Legislator Case Law & Legislation
1490/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment for failure to apply substantive law.

Case Number 1490/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to annul the first-instance judgment regarding a construction contract dispute. The appellant argued that the lower court incorrectly accepted a 50% price reduction without considering specific bank certificates and contract clauses, claiming this violated substantive law. The court rejected these arguments as inadmissible because the appeal petition failed to cite the specific violated legal provisions and instead challenged the lower court's evidentiary assessment, which is not reviewable on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560 para. 1 no. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a first-instance judgment is inadmissible if it merely challenges the court's evaluation of evidence without citing the specific substantive law provisions allegedly violated.

Keywords

AI generated
substantive law violation inadmissible appeal evidence evaluation Code of Civil Procedure annulment grounds

Cited Legislation

AI generated
Art. 560 para. 1 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1490 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1490/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:

Ι. Α. του Κ., κατοίκου Πατρών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Μέρμελα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου:

Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΑΧΑΪΑΣ», που εδρεύει στο Άνω Βουλωμένο Αιγίου και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΙΓΙΟΥ. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Τόγια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 56/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-3-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, «κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο:

1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές,

2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση,

3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα,

4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας,

5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης,

6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης».

Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 14 που ιδρύεται «αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο» (ΑΠ 1123/2019).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της άνω διάταξης, η οποία ταυτίζεται με αυτή του αρ. 8 του άρθρου 559 ίδιου Κώδικα, ως «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). Επομένως, δεν αποτελούν «πράγματα» η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΑΠ 805/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019).

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 1401/2008).

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 681 του ΑΚ καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως μισθώσεως έργου, που είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 694 του ιδίου Κώδικα, καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση εκάστου τμήματος.

Ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κυρίας υποχρεώσεως του εργολάβου, συνισταμένη στην εκτέλεση και προσπόριση του έργου στον εργοδότη, στην περιέλευση δηλαδή τούτου στη σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου, υπό την προϋπόθεση ότι το έργο είναι το προσήκον, ήτοι δεν είναι εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος, διότι τότε ο εργολάβος δεν θεωρείται ότι προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατ` άρθρο 694 ΑΚ της συμφωνηθείσας αμοιβής του.

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 688, 689, 690, και 694 του ΑΚ προκύπτει ότι ένα έργο θεωρείται περατωμένο ή εκτελεσμένο, έστω και αν έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα, ακόμη και ουσιώδη που το καθιστούν άχρηστο. Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του έργου έχει, υπό προϋποθέσεις, ορισμένα δικαιώματα, όπως αυτό της αναστροφής της συμβάσεως ή της μειώσεως της αμοιβής ή εκείνο της αποζημιώσεως, ενώ δεν έχει τις κατά τις γενικές διατάξεις ενστάσεις της μη εκπληρώσεως ή της μη προσήκουσας εκπληρώσεως της συμβάσεως (αρθρ. 374 ΑΚ), ούτε τα δικαιώματα από τα άρθρα 380 επ., 383 επ.

σε συνδυασμό προς τα άρθ. 337, 343 παρ. 2, 384, 386 και 387 ΑΚ, για τις περιπτώσεις της αδυναμίας ή της υπερημερίας του εργολάβου σχετικά με τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, άρα ούτε απαλλαγής του από την αντιπαροχή (καταβολή της αμοιβής του εργολάβου), εκτός αν α) εξαιτίας της ελλείψεως ιδιοτήτων ή των ελαττωμάτων, το έργο, το οποίο παραδόθηκε ή είναι εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος ως εκτελεστέου, αφού τότε δεν υπάρχει εκπλήρωση της παροχής και ο εργολάβος δεν δικαιούται να αξιώσει την αμοιβή του ή β) έχει συμφωνηθεί μεταξύ κυρίου του έργου και εργολάβου αντίθετη, της προαναφερόμενης ρύθμιση, αφού οι σχετικές διατάξεις έχουν χαρακτήρα διατάξεων ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 1019/2020, ΑΠ 1070/2017, ΑΠ 723/2015).

[II] Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την υπ’ αριθ. καταθέσεως 15/24.9.2014 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αιγίου, επικαλούμενος ότι το έτους 2009 του ανατέθηκε η συντήρηση των κλιματιστικών μονάδων του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Νοσοκομείο Αιγίου για ένα έτος και ότι αν και αυτός εκτέλεσε προσηκόντως τις εργασίες το εναγόμενο δεν του κατέβαλε το σύνολο της αμοιβής του, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλλει το ποσό των 8.100 ευρώ, ως υπόλοιπο του εργολαβικού ανταλλάγματος.

Επί της αγωγής αυτής, την οποία αρνήθηκε αιτιολογημένα το εναγόμενο κατά τη συζήτησή της, εκδόθηκε η με αριθ. 6/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αιγίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το άνω ποσό. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε την από 23.07.2014 έφεση, με τον τρίτο λόγο της οποίας παραπονείτο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ισχυριζόμενο ότι ο ενάγων δεν εκτέλεσε προσηκόντως το έργο που του είχε ανατεθεί και δη ότι το έργο που του παραδόθηκε δεν ήταν αυτό που συμφωνήθηκε αλλά εντελώς διαφορετικό και ότι για το λόγο αυτό προχώρησε, κατ' εφαρμογή σχετικού συμβατικού όρου, στην περικοπή του εργολαβικού ανταλλάγματος κατά 50% και επομένως δικαιολογημένα δεν εξόφλησε τα δύο επίδικα τιμολόγια.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 26/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία, κατ’ αποδοχή του άνω τρίτου λόγου εφέσεως, έγινε δεκτή η έφεση και ως ουσία βάσιμη, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε εν τέλει η αγωγή ως ουσία αβάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ενάγων την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με τον πρώτο λόγο της οποίας, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη παραδοχή του τρίτου λόγου της έφεσης για περικοπή εργολαβικού τιμήματος 50%, ισχυριζόμενος ότι το αναιρεσίβλητο κατά τη δίκη στον πρώτο βαθμό ουδέποτε ανέπτυξε προφορικά τον άνω ισχυρισμό του και γι’ αυτό δεν μπορούσε να επαναφερθεί τέτοιος ισχυρισμός σαν λόγος έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και, συνεπώς, δεχόμενο το τελευταίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το αναιρεσίβλητο προέβη σε εύλογη και ανάλογη περικοπή του εργολαβικού ανταλλάγματος κατά 50%, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νομότυπα.

Ο λόγος αυτός, κατά τη νοηματική εκτίμηση του οποίου το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του ως δικαστήριο δεύτερου βαθμού επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον άνω ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου, καίτοι αυτός δεν αναπτύχθηκε προφορικά στο ακροατήριο παρά μόνο με τις προτάσεις του, είναι απαράδεκτος, αφού τέτοιος λόγος δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά απαριθμούμενων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγων.

Και αν ήθελε όμως εκτιμηθεί ως λόγος αναίρεσης από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί εύλογης και ανάλογης περικοπής του εργολαβικού ανταλλάγματος κατά 50%, και υπό την εκδοχή ότι πρόκειται περί ενστάσεως και όχι αιτιολογημένης αρνήσεως της αγωγής, ο ίδιος λόγος είναι και πάλι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι είχε προτείνει το μη νομότυπο του ισχυρισμού αυτού στο δικαστήριο της ουσίας.

Σε κάθε δε περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των από 07.03.2017 προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου προκύπτει ότι αυτός δεν προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό προς αντίκρουση του τρίτου λόγου της έφεσης, αρκούμενος στην άρνηση του λόγου αυτού, με την επίκληση ότι εκτέλεσε προσηκόντως το έργο που του ανατέθηκε.

Τέλος, ο εν λόγω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, καθόσον δεν πρόκειται για κανόνα δημοσίας τάξεως.

[ΙΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και, σε περίπτωση κατ’ ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 01.01.2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αίτησης αναιρέσεως (15.03.2018), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και 1 και 6 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).

[IV] Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 56/2017 απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«| Δυνάμει της από 15.06.2009 σύμβασης ανάθεσης σε ειδικό συνεργείο συντήρησης των κλιματιστικών μονάδων (carrier), που υπεγράφη μεταξύ του εκκαλούντος και του εφεσίβλητου σε εκτέλεση της με αριθμό …/11.6.2009 θ.10 απόφασης κατακύρωσης, ανατέθηκε στον εφεσίβλητο η συντήρηση των κλιματιστικών του νοσοκομείου για ένα έτος και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από 15.06.2009 έως και 14.06.2010 κατά τους όρους που αναλυτικά προβλεπόταν στη σύμβαση.

Ειδικότερα, η σύμβαση όριζε στο Άρθρο 2 υπό τον τίτλο «Ορισμός συντήρησης» ότι η ανατεθείσα στον εφεσίβλητο συντήρηση «αφορά και περιλαμβάνει την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας, την αντικατάσταση ή και επισκευή εξαρτημάτων ή συσκευών και μηχανημάτων, την αποκατάσταση οποιασδήποτε βλάβης καθώς και την προληπτική συντήρηση.

Ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος σε άμεση αποκατάσταση της καλής λειτουργίας των κλιματιστικών του Νοσοκομείου σε περίπτωση βλάβης». Περαιτέρω, στο ίδιο άρθρο υπό τον τίτλο «Κεντρικές υδρόψυκτες κλιματιστικές μηχανές» απαριθμούνταν ενδεικτικά οι εργασίες προληπτικής συντήρησης που ήταν υποχρεωμένος να πραγματοποιήσει ο ανάδοχος συντηρητής.

Ανάμεσα στις ενδεικτικά παρατιθέμενες εργασίες αναφερόταν και η υποχρέωση του αναδόχου να ελέγχει την ποσότητα ψυκτικού μέσου και να τη συμπληρώνει εφ’ όσον απαιτείται (μέχρι 5 kg), με τη διευκρίνιση ότι η συμπλήρωση του ψυκτικού θα αναγράφεται στο σχετικό τηρούμενο ημερολόγιο και θα αιτιολογείται η αιτία και ο τρόπος αποκατάστασης της διαρροής.

Η συμφωνηθείσα συνολική αμοιβή ανερχόταν στο ποσό των 16.065 ευρώ. Επίσης, για την περίπτωση πλημμελούς εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους του αναδόχου στο άρθρο 2 της σύμβασης προβλεπόταν μεταξύ των άλλων υπό τον τίτλο «Πληρωμές - περικοπές – κρατήσεις» ότι «Η πιστοποίηση εκτέλεσης των όρων της σύμβασης θα γίνεται από τριμελή επιτροπή που θα ορίσει ο Διοικητής του Νοσοκομείου, η οποία δύναται να κάνει περικοπή επί του εκάστοτε λογαριασμού μέχρι 10% στο βαθμό όπου διαπιστώνει πλημμελή τήρηση της σύμβασης.

Για σοβαρές παραβιάσεις της σύμβασης η Διευθύνουσα υπηρεσία δύναται να περικόψει μέχρι και 25%. Τέλος, ο εργοδότης διατηρεί το δικαίωμα περικοπής μέχρι και το 50% του μηνιαίου τιμήματος, ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας επιτροπής στο βαθμό που υπάρχει σοβαρή καταστρατήγηση της σύμβασης [...]». Το πρώτο εξάμηνο ισχύος της σύμβασης ο εφεσίβλητος εκτέλεσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις και το εκκαλούν του κατέβαλε αντίστοιχα κανονικά τη συμφωνηθείσα αμοιβή του.

Με το από 1.5.2010 και με αριθμό πρωτοκόλλου … έγγραφό του ο Διοικητής της 6ης Υ.ΠΕ. Πελοποννήσου - Ιονίων Νήσων - Ηπείρου & Δυτικής Ελλάδας εφιστούσε την προσοχή του εκκαλούντος για έλεγχο καλής λειτουργίας των ψυκτικών και κλιματιστικών μονάδων του νοσοκομείου. Όπως αποδεικνύεται από το από 27.05.2010 και με αριθμό πρωτοκόλλου … έγγραφο, συνταχθέν και υπογραφέν από τον υπεύθυνο του Τεχνικού Τμήματος του νοσοκομείου, το Τεχνικό Τμήμα ανέφερε και εγγράφως - καθόσον είχε ήδη ενημερώσει προφορικά τόσο τον Διοικητικό Διευθυντή όσο και τον Οικονομικό Διευθυντή - τις διαπιστώσεις του κατά το διάστημα του προηγηθέντος μηνός και πλέον που αφορούσαν την πλημμελή εκτέλεση ορισμένων εργασιών εκ μέρους του εφεσίβλητου κατά τη διάρκεια της προγραμματισμένης συντήρησης που είχε ανατεθεί στον τελευταίο.

Ειδικότερα, το τεχνικό τμήμα του εκκαλούντος διαπίστωσε την ύπαρξη διαρροής φρέον στο Νο 1 ψυκτικό κύκλωμα, αποτέλεσμα της οποίας ήταν αυτό να μη λειτουργεί. Ανέφεραν με το ως άνω έγγραφό τους ότι ειδοποίησαν τον εφεσίβλητο σχετικά με την ύπαρξη της διαρροής, ο οποίος προσπάθησε με το συνεργείο του να εντοπίσει τη διαρροή με τη χρήση αζώτου.

Παρά τους ισχυρισμούς του εφεσιβλήτου ότι δεν διαπιστώθηκε διαρροή, το Νο 1 ψυκτικό συγκρότημα του νοσοκομείου συνέχισε να μην λειτουργεί. Επιπλέον, το τεχνικό τμήμα με το ίδιο έγγραφο ανέφερε ότι εντόπισε έλλειψη υγρών φρέον και στο Νο 2 συγκρότημα ψύξης, το οποίο και δεν συμπληρώθηκε με κίνδυνο καταπόνησης του συγκεκριμένου μηχανήματος.

Κατόπιν τούτου απεστάλη από το εκκαλούν προς τον εφεσίβλητο το από 27.05.2010 και με αριθμό πρωτοκόλλου …, υπογεγραμμένο από τον προϊστάμενο του Τεχνικού Τμήματος και τον Διοικητικό Διευθυντή, έγγραφο, με το οποίο ο εφεσίβλητος ενημερώθηκε και πάλι για τη μη λειτουργία του Νο 1 ψυκτικού συγκροτήματος και για την έλλειψη ψυκτικού υγρού στο κύκλωμα του ψυκτικού συγκροτήματος Νο 2.

Στο έγγραφο αυτό ο εφεσίβλητος απάντησε με το από 09.06.2010 έγγραφό του με το οποίο αρνήθηκε την ύπαρξη διαρροής στα δύο κυκλώματα και αναγνώρισε ότι η μόνη εκκρεμής εργασία ήταν η συμπλήρωση ψυκτικού υγρού στο Νο 2 ψυκτικό συγκρότημα σημειώνοντας ωστόσο ότι ο ίδιος ευθυνόταν για τη συμπλήρωσή του έως την ποσότητα των 5 χλγρ και αποστέλλοντας οικονομική προσφορά για τη συμπλήρωση επιπλέον ψυκτικού υγρού στα κυκλώματα Νο 1 και Νο 2.

Δεν προέβη σε καμία περαιτέρω ενέργεια παρά το γεγονός ότι το Νο 1 ψυκτικό συγκρότημα εξακολουθούσε να μη λειτουργεί. Στις 16.06.2010 εμφανίσθηκε πρόβλημα και στη λειτουργία του Νο 2 ψυκτικού συγκροτήματος - ήτοι του μόνου που κατά τον χρόνο εκείνο λειτουργούσε - και για το γεγονός αυτό ειδοποιήθηκε άμεσα ο εφεσίβλητος.

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ο εφεσίβλητος απέστειλε στο νοσοκομείο προστηθέντες υπαλλήλους του, οι οποίοι, ωστόσο, αφού ενημερώθηκαν για το εμφανισθέν πρόβλημα, αποχώρησαν χωρίς να προβούν σε καμία διορθωτική παρέμβαση στο μηχάνημα, παρά τις εκκλήσεις του τεχνικού του νοσοκομείου κου Γ. για τη συμπλήρωση του ψυκτικού υγρού και την απεμπλοκή του αέρα από το δίκτυο.

Την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 17.6.2010, το Νο 2 ψυκτικό συγκρότημα τέθηκε εκτός λειτουργίας λόγω ύπαρξης αέρα στο δίκτυο, με αποτέλεσμα να τεθούν σε εγρήγορση όλες οι μονάδες του νοσοκομείου προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι δυσχέρειες που δημιουργούνταν στη λειτουργία του νοσοκομείου. Εν τέλει, η βλάβη αποκαταστάθηκε με τη συνδρομή εξωτερικού συνεργάτη υδραυλικού, που προέβη στον καθαρισμό των φίλτρων και στην αλλαγή εξαρτημάτων στις δύο αντλίες της μονάδας.

Οι ανωτέρω επιπλοκές στη λειτουργία του Νο 2 ψυκτικού συγκροτήματος κατεγράφησαν στο από 24.06.2010 και με αριθμό πρωτοκόλλου … έγγραφο του τεχνικού τμήματος προς τη Διεύθυνση Διοικητικού, όπου συμπερασματικά υπογραμμίζεται το γεγονός της ελλιπούς τεχνικής υποστήριξης από τον εφεσίβλητο και τους υπαλλήλους του.

Ο Διοικητικός Διευθυντής κοινοποίησε αυτήν την αναφορά στον εφεσίβλητο με το από 25.6.2010 και με αριθμό πρωτοκόλλου … έγγραφο, προσκαλώντας τον μία ακόμη φορά να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την τήρηση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Επίσης, με το από 13.07.2010 και με αριθμό πρωτοκόλλου 6516 έγγραφο το Τεχνικό Τμήμα επανέλαβε την πρόσκληση προς τον εφεσίβλητο να προβεί στην πλήρωση των ψυκτικών μηχανημάτων με ψυκτικό υγρό που διαθέτει και παρέχει το ίδιο το νοσοκομείο καθώς και στην αναγκαία αντικατάσταση των αναφερόμενων εξαρτημάτων.

Αρκετά αργότερα στις 12.08.2010 ο εφεσίβλητος προσήλθε στο νοσοκομείο για να προβεί απλώς στη συμπλήρωση των ψυκτικών μηχανημάτων με ψυκτικό υγρό που του παρείχε το νοσοκομείο, χωρίς ωστόσο να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη διορθωτική εργασία. Κατόπιν όλων των προλεχθέντων, καθίσταται σαφές ότι παρά τις συνεχείς προφορικές και έγγραφες ως άνω οχλήσεις του εκκαλούντος, που αφορούσαν βλάβες και ελλείψεις εμφανισθείσες κατά τη διάρκεια ισχύος της επίδικης σύμβασης, ο εφεσίβλητος δεν ανταποκρίθηκε αθετώντας έτσι ουσιώδεις όρους της σύμβασης καθόσον αφενός δεν αποπεράτωσε τις ανατεθειμένες σε αυτόν εργασίες και αφετέρου εκτέλεσε πλημμελώς τα συμβατικά καθήκοντά του, όπως αποδείχθηκε από τις βλάβες που ανέκυψαν όσο ήταν ακόμη υπεύθυνος για τη συντήρηση των κλιματιστικών του νοσοκομείου.

Συγκεκριμένα, ο εφεσίβλητος δεν εκπλήρωσε τον όρο 2.4 της σύμβασης, ενώ υπήρξαν σοβαρές εκκρεμότητες βάσει των όρων 2.6 και 2.7 της σύμβασης. Η παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους του εφεσίβλητου καταγράφηκε και υπογραμμίσθηκε στο από 07.09.2010 και με αριθμό πρωτοκόλλου … έγγραφο της Υποδιεύθυνσης του Τεχνικού Τμήματος προς τη Διεύθυνση Διοικητικού του νοσοκομείου, όπου επισημάνθηκε ότι η συνεργασία με τον εφεσίβλητο δεν μπορεί να ανανεωθεί καλώντας τη Διοίκηση του νοσοκομείου να προβεί στην επιβολή των αναγκαίων κυρώσεων.

Για τους λόγους αυτούς η τριμελής επιτροπή παρακολούθησης των εργασιών του ανάδοχου εφεσίβλητου δεν παρέλαβε τις εργασίες του τελευταίου κατά το τελευταίο τρίτο και τέταρτο τρίμηνο και δεν υπέγραψε τα αντίστοιχα εκδοθέντα από τον εφεσίβλητο τιμολόγια, η αξία των οποίων αποτελεί το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς. Με τον τρόπο αυτό το εκκαλούν προέβη, σύμφωνα με τον σχετικό προεκτιθέμενο όρο της σύμβασης σε εύλογη και ανάλογη περικοπή του εργολαβικού ανταλλάγματος, το οποίο εδικαιούτο να λάβει ο εφεσίβλητος βάσει της σύμβασης, ανερχόμενη στο 50%, και επομένως, δικαιολογημένα δεν εξόφλησε τα επίδικα τιμολόγια. Κατ’ ακολουθίαν των προεκτεθέντων, γενομένου δεκτού του τρίτου λόγου της έφεσης ... το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε και πρέπει να εξαφανισθεί [...]|».

[V] Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του εναγόμενου νοσοκομείου και ήδη αναιρεσίβλητου κατά το τυπικό και ουσιαστικό μέρος της, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσία αβάσιμη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 361, 681, 694 του ΑΚ, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον προέβη, σύμφωνα με τον σχετικό όρο της σύμβασης, σε εύλογη και ανάλογη περικοπή του εργολαβικού ανταλλάγματος, το οποίο εδικαιούτο να λάβει ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων βάσει της σύμβασης, ανερχόμενη στο 50%, και επομένως, δικαιολογημένα δεν εξόφλησε τα επίδικα τιμολόγια.

Και τούτο διότι, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε: α) ότι με την από 15.06.2009 σύμβαση ανατέθηκε στον αναιρεσείοντα η συντήρηση των κλιματιστικών του νοσοκομείου για ένα έτος και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από 15.06.2009 έως και 14.06.2010 κατά τους όρους που αναλυτικά προβλεπόταν στη σύμβαση, β) ότι για την περίπτωση πλημμελούς εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους του αναδόχου στο άρθρο 2 της σύμβασης προβλεπόταν ότι ο εργοδότης διατηρεί το δικαίωμα περικοπής μέχρι και το 50% του μηνιαίου τιμήματος, ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας επιτροπής στο βαθμό που υπάρχει σοβαρή καταστρατήγηση της σύμβασης, γ) ότι παρά τις συνεχείς προφορικές και έγγραφες ως άνω οχλήσεις του αναιρεσιβλήτου, που αφορούσαν βλάβες και ελλείψεις εμφανισθείσες κατά τη διάρκεια ισχύος της επίδικης σύμβασης, ο αναιρεσείων δεν ανταποκρίθηκε αθετώντας έτσι ουσιώδεις όρους της σύμβασης καθόσον αφενός δεν αποπεράτωσε τις ανατεθειμένες σε αυτόν εργασίες και αφετέρου εκτέλεσε πλημμελώς τα συμβατικά καθήκοντά του, δ) ότι για τους λόγους αυτούς η τριμελής επιτροπή παρακολούθησης των εργασιών του ανάδοχου αναιρεσείοντος δεν παρέλαβε τις εργασίες του τελευταίου κατά το τελευταίο τρίτο και τέταρτο τρίμηνο και δεν υπέγραψε τα αντίστοιχα εκδοθέντα από τον ίδιο τιμολόγια, και ε) ότι κατόπιν αυτών το αναιρεσείον προέβη, σύμφωνα με τον σχετικό όρο 2.4 της σύμβασης σε εύλογη και ανάλογη περικοπή του εργολαβικού ανταλλάγματος, το οποίο εδικαιούτο να λάβει ο αναιρεσείων, βάσει της σύμβασης, ανερχόμενη στο 50%, και επομένως, δικαιολογημένα δεν εξόφλησε τα επίδικα τιμολόγια.

Δεν χρειαζόταν δε άλλες αιτιολογίες και δη ότι έπρεπε να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η περικοπή έγινε μετά από εισήγηση της τριμελούς επιτροπής παρακολούθησης των εργασιών του ανάδοχου αναιρεσείοντος, αφού ρητά αναφέρεται ότι η παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους του αναιρεσείοντος εφεσίβλητου καταγράφηκε και υπογραμμίσθηκε στο από 07.09.2010 έγγραφο της Υποδιεύθυνσης του Τεχνικού Τμήματος προς τη Διεύθυνση Διοικητικού του νοσοκομείου, όπου επισημάνθηκε ότι η συνεργασία με τον εφεσίβλητο δεν μπορεί να ανανεωθεί και καλούνταν η Διοίκηση του νοσοκομείου να προβεί στην επιβολή των αναγκαίων κυρώσεων και ότι εξαιτίας αυτών η άνω τριμελής επιτροπή δεν παρέλαβε τις εργασίες του αναιρεσείοντος κατά το τελευταίο τρίτο και τέταρτο τρίμηνο και δεν υπέγραψε τα αντίστοιχα εκδοθέντα από αυτόν τιμολόγια, προβαίνοντας έτσι το αναιρεσίβλητο σε εύλογη και ανάλογη περικοπή του εργολαβικού ανταλλάγματος κατά 50%.

Επίσης, καμία αντίφαση δεν υφίσταται μεταξύ αφενός της παραδοχής ότι ο αναιρεσίβλητος αθέτησε ουσιώδεις όρους της σύμβασης και αφετέρου της παραδοχής ότι ο αναιρεσείων είχε ζητήσει υγρό για τη συμπλήρωση και των δύο κλιματιστικών από την 09.06.2010 και αυτό του προσφέρθηκε την 13.07.2010, αφού με σαφήνεια διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι μέχρι την 17.06.2010 διαπιστωθείσες από την τεχνική υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου βλάβες των κλιματιστικών, η διαρκής όχληση του αναιρεσείοντος για επιδιόρθωση των βλαβών, η τελευταία των οποίων έλαβε χώρα με το από 13.07.2010 έγγραφο, και η μη ανταπόκριση του τελευταίου στις άνω οχλήσεις, χωρίς η αναφορά στην από 13.07.2010 πρόσκληση του αναιρεσείοντος να έρχεται σε αντίφαση με το σύνολο των παραδοχών περί μη ανταποκρίσεως του αναιρεσείοντος στις συνεχείς προφορικές και έγγραφες οχλήσεις του αναιρεσιβλήτου, που αφορούσαν βλάβες και ελλείψεις εμφανισθείσες κατά τη διάρκεια ισχύος της επίδικης σύμβασης, και συνακόλουθης αθετήσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος ουσιωδών όρων της σύμβασης.

Επομένως, οι δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, υπό την επίκληση ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν υπήρχαν καθόλου βλάβες παρά μόνο έλλειψη ψυκτικού υγρού και ότι δεν υφίστανται οι όροι 2.4, 2.6, και 2.7 της σύμβασης που φέρεται ότι παραβίασε, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκλησή τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

[VI] Τέλος, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την παραδοχή της ότι το αναιρεσίβλητο προέβη σε εύλογη και ανάλογη περικοπή του εργολαβικού τιμήματος κατά 50%. Ειδικότερα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίμησε ορθά τα αναφερόμενα έγγραφα και δη την προσκομισθείσα από αυτόν βεβαίωση της Τράπεζας Αττικής, την υπ’ αριθ. …/4.6.2010 βεβαίωση του αναιρεσίβλητου και την από 15.06.2009 μεταξύ τους υπογραφείσα σύμβαση, κάνοντας δε δεκτό ότι το αναιρεσίβλητο προέβη σε εύλογη και ανάλογη περικοπή του εργολαβικού τιμήματος κατά 50%, χωρίς να λάβει υπόψη τα ανωτέρω, παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκαν, όσο και τα αποδιδόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση νομικά σφάλματα. Σε κάθε περίπτωση, οι άνω αιτιάσεις περί μη ορθής εκτιμήσεως των άνω εγγράφων είναι απαράδεκτες και διότι, με τα όσα αναφέρονται, στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή τους, με την επίφαση των επικαλουμένων παραβάσεων πλήττεται, στην πραγματικότητα, η ανέλεγκτη, από τον Άρειο Πάγο, εκτίμηση, από το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, των αποδείξεων.

[VII] Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Μαρτίου 2018 αίτηση του Ι. Α. του Κ. για αναίρεση της με αριθ. 56/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ