Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to statute of limitations and failure to raise specific defenses.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision. The appellant argued that the defendant's claim was time-barred and that the defendant acted in bad faith, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that the statute of limitations had expired before the defendant's death and that the defense of bad faith was not properly raised in the lower courts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the appellant fails to raise a defense of statute of limitations or bad faith in the lower courts, rendering such arguments inadmissible at the appellate stage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1490 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1490/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Π. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Δ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν η 11/2019 μη οριστική και 88/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 153/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-7-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 80/2022, 536/2020, 177/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, δε, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως ή εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσης του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 310/2024, 500/2022, 638/2018, 458/2015).
Εξάλλου, αν ο μη εμφανισθείς διάδικος είναι αναιρεσίβλητος, δεν αρκεί για το νόμιμο της κλήτευσής του η προς αυτόν επίδοση μόνο της κλήσεως προς συζήτηση, αλλ' απαιτείται να του έχει επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 992/2022, 1021/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η αναιρεσίβλητη, ούτε υποβλήθηκε η, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δήλωση. Από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. ....2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Α.
Τ. προκύπτει ότι με επιμέλεια του αναιρεσείοντος επιδόθηκε στις 25.7.2024 νόμιμα στην αναιρεσίβλητη α)ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού, ως αρμοδίου, του Β2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 2.4.2024, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή και β)η από 18.7.2024 βεβαίωση αναβολής της αρμόδιας Γραμματέως του Αρείου Πάγου, με την οποία βεβαιώνεται ότι η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε από την αρχική δικάσιμο της 2.4.2024 για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή αυτής της απόφασης, δηλαδή για της δικάσιμο της 4.3.2025.
Κατόπιν τούτου, εφόσον η αναιρεσίβλητη, μετά την επίδοση σ' αυτήν τόσο της ένδικης αίτησης αναίρεσης όσο και της παραπάνω, περί αναβολής, βεβαίωσης της Γραμματέως του Αρείου Πάγου, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). 2.
Με την υπό κρίση με ημερομηνία 18.7.2023 (με αρ. εκθ. κατ. 298/23/17.7.2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 153/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (διαφορών για αμοιβές). Με την απόφαση αυτή έγιναν δεκτές τυπικά και κατ' ουσίαν οι συνεκδικασθείσες εφέσεις των διαδίκων, ήτοι αφενός της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και αφετέρου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 88/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, και, αφού εξαφανίστηκε η αμέσως προαναφερόμενη απόφαση, απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσείοντος.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 17.7.2023 (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), ήτοι πριν παρέλθει η προθεσμία των τριάντα ημερών από την επίδοση, στις 19.6.2023, της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης στον αναιρεσείοντα (βλ. τη σχετική περί επιδόσεως βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή Ε. Σ.
επί του επιδοθέντος στον αναιρεσείοντα ακριβούς αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 3. Η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας αποτελεί κατάληξη, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών εγγράφων, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Με την από 23.4.2018 (με αρ. εκθ. κατ. ....2018) αγωγή του, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, δικηγόρος Θηβών, ιστορούσε ότι στις 27.5.1996 συνήφθη, με το τιτλοφορούμενο ως "πληρεξούσιο - εργολαβικό - εκχωρητήριο" έγγραφο, που εξ ολοκλήρου παρατίθεται στο αγωγικό δικόγραφο, μεταξύ αφενός του ιδίου και αφετέρου του Α.
Ξ., θείου της εναγομένης, η οποία είναι και η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, έγγραφη σύμβαση εντολής, δυνάμει της οποίας ο Α. Ξ. έδωσε σ' αυτόν (ενάγοντα) την εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την καταβολή εύλογου τιμήματος (αποζημίωσης) για την απαλλοτριωθείσα έκταση, ιδιοκτησίας, που αναφέρεται στην ως άνω έγγραφη σύμβαση, ή την άρση και αποδέσμευση αυτής με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στην εν λόγω σύμβαση.
Ότι σε εκτέλεση της παραπάνω εντολής αυτός (ενάγων) υπέβαλε για λογαριασμό του εντολέα του τις αναφερόμενες στην αγωγή εξώδικες και δικαστικές ενέργειες. Ότι, εκ των υστέρων, πληροφορήθηκε ότι ο Α. Ξ. είχε ανακαλέσει, αντισυμβατικά και παράνομα, την εντολή του προς αυτόν, έχοντας διορίσει για την εν λόγω υπόθεση άλλον δικηγόρο.
Ότι η παραπάνω ανάκληση της εντολής ήταν αδικαιολόγητη, ο δε ίδιος, εάν δεν είχε ανακληθεί η εντολή προς το πρόσωπό του, θα διεκπεραίωνε επιτυχώς την υπόθεση και θα πετύχαινε την έκδοση ευνοϊκής τελεσίδικης απόφασης για τον εντολέα του. Ότι, συνακόλουθα, η εναγομένη, υπό την ως άνω ιδιότητά της ως μοναδικής (εξ αδιαθέτου) κληρονόμου του Α.
Ξ., υποχρεούται να του καταβάλει την αμοιβή του, η οποία με την ανωτέρω συμφωνία τους (εργολαβικό) είχε οριστεί σε ποσοστό 15% επί του ποσού που θα καταβαλλόταν σε περίπτωση απαλλοτρίωσης ή αγοράς της συγκεκριμένης έκτασης ή, σε περίπτωση άρσης της απαλλοτρίωσης, επί της πραγματικής αξίας της έκτασης. Ότι, ενόψει του ότι η πραγματική αξία της έκτασης ανερχόταν σε εξακόσιες τριάντα χιλιάδες (630.000) ευρώ, η αμοιβή που του οφείλεται αντιστοιχεί στο ποσό των ενενήντα τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων (94.500) ευρώ (630.000 ευρώ x 15%).
Άλλως, και δη στην περίπτωση που κριθεί ότι η ανάκληση της εντολής ήταν δικαιολογημένη, δικαιούται αυτός τη νόμιμη αμοιβή του, ανερχόμενη, κατά τις διατάξεις του "Κώδικα περί Δικηγόρων", στο ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων διακοσίων (25.200) ευρώ (630.000 ευρώ x 4%). Με βάση τα παραπάνω ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και ν' αναγνωριστεί ότι η τελευταία υποχρεούται να του καταβάλει το υπόλοιπο, υπολειπόμενο έως τις 94.500 ευρώ, ποσό των εβδομήντα εννέα χιλιάδων πεντακοσίων (79.500) ευρώ, επικουρικά δε, δηλαδή στην περίπτωση που κριθεί ότι η ανάκληση της εντολής ήταν δικαιολογημένη, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και ν' αναγνωριστεί ότι η ίδια υποχρεούται να του καταβάλει το υπόλοιπο, υπολειπόμενο έως τις 25.200 ευρώ, ποσό των δέκα χιλιάδων διακοσίων (10.200) ευρώ, σε κάθε περίπτωση νομιμοτόκως.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αρχικώς, και δη με την υπ' αριθ. 11/2019 μη οριστική απόφασή του, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομιστούν τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν έγγραφα και για να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, ενώ ακολούθως, με την υπ' αριθ. 88/2020 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε ότι δεν συντάχθηκε μεταξύ του Α.
Ξ. και του ενάγοντος έγκυρη σύμβαση εργολαβίας και ότι, συνεπώς, δεν πηγάζουν αξιώσεις του ενάγοντος από τη σύμβαση αυτή, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τις αξιώσεις του τελευταίου για τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειές του με βάση τα ελάχιστα όρια αμοιβών, όπως ορίζονται στα άρθρο 98 επ. του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικα περί Δικηγόρων), σε συνδ.
με το άρθρο 155 ιδίου Κώδικα, και δη κατά το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων διακοσίων (25.200) ευρώ, υποχρεώνοντας την εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και αναγνωρίζοντας την υποχρέωση αυτής να του καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των δέκα χιλιάδων διακοσίων (10.200) ευρώ, νομιμοτόκως.
Κατά της απόφασης αυτής αμφότεροι οι διάδικοι άσκησαν εφέσεις, και συγκεκριμένα η μεν εναγομένη την από 11.6.2020 (με αρ. εκθ. κατ. 17/11/6.2020), ο δε ενάγων την από 24.6.2020 (με αριθ. εκθ. κατ. 20/25.6.2020) έφεση. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, με την οποία το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο, συνεδικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων τις ασκηθείσες εφέσεις, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν αυτές και, αφού εξαφάνισε την υπ' αριθ. 88/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. 4.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94 και 170 του ν.δ. 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων", που έχει εν προκειμένω εφαρμογή, διότι οι ένδικες αξιώσεις και η παροχή των αντίστοιχων υπηρεσιών έλαβαν χώρα πριν από την κατάργηση του εν λόγω Κώδικα και τη θέση σε ισχύ του νέου Κώδικα των Δικηγόρων με το άρθρο 166 του ν. 4194/2013, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.
και 713 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και αυτός δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποία εξ ιδίων κατέβαλε, και αμοιβή για κάθε εργασία, δικαστική ή εξώδικη.
Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που προσέφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΑΠ 183/2024, 1841/2023, 1040/2020, 949/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα, επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι' εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας.
Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 5 του ίδιου άρθρου η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή, ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλο βαθμό συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος.
Από τις άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 201 ΑΚ, συνάγεται οτι: α)η συμφωνία περί εργολαβίας δίκης είναι έγκυρη όταν περιέχει ρητώς, προς άρση κάθε αμφιβολίας, τον όρο ότι ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας ή την ανατεθείσα εργασία μέχρι περατώσεως αυτής και ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα λάβει αμοιβή, β)η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης, γ)χρόνος υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς είναι εκείνος της τελεσιδικίας ή ο τυχόν συμφωνηθείς μεταγενέστερος τοιούτος, από τον οποίο γεννάται η αξίωση αμοιβής του δικηγόρου, δ)δεν τίθενται περιορισμοί ως προς το είδος της αμοιβής, η οποία μπορεί να τελεί "εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως", σύμφωνα με την απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, παρά μόνο ως προς το ύψος αυτής (20%) και ε)η σχετική απαίτηση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό η διαφορά ή περατωθεί η εργασία (ΑΠ 1841/2023, 1040/2020, 133/2018, 1310/2012).
Ως επιτυχής έκβαση της δίκης, άρα και ως πλήρωση της αίρεσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 183/2024, 1841/2023, 31/2022, 1040/2020, 396/2017, 730/2015).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 170 του ως άνω Κώδικα, συνάγεται ότι ο εντολέας, ενόψει της απόλυτης προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση είτε όχι. Σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές γεννώνται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του εντολέα που προβλέπει η εν λόγω διάταξη (ΑΠ 183/2024, 1841/2023, 31/2022, 1040/2020, 396/2017, 1388/2015). Η ως άνω ανάκληση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 και 724 ΑΚ, με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δήλωση βουλήσεως, η δε λύση της εντολής επέρχεται με την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο που απευθύνεται (ΑΠ 183/2024, 1841/2023, 1040/2020, 1310/2012). Η ανάκληση της εντολής μπορεί να γίνει και σιωπηρά, αρκεί ο εντολέας να καταστήσει γνωστή την περί τούτου βούλησή του στον εντολοδόχο (ΑΠ 183/2024, 1841/2020, 945/2019, 1338/2018, 1309/2012). Η ανάκληση της εντολής ενεργεί ex nunc και όχι ex tunc και συνακόλουθα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών θα κριθούν, ως νόμιμη αιτία, με βάση την έννομη σχέση της έμμισθης εντολής (ΑΠ 1841/2023, 1040/2020, 810/2003). Η κρίση του δικαστηρίου ως προς το δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο της ανάκλησης της εντολής είναι νομική (ΑΠ 1841/2023, 31/2022, 1040/2020, 193/2008).
Σε περίπτωση που ο εντολέας ανακαλέσει την εντολή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, δηλαδή πριν από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την εξωδικαστική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, επί αδικαιολόγητης ανακλήσεως ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στον δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή, η με βεβαιότητα δε προσδοκώμενη πλήρωση της προαναφερόμενης αίρεσης της επιτυχημένης διεξαγωγής της δίκης ή της υπόθεσης αποτελεί γεγονός θεμελιωτικό του δικαιώματος του δικηγόρου για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής (ΑΠ 183/2024, 1841/2023, 31/2022, 1040/2020, 133/2018).
Στην παραπάνω περίπτωση αν η εντολή προς το δικηγόρο ανακληθεί αδικαιολόγητα, ο τελευταίος δικαιούται τη συμφωνημένη αμοιβή υπό την προϋπόθεση ότι, αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής, θα διεξήγε επιτυχώς τη δίκη στην οποία αφορούσε η εντολή με βεβαία κατάληξη την έκδοση ευνοϊκής για τον εντολέα του τελεσίδικης απόφασης (ΑΠ 408/2018, 133/2018, 730/2015, 1310/2012).
Αν, αντιθέτως, η ανάκληση είναι δικαιολογημένη, αλλά από λόγους που δεν παρέχουν δικαίωμα άσκησης αγωγής κατά το άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ (αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου), έχει υποχρέωση να καταβάλει στον δικηγόρο τις δαπάνες που αυτός έχει πραγματοποιήσει προς εκτέλεση της εντολής και μέχρι την ανάκληση αυτής, καθώς και την αμοιβή του για τις μέχρι τότε ενέργειές του, υπολογιζόμενη σύμφωνα με τον ίδιο Κώδικα (ΑΠ 408/2018, 730/2015).
Ως εκ τούτου, ο δικηγόρος, ο οποίος φρονεί ότι η ανάκληση είναι αδικαιολόγητη, ως ενάγων δικαιούται να ζητήσει, σύμφωνα με το άρθρο 170 του άνω Κώδικα, πέρα από τα έξοδά του και το σύνολο της αμοιβής, την οποία θα δικαιούτο εάν δεν είχε ανακληθεί η εντολή (ΑΠ 48/2006). Ο εντολέας, για να περιορίσει την αμοιβή μόνο στις μέχρι της ανακλήσεως εργασίες του δικηγόρου, ως εναγόμενος θα πρέπει να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η ανάκληση υπήρξε δικαιολογημένη.
Στην περίπτωση αυτή, ο ισχυρισμός του δικηγόρου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος ανακλήσεως καταρρίπτει την ένσταση περί δικαιολογημένης ανακλήσεως και λειτουργεί αρνητικά. Για τον λόγο αυτό δεν έχει αυτοτέλεια, δεν θεωρείται ουσιώδης και δεν συνιστά πράγματα στο πλαίσιο του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 932/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, ΑΠ 1040/2022, 485/2022). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2023, 4/2021, 1/2021). Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, μεταξύ των άλλων, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 2/2022, 2/2019).
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Μόνο, δηλαδή, το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1464/2022, ΑΠ 1283/2021).
Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1283/2021, 1368/2019, 1420/2013). Για να είναι, δε, ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης:
α)η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β)οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ)ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ)η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1300/2022, 269/2020, 109/2020, 1361/2019).
Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 846/2023, ΑΠ 471/2023, ΑΠ 34/2016, 76/2016).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 846/2023). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 846/2023, 153/2019, 79/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά το ενδιαφέρον για τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, δέχθηκε αναφορικά με τη σύμβαση εντολής και την ανάκληση της εντολής αυτής, τα εξής:
"....Στις 27 Μαϊου 1996, στη Θήβα, συνήφθη μεταξύ του Α. Ξ. του Β. και του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος - εφεσιβλήτου Νικολάου Ποταμιά, δικηγόρου Θηβών (κατά τον ανωτέρω χρόνο), ιδιωτικό συμφωνητικό με τον τίτλο "πληρεξούσιο - εργολαβικό - εκχωρητήριο", στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι, με τα από 21.11/27.12.79 και από 30.12.82/9.3.83 προεδρικά διατάγματα εγκρίθηκε η επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου Θηβών και εντάχθηκε σ' αυτό ιδιόκτητη έκταση του Α.
Ξ., συνολικής επιφάνειας 50.196 τετραγωνικών μέτρων. Ότι, ακολούθως, με την υπ' αριθ. 1/1990 πράξη εφαρμογής της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Θηβαίων προσδιορίστηκε αναλυτικά η υποχρέωση εισφοράς σε γη και σε χρήμα του παραπάνω ιδιοκτήτη και με την υπ' αριθ. 1/1993 μεμονωμένη πράξη εφαρμογής δημιουργήθηκε υποχρέωσης απαλλοτρίωσης, εκ μέρους του Δημοσίου, εκτάσεως 8.739 τετραγωνικών μέτρων, και καταβολής αποζημίωσης στον Α.
Ξ., πλην όμως η παραπάνω έκταση, που αναφέρεται στο ρυμοτομικό σχέδιο ως 361-363 οικοδομικά τετράγωνα, ήδη κατελήφθη αυθαίρετα, χωρίς να προηγηθεί απαλλοτρίωση ή αγορά της έκτασης. Ενόψει αυτού, ο Α. Ξ. χορηγεί στον ενάγοντα την εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί τις αναγκαίες, κατά την κρίση του, ενέργειες για την καταβολή εύλογου τιμήματος (ήτοι, αποζημίωσης) για την απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία του, άλλως, για την αποδέσμευση αυτής από κάθε απαλλοτριωτική πράξη.
Στη δεύτερη σελίδα του ανωτέρω συμφωνητικού, κάτω από την ένδειξη "Οι συμβαλλόμενοι", o Α. Ξ. έγραψε το ονοματεπώνυμό του ...., όπως τούτο του ζητήθηκε από τον ενάγοντα, ο οποίος, στη συνέχεια, έθεσε κάτω από αυτό την επαγγελματική σφραγίδα του και την υπογραφή του. Αντίγραφο, δε, του ως άνω εργολαβικού κατατέθηκε τόσο στον αρμόδιο Δικηγορικό Σύλλογο Θηβών, όσο και στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Θήβας, από την οποία θεωρήθηκε ....το από 27-5-1996 πληρεξούσιο - εργολαβικό είναι καθ' όλα γνήσιο και, ως εκ τούτου συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος και του Α. Ξ. έγκυρη σύμβαση εργολαβίας δίκης. .....
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με τα προεδρικά διατάγματα της 21.11/27.12.1979 (ΦΕΚ Δ' 718/1979) και της 31.12.1982/9.3.1983 (ΦΕΚ Δ' 54/1983) αναθεωρήθηκε και επεκτάθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης της Θήβας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 62 παρ. 2 του ν. 947/1979. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. ....1984 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 43 παρ. 4 του ν. 1337/1983 και μετά την υπ' αριθμόν 190/1983 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Θηβαίων, ορίστηκε ότι για τα τμήματα του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης της Θήβας, που εγκρίθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 62 παρ. 2 του ν. 947/1979 με τα ανωτέρω π.δ., εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των άρθρων 8, 9 και 12 του ν. 1337/1983.
Στη συνέχεια, εκδόθηκε η με αριθμό 1/1993 μεμονωμένη πράξη εφαρμογής για την απόκτηση χώρου ανέγερσης σχολικών κτιρίων, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στις 20.4.1994 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θηβών, στον τόμο 1057 και με α.α. 57. Την πράξη αυτή, η οποία επικυρώθηκε με τη με αριθμό πρωτ. ....1993 απόφαση του Νομάρχη Βοιωτίας, συνοδεύει η από 9.8.1993 τεχνική έκθεση, ο από 9.8.1993 κτηματολογικός πίνακας και το με την ίδια ημερομηνία τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, όλα συνταχθένα και θεωρηθέντα από τον Διευθυντή των Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Θηβαίων ...
Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι η υπ' αριθ. .../1993 πράξη εφαρμογής αφορά έκταση 50.196 τ.μ., με συνολική υποχρέωση εισφοράς σε γη 27.815 τ.μ., με υποχρέωση εισφοράς στον ιδιοκτήτη 22.381 τ.μ., εκ των οποίων είχαν αποδοθεί 13.642 τ.μ. και απέμεναν προς απόδοση σ' αυτόν 8.739 τ.μ., τα οποία έπρεπε να αποζημιωθούν. Η εν λόγω έκταση βρίσκεται στη θέση "Παλουκωμένος" της περιφέρειας Πυρίου του Δήμου Θηβαίων, στα Ο.Τ. 357, 361, 362, 363, 364, 365, 369, 488, 654, 655 και 655α, που στον κτηματολογικό πίνακα αντιστοιχούσε στους αριθμούς ιδιοκτησίας 0305, 0543 και 0549.
Στον κτηματολογικό πίνακα, ωστόσο, η παραπάνω ιδιοκτησία δεν φερόταν ως ιδιοκτησία Α. Ξ., δηλαδή του αντισυμβαλλομένου του ενάγοντος - εκκαλούντος - εφεσίβλητου. .....
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από το έτος 1996, που ο ενάγων ανέλαβε την υπόθεση από τον Α. Ξ., ο οποίος του έδωσε εντολή να ενεργήσει τις, κατά την κρίση του, απαιτούμενες ενέργειες, ώστε αυτός (Α. Ξ.), είτε να λάβει αποζημίωση για την απαλλοτρίωση είτε να αποδεσμευτεί η περιουσία του, ο ενάγων θεώρησε ως ενδεδειγμένο να ενεργήσει προς το σκοπό της τροποποίησης του σχεδίου πόλεως, ώστε να αποχαρακτηριστεί η ιδιοκτησία του εντολέα του, που βρίσκεται στα Ο.Τ. 361 - 363 του Δήμου Θηβαίων, έκτασης 8.739 τ.μ., όπως συνάγεται από το κείμενο της από 2-7-2003 αίτησής του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Ειδικότερα, μετά την κατάρτιση του, ως άνω, εργολαβικού, στις 27-5-1996, ο ενάγων προέβη στις κάτωθι ενέργειες, για λογαριασμό του εντολέα του: Στις 28-5-1996 άσκησε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θηβών αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά του Δήμου Θηβαίων και της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Βοιωτίας, ζητώντας να αναγνωριστεί προσωρινά νομέας και κάτοχος των υπ' αριθ. 361 - 363 οικοδομικών τετραγώνων συνολικής εκτάσεως 8.739 τ.μ., την οποία είχαν καταλάβει παράνομα τα αρμόδια όργανα των αντιδίκων του, χωρίς να έχει προηγηθεί η νόμιμη απαλλοτρίωσή της και να του έχει καταβληθεί αποζημίωση.
Η συζήτηση της εν λόγω αίτησης ματαιώθηκε ..... Ακολούθως, απηύθυνε προς την Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Θηβαίων πέντε αιτήσεις, με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο όλες, και δη, τις: α)από 25-9-1996 με αριθ. πρωτ. 691/3-10-1996, β)από 25-5-1997 με αριθ. πρωτ. 451/30-5-1997, γ)από 10-1-1998 με αριθ. πρωτ. 41/15-1-1998, δ)από 20-9-2001 με αριθ. πρωτ. 1051/1-10-2001 και ε)από 5-2-2003 με αριθ.
πρωτ. 152/6-2-2003 τοιαύτες, με τις οποίες ζητούσε να τροποποιηθεί το σχέδιο πόλεως Θηβών, ως προς την έκταση των 8.739 τ.μ. στα οικοπεδικά τετράγωνα 361 και 363, ιδιοκτησίας του αιτούντος (Α. Ξ.), να αποχαρακτηριστεί αυτή από χώρος σχολείου και να αποδοθεί στον αιτούντα ως οικοδομήσιμος χώρος, ανακαλουμένης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, όσον αφορά την ιδιοκτησία του.
Μετά τη σιωπηρή άρνηση της διοίκησης επί των ανωτέρω αιτήσεων, και ειδικότερα, επί της τελευταίας, ως άνω, αιτήσεως, ο ενάγων άσκησε για λογαριασμό του εντολέα του Α. Ξ., ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, την από 2-7-2003 (αριθ. καταθ. 216/3-7-2003) αίτηση ακύρωσης της σιωπηρής απόρριψης της διοίκησης, ήτοι, του Δήμου Θηβαίων, να άρει την επιβληθείσα απαλλοτρίωση σε βάρος της ιδιοκτησίας του.
Με την 25-11-2005 πράξη της Προέδρου Εφετών του ως άνω Δικαστηρίου ορίστηκε δικάσιμος προς συζήτηση της πιο πάνω αίτησης η 14-3-2006 και η πράξη αυτή επιδόθηκε στον ενάγοντα, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του αιτούντος Α. Ξ.. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο τελευταίος παραστάθηκε με τον, ως άνω, πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος κατέθεσε το από 14-3-2006 υπόμνημα και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 574/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία αυτό κήρυξε την αναρμοδιότητά του (καθόσον, από την 1-1-2002 αρμόδιο για την εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων ήταν πλέον το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ευρίσκετο το απαλλοτριούμενο ακίνητο) και παρέπεμψε την αίτηση ακύρωσης στο αρμόδιο Διοικητικό Πρωτοδικείο Λιβαδειάς.
Το τελευταίο αυτό, κατόπιν αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 17-3-2016 για τη δικάσιμο της 27-10-2016, εξέδωσε την υπ' αριθ. Α63/28-2-2017 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την προσφυγή του Α. Ξ. ως απαράδεκτη, καθώς κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ο ανωτέρω δεν παραστάθηκε, ούτε και νομιμοποίησε τον δικηγόρο του (νυν ενάγοντα Ν.
Π.) ή οποιονδήποτε άλλο δικηγόρο. Στο μεταξύ, το έτος 2011 ο Α. Ξ. απευθύνθηκε στον δικηγόρο Θηβών Ελευθέριο Κτιστάκη, προκειμένου να μπορέσει να λάβει το ποσό της αποζημίωσης λόγω της απαλλοτρίωσης και δι' αυτού του πληρεξουσίου δικηγόρου κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών κατά του Δήμου Θηβαίων την από 20-6-2011 (αριθ.
εκθ. καταθ. ...-2011) αίτηση καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας και αναγνώρισής του ως δικαιούχου της αποζημίωσης. Επί της παραπάνω αιτήσεως, η οποία συζητήθηκε στις 17-5-2012, εκδόθηκε η ... υπ' αριθ. 359/2012 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία ανεστάλη η εκδίκαση αυτής, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, μέχρι να εκδοθεί απρόσβλητη διορθωτική πράξη της υπ' αριθ. 1/1993 μεμονωμένης πράξης εφαρμογής από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία του Δήμου Θηβαίων, κατόπιν σχετικής αιτήσεως, που έπρεπε να υποβάλει ο Α.
Ξ. Τούτο διότι, σύμφωνα με το σκεπτικό της ως άνω απόφασης (το οποίο δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο), ο τελευταίος, ο οποίος δεν φερόταν στην υπ' αριθ. 1/1993 πράξη εφαρμογής και στον συνοδεύοντα αυτήν, από 9-8-1993, κτηματολογικό πίνακα ως ιδιοκτήτης της επίδικης έκτασης, "ουδέποτε υπέβαλε στην αρμόδια Υπηρεσία (Πολεοδομία του Δήμου Θηβών) αντίγραφα των ανωτέρω συμβολαίων του και πιστοποιητικά ...., και σχετικό αίτημα σύνταξης διορθωτικής πράξης εφαρμογής της υπ' αριθ. 1/1993 πράξης, κατά το άρθρο 12 του ν. 1337/1983, λόγω υπάρξεως στοιχείων που δεν ήταν γνωστά κατά τον χρόνο κύρωσης της πράξης αυτής, ούτε άλλωστε, προκύπτει ότι υπέβαλε αίτημα στην αρμόδια Υπηρεσία για τη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το άρθρο 16 ΚΑΑΑ".
Την, κατά τα ανωτέρω, προσφυγή του Α. Ξ. σε άλλον δικηγόρο για τη συγκεκριμένη υπόθεση, το έτος 2011, ο ίδιος ο ενάγων την υπολαμβάνει και την αποδέχεται ως ανάκληση της εντολής προς το πρόσωπό του, όπως τούτο αναφέρει ρητά στην αγωγή του (σελ. 4 και 8 αυτής), στις από 8-11-2018 προτάσεις του (...) στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και στην ένδικη, από 24-6-2020, έφεσή του (σελ. 12 του δικογράφου αυτής).
Η εν λόγω ανάκληση, δε, ήταν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, απολύτως δικαιολογημένη. Τούτο, διότι ο ενάγων, παρότι χειριζόταν από 15 έτη την υπόθεση του Α. Ξ. (σύναψη εργολαβικού στις 27-5-1996 και ανάκληση της εντολής στα μέσα του έτους 2011), ουδεμία ενέργεια πρόσφορη είχε κάνει για την εκτέλεση της εντολής του.
Συγκεκριμένα, δεν προέβη σε καμία ενέργεια για τη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων, προκειμένου να αναγραφεί ο Α. Ξ. ως ιδιοκτήτης της έκτασης που αφορούσε η πράξη εφαρμογής, με αποτέλεσμα να μην δύναται να ευδοκιμήσει ουδεμία ενέργειά του προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, είτε προς την κατεύθυνση της λήψης αποζημίωσης, είτε προς την κατεύθυνση της άρσης της απαλλοτρίωσης, αφού ο Α.
Ξ. δεν φερόταν ως ιδιοκτήτης της επίμαχης έκτασης στους κτηματολογικούς πίνακες. Επί επτά έτη, ο ενάγων περιορίστηκε στην άσκηση μιας αίτησης ασφαλιστικών μέτρων (η οποία δεν συζητήθηκε), στην υποβολή 5 αιτήσεων (με το ίδιο περιεχόμενο πάντα), από τον Οκτώβριο 1996 έως τον Φεβρουάριο 2003, προς την Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Θηβαίων και, εν τέλει, στην άσκηση της από 2-7-2003 αίτησης ακύρωσης της σιωπηρής άρνησης της διοίκησης, επί της τελευταίας, με αριθ.
πρωτ. 152/6-2-2003, εκ των ανωτέρω πέντε αιτήσεων. Προσέτι, η τελευταία ενέργεια του ενάγοντος για την προώθηση της υπόθεσης του Α. Ξ., αφορούσε την κατάθεση του από 14-3-2006 υπομνήματος στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς, το οποίο, μάλιστα, ήταν αναρμόδιο, και έκτοτε, παρότι είχε λάβει χώρα η απαλλοτρίωση και είχε εκδοθεί και νέα πράξη εφαρμογής, καμία ενέργεια δεν έκανε και αδράνησε πλήρως, καθώς δεν επιχείρησε καν να επισπεύσει με κάποια σχετική αίτησή του τον προσδιορισμό της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του αρμόδιου, Διοικητικού Πρωτοδικείου Λιβαδειάς.
Επιπλέον, ουδέποτε όλα αυτά τα έτη ενήργησε προς τον σκοπό λήψης της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση, η οποία ήταν το κυρίως επιδιωκόμενο από τον Α. Ξ. Για την παράλειψή του αυτή ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι ο Α. Ξ. δεν ήθελε να λάβει την αποζημίωση, αλλά, προεχόντως, ενδιαφερόταν για την άρση της απαλλοτρίωσης, ισχυρισμός, όμως, που κρίνεται αβάσιμος από το Δικαστήριο, διότι έρχεται σε αντίθεση, αφενός με το κείμενο του από 27-5-1996 εργολαβικού που συνήφθη μεταξύ τους (όπου ρητά αναφέρεται "για την καταβολή ευλόγου τιμήματος ή την άρηση και αποδέσμευση της ιδιοκτησίας του"), και αφετέρου με το αποδεδειγμένο γεγονός, ότι το έτος 2011, όταν ο Α.
Ξ. απευθύνθηκε σε έτερο δικηγόρο, ενήργησε προς τον σκοπό της αναγνώρισής του ως δικαιούχου για τη λήψη της οφειλόμενης αποζημίωσης. Πρέπει, ακόμη, να σημειωθεί ότι από όλα τα ανωτέρω ουδόλως προκύπτει, ότι αν δεν είχε ανακληθεί η εντολή, ο ενάγων θα είχε διεκπεραιώσει την υπόθεση του Α. Ξ. με επιτυχία και, ως εκ τούτου, θα γεννιόταν οι αξιώσεις του από τη μεταξύ τους σύμβαση, αφού ο ίδιος (ενάγων) ούτε επικαλείται ούτε και αποδεικνύει, πότε και ποιες συγκεκριμένες και ενδεδειγμένες νομικές ενέργειες προτίθετο να πραγματοποιήσει, οι οποίες θα είχαν βέβαιη κατάληξη την έκδοση ευνοϊκής για τον άνω εντολέα του τελεσίδικης απόφασης, και στην περίπτωση αυτή, εάν θα ήταν απόφαση για την καταβολή αποζημίωσης ή την άρση της απαλλοτρίωσης.
Τέλος, ο ενάγων επικαλείται και προσκομίζει το από 16-12-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικου συμβιβασμού μεταξύ, αφενός του Δήμου Θηβαίων και αφετέρου του Α. Ξ. και της Φ. Σ. (μητέρας της εναγόμενης - εκκαλούσας - εφεσίβλητης), χωρίς, ωστόσο, να αναφέρει στις προτάσεις του ο,τιδήποτε για το παραπάνω έγγραφο (....), σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, το συμφωνητικό αυτό αφορά την αριθ. 2/2006 πράξη αναλογισμού για τη διάνοιξη των Ο.Τ. 331, 657, μεταξύ των Ο.Τ. 658 - 331 - 332 και παρά τις ιδιοκτησίες Π. - Ξ., για την απόκτηση κοινοχρήστων χώρων στη δυτική πλευρά του ρέματος της Δίρκης της Θήβας, για 881,51 τ.μ.
της ιδιοκτησίας Ξ. και 53,54 τ.μ. της ιδιοκτησίας Π. Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις και παραδοχές, η ανάκληση, εκ μέρους του Α. Ξ., της χορηγηθείσας προς τον ενάγοντα εντολής για τη διεξαγωγή της υπόθεσής του, που αναφέρεται στο μεταξύ των ανωτέρω, από 27-5-1996, ιδιωτικό συμφωνητικό - εργολαβικό, ήταν δικαιολογημένη, απορριπτόμενης, ωσαύτως, ως αβάσιμης της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής....".
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθώς, ενώ ουδέποτε η αντίδικός του επικαλέστηκε, είτε στον πρώτο βαθμό είτε σε δεύτερο βαθμό, οτι δεν επρόκειτο να ευοδώσει η αίτηση ακύρωσης που είχε υποβάλει για την υπόθεση του Α.
Ξ., το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι ουδόλως προέκυψε ότι, αν δεν είχε ανακληθεί η εντολή, αυτός θα είχε διεκπεραιώσει την υπόθεση του εντολέα του με επιτυχία, δηλαδή δέχθηκε έναν λόγο έφεσης που δεν είχε προβληθεί από την εναγομένη - εκκαλούσα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι τα ανωτέρω υποστήριξε η εναγομένη, τόσο πρωτοδίκως όσο και ως εκκαλούσα με την έφεσή της, ισχυριζόμενη, προκειμένου να περιορίσει την αμοιβή μόνο στις μέχρι της ανάκλησης εργασίες του ενάγοντος, ότι η εκ μέρους του Α.
Ξ. ανάκληση της εντολής προς τον ενάγοντα ήταν δικαιολογημένη, καθώς, μεταξύ των άλλων, η επίμαχη αίτηση, την οποία αυτός υπέβαλε ενώπιον του (Διοικητικού) Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, δεν ήταν, για τις αιτίες που και με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτές, ενδεδειγμένη ως νομική ενέργεια. Δηλαδή, με τις επίμαχες ως άνω παραδοχές του το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα οποία, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, προτάθηκαν στο Δικαστήριο της ουσίας και, συνεπώς, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια αυτή.
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι με αυτήν, και δη με τις εκτιθέμενες στο λόγο αυτό περιλαμβανόμενες στην ελάσσονα πρόταση παραδοχές της, που δεν συμφωνούν με την πραγματικότητα, όπως ο ίδιος κατά περίπτωση την εκθέτει, παραβιάστηκε ευθέως και εκ πλαγίου ο Κώδικας Δικηγόρων.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, ενώ για το ορισμένο των λόγων από τις πλημμέλειες των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν, εν προκειμένω δεν γίνεται επίκληση των διατάξεων του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ/τος 3026/1954), που κατά τον αναιρεσείοντα φέρεται ότι παραβιάστηκαν.
Η αναφορά, δε, στο πλαίσιο νομικών του συλλογισμών, διατάξεων του Κώδικα περί Δικηγόρων, χωρίς να επισημαίνεται ότι αυτές παραβιάστηκαν δεν αρκεί. Παραλλήλως, καθ' ο μέρος αφορά στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιπροσθέτως δεν εξειδικεύεται, όπως απαιτείται, η πλημμέλεια του Εφετείου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, ήτοι δεν διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Σε κάθε, δε, περίπτωση ο λόγος αυτός ως προς το σκέλος του με το οποίο βάλλεται η προσβαλλόμενη ως προς τις ουσιαστικές παραδοχές της είναι απαράδεκτος και επειδή οι παραδοχές αυτές είναι αναιρετικά ανέλεγκτες, ενώ καθ' ο μέρος με αυτόν δεν πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων είναι στο σύνολό του και αβάσιμος, διότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνονται όλες οι απαιτούμενες αιτιολογίες που καθιστούν δικαιολογημένη την ανάκληση, από τον Α.
Ξ., της εντολής του προς τον ενάγοντα, το δε Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 63, 91, 92, 94 και 170 του ν.δ. 3026/1954., καθώς δέχθηκε ότι η ανάκληση της εντολής ήταν δικαιολογημένη για τους λόγους που αναλυτικά παρέθεσε στην αιτιολογία του και οι οποίοι πράγματι δικαιολογούσαν την ανάκληση αυτή.
Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού παρατίθενται οι ενέργειες στις οποίες προέβη ο ενάγων προς εκτέλεση της εντολής, που κατέτειναν, κατά τα συμφωνηθέντα, είτε προς την κατεύθυνση της λήψης αποζημίωσης είτε προς την κατεύθυνση της άρσης της απαλλοτρίωσης για την επίμαχη εδαφική έκταση των 8.739 τ.μ., ορθώς γίνεται στη συνέχεια δεκτό ότι αυτές οι ενέργειες του ενάγοντος, μολονότι ο τελευταίος χειρίστηκε την υπόθεση επί δεκαπέντε (15) συνεχή έτη, δεν ήταν πρόσφορες για την εκτέλεση της εντολής.
Και τούτο διότι οι νομικές αυτές ενέργειες για λογαριασμό του εντολέως Α. Ξ., ο οποίος δεν φερόταν με βάση τα κτηματολογικά στοιχεία ως ιδιοκτήτης της επίμαχης έκτασης, ήτοι η άσκηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων με το ανωτέρω αναφερόμενο περιεχόμενο, η οποία άλλωστε εν τέλει δεν συζητήθηκε, οι πέντε αιτήσεις (με το αυτό περιεχόμενο), από τον Οκτώβριο του έτους 1996 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2003, προς την Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Θηβαίων προς τροποποίηση του σχεδίου της πόλεως των Θηβών, και, τελικά, η άσκηση της από 2.7.2003 αίτησης ακύρωσης της σιωπηρής άρνησης της διοίκησης επί των προαναφερόμενων αιτήσεων, και δη ενώπιον αναρμοδίου Δικαστηρίου, την οποία μάλιστα ο ίδιος δεν επανέφερε προς συζήτηση ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς), δεν ήταν πρόσφορες για την εκτέλεση της εντολής, και δη ούτε προς την κατεύθυνση της αποδέσμευσης της έκτασης.
Παραλλήλως, ενώ για τη λήψη της αποζημίωσης, που αποτελούσε ένα από τα αποτελέσματα που επιδίωκε ο εντολέας με την ανάθεση της εντολής στον ενάγοντα, απαιτείτο η διόρθωση της υπ' αριθ. 1/1993 μεμονωμένης πράξης εφαρμογής από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία του Δήμου Θηβαίων, έτσι ώστε ο Α. Ξ. να καταχωρηθεί στα οικεία κτηματολογικά στοιχεία ως ιδιοκτήτης της απαλλοτριωθείσας έκτασης, ο ενάγων ουδέποτε υπέβαλε οποιοδήποτε στοιχείο για μια τέτοια διόρθωση.
Για τους ανωτέρω λόγους, άλλωστε, όπως ανελέγκτως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο εντολέας Α. Ξ., ανακαλώντας δικαιολογημένα την εντολή προς τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, απευθύνθηκε σε άλλο δικηγόρο, διώκοντας να λάβει το ποσό της αποζημίωσης, με την κατάθεση αίτησης καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας και αναγνώρισής του ως δικαιούχου της αποζημίωσης.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 8 περ. β' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία και παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθώς, κατά τις παρατιθέμενες στον λόγο αυτό αναίρεσης παραδοχές της, μη λαμβάνοντας υπόψη ουσιώδη και κρίσιμα πράγματα, κατέληξε αναιτιολόγητα στο συμπέρασμα ότι μετά βεβαιότητας δεν θα ευδοκιμούσε η από το έτος 2003 αίτηση, την οποία αυτός υπέβαλε ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Α.
Ξ., για την ακύρωση της σιωπηρής άρνησης της διοίκησης να αποχαρακτηριστεί η επίμαχη οικοπεδική έκταση και να αρθεί η απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε στην ιδιοκτησία του εν λόγω εντολέα του, ήτοι άλλης δικαιοδοσίας, ενώ δεν ασχολήθηκε με το αν πράγματι αυτή η διοικητική - και συνεπώς άλλης δικαιοδοσίας - διαδικασία εν τέλει θα είχε θετική έκβαση για τον εντολέα του.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, καθ' ο μέρος με αυτόν γίνεται επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 8, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, σε αντίθεση με τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του τελευταίου περί της πορείας και ευδοκίμησης της εν λόγω αίτησης ακύρωσης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, ισχυρισμό που εκτίθεται στην αγωγή ως γεγονός θεμελιωτικό της προσδοκώμενης πλήρωσης της αίρεσης της επιτυχημένης διεξαγωγής της δίκης και της υπόθεσης εν γένει.
Απάντησε, δε, ενόψει και του ισχυρισμού της εναγομένης περί δικαιολογημένης ανάκλησης της εντολής εκ μέρους του Α. Ξ., ότι τόσο αυτή η ενέργειά του όσο και οι λοιπές, στις οποίες προέβη ο ενάγων, δεν ήταν πρόσφορες για την εκτέλεση της εντολής. Συνεπώς, δεν υπέπεσε στην πιο πάνω πλημμέλεια.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, καθ' ο μέρος με αυτόν γίνεται επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν επισημαίνονται οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκαν, ούτε όμως και εξειδικεύεται η πλημμέλεια στην οποία φέρεται να υπέπεσε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές.
Σε κάθε περίπτωση, και ως προς την αιτίαση αυτή, ο λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο διέλαβε κατά τα ανωτέρω, σε σχέση με αυτόν τον θεμελιωτικό της αγωγής του αναιρεσείοντος ισχυρισμό, πλήρεις αιτιολογίες. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας, κατ' εκτίμηση των όσων εκθέτει στο λόγο αυτόν, ότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 3 και 5 εδ.
α' του Κώδικα Δικηγόρων, όπως και εκείνη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, αφού μετακύλισε σ' αυτόν την κωλυσιεργία του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λειβαδιάς, μετασχηματίζοντάς την σε δική του δήθεν προσωπική ολιγωρία, μολονότι αυτός (ενάγων) δεν είχε κανέναν έλεγχο της διαδικασίας προσδιορισμού της συζήτησης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο με την επίμαχη παραδοχή του ότι, ανεξάρτητα από το ότι δεν ήταν πρόσφορη για την επιτυχή έκβαση της υπόθεσης του Α.
Ξ. η κατά τα ανωτέρω αίτηση ακύρωσης, αυτός, παρά το ότι το Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς κηρύχθηκε αναρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης αυτής, δεν επιχείρησε καν να επισπεύσει με κάποια αίτησή του τον προσδιορισμό της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του αρμοδίου Διοικητικού Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, ουδεμία από τις ως άνω διατάξεις παραβίασε, αλλ' αντιθέτως, με την παραδοχή του αυτή, όπως και τις λοιπές που αφορούν στην (δικαιολογημένη) ανάκληση της εντολής του Α.
Ξ. προς τον ενάγοντα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, όπως και ανωτέρω γίνεται δεκτό, τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 63, 91, 92, 94 και 170 του ν.δ. 3026/1954, που στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις εκτίθενται. Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο διέλαβε αιτιολογίες αντιφατικές και ανεπαρκείς για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι, προκειμένου να αιτιολογήσει ότι η ανάκληση της εντολής προς αυτόν ήταν δικαιολογημένη, δεν διέλαβε περιστατικά που να δικαιολογούν τον κλονισμό της εμπιστοσύνης του εντολέα Α.
Ξ., ενώ, περαιτέρω, αναφέρθηκε, κατά τρόπο αντιφατικό, και σε νομικές του ενέργειες και περιστατικά, που έλαβαν χώρα δύο χρόνια μετά το έτος 2001, κατά το οποίο φέρεται ότι ανακλήθηκε η προς αυτόν εντολή, και δη στο από 16.12.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικου συμβιβασμού, το οποίο προσκόμισε ο ίδιος (ενάγων), αφορούσε στην κατοχύρωση του εντολέα του, Α.
Ξ., βάσει της υπ' αριθ. 2/2206 πράξης αναλογισμού για τη διάνοιξη Ο.Τ. και απόκτησης κοινόχρηστων χώρων, και το οποίο συνήφθη μεταξύ του εντολέα του και του Δήμου Θηβαίων, χωρίς, παραλλήλως, να εξηγείται γιατί, ενώ η ανάκληση της εντολής φέρεται να έγινε το έτος 2011, αφενός ο πλήρης φάκελος του εντολέα του είχε παραμείνει στα χέρια του και δεν είχε παραδοθεί με κάποια τυπική ενέργεια παράδοσης - παραλαβής, και αφετέρου επιδόθηκε σ' αυτόν (ενάγοντα) κλήση υπό την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου δικηγόρου του Α.
Ξ. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, προεχόνως διότι δεν επισημαίνονται οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκαν, ενώ σε κάθε περίπτωση και επειδή οι αναφορές αυτές περιλήφθηκαν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως επιχειρήματα του Δικαστηρίου για την κρίση του ότι η ανάκληση της εντολής εκ μέρους του Α.
Ξ. ήταν δικαιολογημένη, δηλαδή δεν πρόκειται για αιτιολογίες κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς το Εφετείο στο μεν από 16.12.2013, ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο προσκόμισε ο ενάγων, αναφέρεται για να καταδείξει ότι αυτό το συμφωνητικό δεν αφορά στην επίμαχη έκταση και, συνεπώς, στην ένδικη υπόθεση, με αποτέλεσμα να μην επηρεάζει το συμπέρασμα περί του δικαιολογημένου της ανάκλησης της εντολής, στη δε επίδοση προς τον ενάγοντα, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του Α.
Ξ., κλήσης για να παρασταθεί αυτός στη δικάσιμο της ....2016, ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, της άνω αίτησης ακύρωσης, αναφέρθηκε, όπως εκτίθεται και παρακάτω, στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας του (κατά την εξέταση του ζητήματος της παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος) ως προς το ότι η ανάκληση είχε όντως γίνει το έτος 2011 και ο ενάγων το γνώριζε, αφού, στην αντίθετη περίπτωση, ο τελευταίος θα είχε ενημερώσει για την επίδοση της κλήσης αυτής τον Α.
Ξ. και θα είχε ζητήσει από αυτόν να του χορηγήσει πληρεξουσιότητα για να παραστεί στο συγκεκριμένο Δικαστήριο. Με τους έκτο και έβδομο λόγους της αναίρεσης ο αναιρεσείων, αποδίδοντας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δη ότι αυτό παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 170 του Κώδικα περί Δικηγόρων, υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες που να δύνανται να στηρίξουν την κρίση του ότι υπήρξε κλονισμός της εμπιστοσύνης του εντολέα Α.
Ξ. προς αυτόν (ενάγοντα), ώστε να δικαιολογείται η ανάκληση της εντολής αυτής από τον Α. Ξ., ειδικώς δε με τον έκτο λόγο και ότι ως τέτοιο γεγονός δεν μπορεί να θεωρηθεί η μακρά εκκρεμοδικία ως προς την αίτηση ακυρώσεως, για την οποία μάλιστα (εκκρεμοδικία) δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν ήταν αποτέλεσμα σκόπιμης παράλειψής του, ενώ με τον έβδομο λόγο και ότι η διοικητική οδός ήταν επιλογή του Α.
Ξ. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω εκτίθενται, και δη στο πλαίσιο των δευτέρου και τρίτου λόγων της αναίρεσης, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που θεμελιώνουν την κρίση του Εφετείου ότι η ανάκληση της εντολής του Α. Ξ. προς τον ενάγοντα ήταν δικαιολογημένη.
Με βάση και τα παραπάνω, εξάλλου, η αναφορά του Εφετείου ειδικώς στην πορεία της αίτησης ακύρωσης δεν περιορίστηκε μόνο στη διάρκεια της διαδικασίας αυτής αλλά και στην αποδοτικότητα και προσφορότητά της, ενώ, τέλος, τα υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα ότι η διοικητική οδός ήταν επιλογή του εντολέα, Α.
Ξ., αποτελεί αιτίασή του που αφορά στην ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του Εφετείου. Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο παραβίασε κανόνες διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που αφορούσαν στην παράσταση του εντολέα του κατά τη δικάσιμο της 16.3.2016 και στην ανάκληση της πληρεξουσιότητας του τελευταίου προς αυτόν για τη συγκεκριμένη διοικητική δίκη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος στο σύνολό του ως απαράδεκτος. Ειδικότερα, ως προς το σκέλος του, που αφορά στην πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός θεμελιώνεται μόνο όταν παραβιάζονται διατάξεις ουσιαστικού δικαίου για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και όχι, όπως εν προκειμένω φέρεται, διατάξεις του δικονομικού δικαίου (ανεξάρτητα από το ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αφορούν στη διοικητική δίκη).
Ως προς το σκέλος του, δε, που αφορά στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όσα επικαλείται ο αναιρεσείων δεν συγκροτούν κάποιον ισχυρισμό με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά αποτελούν επιχείρημα απλώς του ενάγοντος περί του οτι, κατ' αυτόν, δεν είχε λάβει χώρα η ανάκληση της εντολής κατά το χρόνο και υπό τις περιστάσεις που υποστήριξε η εναγομένη και δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Τέλος, με τον ένατο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο, με τις παραδοχές του ότι το 2011 ο Α. Ξ. απευθύνθηκε σε άλλον δικηγόρο για να λάβει το ποσό της απαλλοτρίωσης και ότι, ενώ αυτός (ενάγων) ήταν πληρεξούσιος του Α.
Ξ., κατά τη δικάσιμο της ....2016 η υπόθεση αναβλήθηκε από άλλον δικηγόρο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 20 και 66 - 70 του Κώδικα Δεοντολογίας του δικηγορικού λειτουργήματος του 1980, ο οποίος εγκρίθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (ΔΣΑ) και ισχύει από τις 4 Ιανουαρίου 1980, καθώς αφενός δεν έλαβε υπόψη του όσα αυτός υποστήριξε περί της αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς της εναγομένης, και δη ότι τελευταία, ξεκινώντας να διαχειρίζεται την περιουσία του υπερήλικα θείου της, Α.
Ξ., ακολούθησε δολίως άλλη διαδικασία, μέσω άλλου δικηγόρου, χωρίς να ενημερώσει αυτόν (ενάγοντα) σχετικά με την ήδη υφιστάμενη διοικητική διαδικασία, και επινόησε, εν τέλει, την ανάκληση της εντολής εκ μέρους του θείου της, που δήθεν της ανακοίνωσε ο τελευταίος, και αφετέρου εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, τις οποίες και παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ζήτημα της ανάκλησης της εντολής.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος στο σύνολό του ως απαράδεκτος, καθώς: Ως προς την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα δεν αφορούν σε κάποιον ισχυρισμό του, που ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, και δη ως προς το ζήτημα της ανάκλησης της εντολής εκ μέρους του Α.
Ξ., την οποία άλλωστε ο ίδιος ιστορεί υπό διαφορετικές περιστάσεις στην αγωγή του και περί της οποίας το Εφετείο αποφάνθηκε με όσα διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του.
Αναφορικά, εξάλλου, με τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν εξειδικεύονται οι διατάξεις, που φέρεται ότι παραβιάστηκαν, ενώ και αν ακόμη πρόκειται για όλες τις ως άνω αναφερόμενες, αυτές αφορούσαν τη δεοντολογική συμπεριφορά των δικηγόρων κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους, και συνεπώς δεν συνιστούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που να αφορούν σε ζήτημα ουσιώδες για την έκβαση της δίκης και δη του ζητήματος της ανάκλησης της εντολής εκ μέρους του Α.
Ξ. 5. Σύμφωνα με το άρθρο 190 του άνω Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), οι διατάξεις του οποίου, όπως προαναφέρεται, είναι εν προκειμένω εφαρμοστέες, οι απαιτήσεις των δικηγόρων για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους παραγράφονται μετά από μία πενταετία, η οποία αρχίζει, αν μεν πρόκειται για διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες πράξεις από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε η σχετική πράξη, αν δε πρόκειται για δίκες από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από αυτούς η τελευταία διαδικαστική πράξη.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία ως ειδική υπερισχύει εκείνης του άρθρου 25 αριθ. 11 ΑΚ (ΑΠ 239/2024, 720/2019), σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 251 ΑΚ, συνάγεται ότι η αξίωση του δικηγόρου για την αμοιβή του γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο ενήργησε την εξώδικη πράξη ή την τελευταία διαδικαστική πράξη στη δίκη ή έπαυσε από οποιοδήποτε λόγο να εκπροσωπεί τον εντεολέα του, ο χρόνος δε της παραγραφής αρχίζει από το τέλος του έτους, στο οποίο εμπίπτει η κατά τα ανωτέρω γέννηση της αξίωσης (ΟλΑΠ 42/1990, ΑΠ 239/2024, 720/2019, 1276/2018, 407/2008).
Επομένως, και στην περίπτωση της αδικαιολόγητης ανάκλησης της εντολής, όπως και στην περίπτωση της δικαιολογημένης ανάκλησης, η αξίωση του δικηγόρου για την αμοιβή του γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της από την ανάκληση της εντολής και παραγράφεται μετά από μία πενταετία από το τέλος του έτους, κατά το οποίο έλαβε χώρα η ανάκληση (βλ. ΑΠ 239/2024 για την περίπτωση που η ανάκληση της εντολής ήταν αδικαιολόγητη).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ.2 εδ. β του ίδιου νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται σ' αυτό ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 1591/2023, 267/2021, ΑΠ 1851/2007).
Στις προβλεπόμενες, δε, από το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις δεν υπάγεται ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (ΑΠ 266/2024, 1027/2019, ΑΠ 1078/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 26/2022, 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1857/2024, 845/2018, 669/2018, 1350/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1350/2017, 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Για την πληρότητα αυτού του λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου ισχυρισμού, που πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1857/2024, 26/2022, 516/2016).
Ακόμη, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, ήτοι σε αποδεικτικό μέσο που έλαβε υπόψη, μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από όση δεσμευτικά γι' αυτό ορίζει ο νόμος (ΑΠ 1828/2024, 1714/2024, 510/2022, 1023/2019, 175/2019).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς την προταθείσα ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "....η εναγόμενη με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από 8-11-2018, προτάσεις της ισχυρίστηκε ότι οι αγωγικές αξιώσεις είχαν υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον ο ενάγων γνώριζε, ήδη από τον Ιούνιο του έτους 2011, την ανάκληση της χορηγηθείσας σ' αυτόν εντολής, εκ μέρους του Α.
Ξ. και από τον παραπάνω χρόνο έως την άσκηση της αγωγής, το έτος 2018, έχει παρέλθει πενταετία. Την, ως άνω, ένσταση παραγραφής, ωστόσο, παρέλειψε να προτείνει η άνω διάδικος και προφορικά στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, προκειμένου να καταχωριστεί στα πρακτικά, και για τον λόγο αυτό το πρωτόδικο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 11/2019 μη οριστική απόφασή του, έκρινε ότι αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Ακολούθως, μετά τη διενέργεια της διαταχθείσας με την παραπάνω απόφασης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, κατά την επαναλαμβανόμενη στο ακροατήριο συζήτηση της υπόθεσης, στη δικάσιμο της 17-10-2019, η εναγόμενη επανέφερε με τις από 17-10-2019 προτάσεις της την, ως άνω, ένσταση παραγραφής, την οποία, επιπροσθέτως, πρότεινε και προφορικά, παραδεκτώς, ......
στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και καταχωρίστηκε αυτή στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασής του (...). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη οριστική απόφασή του (88/2020) απέρριψε την παραπάνω ένσταση αναφέροντας, επί λέξει, ότι "...η ένσταση περί παραγραφής της επίδικης αξίωσης έχει απορριφθεί από το αρχικώς επιληφθέν Δικαστήριο", έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου, όπως βασίμως ισχυρίζεται η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα με τον σχετικό τρίτο (3ο) λόγο της ...
έφεσής της, με τον οποίο επαναφέρει παραδεκτώς την παραπάνω ένσταση παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος, η οποία, συνακόλουθα, πρέπει να ερευνηθεί από το παρόν Δικαστήριο. Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα και γενόμενα δεκτά, ο Α. Ξ. ανακάλεσε την εντολή, που είχε χορηγήσει στον ενάγοντα με το από 27-5-1996 συναφθέν μεταξύ τους συμφωνητικό, τον Ιούνιο του έτους 2011, όταν και απευθύνθηκε σε έτερο δικηγόρο (Ελευθέριο Κτιστάκη), στον οποίον, έκτοτε, ανέθεσε τον χειρισμό της συγκεκριμένης υπόθεσής του.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, την παραπάνω ανάκληση της εντολής του γνωστοποίησε ο Α. Ξ., κατά τον πιο πάνω χρόνο, στον ενάγοντα, λαμβανομένου υπόψη ότι επρόκειτο για δύο δικηγόρους υπηρετούντες στο Πρωτοδικείο Θηβών, ήτοι, σε ένα επαρχιακό δικαστήριο, όπου οι περισσότεροι δικηγόροι γνωρίζονται μεταξύ τους, ενώ εξάλλου και η ενέργεια στην οποία προέβη ο νέος πληρεξούσιος του Α.
Ξ. έλαβε χώρα στο ίδιο, ως άνω, Πρωτοδικείο. Ο ενάγων ισχυρίζεται, εντελώς αόριστα, στην αγωγή του, ότι πληροφορήθηκε "εκ των υστέρων" την ως άνω ανάκληση, χωρίς καμία αναφορά του χρόνου, κατά τον οποίον έλαβε γνώση αυτής. Ακολούθως, στις από 8-11-2018 πρωτόδικες προτάσεις του αναφέρει, ότι πληροφορήθηκε τα ανωτέρω τον Μάρτιο του έτους 2016, και ειδικότερα όταν, κατά τη δικάσιμο της 17-3-2016, κατά την οποίαν είχε προσδιοριστεί προς συζήτηση ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, η παραπάνω αναφερόμενη αίτηση ακύρωσης (κατόπιν παραπομπής της από το αναρμόδιο Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς), πληροφορήθηκε από συνάδελφό του, υπηρετούντα στο Πρωτοδικείο Λιβαδειάς, από τον οποίον είχε ζητήσει να παρασταθεί τυπικά κατά τη διαδικασία αναβολής της υπόθεσης (λόγω απεργίας των δικηγόρων), ότι, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης του Α.
Ξ., δήλωσε παράσταση και ζήτησε αναβολή για λογαριασμό του άλλη δικηγόρος του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Ωστόσο ... .είχε επιδοθεί νόμιμα στον ενάγοντα, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του Α. Ξ., η σχετική κλήση για να παρασταθεί αυτός στην παραπάνω δικάσιμο της 17-3-2016. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, εάν αυτός αγνοούσε την ανάκληση της εντολής, εκ μέρους του Α.
Ξ., οπωσδήποτε θα είχε φροντίσει να ενημερώσει τον τελευταίο, όταν έλαβε την κλήση για το παραπάνω Δικαστήριο, έτσι ώστε να του χορηγηθεί η αναγκαία πληρεξουσιότητα για τη νομιμοποίησή του στο, ως άνω, Δικαστήριο. Πλην όμως, ουδεμία αναφορά περί αυτού γίνεται από τον ενάγοντα, ούτε επίσης, παρότι αυτός ισχυρίζεται, ότι έλαβε γνώση για την ανάκληση της εντολής στο πρόσωπό του με τον παραπάνω αντιδεοντολογικό τρόπο, προκύπτει οιαδήποτε διαμαρτυρία του προς τον Α.
Ξ. Τέλος, προς απόδειξη του άνω ισχυρισμού του, ότι, δηλαδή, δεν γνώριζε από το έτος 2011 για την επίμαχη ανάκληση, ο ενάγων επικαλείται και προσκομίζει την υπ' αριθ. 127/2-7-2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θηβών, από την οποία προκύπτει ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο εξακολουθούσε να χειρίζεται υποθέσεις του Α. Ξ. Από την παραπάνω, ωστόσο, απόφαση προκύπτει ότι ο ενάγων εκπροσώπησε πράγματι τον Α.
Ξ. για άλλη υπόθεσή του, ενώπιον του παραπάνω Δικαστηρίου στις 12.2.2010, ήτοι, ενάμισυ περίπου έτος πριν από την ανάκληση της επίδικης εντολής, ενώ, επίσης, σημειώνεται, ότι με την εν λόγω απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, η ασκηθείσα στο παραπάνω δικαστήριο αγωγή του Α. Ξ., χωρίς, έκτοτε, να έχει ακολουθήσει οποιαδήποτε άλλη ενέργεια του ενάγοντος δικηγόρου και ως προς την παραπάνω υπόθεση του εντολέα του.
Επομένως, εφόσον η τελευταία διαδικαστική ενέργεια του ενάγοντος (αναφορικά με την υπόθεση που αναφέρεται στο από 27-5-1996 εργολαβικό) έλαβε χώρα στις 14-3-2006, με την παράστασή του και την κατάθεση υπομνήματος στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς και η δικαστική επιδίωξη των παραπάνω αναφερόμενων αξιώσεών του κατέστη δυνατή μετά την ανάκληση της χορηγηθείσας σ' αυτόν εντολής, ήτοι, από το έτος του έτους 2011, παρέπεται ότι οι επίδικες αξιώσεις αυτού έχουν υποπέσει στην παραπάνω αναφερόμενη πενταετή παραγραφή του άρθρου 190 του ν.δ. 3026/1954, καθόσον από την 1-1-2012 έως την άσκηση της αγωγής του στις 25-4-2018 έχει συμπληρωθεί χρονικό διάστημα πέντε ετών.
Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή του σχετικού τρίτου λόγου της Α' έφεσης, να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η ένσταση παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος...". Με τον δέκατο τέταρτο λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, με τις οικείες παραδοχές του, από τη μια θεωρεί ότι η εντολή του Α.
Ξ. προς αυτόν είχε ανακληθεί το 2011, άρα η παραγραφή άρχισε από την 1.1.2012, πλην όμως παράλληλα, και δη αντιφατικά, τον θεωρεί ορθώς πληρεξούσιο δικηγόρο του Α. Ξ. έως το 2016, καθώς, μη υπαρχούσης ανάκλησης εκ μέρους του τελευταίου, του επιδόθηκε κλήση, υπό την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου δικηγόρου, για να παραστεί στην οικεία διοικητική δίκη, συνεπεία δε των αντιφατικών αυτών αιτιολογικών η παραγραφή δεν θα μπορούσε να αρχίσει, διότι, αφού ήταν πληρεξούσιος του εντολέα του, δεν θα μπορούσε να εναγάγει τον διάδικο εντολέα του εν μέσω εκκρεμοδικίας.
Με τον ίδιο λόγο, επίσης, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση και την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη του ότι δεν είχε μεσολαβήσει, κατά τις δικονομικές διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ανάκληση της πληρεξουσιότητας του Α.
Ξ. προς αυτόν για τη δίκη η οποία διεξαγόταν ενώπιον των διοικητικών Δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός ως προς το σκέλος του που αφορά στις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που να φέρεται ότι παραβιάστηκαν.
Σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος καθώς στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δέχθηκε σαφώς, όπως και ανωτέρω εκτίθεται, ότι η εντολή του Α. Ξ. προς αυτόν ανακλήθηκε το έτος 2011 και όχι οτι η πληρεξουσιότητα του τελευταίου προς τον ενάγοντα εξακολουθούσε να υφίσταται και μετά την ανάκληση αυτή.
Αναφορικά, εξάλλου, με το σκέλος του ως προς την αιτίαση από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι όσα σχετικώς επικαλείται ο αναιρεσείων δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής και, συνεπώς, δεν δύνανται να στοιχειοθετήσουν τη συγκεκριμένη πλημμέλεια.
Με τον δέκατο πέμπτο λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1, 8, 11, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και παρέλειψε να λάβει υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς και νόμιμα αποδεικτικά μέσα, καταλήγοντας να παραβιάσει κανόνες του ουσιαστικού δικαίου με μία ανεπαρκή αιτιολογία, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Και τούτο, όπως διατείνεται, διότι για να καταλήξει στην κρίση περί παραγραφής των αξιώσεών του, δέχθηκε ότι η ανάκληση της προς αυτόν εντολής έγινε το έτος 2011 και όχι το 2016, όπως αυτός ισχυρίστηκε, ότι ο τελευταίος το γνώριζε, όπως και την ανάθεση της υπόθεσης σε άλλον δικηγόρο, επειδή, όπως ανεπαρκώς διέλαβε στην αιτιολογία της απόφασης, "επρόκειτο για δύο δικηγόρους υπηρετούντες στο Πρωτοδικείο Θηβών, ήτοι σε επαρχιακό δικαστήριο, όπου οι περισσότεροι δικηγόροι γνωρίζονται μεταξύ τους, ενώ εξάλλου και η ενέργεια στον οποία προέβη ο νέος πληρεξούσιος του Α.
Ξ. έλαβε χώρα στο ίδιο, ως άνω, Πρωτοδικείο", με αποτέλεσμα να αξιώσει περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση του αγωγικού του δικαιώματος, το οποίο στηρίζεται στην εργολαβική συμφωνία (εργολαβικό), την οποία δεν έλαβε υπόψη του, μολονότι αυτός μετ' επικλήσεως την προσκόμισε και έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη ως αποδεικτικό μέσο, και η οποία για την ανάκληση της εντολής απαιτεί τη γνωστοποίηση αυτής με τρόπο σαφή και ορισμένο, και, έτσι, με μία ανεπαρκή αιτιολογία να παραβιάσει τις ουσιαστικούς δικαίου διατάξεις περί εχεμύθειας του δικηγόρου, τις οποίες επικαλείται, και δη των άρθρων 49 του ν.δ. 3026/1954, 38 του ν. 4194/2013 (νέου Κώδικα Δικηγόρων) 36 του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος και 371 ΠΚ (για το επαγγελματικό απόρρητο).
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος στο σύνολό του ως απαράδεκτος, διότι: Ως προς το σκέλος του που αφορά στις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν γίνεται επίκληση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που αφορούν σε ζήτημα ουσιώδες για την έκβαση της δίκης. Σε κάθε περίπτωση, ειδικώς ως προς την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αιτιολογία αφορά σε επιχείρημα του Εφετείου αναφορικά με το χρόνο που έγινε η ανάκληση της εντολής από τον Α.
Ξ. και γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα, ήτοι δεν αποτελεί αιτιολογία κατά την έννοια που απαιτείται για να θεμελιωθεί η συγκεκριμένη πλημμέλεια. Ως προς την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του ως άνω άρθρου, εξάλλου, τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα ότι αυτός πληροφορήθηκε την ανάκληση της εντολής του Α.
Ξ. προς αυτόν μόλις τον Μάρτιο του έτους 2016, συνεπώς και ότι οι ένδικες αξιώσεις του δεν γεννήθηκαν πριν από το χρόνο αυτό, συνιστούν άρνηση της ένστασης παραγραφής που πρόβαλε η αντίδικός του ως προς το χρόνο έναρξης αυτής, δηλαδή δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια που για την πλημμέλεια αυτή απαιτείται.
Και αυτό, ανεξάρτητα από το ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα και απάντησε επ' αυτών κρίνοντας ότι δεν ευσταθούν.
Τέλος, ως προς μεν την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 του ως άνω άρθρου είναι απαράδεκτος ο λόγος διότι και εν προκειμένω δεν γίνεται επίκληση αυτοτελούς ισχυρισμού, τον οποίο θα στήριζε, ως αποδεικτικό μέσο, το συγκεκριμένο εργολαβικό δίκης, που φέρεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη, τούτο δε ανεξάρτητα από το ότι η συγκεκριμένη συμφωνία, όπως προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, σαφώς και χωρίς αμφιβολία λήφθηκε υπόψη, ενώ ειδικώς ως προς την αιτίαση από την αριθ. 12 του ως άνω άρθρου και επιπροσθέτως επειδή η πλημμέλεια αυτή προϋποθέτει ότι το επίμαχο με δεσμευτική δύναμη αποδεικτικό μέσο δεν αξιολογήθηκε ως τέτοιο, δηλαδή προϋποθέτει ότι λήφθηκε υπόψη, ενώ εν προκειμένω φέρεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη.
Με τον δέκατο έκτο λόγο ο αναιρεσείων προβάλλει τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 3 και 5 και 170 του ν.δ. 3026/1954, δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις του υπέπεσαν σε παραγραφή, μολονότι η ανάκληση της εντολής προς αυτόν από τον Α.
Ξ. περιήλθε σε γνώση του στις ....2016 και, συνεπώς, η παραγραφή των αξιώσεών του, αρχίζοντας από το έτος 2016, δεν συμπληρώθηκε έως την άσκηση της αγωγής του. Ο λόγος αυτός ως προς το σκέλος του για την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠοΔ είναι αβάσιμος διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, και δη ότι η ανάκληση της εντολής προς τον ίδιο έγινε και του γνωστοποιήθηκε το έτος 2016, δηλαδή όπως διατείνεται ο ίδιος, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι η ανάκληση της εντολής προς αυτόν έγινε και του γνωστοποιήθηκε το έτος 2011, με συνακόλουθο αποτέλεσμα την έναρξη της παραγραφής των αξιώσεών του από 1.1.2012.
Κατά δε το σκέλος του που αφορά στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του ως άνω άρθρου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος για την αιτία που αναφέρεται ανωτέρω στο πλαίσιο του δέκατου πέμπτου λόγου. Με τον δέκατο έβδομο λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο, με την περιλαμβανόμενη στις παραδοχές του αναφορά στη συζήτηση, στις 12.5.2012, στο Πρωτοδικείο Θηβών, της αίτησης που ο Α.
Ξ. υπέβαλε μέσω άλλου δικηγόρου του Πρωτοδικείου Θηβών, περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος, ήτοι υπονοώντας ότι και αυτός, ως δικηγόρος του ιδίου Πρωτοδικείου, έλαβε γνώση της ανάκλησης της εντολής τότε, δηλαδή στις 12.5.2012, διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογίες που είναι αντιφατικές σε σχέση με την κρίση του ότι η παραγραφή των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος άρχισε την 1.1.2012, αλλά και ανεπαρκείς, παραβιάζοντας έτσι ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 190 του ν.δ. 3026/1954 και 251 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθώς και αυτός στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η ανάκληση της εντολής προς αυτόν έγινε το έτος 2011, η δε συζήτηση στις 12.5.2012, της αίτησης περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος, την οποία ο Α. Ξ. άσκησε μέσω άλλου δικηγόρου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, ουδεμία επιρροή ασκεί στο ζήτημα της ανάκλησης της εντολής προς τον ενάγοντα και της έναρξης της παραγραφής των αξιώσεων του τελευταίου για την δικηγορική του αμοιβή.
Με τον δέκατο όγδοο λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο, με τις περί παραγραφής παραδοχές του, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 255, 259, 1710, 1711, 1846, 1847, 1848, 1854, 1856 και 1858 ΑΚ, ενώ δεν έλαβε και υπόψη του πράγματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, καθώς, με δεδομένο ότι ο Α.
Ξ. απεβίωσε στις ....2017 και η εναγομένη μπορούσε να αποποιηθεί εντός τετραμήνου την κληρονομία που αυτός κατέλιπε, δεν μπορούσε ο ίδιος να ασκήσει την αγωγή του προ του χρόνου που την άσκησε. O λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολό του ως απαράδεκτος. Ειδικότερα, ως προς το σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι επικαλούμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις δεν αφορούν σε ζήτημα ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, αφού η παραγραφή, έχοντας αρχίσει κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, από την 1.1.2012, συμπληρώθηκε στις 31.12.2016 και, συνεπώς, οι αξιώσεις του ενάγοντος είχαν παραγραφεί προ του θανάτου του Α.
Ξ.
Εξάλλου, για τον ίδιο λόγο τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα σε κάθε περίπτωση δεν αντιστοιχούν σε κάποιον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης αυτοτελή ισχυρισμό, ήτοι πράγματα κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τέλος, με τον δέκατο ένατο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος παραβίαση από το Εφετείο του άρθρου 281 ΑΚ και δη ότι η εναγομένη καταχρηστικά πρότεινε την παραγραφή των αξιώσεών του, καθώς η άσκηση του οικείου δικαιώματός της για τις αιτίες και υπό τις περιστάσεις που ειδικότερα εκθέτει δεν μπορεί να γίνει ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.
Ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ναι μεν η ένσταση παραγραφής υπόκειται στον περιορισμό της ΑΚ 281, όμως δεν φέρεται ότι η ένσταση αυτή προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και, σύμφωνα με τις οικείες πιο πάνω νομικές σκέψεις, δεν υπόκειται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 ΚΠολΔ για να μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του ΑΠ. 6.
Κατόπιν των ανωτέρω παρέλκει η εξέταση των λόγων της αναίρεσης που αφορούν στο ύψος των αμοιβών που δικαιούται ο ενάγων για την εκτέλεση της πιο πάνω εντολής (ήτοι οι δέκατος, ενδέκατος, δωδέκατος και δέκατος τρίτος λόγοι), αφού οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος, ανεξαρτήτως του ύψους των κατά περίπτωση αμοιβών του, έχουν παραγραφεί, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, και δη όσα περί της παραγραφής των αξιώσεων αυτών έγιναν δεκτά αμετακλήτως πλέον, μετά την απόρριψη των σχετικών λόγων της κρινόμενης αναίρεσης, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η αναίρεση πρέπει ν' απορριφθεί. Διάταξη, δε, περί δικαστικών εξόδων υπέρ της αναιρεσίβλητης δεν θα περιληφθεί λόγω της απουσίας της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.7.2023 (με αρ. εκθ. κατ. 298/23/17.7.2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 153/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ