Supreme Court partially allows appeal on equality grounds, remands case for re-examination of social security benefits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a first-instance dismissal of a social security claim. The appellants argued that excluding them from a hazardous work allowance violated constitutional equality principles, as they worked under similar dangerous conditions as the hospital staff. The court agreed that the lower court failed to examine the substantive equality claim and remanded the case for re-examination by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) of the Constitution; Article 15(1) of Law 4024/2011; The exclusion of individuals performing hazardous duties under similar conditions from a specific allowance constitutes a violation of the constitutional principle of equality and requires substantive examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1490 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1490/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Σ. Γ. του Ι., 2.Χ. Κ. του Δ., 3.Σ. Μ. του Γ., 4.Α. Μ. του Α., 5.Σ. Τ. του Ι., 6.Χ. Α. του Β., 7.Α. Θ. του Σ., 8.Π. Κ. του Γ., 9.Α. Π. του Ι., 10.Σ. Π. του Δ., 11.Α. Μ. του Α., 12.Σ. Γ. του Φ., 13.Θ. Χ. του Θ., 14.Θ. Μ. του Ν., 15.Γ. Α. του Φ., 16.Ι. Λ. του Κ., 17.Γ. Ζ. του Δ., 18.Μ. Π. του Κ., 19.Α. Χ. του Α., 20.Α. Ζ. του Μ., 21.Σ. Μ. του Α., 22.Ε. Χ. του Κ., 23.Α. Τ. του Μ., 24.Δ. Τ. του Σ., 25.Ε. Κ. του Σ., 26.Μ. - Π. Χ. του Δ., 27.Σ. Χ. του Σ. - Γ., 28.Κ. Φ. του Ν., 29.Ν. Ρ. του Ξ., 30.Ο. Π. του Κ., 31.Δ. Ν. του Α., 32.Γ. Β. του Λ., 33.Δ. Μ. του Ν., 34.Δ. Μ. του Ν., 35.Ε. Ξ. του Α., 36.Ο. Π. του Κ., 37.Β. Π. του Θ., και 38.Χ. Β. του Γ., κατοίκων ... Η 8η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Νικολετάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" - ΨΝΘ - ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φωκίωνα Δεληγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 7104/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-7-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992, ΑΠ 306/2020).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 453/2011, ΑΠ 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.
β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 18-7-2022 και με αριθ. κατ. 15013/1422/22-7-2022 αίτησης αναίρεσης των 38 αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" - ΨΝΘ - ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" έλαβε χώρα για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (28-2-2023) με την επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από τη με αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ε.
Δ., σύμφωνα με την οποία η επίδοση της αίτησης αναίρεσης προς το αναιρεσίβλητο έλαβε χώρα μετά από έγγραφη παραγγελία του Β. Ν., ως πληρεξουσίου δικηγόρου όλων των αναιρεσειότων. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, στην, ως άνω, ορισθείσα δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, η 8η αναιρεσείουσα, Π.
Κ. του Γ., δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο προαναφερόμενος δικηγόρος, που έδωσε την παραγγελία για την, ως άνω, επίδοση και παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για λογαριασμό όλων των αναιρεσειόντων είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση αυτής και ως προς την απούσα 8η αναιρεσείουσα, αφού δεν, προσκομίζεται έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότησή της προς αυτόν (ω άνω, δικηγόρο), με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, η συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο.
Επομένως, εφόσον η 8η αναιρεσείουσα δεν επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεν παρέστη κατά τη συζήτηση αυτής, θεωρείται δικονομικά απούσα και, αφού ούτε κλητεύθηκε νομίμως από το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ., πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτήν, η οποία συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες πρέπει ο Αρειος Πάγος να χωρήσει νομίμως στη συζήτηση της υπόθεσης.
Με την κρινόμενη από 18-7-2022 και με αριθ. κατ. 15013/1422/22-7-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 7104/31-5-2022 απόφαση του, δικάσαντος ως εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών επί της από 27-7-2021 και με αριθ. κατ. 22890/884/27-7-2021 έφεσης του εναγομένου, ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της με αριθ. 6/8-1-2021 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία, επί της από 15-12-2017 και με αριθ. κατ. 39981/8166/15-12-2017 αγωγής των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Το άρθρο 560 αριθ. 1α του ΚΠολΔ, το οποίο εννοιολογικώς ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθ. 1α του ίδιου Κώδικα, ορίζει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1480/2021, ΑΠ 144/2019).
Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 του Συντάγματος καθιερώνεται η αρχή της ισότητας, η οποία αποτελεί νομικό κανόνα, που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων, που τελούν κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και, ειδικότερα, τόσο τον κοινό νομοθέτη, όσο και την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, η παράβασή του δε ελέγχεται από τα δικαστήρια, με έλεγχο ορίων και όχι έλεγχο των κατ' αρχήν επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών κανόνων.
Εξάλλου, κατά την έννοια της εν λόγω συνταγματικής διάταξης, ο κοινός νομοθέτης ή η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση δύναται να ρυθμίσει κατά ενιαίο ή διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις ή σχέσεις, λαμβανομένων υπόψη των υφισταμένων κοινωνικών, οικονομικών, επαγγελματικών ή άλλων συνθηκών, που συνδέονται με τις υπό ρύθμιση καταστάσεις ή σχέσεις, με βάση δε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια να προβαίνει στη σχετική ρύθμιση μέσα στα όρια της αρχής της ισότητας, που αποκλείουν τόσο την έκδηλη άνιση μεταχείριση, όσο και τη διαφορετική μεταχείριση των αυτών ή παρόμοιων καταστάσεων(ΣτΕ 2368/2017).
Ετσι, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλειστεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας.
Προς αποκατάσταση δε αυτής, πρέπει να εφαρμοστεί και σ' εκείνον σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (ΑΠ 1124/2019).
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση, κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας. Ειδικότερη εκδήλωση της κατ' άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας αποτελεί η καθιερούμενη από το άρθρο 22 παρ. 1β του Συντάγματος αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, που εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 13/2003).
Όσον αφορά το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο δεν έχει σχέση με την παροχή της ίδιας εργασίας, αλλά με τις δυσμενείς συνθήκες, υπό τις οποίες αυτή παρέχεται, έχει εφαρμογή η αρχή της ισότητας, έστω και αν οι εργαζόμενοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες. Αρκεί να παρέχουν την εργασία υπό τους ίδιους δυσμενείς όρους (ΑΠ 714/2021, ΑΠ 1618/2018).
Περαιτέρω, το άρθρο 15 παρ.1 ν. 4024/2011 (ΦΕΚ Α. 226/27.10.2011), το οποίο άρχισε να ισχύει από 27.10.2011 [άρθρο 43 ν. 4024/2011]), ορίζει ότι: "Εκτός από το βασικό μισθό του υπαλλήλου, δύναται να χορηγηθεί επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα (150) ευρώ, μηνιαίως. Οι δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησής του καθορίζονται, με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου".
Ακολούθησε η οικ. 2/16519/0022/24.2.2012 (ΦΕΚ Β. 465 / 24.2.2012) Κοινή Απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης - Εσωτερικών - Οικονομικών - Εθνικής Άμυνας - Παιδείας, δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων - Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης - Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κ.Υ.Α.), η οποία άρχισε να ισχύει από 1.5.2012 [άρθρο 'μόνο' παρ. 6 τελευταίο εδάφιο της Κ.Υ.Α.] και καθορίζει, ανά κατηγορία, το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (ΙΔΑΧ - ΙΔΟΧ) του Δημοσίου, Ο.Τ.Α., βαθμών Α' και Β' και Ν.Π.Δ.Δ.
Το συγκεκριμένο επίδομα καθορίζεται στο ποσό των (150) ευρώ, μηνιαίως [άρθρο 'μόνο' παρ.1 εδ. (α) της Κ.Υ.Α.] για την Α' Κατηγορία, στην οποία "περιλαμβάνονται το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας, οι απασχολούμενοι, αποκλειστικά, σε ακτινολογικούς θαλάμους και εμφανίσεις, οι οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων - διασώστες και οι συντηρητές πειραματόζωων των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ.
του Τομέα Πρόνοιας και των Αγροτικών Ιατρείων, τα οποία υπάγονται στα Δημόσια Νοσοκομεία, οι Θαλαμηπόλοι Ψυχιατρικών Νοσοκομείων και Κλινικών" [άρθρο 'μόνο' παρ. 2 εδ. (α) της Κ.Υ.Α.]. Ο μεταγενέστερος ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α. 176/16.12.2015) άρχισε να ισχύει από 16.12.2015 [άρθρο 46 ν. 4354/2015] και στο άρθρο 18 αυτού, το οποίο, ειδικώς, άρχισε να ισχύει από 1.1.2016 [άρθρο 35 ν. 4354/2015], ορίζεται ότι το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας του άρθρου 15 παρ.1 ν. 4024/2011 εξακολουθεί να καταβάλλεται στο ίδιο ύφος στους δικαιούχους, όπως έχουν καθορισθεί με τις υπουργικές αποφάσεις, που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 15 παρ.1 ν 4024/2011.
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 προκύπτει ότι ο νομοθέτης επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα χορήγησε εξουσιοδότηση στους συναρμόδιους Υπουργούς να καθορίσουν τους δικαιούχους και τους όρους και προϋποθέσεις χορήγησης του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο αποσκοπεί στην οικονομική ενίσχυση των εργαζομένων, που είτε εκτελούν επικίνδυνα για την υγεία τους καθήκοντα, είτε εργάζονται σε περιβάλλον, που εγκυμονεί αυξημένους κινδύνους για την υγεία (ΣτΕ 2268/2017).
Κριτήριο για τη χορήγηση του άνω επιδόματος, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, σε εργαζομένους, που ανήκουν σε διαφορετικές από την, ως άνω (Α) κατηγορίες είναι να παρέχουν αυτοί την εργασία τους υπό τις ίδιες δυσμενείς συνθήκες, δηλαδή είτε να εκτελούν επικίνδυνα για την υγεία τους καθήκοντα, είτε να εργάζονται σε περιβάλλον, που εγκυμονεί αυξημένους κινδύνους για την υγεία τους.
Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την, ως άνω, ασκηθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης από 15-12-2017 αγωγή, οι αρχικώς 51 ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, από 1-1-2012 έως 31-5-2018, απασχολήθηκαν με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ., το οποίο είναι νοσηλευτικό-ψυχιατρικό ίδρυμα, με τις ειδικότητες ΠΕ ψυχολόγων, ΔΕ ειδικών θεραπευτών, ΤΕ εργοθεραπευτών, ΠΕ γυμναστών, ΠΕ φυσικής αγωγής, ΤΕ κοινωνικών λειτουργών, ΥΕ φυλάκων-θυρωρών, ΠΕ κοινωνιολόγων, όπως εξειδικεύεται η ειδικότητα κάθε ενάγοντος στην αγωγή, αντί αμοιβής που καθορίζεται από 27-10-2011 σύμφωνα με το ν. 4024/2011.
Ότι στα πλαίσια των καθηκόντων τους έρχονται καθημερινά σε επαφή με άτομα υψηλού κινδύνου, πολλοί από τους οποίους είναι φορείς επικίνδυνων μεταδιδόμενων νοσημάτων, τοξικομανείς και απρόβλεπτοι από κάθε άποψη ψυχικά ασθενείς, λόγω της ειδικής φύσης των παθήσεών τους και ότι παρέχουν την εργασία τους υπό ανθυγιεινές και επικίνδυνες συνθήκες.
Ότι δικαιούνται το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας του άρθρου 15 ν. 4024/2011, που, σύμφωνα με την ΚΥΑ οικ. 2/16519/0022/2012, κατηγορία Α' ορίστηκε στο ποσό των 150 ευρώ και διατηρήθηκε σε ισχύ κατά το άρθρο 18 ν. 4354/2015, το οποίο χορηγείται σε συναδέλφους τους που παρέχουν την εργασία τους υπό τις ίδιες ή ουσιωδώς όμοιες συνθήκες εργασίας και υπό τους ίδιους επικίνδυνους όρους εργασίας με αυτούς.
Ότι η εξαίρεσή τους από τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος με μόνο το λόγο ότι η ειδικότητά τους δεν υπάγεται στη νοσηλευτική υπηρεσία του εναγομένου είναι άνιση και παράνομη. Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο, κυρίως με βάση τη διάταξη του άρθρου 15 ν. 4024/2011 και τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, που καθιερώνει την αρχή της ισότητας και επικουρικά:
α) με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, 105 και 106 ΕισΝΑΚ και β) με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να καταβάλει νομιμοτόκως σε καθένα από αυτούς, για την παραπάνω αιτία, το ποσό των 11.550 ευρώ. Το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, με τη με αριθ. 6/2021 οριστική απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τους ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες ως νόμιμη, κατά την κύρια βάση της και ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από αυτούς το ποσό των 6.150 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κατά της απόφασης αυτής, το εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο, άσκησε την, ως άνω, έφεση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε ως προς τους ενάγοντες-ήδη αναιρεσείοντες την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση, δίκασε και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προς απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης, μετά από παράθεση των οικείων νομικών σκέψεων, διέλαβε τις ακόλουθες κρίσιμες παραδοχές: "Η έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή.....τυγχάνει κατά την κύρια βάση της απορριπτέα ως μη νόμιμη, δεδομένου ότι τα ιστορούμενα σε αυτή πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν επάγονται την επικαλούμενη έννομη συνέπεια.
Ειδικότερα, ως προς τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 προκύπτει ότι ο νομοθέτης, επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα, χορήγησε εξουσιοδότηση στους συναρμόδιους Υπουργούς να καθορίσουν τους δικαιούχους και τους όρους και προϋποθέσεις χορήγησης του επιδόματος ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας, το οποίο αποσκοπεί στην οικονομική ενίσχυση των εργαζομένων που, είτε εκτελούν επικίνδυνα για την υγεία τους καθήκοντα, είτε εργάζονται σε περιβάλλον που εγκυμονεί αυξημένους κινδύνους για την υγεία (βλ.
ΣτΕ 2368/2017, πρβλ. ΣτΕ 3495/2008), με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία, κατά πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, σε ειδικότητες, που δικαιολογούν την καταβολή του, η οποία πρέπει να βεβαιώνεται από τον οικείο προϊστάμενο. Ειδικώς δε, αναφορικά με τους εντασσόμενους στην κατηγορία Α' κλάδους υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας, κριτήριο για τη χορήγηση του επιδόματος είναι η ειδικότητα τούς, δηλαδή το αντικείμενο απασχόλησης τους και ο συνήθης χώρος παροχής της υπηρεσίας τους σε χώρους που παρέχεται stricto sensu νοσηλευτικό έργο, συνιστάμενο σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και νοσηλεία στα πλαίσια ιατρικής θεραπείας, η οποία απαιτεί, συνήθως, εισαγωγή και παραμονή των ασθενών με κάποια, μικρότερη ή μεγαλύτερη, διάρκεια (ΣτΕ 2252/2017, ΣτΕ 2368/2017, ΔΕφΑθ 1900/2021, ΔΕφΑθ 2403/2021, ΔΕφΑθ 1900/2021, Δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Ως εκ τούτου, όσον αφορά στην αιτούμενη ειδική παροχή του άρθρο 15 παρ. 1 ν. 4024/2011, αυτή, δεν συνιστά προβλεπόμενη από το νόμο ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων των νοσηλευτικών ιδρυμάτων και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας εξομοιούμενη με μισθό, αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται μόνο αν η διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά από συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής και σε άλλους υπαλλήλους.
Περαιτέρω, ο κανών της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, κατά νομοθετική ρύθμιση, παροχής προς ορισμένη κατηγορία εργαζομένων, σε σχέση με εργαζόμενους, που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες (και) εν όψει του είδους της εργασίας τους ή των όρων απασχολήσεώς τους και απολαβών, ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνεται, επιλεκτικά, με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή, χωρίς συσχετισμό προς το σύνολο των αποδοχών, στο οποίο η μισθολογική αυτή παροχή περιλαμβάνεται.
Ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς την κύρια βάση της εφάρμοσε εσφαλμένα το νόμο, καθώς έπρεπε να την απορρίψει ως νόμω αβάσιμη και να μην προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, όπως επικαλείται και το εναγόμενο.".
Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τη νομοθεσία περί καταβολής του επιδίκου επιδόματος, δηλαδή τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 ν. 4024/2011, κατ' εξουσιοδότηση του οποίου εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ. 2/16519/0022/2012.
Έτσι που έκρινε, κατά τα προεκτεθέντα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, χωρίς να ερευνήσει αυτήν περαιτέρω κατ' ουσίαν, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 ν. 4024/2011 και την, ως άνω ΚΥΑ, καθόσον, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, αν και δεν ανήκουν στο προσωπικό της νοσηλευτικής υπηρεσίας του εναγομένου ήδη αναιρεσιβλήτου, στο οποίο χορηγείται κατ' εφαρμογή της άνω ΚΥΑ το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας (κατηγορία Α της ΚΥΑ), ωστόσο παρέχουν την εργασία τους στο εναγόμενο ψυχιατρικό ίδρυμα, με τις αναφερόμενες ειδικότητες, υπό τις ίδιες, με το προσωπικό αυτό, ή ουσιωδώς όμοιες δυσμενείς συνθήκες εργασίας και εκτελούν τα καθήκοντά τους ερχόμενοι σε άμεση επαφή με άτομα πάσχοντα από ψυχικές νόσους υπό τις περιγραφόμενες επικίνδυνες και ανθυγιεινές συνθήκες.
Σύμφωνα δε με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, υπό τα παραπάνω δεδομένα, ο αποκλεισμός από τη χορήγηση του προβλεπόμενου στο άρθρο 15 παρ. 1 ν. 4024/2011 επιδόματος των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων, εφόσον εκτελούν και αυτοί επικίνδυνα για την υγεία τους καθήκοντα, με τις ίδιες ή παρόμοιες δυσμενείς συνθήκες με αυτές που εκτελεί τα καθήκοντά του το προσωπικό της κατηγορίας Α της άνω ΚΥΑ, συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας.
Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή, ως βάσιμου του, ως άνω λόγου αναίρεσης, μετά την αποδοχή του οποίου παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους λοιπούς, πλην της αναιρεσείουσας, διαδίκους και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται ειδικότερη διερεύνηση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή από εκείνο που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολο τους, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ),
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς την 8η αναιρεσείουσα Π. Κ. του Γ.
- Κηρύσσει ως προς αυτήν απαράδεκτη τη συζήτηση της από 18-7-2022 και με αριθ. κατ. 15013/1422/2022 αίτησης αναίρεσης
- Αναιρεί ως προς τους λοιπούς διαδίκους τη με αριθ. 7104/2022 απόφαση του, δικάσαντος ως εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
- Παραπέμπει ως προς αυτούς την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
- Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ