δεκτό για 1.122.099 δραχμές ήτοι 3.239.03 ευρώ, δε μεταβιβάστηκε κατά οποιονδήποτε τρόπο στο Εφετείο και συνακόλουθα δεν ήταν ερευνητέο κατά την έκκλητη δίκη και γ) ερεύνησε ακολούθως και τον τρίτο λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας με τον οποίο αυτή διατύπωνε παράπονο για τη μη εκδίκαση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του αιτήματός της περί επιδικάσεως της αναλογίας των προσαυξήσεων για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, στις αποδοχές αδείας, το οποίο και απέρριψε λόγω παραγραφής.
Επομένως το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, συμμορφώθηκε πλήρως με την πιο πάνω αναιρετική απόφαση, ο δε περί του εναντίου πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλεται με αυτόν η από τον αριθμό 8 του αυτού άρθρου πλημμέλεια και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "το προκύπτον από τις ανωτέρω υπ' αριθμ. 3110/1999 και 3880/1995 αποφάσεις του Εφετείου και Μονομελούς Πρωτοδικείου αντίστοιχα δεδικασμένο", είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι το εν λόγω δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν ερεύνησε, όπως υποστηρίζεται με το λόγο αυτόν, εκ νέου κεφάλαια που αφορούσαν διαφορές αποδοχών πέραν εκείνων για τα οποία αναιρέθηκε η πρώτη από τις ανωτέρω αποφάσεις.
Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς κάποιο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να εξετάσει λόγους εφέσεως που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ίδια πιο πάνω διαδικαστικά έγγραφα, το Εφετείο με την υπ' αριθμ. 3110/1999 απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσίαν τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 έως 31-12-1993. Ο Άρειος Πάγος με την πιο πάνω αναιρετική απόφασή του αναίρεσε την εν λόγω Εφετειακή απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε το αγωγικό αυτό κονδύλιο μόνο για το χρονικό διάστημα από 1-1-1992 έως 31-12-1993.
Έτσι, για το προγενέστερο χρονικό διάστημα, που είχε απορριφθεί πρωτοδίκως το κονδύλιο τούτο λόγω παραγραφής, η απόφαση του Εφετείου αποτελούσε δεδικασμένο, που εμπόδιζε την εκ νέου έρευνα του ιδίου κονδυλίου από το δικαστήριο της παραπομπής. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει λόγω παραγραφής εν επιδικία τις αναφερόμενες στο χρονικό διάστημα από 1-1-1989 έως 31-12-1993 αξιώσεις του από διαφορές προσαυξήσεων για εργασία της αναιρεσείουσας κατά τις Κυριακές και αργίες, παραβίασε τις εκτιθέμενες στο αναιρετήριο διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ο τρίτος από τον αριθμό 8 του αυτού άρθρου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει να απορριφθεί κατά το μέρος μεν που ο λόγος αυτός αναφέρεται στο χρονικό διάστημα από 1-1-1992 έως 31-12-1993, προεχόντως, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι για το διάστημα αυτό η αγωγή έγινε δεκτή, κατά το μέρος δε που αναφέρεται στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα (δηλ.
από 1-1-1989 έως 31-12-1991), ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, διότι η απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφαση του εν λόγω κονδυλίου λόγω παραγραφής δεν οδήγησε σε επιζήμιο για την ενάγουσα διατακτικό σε σχέση με την απόρριψη κατ' ουσίαν από το ίδιο δικαστήριο του αυτού κονδυλίου, με την προηγούμενη, μη αναιρεθείσα ως προς το κεφάλαιο τούτο και κατά συνέπεια αποτελούσα δεδικασμένο, υπ' αριθμ. 3110/1999 απόφασή του.
Επίσης απορριπτέος είναι και ο τέταρτος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως την περί παραγραφής ένσταση των αξιώσεων της αναιρεσείουσας που αναφέρονται σε προσαυξήσεις των αποδοχών της για εργασία αυτής κατά τις Κυριακές και αργίες του ιδίου πιο πάνω χρονικού διαστήματος, ως αβάσιμος διότι, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως η ένσταση αυτή προβλήθηκε στο δεύτερο βαθμό από το αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 43 παρ. 3 και 49 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του ν.π. που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, για καθυστερούμενες αποδοχές ή πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι δύο ετών και αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής.
Η θεσπιζόμενη με τις παραπάνω διατάξεις βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής παρόμοιων αξιώσεων (άρθ. 250 ΑΚ) καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ιδίου ν.δ. χρόνο παραγραφής των αξιώσεων του ν. π. κατά τρίτων, είναι συνταγματικά θεμιτή και δεν αντίκειται στην καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού η ανωτέρω διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από τη φύση των πιο πάνω αξιώσεων και την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ.
Εξάλλου η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υποχρέων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό κατά περίπτωση χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την ισχύ τους.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, προβάλλεται παραβίαση των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων από το Εφετείο με το να δεχθεί τούτο διετή παραγραφή (εν επιδικία) των αξιώσεων της αναιρεσείουσας για την πρόσθετη αμοιβή της από την αναλογία των αμοιβών της για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες τα έτη 1992 και 1993, στις αποδοχές αδείας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-1-2006 αίτηση της ..... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4479/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ