Legislator Case Law & Legislation
1490/2011 AI generated

1490/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1490/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1490/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 περ.β Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1490 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1490/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων-καθ' ων η κλήση: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και 2) Γ. Φ.-Σ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-1999 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε το αναιρεσείον με την από 10-1-2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 938/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως. Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με την από 30-7-2010 κλήση του αναιρεσείοντος.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 24-2-2009 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε να θεωρηθει ως μη ασκηθείσα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, εάν δε αυτή ήθελε κριθεί παραδεκτή, να απορριφθεί.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις 4375Δ/16-5-2008 και 974Ε/14-1-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα: α) της υπό κρίση από 10-1-2007 αιτήσεως για αναίρεση της 52/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και β) της από 30-7-2010 κλήσεως για συζήτηση αυτής (μετά την έκδοση της 938/2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της) με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχει κάτω από αυτήν και με κλήση για συζήτηση της αναιρέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο (23-5-2011), επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Εξάλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε η δεύτερη αναιρεσίβλητη ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 περ.β Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.

Εξάλλου επί ερήμην αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός από τους διαδίκους, έστω και αν δεν είχε ως συνέπεια τη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.Α.Π. 15/2001, Α.Π. 12/2011), ενεργοποιείται αυτόματα η δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην αποφάσεως αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 12/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 52/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία, ερήμην της δεύτερης εφεσιβλήτου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, έγινε δεκτή η από 13-3-2001 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 95/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η ανακοπή αυτού (του αναιρεσείοντος) και μεταρρυθμίστηκε ο 1793/18-6-1999 πίνακας κατατάξεως της δεύτερης αναιρεσιβλήτου υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ως προς το ύψος των προαφαιρεθέντων εξόδων υπέρ της πρώτης εφεσιβλήτου και ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, επισπεύδουσας δανείστριας.

Όμως παρά το γεγονός ότι το αναιρεσείον ισχυρίζεται με την αίτηση αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, εν τούτοις δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της ως προς την ερημοδικασθείσα στο εφετείο δεύτερη αναιρεσίβλητη, αφού δεν προσκομίζεται έκθεση επιδόσεως της προσβαλλομένης και πιστοποιητικό του γραμματέως του οικείου δικαστηρίου από τα οποία να προκύπτει ότι παρήλθε η προθεσμία ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας χωρίς να ασκηθεί το ένδικο αυτό μέσο από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και ότι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, με την κατάθεσή της στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά τη συμπλήρωση της προθεσμίας αυτής.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ως απαράδεκτη, να μην καταδικασθεί όμως το αναιρεσείον στη δικαστική της δαπάνη, αφού αυτή, λόγω της ερημοδικίας της, δεν υποβλήθηκε σε δαπάνη ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα. Περαιτέρω η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, δεδομένου ότι δεν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, οπότε θα ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη η αίτηση και ως προς αυτήν (Ολ.Α.Π. 18/2001) αλλά αντίθετα η απολιπόμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη (υπάλληλος του πλειστηριασμού) δεν νομιμοποιείται καν παθητικά στην παρούσα δίκη που έχει ως αντικείμενο ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως ως προς το ορισμένο και το ύψος των προαφαιρεθέντων εξόδων εκτελέσεως υπέρ της πρώτης αναιρεσιβλήτου επισπεύδουσας δανείστριας (Α.Π. 142/2004).

Από τις διατάξεις των άρθρων 972 παρ.1 και 974 έως 979 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι με την ανακοπή που ασκείται κατά του πίνακα κατατάξεως προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητα του πίνακος κατατάξεως, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαιτήσεως του καθ' ου η ανακοπή η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και να αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατατάξεως.

Έννομο συμφέρον για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατατάξεως έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαιτήσεως εκείνου κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του ή προβάλλει ότι προηγείται του τελευταίου που κατετάγη στον πίνακα και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στην θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (Ολ.Α.Π. 27/2009, Α.Π. 226/2010).

Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 932, 975 και 979 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκκαθάριση και προαφαίρεση των εξόδων της εκτελέσεως αποτελεί διανομή πλειστηριάσματος, όπως και η κατάταξη των δανειστών, και συνεπώς προσβάλλεται με την ανακοπή του άρθρου 979 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 60/2011). Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλόμενη απαίτηση και την κατάταξη του καθ' ου η ανακοπή, δεδομένου δε ότι η διαδικασία της κατατάξεως είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της αποφάσεως περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετασχόντες της δίκης άλλους δανειστές.

Εάν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής που δεν άσκησε ανακοπή, έστω και αν είχε μεγαλύτερο προνόμιο κατατάξεως (Α.Π. 1229/2008, Α.Π. 280/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την από 8-10-1999 ανακοπή του κατά του 1739/1999 πίνακα κατατάξεως που συνέταξε η δεύτερη καθ' ης η ανακοπή και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, υπάλληλος του πλειστηριασμού, το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αμφισβήτησε το ορισμένο και το ύψος των προαφαιρεθέντων από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη υπέρ της πρώτης καθ' ης η ανακοπή και ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, επισπεύδουσας δανείστριας, εξόδων εκτελέσεως, συνολικού ποσού 2.372.032 δραχμών, και ζήτησε να μεταρρυθμισθεί ο πίνακας και να καταταγεί το ίδιο στο ποσό αυτό.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας) απέρριψε την ανακοπή. Μετά από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι ο πίνακας ήταν ορισμένος αλλά τα έξοδα εκτελέσεως που έπρεπε να προαφαιρεθούν ανέρχονταν πράγματι στο ποσό των 877.521 δραχμών και όχι στο προαφαιρεθέν των 2.372.032 δραχμών.

Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, μεταρρύθμισε τον πίνακα κατατάξεως και κατέταξε το αναιρεσείον, όχι όμως σε ολόκληρο το προαφαιρεθέν επί πλέον ποσό, ήτοι στο ποσό του 1.494.511 δραχμών (2.372.032 - 877.521) και ήδη 4.385,94 ευρώ αλλά στο 1/3 αυτού, ήτοι στο ποσό των 498.170 δραχμών (1.494.511 : 3) και ήδη 1.461,98 ευρώ, με την αιτιολογία ότι το αναιρεσείον συνέτρεχε με ειδικό προνομιούχο δανειστή (άρθρο 977 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), δηλαδή με την πρώτη αναιρεσίβλητη, επισπεύδουσα δανείστρια, η οποία όμως δεν είχε ασκήσει ανακοπή.

Έτσι που έκρινε το εφετείο παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 979 Κ.Πολ.Δ., κατά την αληθή έννοια της οποίας, όπως ήδη έχει εκτεθεί, αν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό κατατάσσεται ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής που δεν άσκησε ανακοπή, έστω και αν είχε μεγαλύτερο προνόμιο κατατάξεως.

Συνεπώς ο μόνος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον, επικαλούμενο το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε την ανωτέρω διάταξη, είναι βάσιμος.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή, στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη όμως κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-1-2007 αίτηση για αναίρεση της 52/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη Γ. Φ.-Σ..

Αναιρεί την ανωτέρω 52/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.".

Παραπέμπει την υπόθεση, όσον αφορά την ανωτέρω (πρώτη) αναιρεσίβλητη, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Αυγούστου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ