Supreme Court dismisses appeal against insurance denial due to driver's intoxication and failure to present policy documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision denying insurance coverage for a traffic accident. The appellant argued that the insurance company was bound by a policy containing specific terms, yet the court found the appellant liable for intoxication and procedural violations. The court ruled that the appellant's own actions and the specific circumstances of the accident justified the denial of coverage under the relevant insurance regulations.
Legislator headnote
AI generatedArt. 42 of Law 614/1977; Art. 2 of Law 2496/1997: The court held that an insurance company is not bound by a policy's specific terms if the insured driver was intoxicated and failed to present the policy documents, rendering the claim inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1491 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1491/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .............................., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο – Σπυρίδωνα Μαζαράκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1................, 2. .................., 3. .........................., 4. .............................., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ρουμελιώτη και 5. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΕΕΓΑ «Η ΕΘΝΙΚΗ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Ιανουαρίου 2002 αγωγή των ήδη υπό στοιχεία 1,2,3 και 4 εκ των αναιρεσιβλήτων και την από 27 Σεπτεμβρίου 2002 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση – αγωγή της ήδη 5ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3440/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3380/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Απριλίου 2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 25 Απριλίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Στο άρθρο 42 παρ. 1 και 5 του προϊσχύσαντα ν. 614/1977 (ΚΟΚ) ορίζονταν τα εξής «1. Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος εις οδηγό, ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών…… 5. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Συγκοινωνιών καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, ως και το απαιτούμενο ποσοστό οινοπνεύματος στο οργανισμό για να θεωρηθεί ότι ο ελεγχόμενος οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση αυτών.
Σε εκτέλεση της τελευταίας διάταξης εκδόθηκαν οι με αριθμό 13382 Φ.705.11/4δ της 25/26/11/1977 και η τροποποιητική αυτής με αριθμό 1330.Φ.705.11/4ξθ/15.2./1.4.1985, κοινές αποφάσεις των Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Συγκοινωνιών με τις οποίες καθορίσθηκαν οι τρόποι ανίχνευσης του οινοπνεύματος στον οργανισμό και το ποσοστό αυτού πέραν του οποίου ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση αυτού.
Ο ν. 614/1977 καταργήθηκε στη συνέχεια με το ν. 2094/1992 ο οποίος στο άρθρο 42 αυτού περιέλαβε όμοιες με τις παραπάνω διατάξεις του ν. 614/1977, όρισε δε με τη διάταξη του άρθρου 112 παρ. 7 αυτού ότι υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί με βάση εξουσιοδοτική διάταξη του ν. 614/1977 και τους μεταγενέστερους αυτού τροποποιητικούς νόμους εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νέου αυτού κώδικα.
Ακολούθως ψηφίσθηκε ο ν. 2696/1999 «Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας», στο άρθρο 42 του οποίου, όπως ίσχυσε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 43 παρ. 2 του ν. 2963/2001 ορίσθηκαν μεταξύ άλλων : 1. Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την οδηγητική ικανότητα του οδηγού.
Θεωρείται ότι ο ελεγχόμενος οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό του υπερβαίνει τα 0,5 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,5 gr/l). Με τις κοινές αποφάσεις της παραγράφου 5 του παρόντος μπορεί να ορισθεί και μικρότερο ποσοστό……. 5. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά την παράγραφο 1 από τον ελεγχόμενο οδηγό, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια.
Περαιτέρω, με το άρθρο 110 παρ. 1 του άνω νόμου ορίσθηκε ότι από την έναρξη της ισχύος του (23.5.1999) καταργείται ο ν. 2094/1992 όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως καθώς και κάθε αντίθετη διάταξη. Ο παραπάνω νόμος (ΚΟΚ) δεν περιέλαβε ρητή, αντίστοιχη του άρθρου 112 παρ. 7 του ν. 2094/1992, διάταξη περί διατηρήσεως της ισχύος υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν βάσει εξουσιοδοτικών διατάξεων των προηγούμενων ΚΟΚ.
Αντίθετα αυτό έλαβε χώρα με τη διάταξη του άρθρου 45 παρ. 5 του ν. 2953/2001, με την οποία προστέθηκε παράγραφος 4 στο άρθρο 110 αυτού με την οποία ορίζεται ότι μέχρι την έκδοση των προβλεπομένων από τον παρόντα Κώδικα προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων εξακολουθούν να ισχύουν τα προεδρικά διατάγματα και οι υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ΄ εξουσιοδότηση διατάξεων των προηγούμενων Κωδίκων Οδικής Κυκλοφορίας εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις της παρούσας.
Το γεγονός όμως αυτό δεν σημαίνει ότι οι παραπάνω υπουργικές αποφάσεις έπαυσαν να ισχύουν από τη θέση σε ισχύ του ν. 2696/1999 (23.5.1999) και μέχρι την προσθήκη της παραγράφου 4 στο άρθρο 110 αυτού, με τον ν. 2953/2001 ο οποίος ισχύει από 23.11.2001. Και τούτο γιατί οι εν λόγω υπουργικές αποφάσεις, ως κανονιστικές διοικητικές πράξεις, εξακολούθησαν να ισχύουν και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ανεξάρτητα ότι αυτό δεν είχε ορισθεί ρητά, αφού ο ν. 2696/1999 καταργώντας τον Ν. 2094/1992 που τις είχε διατηρήσει σε ισχύ, δεν απάγγειλε και την κατάργηση αυτών.
Ούτε περιέλαβε ως προς τον τρόπο ανίχνευσης του οινοπνεύματος στον οργανισμό των οδηγών, διατάξεις αντίθετες προς εκείνες των άνω αποφάσεων ώστε να θεωρηθούν εξ αυτού οι τελευταίες ως καταργηθείσες. Εξάλλου η παράβαση της διάταξης του άρθρου 42 παρ. 5 του ΚΟΚ, με την οποία προσδιορίζεται η διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί για να διαπιστωθεί στο πλαίσιο της ποινικής δίκης αν ο δράστης του από την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου προβλεπομένου αδικήματος, βρισκόταν κατά την τέλεση αυτού υπό την επίδραση οινοπνεύματος, μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα, ως παραβίαση διατάξεως που καθορίζει την υπεράσπιση του υπαίτιου στη ποινική δίκη.
Ωστόσο, στα πλαίσια της πολιτικής δίκης και ειδικότερα της ειδικής διαδικασίας των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο κ.λ.π. (681 Α ΚΠολΔ) κατά την οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (671 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν αποκλείεται η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση μετά των άλλων αποδείξεων, επιστημονικής έκθεσης περί της περιεκτικότητας σε οινόπνευμα στο αίμα εμπλακέντος σε αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού, έστω και αν δεν τηρήθηκε πλήρως η από την ισχύουσα υπουργική απόφαση διαγραφόμενη διαδικασία.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο αναφορικά με την κατά του αναιρεσείοντος αγωγή της πέμπτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του μεταξύ άλλων ότι μετά το ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα την 3.6.2001 και περί ώρα 22.00 «...κατά τον γενόμενο αστυνομικό έλεγχο με alcotest, με την χρησιμοποίηση συσκευής αεροχρωματογράφου, ανιχνεύθηκε στον εναγόμενο ποσότητα οινοπνεύματος στο αίμα του 400 mg/100 ml ή 4 γραμμ., ανά λίτρο αίματος (βλ.
από 3-6-2001 δελτίο διερεύνησης μέθης τροχαίας Ελευσίνας) και 2,84 γραμμ. ανά λίτρο αίματος κατά την τοξικολογική εξέταση (βλ. από 20-6-2001 υπ' αρ. πρωτ. ............... έκθεση τοξικολογικής έρευνας επικ. καθηγήτριας ............... ), γεγονός το οποίο αποδεικνύει ότι αυτός είχε καταναλώσει ποσότητα οινοπνεύματος (οίνο) μεγαλύτερη της επιτρεπομένης των 0,50 γραμμ.
ανά λίτρο αίματος (άρθρ. 42 ΚΟΚ, σε συνδ. με υπ' αρ. 13382705,11, δ' της 25/26-11-1977 κοινή απόφαση των Υπ. Συγκοινωνιών και Δημοσίας Τάξεως). Επίσης, στο δελτίο διερεύνησης μέθης αναφέρεται ότι ο ως άνω εναγόμενος οδηγός απέπνεε οσμή οινοπνεύματος, παρουσίαζε αστάθεια βαδίσματος, τα μάτια του ήταν θολά και η συμπεριφορά του αρνητική, ήτοι παρουσίαζε δηλωτικά στοιχεία υπάρξεως μέθης, που βεβαιώνεται στα προσκομιζόμενα έγγραφα της Αστυνομικής προανάκρισης. (βλ.
ΕΠ 648/99 ΔΕΕ 2000.635, ΕΘ. 2528/99 Αρμ. 54.930). Με βάση τα περιστατικά αυτά και την προαναφερθείσα καταδίκη του για παράβαση και του άρθρου 42 ΚΟΚ, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος οδηγός τελούσε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε κατάσταση μέθης, που είχε άμεση αιτιώδη σχέση με το ατύχημα και ως εκ τούτου στοιχειοθετείται απαλλαγή της ενάγουσας έναντι του εναγομένου ασφαλισμένου της από την υποχρέωσή της εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως σε αποζημίωση των ζημιωθέντων τρίτων...
Ο λόγος της εφέσεως του ότι η υπ' αριθμ. 13382 Φ 705/1/4δ/25-11-77 κοινή απόφαση των Υπ. Συγκοινωνιών και Δημοσίας Τάξης, όπως τροποπ., δεν έχει εφαρμογή μετά την ψήφιση του Ν. 2094/92, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον στο άρθρο 112 παρ.7 β' Ν. 2094/92 ορίζεται ότι οι υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί με εξουσιοδοτική διάταξη του Ν. 614/77 και τους μεταγενέστερους τροποποιητικούς νόμους, εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νέου Κώδικα και έτσι, η ως άνω απόφαση εξακολουθεί να τυγχάνει εφαρμογής και μετά τον Ν. 2094/92.
Ο λόγος της εφέσεως του ότι οι εξετάσεις που υποβλήθηκε και η τοξικολογική εξέταση είναι παράνομες και δεν αποδεικνύουν την περιεκτικότητα του αλκοόλ στο αίμα του, αφού οι νόμοι 614/77 και 2094/92 δεν ισχύουν, και επιπλέον δεν του κοινοποιήθηκε η έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως είναι απορριπτέος και αβάσιμος, διότι, κι αν ακόμα υποτεθεί ότι η αιματοληψία δεν έγινε νομοτύπως, κατ' άρθρο 42 ΚΟΚ, οι εξετάσεις αίματος μπορούν να εκτιμηθούν από το Αστικό Δικαστήριο για την απόδειξη της μέθης του, ως δικαστικά τεκμήρια.».
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, εφάρμοσε σωστά και δεν παραβίασε τις διατάξεις του ισχύοντος κατά το χρόνο του ατυχήματος ΚΟΚ και εκείνες της με αριθμ. 13382Φ.705/1/4δ/25.11.77 κοινής απόφασης των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης. Επομένως οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα με τον πρώτο, ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 5 του ν. 2696/1999, την οποία δεν εφάρμοσε όπως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος, με τον δεύτερο ότι εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 112 παρ. 7ε του ν. 2094/1992 αντί των άρθρων 42 και 110 του ν. 2696/1999, με τον τρίτο ότι σε κάθε περίπτωση παραβίασε τις διατάξεις της με αρ. 13382Φ.705.11/4δ/25.11.1977 κοινής απόφασης των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξεως όπως αυτή τροποποιήθηκε με την με αρ. 1330 Φ.705.11/4ξθ/15.2./1.4.1985 απόφαση των ίδιων υπουργών, σχετικά με την διαγραφόμενη από αυτή διαδικασία για την ανίχνευση οινοπνεύματος στο αίμα του ελεγχόμενου και με τον τέταρτο, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ύπαρξη αντιφατικών αιτιολογιών (559 αρ. 19 ΚΠολΔ) ότι παραβίασε το άρθρο 42 παρ. 1 και 5 του ν. 2696/1999 αξιώνοντας πράγματα διαφορετικά από εκείνα που οι εν λόγω διατάξεις, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο του ατυχήματος επιτάσσουν, δεχόμενη αντιφατικά σε σχέση με την προηγούμενη παραδοχή της, ότι και αν ακόμη υποτεθεί ότι η αιματοληψία δεν έγινε νομοτύπως κατ' άρθρο 42 ΚΟΚ οι εξετάσεις αίματος μπορούν να εκτιμηθούν από το Αστικό Δικαστήριο για την απόδειξη της μέθης ως δικαστικά τεκμήρια, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η περικοπή αυτής στο τέλος της εμπρόσθιας και στην αρχή της οπίσθιας σελίδας του έκτου φύλλου της «... έστω και με την μνεία του αριθμού του ΦΕΚ (795 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) στην παραπάνω διάταξη, η οποία αρκεί για την θεωρούμενη ως δεδομένη γνώση του ασφαλισμένου, ο οποίος δεσμεύεται από το ασφαλιστήριο αυτό, ακόμη κι αν δεν το υπέγραψε, εφόσον το επικαλέσθηκε και το προσκόμισε στην επιληφθείσα Αστυνομική Αρχή, για την απόδειξη της ασφαλιστικής καλύψεως της αστικής του ευθύνης, έθεσε το σήμα στο παρ-μπριζ και υπέβαλε στον ασφαλιστή υπεύθυνη δήλωση των συνθηκών του ατυχήματος» αποτελεί μέρος της νομικής σκέψης αυτής και όχι ουσιαστική παραδοχή. Επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 και 8 ΚΠολΔ επειδή τάχα δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσήγαγε στην Αστ. Αρχή το ................ ασφαλιστήριο για την απόδειξη της ασφαλιστικής καλύψεως της αστικής του ευθύνης και χωρίς να προταθεί τέτοιος ισχυρισμός από κάποιο διάδικο, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως.
ΙΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 361 Α.Κ., 1 επ. του ν. 2496/1997 «ασφαλιστική σύμβαση κ.λ.π.» και 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ αυτοκινήτων αστικής ευθύνης» προκύπτει ότι η σύμβαση ασφάλισης καταρτίζεται με απλή συναίνεση των μερών, συντελείται από το χρόνο αποδοχής της αίτησης για ασφάλιση από τον ασφαλιστή, η οποία αποδοχή υποδηλώνεται με την κατάρτιση και παράδοση ή αποστολή του ασφαλιστηρίου στον αιτούντα, για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του ασφαλιστή.
Με τη σύμβαση ασφάλισης μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί ότι αποκλείεται η κάλυψη ζημιών από τον ασφαλιστή, που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, όταν ο οδηγός του κατά το χρόνο του ατυχήματος τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια του άρθρου 42 του ΚΟΚ. Η συνομολόγηση του όρου αυτού, που δεν απαλλάσσει τον ασφαλιστή της υποχρέωσης να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως σ' αυτόν δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου, μπορεί να γίνει είτε με την ενσωμάτωση αυτούσιου του όρου αυτού στη σύμβαση ασφαλίσεως, είτε και με την παραπομπή της σύμβασης στους όρους της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου ή στο ΦΕΚ που αυτή έχει δημοσιευθεί (ΦΕΚ 795/8.4.1978 τ.
ΑΕ και ΕΠΕ), δια της οποίας παραπομπής, η εν λόγω υπουργική απόφαση, στο άρθρο 25 παρ. 8 της οποίας ορίζεται ότι αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες που προξενούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια του άρθρου 42 του ΚΟΚ, αποκτά συμβατικό χαρακτήρα.
Για τη δέσμευση του ασφαλισμένου από τους κατά τ' ανωτέρω ενσωματωμένους στο ασφαλιστήριο όρους, δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο και απ' αυτόν, αφού η αποδοχή των όρων του μπορεί να γίνει και σιωπηρά. Αυτό δύναται να συμβεί με πλείονες τρόπους, όπως με την παραλαβή του ασφαλιστηρίου, την καταβολή των ασφαλίστρων, την επικόλληση στο «παρ-μπριζ» του αυτοκινήτου του ειδικού σήματος που παραδίδει ο ασφαλιστής στον αντισυμβαλλόμενο, τη δήλωση στον ασφαλιστή του επιγενόμενου ατυχήματος κ.λ.π.
Περαιτέρω από τον σκοπό του ν. 2496/1997 που έγκειται κυρίως στη ρύθμιση των προαιρετικών συμβάσεων ασφαλίσεως, από τις ρυθμίσεις δε αυτού που αφορούν την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης, εξαιρείται η υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων (αρθρ. 26 παρ. 6 αυτού), συνάγεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2-7 αυτού που αναφέρονται στον τρόπο διατύπωσης και ένταξης των γενικών ή ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου και τις προϋποθέσεις δεσμευτικότητας τους, δεν έχουν εφαρμογή στην ασφάλιση ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, λόγω της διαφορετικότητας των συμφερόντων του ασφαλισμένου στην περίπτωση αυτή και γιατί δεν αρμόζουν στη νομοθετικά προκαθορισμένη ελάχιστη κάλυψη, την οποία ο ασφαλιστής παρέχει στον εν λόγω ασφαλισμένο.
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε περαιτέρω και τα εξής: «Με την υπ' αριθμ. ................. ασφαλιστική σύμβαση που είχε καταρτίσει αυτός με την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία «ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ» ασφάλιζε το ζημιογόνο όχημα του, υπό τους όρους της υπ' αρ. Κ4/585/1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, μεταξύ των οποίων και του άρθρου 25 παρ. 8, κατά το οποίο εξαιρούνται της ασφαλιστικής καλύψεως οι ζημιές που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο, του οποίου ο οδηγός κατά τον κρίσιμο χρόνο βρισκόταν υπό την επίδραση μέθης.
Ο όρος αυτός είχε αποτελέσει συμβατικό περιεχόμενο του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που προσκομίζει η ασφαλιστική εταιρεία, καθόσον υφίσταται ρητή αναφορά στις παραπομπές, έστω και με την μνεία του αριθμού του ΦΕΚ (795 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) στην παραπάνω διάταξη, η οποία αρκεί για την θεωρούμενη ως δεδομένη γνώση του ασφαλισμένου, ο οποίος δεσμεύεται από το ασφαλιστήριο αυτό, ακόμη κι αν δεν το υπέγραψε, εφόσον το επικαλέσθηκε και το προσκόμισε στην επιληφθείσα Αστυνομική Αρχή, για την απόδειξη της ασφαλιστικής καλύψεως της αστικής του ευθύνης (ΑΠ 657/2001 ΕλλΔνη 42.1556), έθεσε το σήμα στο παρ-μπρίζ και υπέβαλε στον ασφαλιστή υπεύθυνη δήλωση των συνθηκών του ατυχήματος ...
ο λόγος της εφέσεώς του ότι ουδέποτε του παρέδωσε το ασφαλιστήριο (αλλά μόνο το σήμα), ώστε να τρέξει η προθεσμία εναντίωσής του ... είναι απορριπτέος, ... κατά τα λοιπά δε, ισχύουν οι όροι της Κ4/585/1978 Υπουργικής αποφάσεως και διότι έκανε χρήση της ασφαλίσεως, έβαλε το σήμα στο «παρ-μπριζ» και υπέβαλε στον ασφαλιστή υπεύθυνη δήλωση των συνθηκών του ατυχήματος ...
Περαιτέρω, ο λόγος της εφέσεως του εναγομένου ότι η ως άνω Υπουργική απόφαση είναι αντισυνταγματική και δεν αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου, δεν ευσταθεί και απορριπτέος ως αβάσιμος.». Ενόψει των παραδοχών αυτών ο έκτος λόγος αναίρεσης κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων δεσμεύεται από το με αριθμό ..............
ασφαλιστήριο, το οποίο εμπεριέχει ως συμβατικό όρο την απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρίας σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 8 της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, επειδή έθεσε στο «παρ-μπριζ» του αυτοκινήτου του το ειδικό σήμα του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 489/1976 και υπέβαλε στον ασφαλιστή υπεύθυνη δήλωση περί των συνθηκών του ατυχήματος, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2496/1997 που ορίζουν τις προϋποθέσεις δεσμευτικότητας των ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω ο έβδομος λόγος αναίρεσης κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια μη λαμβάνοντας υπόψη πράγματα, τα οποία ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε με τον 5ο λόγο της έφεσής του, ήτοι ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο είχε αγοράσει από την εταιρία TEFIN ΑΕ με παρακράτηση κυριότητας, η οποία σύμφωνα με τη σύμβαση πωλήσεως το ασφάλισε κατ' επιλογή της αρχικά στην εταιρία AGF ΚOSMOS Γ.Α.Α.Ε., ακολούθως στην εταιρία ALLIANZ ΑΕΓΑ και κατά τον κρίσιμο χρόνο στην ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ, η δια λογαριασμό της οποίας είσπραξη των ασφαλίστρων γινόταν από την εταιρία ΝΕΟΣ ΚΗΦΙΣΟΣ Α.Ε., η οποία πέραν του ειδικού σήματος της ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΕΓΑ για την περίοδο της ασφάλισης δεν του παρέδωσε ούτε αυτή, ούτε η ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ το ασφαλιστήριο με γενικούς ή ειδικούς όρους, τους οποίους αυτός ουδέποτε συμφώνησε, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος.
Και τούτο γιατί, ενόψει των άνω παραδοχών της προσβαλλόμενης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό (λόγο έφεσης), τον οποίο απέρριψε εκ του πράγματος. Τέλος, ο όγδοος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι απορρίπτοντας σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος ότι η υπουργική απόφαση Κ4/585/1978 είναι αντισυνταγματική και δεν αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου, με την αιτιολογία ότι «αυτός (λόγος έφεσης) δεν ευσταθεί και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος», υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ερμηνεύοντας εσφαλμένα την παραπάνω Υπουργική Απόφαση άλλως και στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αντιφάσκοντας με προηγούμενη παραδοχή της ότι το περιεχόμενο της άνω Απόφασης ήταν δεσμευτικό για τον αναιρεσείοντα γιατί είχε αποτελέσει μέρος της ...............
ασφαλιστικής συμβάσεως, είναι, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 578 ΚΠολΔ απορριπτέος ως αλυσιτελής.
Κατ΄ ακολουθίαν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία σημειωτέον είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά των λοιπών, πλην της πέμπτης, αναιρεσιβλήτων, σε σχέση με τους οποίους ουδεμία κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση προβάλλεται (566 παρ. 1, 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει ν΄ απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.4.2005 αίτηση του ..................... για αναίρεση της 3380/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ για κάθε ομάδα αυτών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ