1490/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1490/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 1490 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1490/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) "...." και υπό τον διακριτικό τίτλο "... Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολική διάδοχος της "... Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης" και υπό τον διακριτικό τίτλο "... ... ΕΠΕ", 2) Π. Μ. του Π., κατοίκου ...ς και 3) Π. Μ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γαβριήλ Ντούγια.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Σουρλά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-10-2010 και με αριθμούς εκθέσεως καταθέσεως .../2010 ανακοπές, καθώς και με τους από 17-11-2010 και με αριθμούς εκθέσεως καταθέσεως .../2010 και τους από 7-2-2011 και με αριθμούς εκθέσεως καταθέσεως …2011 και …2011 πρόσθετους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 321/2011 μη οριστική και 90/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9/2016 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Την αναίρεση και των τριών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-7-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ.1βΚΠολΔ,σαφώς προκύπτει, ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Συνεπώς, αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ’ ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη(ΟλΑΠ40/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης(αρθρ.561παρ.2ΚΠολΔ,η 90/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, αφού ανεκάλεσε, κατά τις μη οριστικές της διατάξεις, την 321/2011 προηγουμένως εκδοθείσα απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, απέρριψε την από 26-10-2010 ανακοπή και τους πρόσθετους αυτής λόγους των ήδη αναιρεσειόντων κατά της …2010 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, ενώ με την 9/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, έγινε τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσία δεκτή η, κατά της άνω απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου, έφεση των αναιρεσειόντων και κατά τα λοιπά απορρίφθηκε κατ’ ουσία.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, μόνο κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τελευταίας αυτή απόφασης του Εφετείου, ενώ είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται, τόσο κατά της 90/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου που ενσωματώθηκε σ’ αυτή του Εφετείου, όσο και κατά της μη οριστικής 321/2011 που δεν υπόκειται σε αναίρεση και οι οποίες και δεν "συναναιρούνται", όπως θεωρούν οι αναιρεσείοντες. Σε κάθε περίπτωση, εξάλλου, η αναίρεση κατά των ανωτέρω αποφάσεων είναι απαράδεκτη και διότι, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο, αυτό δεν κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που τις εξέδωσε, όπως έπρεπε, κατά το άρθρο566παρ.2ΚΠολΔ (ΑΠ355/2016).
Όπως προκύπτει διατάξεις των άρθρων 44, 54 παρ. 3, παρ. 4 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" (Α’ 235), όπως αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, της έκδοσης της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής(2010), ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του Συλλόγου που ανήκει, απαγορεύεται δε να δικηγορεί σε δικαστήρια που εδρεύουν εκτός της περιφέρειας του Συλλόγου, πλην των οριζομένων στον ίδιο Κώδικα εξαιρέσεων.
Περαιτέρω, είναι δυνατή η διενέργεια των διαδικαστικών πράξεων και η παράσταση ενώπιον όλων των Δικαστηρίων του Κράτους, δικηγόρου εκτός της περιφέρειας του Συλλόγου που είναι μέλος, με τη σύμπραξη, όμως δικηγόρου διορισμένου στο οικείο δικαστήριο (ΣΤΕ2714/2014). Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρείται η απόφαση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Η παραβίαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή των κανόνων, που ρυθμίζουν τα όργανα και τη διαδικασία παροχής έννομης προστασίας, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης από τη διάταξη αυτή και, αν προβληθεί τέτοιος λόγος, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος. Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 44 του ΝΔ 3026/1954, κατά την οποία ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του δικηγορικού συλλόγου, του οποίου είναι μέλος, ενώ απαγορεύεται να δικηγορεί σε δικαστήρια που εδρεύουν σε άλλη περιφέρεια, είναι δικονομική και όχι του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ1101/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από τις διατάξεις του άρθρου α) 559 αριθμ.1,συνεπέια εσφαλμένης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 44 του ν.δ/τος 3026/1954 και β) 559 αρ 14ΚΠολΔ,λόγω (κατ’ εκτίμηση) εσφαλμένης μη κήρυξης ακυρότητας, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, διότι απέρριψε τον σχετικό λόγο της ανακοπής τους που επανέφεραν με λόγο έφεσης σύμφωνα μεν τον οποίο η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ήταν άκυρη διότι η νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου της καθής και ήδη αναιρεσίβλητης για την έκδοσή της με τη συμμετοχή και δικηγόρου από τον δικηγορικό σύλλογο Θεσπρωτίας δεν καλύπτει και την διαδικασία της εκτέλεσής της, αφού ο τελευταίος δεν υπογράφει και την επιταγή προς εκτέλεση αυτής, όπως δέχθηκε το Εφετείο.
Ο ανωτέρω λόγος κατά το με υπό στοιχ.α σκέλος του είναι απαράδεκτος, εφόσον η πληττόμενη με αυτόν διάταξη είναι δικονομική και όχι ουσιαστικού δικαίου. Ο ίδιος λόγος κατά το υπό στοιχ.β σκέλος του είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο απέρριψε τον προαναφερθέντα λόγο έφεσης, με την ακόλουθη παραδοχή: "ο δεύτερος λόγος της ανακοπής κατά το σκέλος του περί ακυρότητας της διαταγής πληρωμής για το λόγο ότι η αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής υπογράφεται από δικηγόρο Αθηνών είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής προκύπτει ότι την αίτηση, επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, άσκησε και υπέγραψε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αιτούσας (ήδη αναιρεσίβλητης) Σ.Σουρλάς του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών με τη σύμπραξη του δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσπρωτίας Ι.
Κ., σύμφωνα με το άρθρο 44 του Κώδικα Δικηγόρων.". Επομένως το Εφετείο με την κρίση του αυτή ορθώς δεν κήρυξε άκυρη την διαταγή πληρωμής και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559αριθμ.14ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Εξάλλου, το Εφετείο δεν διέλαβε παραδοχή σχετικά με την εγκυρότητα ή μη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως εσφαλμένα εκτίθεται στον προκείμενο αναιρετικό λόγο, εφόσον αντικείμενο του ήταν μόνο η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής και όχι και κατά των επιταγών προς πληρωμή αυτής (η επί των οποίων δίκη είχε χωριστεί με την 90/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου).
Η, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ, ένωση στο ίδιο δικόγραφο περισσοτέρων αιτήσεων του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου δεν έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο αυτών, αλλά, σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, το χωρισμό τους, ύστερα από αίτηση ή αυτεπαγγέλτως, και την εφαρμογή, σε περίπτωση υλικής ή τοπικής αναρμοδιότητας, των άρθρων 46 και 47 του ΚΠολΔ.
Επομένως, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων, διατάξει ή όχι τον χωρισμό των περισσοτέρων αυτών αιτήσεων, δεν παρέχεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ551/2000).Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 15 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308, 309, 513, 539 και 533 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι οριστική απόφαση είναι εκείνη με την οποία τελειώνει η δίκη, με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και το δικαστήριο απεκδύεται κάθε άλλης εξουσίας στη δικαζόμενη υπόθεση. Αντίθετα, μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες που παρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για έκδοση οριστικής απόφασης.
Σε περίπτωση σώρευσης περισσοτέρων βάσεων ή αιτημάτων, οπότε και τα αντικείμενα της δίκης είναι περισσότερα, το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οριστική απόφαση για όσα αντικείμενα (βάσεις ή αγωγές) είναι ήδη ώριμα, αναβάλλοντας να αποφασίσει οριστικά για τα άλλα ή διατάσσοντας την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο.
Η απόφαση αυτή, που είναι εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική, δεν υπόκειται σε ανάκληση ως προς τις οριστικές τις διατάξεις, ενώ ως προς τις μη οριστικές μπορεί, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθεί, σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση (ΑΠ1358/2011, 1821/2008, 140/2006).
Στις παραπάνω περιπτώσεις, η αίτηση ανάκλησης μη οριστικής απόφασης μπορεί να υποβληθεί παραδεκτώς και με την κλήση για την κατ’ ουσία συζήτηση της υπόθεσης, η εισαγωγή της οποίας με τον τρόπο αυτό δημιουργεί στάση δίκης (ΑΠ1450/2010, 1638/2005). Περαιτέρω, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι συντρέχουν λόγοι ανάκλησης της μη οριστικής απόφασής του είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, διότι η σχετική διάγνωση ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του (ΑΠ419/2014, 1149/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικαστική πορεία της υπό κρίση υπόθεσης, έχει ως εξής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν) την από 26-10-2010 (με αριθμ. εκθ. κατάθεσης …2010)ανακοπή ,με τους από 17-11-2010 (με αριθμ. εκθ. κατάθεσης …2010) και 7-2-2011 (με αριθμ. εκθ.
κατάθεσης …2011) πρόσθετους αυτής λόγους και 2)την από 26-10-2010 (με αριθμ. εκθεσ. κατάθεσης …2010) ανακοπή, με τους από 17-11-2010 (με αριθμ. εκθεσ. κατάθεσης …/2010) και από 7-2-2011 (με αριθμ. εκθεσ. κατάθεσης …2011) πρόσθετους αυτής λόγους, κατά της …/2010 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και των από 15-10-2010 τριών επιταγών προς εκτέλεση αυτής.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας με την 321/2011 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τα άνω, έξι δικόγραφα, απέρριψε τον λόγο ανακοπής για έλλειψη κατά τόπο αρμοδιότητάς του και, κατά τα λοιπά, διέταξε την επανάληψη κατ’ άρθρο 254ΚΠολΔ της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομίσει η καθής και ήδη αναιρεσίβλητη τα σ’ αυτή αναφερόμενα έγγραφα, να εμφανιστεί αυτοπροσώπως η υπάλληλος της και να διεξαχθεί από ειδικό πραγματογνώμονα έλεγχος των εμπορικών της βιβλίων.
Στη συνέχεια, μετά από κλήση της αναιρεσίβλητης για περαιτέρω κατ’ ουσία συζήτηση της υπόθεσης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 90/2013 απόφασή του, 1) ανεκάλεσε την προηγούμενη απόφαση του, κατά τις μη οριστικές της διατάξεις, 2) διέταξε τον χωρισμό της σωρευόμενης στο δικόγραφο της με αριθμ. εκθεσ. κατάθεσης …2010 ανακοπής και στους με αριθμ.
εκθεσ. κατάθεσης …/2010 και …2011 πρόσθετους αυτής λόγους, ανακοπής κατά των επιταγών πληρωμής κατ’ άρθρο 933ΚΠολΔ,προκειμένου αυτά να εκδικαστούν κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία και 3) δίκασε και απέρριψε τα ίδια δικόγραφα κατά την σωρευόμενη ανακοπή κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, κατά την διαδικασία των άρθρων 635επ.ΚΠολΔ,την οποία και επεκύρωσε.
Εξάλλου, το ίδιο δικαστήριο, με την 91/2013 απόφαση, ανέστειλε την εκδίκαση των με αριθμ. εκθεσ. καταθεσης …2010 ανακοπής και των με αριθμ. εκθεσ. κατάθεσης …/2010 και …/2011 πρόσθετων αυτής λόγων μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της δίκης επί των προηγουμένων ομοίου περιεχομένου, ανακοπών και πρόσθετων λόγων. Με αιτιάσεις του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την 90/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, για την ανάκληση της προηγηθείσας 321/2011 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου και για τον διαταχθέντα απ’ αυτή χωρισμό των σωρευομένων ανακοπών.
Οι εν λόγω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, εφόσον στρέφονται κατά της απαραδέκτως προσβληθείσας, με την κρινόμενη αίτηση, ως άνω απόφασης. Κατά τα λοιπά, με τον ίδιο λόγο της αίτησης, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.14,κατ’ εκτίμηση όμως 15 ΚΠολΔ, μέμφονται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, διότι με την παραδοχή, ότι"η απόφαση 90/2013 δεν ανεκάλεσε την υπ’ αριθμ.321/2011 απόφαση όσον αφορά το κεφάλαιο της περί απορρίψεως του λόγου της ανακοπής περί αναρμοδιότητας λόγω συμφωνίας παρέκτασης.
Η δε υπ’ αρ.321/2011 απόφαση δεν έκρινε οριστικά τους λόγους της ανακοπής, με τους οποίους οι ανακόπτοντες (ήδη αναιρεσείοντες) αμφισβητούν την ένδικη απαίτηση, αλλά διέταξε τη διεξαγωγή αποδείξεων και ως εκ τούτου ήταν μη οριστική και επομένως νομίμως ανακλήθηκε από την εκκαλούμενη απόφαση", παρεβίασε το άρθρο 309 ΚΠολΔ.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον, με την επισήμανση ότι οι λόγοι της ανάκλησης δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο, το Εφετείο, δεν έσφαλε που απέρριψε σχετικό περί του αντιθέτου λόγο της έφεσης των αναίρεσε ιόντων ,διότι κατ’ ορθή εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, έκρινε ότι ήταν δεκτική ανάκλησης η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ,κατά τις μη οριστικές της διατάξεις, ενώ ήταν σαφές ότι δεν είχε ανακληθεί ο οριστικώς απορριφθείς λόγος της ανακοπής περί κατά τόπο αναρμοδιότητας.
Η με ειδικότερη αιτίαση του ίδιου αναιρετικού λόγου, κατ’ εκτίμηση, πληττόμενη για πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.14ΚΠολΔ, παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, απορριπτική του λόγου της έφεσης τους με τον οποίον παρεπονούντο διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διέταξε τον χωρισμό των σωρευομένων στο ίδιο δικόγραφο ανακοπών κατά της διαταγής πληρωμής και των επιταγών προς εκτέλεση, είναι απαράδεκτη, εφόσον πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη σχετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, δέχθηκε τα ακόλουθα, σε σχέση με την επαναφερθείσα με λόγο έφεσης ένσταση των αναιρεσειόντων για παράβαση του άρθρου 281 και 288ΑΚ,με την εμφάνιση προς πληρωμή και σφράγιση ως ακαλύπτων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, των επιταγών, βάσει των οποίων εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής: "Ειδικότερα οι ανακόπτοντες (ήδη αναιρεσείοντες) ισχυρίστηκαν ότι με την από 23-12-2009 σύμβαση πρακτόρευσης, διάρκειας έως 31-12-2011, η οποία συνήφθη μεταξύ της καθής (ήδη αναιρεσίβλητης) και της πρώτης ανακόπτουσας και αποτελούσε ανανέωση προγενεστέρων ομοίου περιεχομένου συμβάσεων, που είχαν συναφθεί στα πλαίσια μακρόχρονης συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιριών, η πρώτη ανέθεσε στη δεύτερη την πρακτόρευση των πλοίων της στο λιμάνι της ...ς.
Ότι με την από 12-2-2007 σύμβαση πρακτόρευσης, διάρκειας έως 31-12-2010, η οποία επίσης συνήφθη μεταξύ της καθής και της πρώτης ανακόπτουσας, η τελευταία ανέλαβε και την πρακτόρευση των πλοίων της καθής στο λιμάνι της Κέρκυρας. Ότι το τελευταίο χρονικό διάστημα, ενόψει της γενικευμένης οικονομικής κρίσης, η πρώτη ανακόπτουσα αντιμετώπισε τεράστιες δυσχέρειες ως προς την είσπραξη των οφειλομένων από τα συνεργαζόμενα πρακτορεία και από τους πελάτες της καθώς και ως προς την κάλυψη λοιπών επισφαλειών της, με αποτέλεσμα να προκύψουν οφειλές της προς την καθής.
Ότι στα πλαίσια της κοινής προσπάθειας της πρώτης ανακόπτουσας και της καθής για την εξεύρεση ενός τρόπου διακανονισμού του συνόλου των υποχρεώσεων της πρώτης προς τη δεύτερη όσον αφορά το ανοικτό υπόλοιπο των μεταξύ τους συναλλαγών και των επιταγών, τις οποίες η πρώτη ανακόπτουσα εξέδωσε και παρέδωσε στην καθής ή μεταβίβασε με οπισθογράφηση προς αυτήν (καθής), η πρώτη ανακόπτουσα, δια του νομίμου εκπροσώπου της δευτέρου ανακόπτοντος, δήλωσε προς την καθής, προφορικά αλλά και εγγράφως με την από 7-9-2010 επιστολή προς την καθής, την πρόθεσή της για την σταδιακή εξόφληση των οφειλών της προς την καθής, υπό την προϋπόθεση του ορισμού ελεγκτικής εταιρίας κοινής αποδοχής, η οποία θα αναλάμβανε το έργο του επακριβούς προσδιορισμού του οφειλομένου ποσού.
Ότι κατόπιν αιτήματος της καθής οι ανακόπτοντες δέχθηκαν προσωρινά από την 1-6-2010 και μέχρι τον τελικό και ακριβή προσδιορισμό του οφειλομένου ποσού την παρουσία στις εγκαταστάσεις της πρώτης ανακόπτουσας υπαλλήλων της καθής με αρμοδιότητες παρακολούθησης, αλλά και απευθείας ανάληψης όλων των εισπράξεων από την έκδοση εισιτηρίων επιβατών και Ι.Χ.
αυτοκινήτων καθώς και από τις εκδιδόμενες αποδείξεις μεταφοράς φορτηγών αυτοκινήτων και απόδοσης στο γραφείο τους των δικαιωμάτων από την σύμβαση πρακτόρευσης και επιπλέον την απευθείας ανάληψη από την καθής όλων των εισπράξεων από τα συνεργαζόμενα με την πρώτη ανακόπτουσα υποπρακτορεία. Ότι η αποδοχή του ως άνω αιτήματος έγινε στα πλαίσια της εξεύρεσης τρόπου διακανονισμού των μεταξύ τους συναλλαγών, με στόχο την έναρξη της σταδιακής αποπληρωμής των οφειλομένων προς την καθής με τις συνεχείς αυτές καταβολές εκ μέρους της πρώτης ανακόπτουσας και ενόψει της προφορικής διαβεβαίωσης εκ μέρους της καθής για τη συνέχιση της μεταξύ τους συνεργασίας και τη διατήρηση εκ μέρους της πρώτης ανακόπτουσας της ιδιότητας του κεντρικού πράκτορα στα λιμάνια της ...
και Κέρκυρας. Ότι, προκειμένου να καταρτισθεί έγγραφη συμφωνία για τον διακανονισμό των μεταξύ τους συναλλαγών, απέστειλαν προς την καθής με την από 7-9-2010 συστημένη επιστολή αναλυτική πρόταση για σταδιακή αποπληρωμή των οφειλών της πρώτης ανακόπτουσας προς την καθής, η οποία τελούσε υπό τους ανωτέρω όρους, ήτοι της εκ μέρους της καθής διατήρησης της ιδιότητας του κεντρικού πράκτορα στο λιμάνι της ...ς και του από κοινού ελέγχου και της διασταύρωσης των υπολοίπων των λογαριασμών τους από ελεγκτικές εταιρίες κοινής αποδοχής.
Ότι η καθής ουδέποτε απάντησε στην ανωτέρω επιστολή, αλλά αυθαίρετα εξακολουθεί να εμμένει στη δήθεν "αναγνώριση" ως οφειλομένου ενός συγκεκριμένου ποσού, στην οποία προέβη ο δεύτερος ανακόπτων στις 19-5-2010, το οποίο όμως ποσό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και υπερέβαινε κατά πολύ τις οφειλές της πρώτης ανακόπτουσας προς την καθής, η δε ανωτέρω "αναγνώριση" έγινε υπό συνθήκες εξαναγκασμού, με σκοπό την πρόκληση αφόρητης πίεσης και φόβου για το μέλλον της πρώτης ανακόπτουσας εταιρίας και τον οικονομικό αφανισμό αυτής σε περίπτωση μη υπογραφής της.
Ότι η πρώτη ανακόπτουσα προέβη σε συνεχείς καταβολές προς την καθής, καθόλο το χρονικό διάστημα από την 1-7-2010 μέχρι και πρόσφατα, όπως αποδεικνύεται από τα χρεωστικά σημειώματα, που απέστειλε προς την καθής κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, οι οποίες έχουν μειώσει σημαντικότατα το όποιο οφειλόμενο ποσό.
Ότι η καθής εμφάνισε τις επίδικες επιταγές προς πληρωμή παρά το ότι γνώριζε την πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία της πρώτης ανακόπτουσας και παρά την ακολουθούμενη και παγιωθείσα πρακτική αντικατάστασης εκ μέρους της καθής των επιταγών που εξέδιδε και παρέδιδε η πρώτη ανακόπτουσα προς αυτήν, "οι οποίες συνήθως υπείχαν εγγυητική λειτουργία" με άλλες μεταχρονολογημένες επιταγές.
Ότι παρά το ότι η πρώτη ανακόπτουσα ζήτησε, με την από 7-9-2010 επιστολή της προς την καθής, την αντικατάσταση των επιταγών, η τελευταία, καθ’ υπέρβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, προέβη στην εμφάνιση προς πληρωμή των επιταγών παρά το ότι συνέχιζε να προβαίνει σε απευθείας ανάληψη του συνόλου των εισπράξεων του πρακτορείου της πρώτης ανακόπτουσας στο λιμάνι της ...ς και να διατηρεί υπαλλήλους της στις εγκαταστάσεις της τελευταίας και παρά το ότι οι ανακόπτοντες προέβησαν σε συναινετική εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης σε τρία ακίνητα, ιδιοκτησίας της πρώτης και του δευτέρου των ανακοπτόντων, συνολικής αξίας 1.800.000 ευρώ υπέρ της καθής.
Ότι η καθής προέβη στις 6-10-2010 και σε καταγγελία των ως άνω συμβάσεων πρακτόρευσης επικαλούμενη όλως καταχρηστικώς ως λόγο καταγγελίας αυτών τη μη έγκαιρη αποπληρωμή των οφειλών της πρώτης ανακόπτουσας προς αυτήν. Τα επικαλούμενα περιστατικά προς θεμελίωση του ως άνω λόγου της ανακοπής α) περί συνεχών καταβολών της πρώτης των ανακοπτόντων προς την καθής κατά το διάστημα από 1-7-2010 έως και πρόσφατα, οι οποίες έχουν μειώσει το οφειλόμενο ποσό, β) του ότι οι μεταχρονολογημένες επιταγές που η πρώτη ανακόπτουσα εξέδιδε και παρέδιδε στην καθής "συνήθως υπείχαν εγγυητική λειτουργία για την εξόφληση του μεταξύ τους ανοικτού υπολοίπου", γ) της ανάληψης από την καθής του συνόλου των εισπράξεων της καθημερινής κίνησης του πρακτορείου της πρώτης ανακόπτουσας με αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση του υπολοίπου του μεταξύ τους λογαριασμού, είναι αόριστα και ανεπίδεκτα δικαστικής εκτίμησης και δ) του ότι η αναγνώριση έγινε υπό συνθήκες εξαναγκασμού είναι αόριστα και ανεπίδεκτα δικαστικής εκτιμήσεως.
Και τούτο διότι α) όσον αφορά τις επικαλούμενες καταβολές, διότι δεν αναφέρονται τα επιμέρους καταβληθέντα ποσά και ο χρόνος της καταβολής εκάστου, β) όσον αφορά την επικαλούμενη εγγυητική λειτουργία των επιταγών, διότι δεν αναφέρονται καθόλου περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία η έκδοση των επίδικων επιταγών έγινε χάριν εγγυήσεως και η καθής δεν εδικαιούτο να ασκήσει το δικαίωμά της από αυτές και γ) όσον αφορά τις αναλήψεις από την καθής των ναύλων, διότι δεν αναφέρεται ούτε το συγκεκριμένο ποσό, ούτε το ποιός ήταν ο δικαιούχος αυτών και δ) όσον αφορά την επικαλούμενη εκβίαση, διότι δεν αναφέρονται συγκεκριμένα περιστατικά όσον αφορά τον τρόπο και τα μέσα τελέσεως αυτής, πέραν του ότι οι ανακόπτοντες συνομολογούν την ύπαρξη οφειλής της πρώτης προς την καθής, το ύψος της οποίας δεν προσδιορίζουν.
Τα λοιπά περιστατικά, που επικαλούνται οι ανακόπτοντες για τη θεμελίωση του ως άνω λόγου της ανακοπής και τα οποία αναφέρονται παραπάνω, και αν υποτεθούν αληθινά δεν επαρκούν για να καταστήσουν την άσκηση εκ μέρους της καθής του δικαιώματος της προς εμφάνιση των επίδικων επιταγών προς πληρωμή και συνακόλουθα προς έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, ενόψει του ύψους της απαίτησης της καθής από τις επίδικες επιταγές (10.171.360,07 ευρώ), και της, κατά τα προαναφερόμενα, παραδοχής των ανακοπτόντων για την ύπαρξη οφειλής της πρώτης ανακόπτουσας προς την καθής, το ύψος της οποίας δεν προσδιορίζουν και της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει η πρώτη ανακόπτουσα.
Επομένως, ο λόγος αυτός έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμος.".Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, ακολούθως απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων και επεκύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ο σχετικός λόγος ανακοπής στο σύνολο του ως αόριστος, δεχόμενο ότι δεν μπορεί, κάνοντας δεκτή την έφεση των τελευταίων, να τον απορρίψει ως μη νόμιμο, διότι έτσι θα καθιστούσε χειρότερη τη θέση αυτών.
Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.9, κατ’ εκτίμηση όμως 8 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι, κατέληξε στο προαναφερόμενο απορριπτικό της ένστασής τους πόρισμα, χωρίς να λάβει υπόψη, ότι: α)δεν σεβάστηκε η αναιρεσίβλητη τα 30 χρόνια συνεργασίας τους, β)δεν ανεγνώρισε τις θυσίες για τη χρηματοδότηση της, με το ποσό των 13.000.000ευρώ όταν τα είχε ανάγκη με το ναυάγιο της ...
γ)δεν υπολόγισε (η αναιρεσίβλητη) το όνομά τους και κυρίως του δεύτερου εξ αυτών, ως νούμερο ένα πράκτορά της δ)δεν αξιολόγησε ότι το τελευταίο έτος, μετά τη καταγγελία της σύμβασης τους συνεργάστηκαν (οι αναιρεσείοντες) ουσιαστικά υπό καθεστώς ομηρίας, ε)δεν έλαβε υπόψη την απειλή της ότι "θα τους κατέβαζε τις πινακίδες", στ)δεν έλαβε υπόψη ότι της παρείχαν προσημείωση υποθήκης άνω των 1.800.000 ευρώ, ζ)ότι δεν ξέφυγε από το σχέδιο της που ήταν η οικονομική τους εξόντωση, η)ότι τους είχε θέσει σε αναγκαστική διαχείριση πριν την καταγγελία της σύμβασης με την εγκατάσταση στα γραφεία τους υπαλληλικού προσωπικού της, που προέβαινε στην κατευθείαν είσπραξη των ναύλων, θ)ότι η καθής τους δημιούργησε τις συνθήκες μη πληρωμής της, ι)την καλοπιστία τους, που εκδηλώνεται με την από 7-9-2010 εντολή τους για ρύθμιση και σταδιακή εξόφληση του υπολοίπου της οφειλής τους, κ)με την προσχηματική και παράνομη καταγγελία τους απέκλεισε στο να εισπράξουν τις παλαιές απαιτήσεις τους από τους πελάτες τους, λ)ότι εισέπραττε τα ταμεία τους και μετά τη καταγγελία της σύμβασης, μ)ότι αυτοί χρεώνονταν και η αναιρεσίβλητη εισέπραττε, ν)ότι με νύχια και με δόντια απέτρεψε την λογιστική πραγματογνωμοσύνη, ξ)ότι τους αφαίρεσε και "τις πινακίδες",αδιαφορώντας για την οδήγησή τους στον έλεγχο και την καταστροφή και ο)ότι για να σιγουρευτεί ότι έκανε το "τέλειο έγκλημα" έκλεισε τις πόρτες και προς τη δικαιοσύνη με την απαγόρευση της πρόσβασης στα βιβλία της του ορκωτού λογιστή Μ..
Ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον ναι μεν στην ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, ειδικότερα, το καθένα από τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αυτοτελώς την έννοια της καταχρηστικής άσκησης, αποτελεί" πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ41/2008),όπως όμως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, έλαβε υπόψη όλα τα έχοντα αυτοτέλεια και στηρίζοντα την από το άρθρο 281ΑΚ ένσταση των αναιρεσειόντων "πράγματα",όπως είναι τα υπό στοιχεία δ,στ,η,ι,κ και λ.
Τα λοιπά, που θεωρούν ως μη ληφθέντα υπόψη οι αναιρεσείοντες, υπό στοιχεία α,β,γ,ε,ζ,θ,μ και ξ, δεν αποτελούν περιστατικά που να στηρίζουν αυτοτελώς την ίδια ένσταση, αλλά σκέψεις και επιχειρήματα των αναιρεσειόντων που υποστηρίζουν και ενισχύουν, κατά την άποψή τους ,τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν από το Εφετείο, το μεν ως αόριστα το δε ως μη νόμιμα, το οποίο όμως τελικώς επεκύρωσε τη κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που απέρριψε τη σχετική ένσταση ως αόριστη, στο σύνολό της.
Επισημαίνεται ,ότι τα υπό στοιχεία ν και ο δεν περιλαμβάνονται στην ανακοπή ούτε στους πρόσθετους αυτής λόγους, ως στοιχεία του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 281ΑΚ,ώστε να νομιμοποιούνται οι αναιρεσείοντες να τα επαναφέρουν ενώπιον του Εφετείου. Η περιεχόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση για αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ στις διατάξεις των άρθρων 281 και 288ΑΚ,είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν προσδιορίζεται το αποδιδόμενο σ’ αυτές νομικό σφάλμα στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή τους (ΟλΑΠ20/2005).
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.4ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ.176,183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Ιουλίου 2016 αίτηση των:1) "... ΕΠΕ", 2) Π. Μ. και 3) Π. Μ., για αναίρεση των αποφάσεων, α) 9/2016 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, β) 90/2013 και 321/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ