Legislator Case Law & Legislation
1490/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to untimely filing of additional grounds for review.

Case Number 1490/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for review and rejected additional grounds filed in March 2010. The court found that the thirty-day period required before the hearing expired on a Sunday, meaning the deadline fell on the hearing day itself. Consequently, the additional arguments were deemed untimely and inadmissible under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Art. 569 §2 KPolD; Art. 577 §2 KPolD: Additional grounds for review must be filed within thirty days before the hearing; if the thirty-day period expires on the hearing day, the grounds are untimely and inadmissible.

Keywords

AI generated
additional grounds for review timeliness of appeal Civil Procedure Code inadmissible appeal deadline calculation Sunday extension review dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 KPolD
Art. 559 no. 19 KPolD
Art. 144 §1 KPolD
Art. 569 §2 KPolD
Art. 577 §2 KPolD
Art. 178 KPolD
Art. 183 KPolD

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
OLAP 266/1985
OLAP 33/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1490 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1490/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ως εκ της ιδιότητάς του.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ συζύγου Ζ, το γένος ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αποστολίδη, με δήλωση κατ'αρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Μαρτίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2024/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 597/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείων με την από 17 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του ως και τους από 19 Μαρτίου 2010 προσθέτους λόγους αναιρέσεως.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 13 Απριλίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 17-12-2008 αίτησης αναίρεσης και του από 19-3-2010 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Περαιτέρω, κατά μεν το ρ άρθρο 57 ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον... Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα "στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ: "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομη και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα: "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, και 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου ως στοιχείων της προσωπικότητάς του.

Στην έννοια δε της απλής δυσφήμισης περιλαμβάνεται και η γνωστοποίηση της καταδικαστικής σε βάρος άλλου δικαστικής απόφασης που γίνεται με σκοπό να προσβάλλει την προσωπικότητά του. Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται επιπλέον δράστης ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 §1 ΠΚ περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης.

Έτσι, σύμφωνα με την §1 του άρθρου 367, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης κατ' αρχήν αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις. Κατ' εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την §2 του άρθρου 367, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.

Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου (ΑΠ 1897/2006).

Από την ανωτέρω διάταξη της §1 του άρθρου 367 του ΠΚ προκύπτει ότι ο νόμος εισάγει εξαιρέσεις, όσον αφορά την εκδήλωση έκφρασης γνώμης ή κρίσης, έστω και δυσμενούς. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται λόγος που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης. Νόμιμο καθήκον είναι εκείνο που πηγάζει από τον νόμο και παρέχει δικαίωμα στον φορέα να ενεργήσει, εντός όμως των προδιαγεγραμμένων ορίων.

Το δικαστήριο ή το συμβούλιο υποχρεούται να ελέγχει κατά προτεραιότητα τον χαρακτηρισμό των φράσεων ως συκοφαντικών, απλώς δυσφημιστικών ή ότι ενέχουν σκοπό εξύβρισης. Εάν αποφανθεί αρνητικά, αναφορικά με την συκοφαντική δυσφήμιση, η οποία υπάγεται στην παρ. 2 του άρ. 367 ΠΚ, αφού, η συκοφαντική δυσφήμιση, ως προσβάλλουσα την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, δεν εξοβελίζεται έναντι της κριτικής ή νομίμων καθηκόντων, θα προχωρήσει περαιτέρω και θα σταθμίσει τα προβαλλόμενα ως απλή δυσφήμιση ή εξύβριση, αιτιολογώντας την κρίση του.

Οι διατάξεις των άρθρων 361 έως 367 για τη ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ ΑΚ, ώστε αιρουμένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367), αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (ΑΠ 1030/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο εναγόμενος είναι δικηγόρος και διατηρεί δικηγορικό γραφείο σε διαμέρισμα της πολυκατοικίας, η οποία ευρίσκεται στον ... και αποτελείται συνολικά από 19 διαμερίσματα.

Στην ίδια πολυκατοικία διαμένει και η ενάγουσα, της οποίας ο σύζυγος μέχρι τον Σεπτέμβριο 2002 ήταν διαχειριστής της πολυκατοικίας, οπότε και υποχρεώθηκε κατόπιν δικαστικής αποφάσεως να παραδώσει στον εναγόμενο την διαχείριση. Προηγουμένως και μάλιστα από το έτος 2000 είχε αρχίσει μία σφοδρή αντιδικία μεταξύ δύο ομάδων συνιδιοκτητών της παραπάνω πολυκατοικίας, με αντικείμενο την διαχείριση των εισπραττομένων από την εκμίσθωση διαμερίσματος, το οποίο ανήκε σε όλους τους ιδιοκτήτες της πολυκατοικίας.

Και ενώ ο εναγόμενος από το Σεπτέμβριο 2002 είχε αναλάβει την διαχείριση της πολυκατοικίας και επανεξελέγη και για το έτος 2003, στις 16-2-2004 με την ιδιότητα του διαχειριστή ανήρτησε στον πίνακα ανακοινώσεων της πολυκατοικίας δακτυλογραφημένη ανακοίνωση με το εξής περιεχόμενο "ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ: για όσους υποκρίνονται ότι δήθεν εγώ οφείλω χρήματα στην πολυκατοικία, όποιοι και αν είναι αυτοί, είτε αυτοί που το διαδίδουν είτε εκείνοι που πείθονται σε όλα αυτά τα συκοφαντικά ψεύδη, υπενθυμίζω περυσινή ανακοίνωση με την οποία καλούσα τις Ρ και Τ να αποδώσουν στην διαχείριση το ποσό των 100.000 δρχ, το οποίο εισέπραξαν τον Οκτώβριο 1992 προς αύξηση του αποθεματικού.

Πρόκειται για υπεξαίρεση των χρημάτων των συνιδιοκτητών και προσκαλώ τις δύο κυρίες να με μηνύσουν. Είναι υπεξαιρέτες. Πειραιεύς 16 Φεβρουαρίου 2004. Ο διαχειριστής Χ". Η παραπάνω ανακοίνωση συνοδευόταν από την εξής χειρόγραφη σημείωση με μορφή υστερόγραφου "Υ.Γ. την 28/1/2004 η Γ. Ζ κατεδικάσθη από το Α' Μονομελές Πειραιώς σε φυλάκιση 4 μηνών για εξύβριση και απειλή", το οποίο επίσης υπογραφόταν από τον ίδιο συντάκτη.

Η ίδια ανακοίνωση με το αυτό υστερόγραφο αναπαράχθηκε και διανεμήθηκε με την ρίψη κάτω από τις πόρτες εισόδου όλων των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας, που όπως αναφέρεται παραπάνω ήταν 19. Το περιεχόμενο του υστερόγραφου αναφερόταν σε ποινική δίκη που έγινε την 28-1-2004 ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου Πειραιώς ύστερα από υποβολή εγκλήσεως της Σ, θυγατέρας ενοίκου της ίδιας πολυκατοικίας εναντίον της ενάγουσας μετά από επεισόδιο που σημειώθηκε μεταξύ αυτών την 24-3-2001, στον κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας και εντασσόταν στις αντιδικίες και έριδες της ενάγουσας και του πατέρα της εγκαλούσας, που ο καθένας ήταν στη μία από τις αντιμαχόμενες ομάδες των συνιδιοκτητών.

Στη δίκη που έγινε η πολιτικώς ενάγουσα Σ είχε ως συνήγορό της τον εναγόμενο και η ενάγουσα, κατηγορουμένη για εξύβριση και απειλή, καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως 4 μηνών. Εναντίον της αποφάσεως η ενάγουσα άσκησε έφεση που όμως, χωρίς υπαιτιότητά της, δεν εκδικάστηκε, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο του Ν.3346/2005 η παραπάνω επιβληθείσα ποινή παρεγράφη και δεν εκτελέστηκε.

Η δακτυλογραφημένη ανακοίνωση, που ξεχώριζε από το υστερόγραφο και εκδόθηκε από τον εναγόμενο, αναφερόταν σε διαδόσεις, ότι δηλαδή ο ίδιος όφειλε χρήματα στην πολυκατοικία, ενώ τούτο ήταν ψευδές και ταυτόχρονα καλούσε τις αντίδικες του Ρ και Τ, που κατοικούσαν στην ίδια πολυκατοικία να πληρώσουν το ποσό των 100.000 δρχ., το οποίο πράγματι εισέπραξαν από την αύξηση του αποθεματικού, της πολυκατοικίας.

Μάλιστα ο εναγόμενος, μέσα στα πλαίσια της ιδιότητας του ως διαχειριστή της πολυκατοικίας, προκαλούσε τις αντίδικες του να τον μηνύσουν, αφού προηγουμένως τις χαρακτήριζε ότι είναι υπεξαιρέτριες. Με την ανακοίνωση αυτή, δηλαδή την δακτυλογραφημένη, η πρόθεση του εναγομένου ήταν να ενημερώσει τους συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, αναφορικά με την διαφορά που είχε προκύψει από την είσπραξη του χρηματικού ποσού, το οποίο ουδέποτε κατεβλήθη στο ταμείο της πολυκατοικίας ούτε και είχε αποδοθεί στους διαχειριστές, δηλαδή ο εναγόμενος ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και προς διασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας.

Τούτο άλλωστε δέχθηκε και η υπ' αριθ 4462/2007 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς δικάζοντος ως Εφετείου, με την οποία απερρίφθη έφεση κατά της υπ' αριθ 228/2005 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πειραιά, η οποία είχε απορρίψει σχετική αγωγή της Ε. Δεκαριστού κατά του εναγομένου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από τα αναφερόμενα στην δακτυλογραφημένη ανακοίνωση, τα οποία ήσαν κατά τους ισχυρισμούς της ψευδή και συκοφαντικά.

Αντίθετα, το περιεχόμενο της ανακοίνωσης αυτής με το περιεχόμενο του υστερόγραφου, στο οποίο αναφέρεται ότι η ενάγουσα καταδικάστηκε από το Α' Μονομελές σε φυλάκιση 4 μηνών για εξύβριση και απειλή, δεν είχε καμία σχέση ή συνάφεια ούτε και ήταν επιβεβλημένο οι ιδιοκτήτες της πολυκατοικίας να πληροφορηθούν την καταδίκη της ενάγουσας, της οποίας η διένεξη με την Σ ήταν προσωπικής φύσεως και όχι οικονομικής ή διαχειριστικής σε σχέση με την πολυκατοικία και τα δύο περιστατικά ήταν άσχετα μεταξύ τους.

Με το υστερόγραφο αυτό, το οποίο αναρτήθηκε στον πίνακα ανακοινώσεων της πολυκατοικίας για μικρό χρονικό διάστημα αλλά και με τη ρίψη του κάτω από τις πόρτες 19 διαμερισμάτων, ο εναγόμενος διέδωσε ενώπιον των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας που ήσαν τρίτοι, αφού μόνο ο ισχυρισμός παρουσία μόνο του δυσφημουμένου, δεν συνιστά δυσφήμηση, γεγονός το οποίο ήταν μεν αληθινό, μπορούσε όμως να θίξει την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας, πράγμα το οποίο και έγινε.

Ο κύριος στόχος του εναγομένου δεν ήταν, όπως υποστηρίζει, η γνωστοποίηση απλώς μιας δικαστικής αποφάσεως προς ενημέρωση των λοιπών ενοίκων της πολυκατοικίας με σκοπό να διαψεύσει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ότι η κατ' αυτής δικαστική απόφαση ήταν στην πραγματικότητα καταδικαστική και όχι απαλλακτική, όπως η ίδια διέδιδε, αλλά να δημιουργήσει στους υπολοίπους συγκατοίκους για την τελευταία την εντύπωση ότι πρόκειται περί ενός εριστικού ατόμου που έχει καταδικαστεί για τον λόγο αυτό, εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό την αμφισβήτησή του ως προς την ηθική και κοινωνική αξία της, ως προσώπου, ενώ παράλληλα γνώριζε ότι ο τρόπος με τον οποίο κοινοποίησε το γεγονός της καταδίκης της, δηλαδή με μία ανακοίνωση που αφορούσε χρηματικές οφειλές τρίτων προσώπων, δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα, όπως ισχυρίζεται, ενημέρωση των υπολοίπων ενοίκων.

Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ενήργησε με δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ώστε να ενημερώσει τους ιδιοκτήτες της πολυκατοικίας για την καταδίκη της ενάγουσας, πλην όμως αυτή καθεαυτή η καταδίκη που έγινε μετά από διένεξη με την Σ, θυγατέρα ενός από τους συνιδιοκτήτες, για εξύβριση και απειλή, δεν ενδιέφερε ούτε και αφορούσε τους ιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, αφού η διένεξη αυτή ήταν προσωπικής φύσεως και δεν είχε σχέση με τα οικονομικά διαχειριστικά της πολυκατοικίας.

Αντίθετα, ο εναγόμενος ενήργησε με εμπάθεια και εκδικητική διάθεση, προκειμένου να προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας αφού δεν αρκέστηκε με την ανάρτηση της ανακοινώσεως στο πίνακα ανακοινώσεων αλλά προχώρησε στη διανομή αυτής σε κάθε διαμέρισμα της πολυκατοικίας ώστε να εξασφαλίσει ότι θα λάβουν γνώση του περιεχομένου της όσο το δυνατό περισσότερα άτομα, πέραν των τρίτων επισκεπτών, που θα διάβαζαν αυτή από τον πίνακα των ανακοινώσεων, ο οποίος ευρίσκεται στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας.

Εν όψει των ανωτέρω, η προταθείσα από τον εναγόμενο ένσταση περί άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως του, λόγω του ότι ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Επομένως, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ενεργώντας υπαιτίως και με σκοπό δυσφημήσεως της ενάγουσας προσέβαλε τη τιμή και την υπόληψη και την εν γένει προσωπικότητά της και για το λόγο αυτό δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, ποσού 2.000 ευρώ το οποίο θεωρείται εύλογο, λαμβανομένου υπόψιν του είδους της προσβολής, της εκτάσεως της προσβολής του βαθμού πταίσματος του εναγομένου κατά την τέλεση της πράξης, τις περιστάσεις υπό τις οποίες η προσβολή εκδηλώθηκε, καθώς και την κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών.

Επομένως, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Η εκκαλουμένη που δέχθηκε τα ίδια αλλά επιδίκασε στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 5000 ευρώ, ενώ ζητούσε 149.956 ευρώ, εσφαλμένως εκτίμησε το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως και επομένως, ο δωδέκατος λόγος της εφέσεως είναι βάσιμος, ενώ οι λοιποί λόγοι και συγκεκριμένα από τον πρώτο έως τον δέκατο, που αναφέρονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, είναι αβάσιμοι, καθώς και ο ενδέκατος λόγος με τον οποίο ο εναγόμενος όχι βασίμως παραπονείται ότι έπρεπε η υπόθεση να παραπεμφθεί στο Εφετείο Πλημ/των, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, οπότε θα υπήρχε ενδελεχέστερη έρευνα της διαφοράς αλλά και ο δέκατος τρίτος λόγος της εφέσεως με τον οποίο παραπονείται όχι ορθώς, ότι όχι επιτρεπτώς διορθώθηκε οίκοθεν η εκκαλουμένη.

Τέλος, οι λόγοι της εφέσεως της ενάγουσας με τους οποίους ζητούσε να επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 149.956 ευρώ είναι αβάσιμοι, αλλά και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως του εναγομένου είναι αβάσιμοι με τους οποίους παραπονείται με τον μεν πρώτο λόγο ότι, αφού η υπ' αριθ. 4462/2007 τελεσίδικη απόφαση ο εναγόμενος ως προς την δακτυλογραφημένη ανακοίνωση που αφορούσε την Ρ και όχι το υστερόγραφο, ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και επομένως υπάρχει άρση του αδίκου της πράξεως, διότι αφορά την δακτυλογραφημένη ανακοίνωση και όχι το υστερόγραφο, και με τον δεύτερο λόγο, ο οποίος είναι ταυτόσημος με τον όγδοο λόγο της εφέσεως του εναγομένου".

Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, 361, 362, 363, 367 του ΠΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της γνωστοποίησης στους ενοίκους της πολυκατοικίας ως τρίτων, όπου διατηρεί ο αναιρεσείων δικηγορικό γραφείο και η αναιρεσίβλητη κατοικεί, της καταδικαστικής σε βάρος της απόφασης με σκοπό να βλάψει την προσωπικότητά της και την υπόληψή της, χωρίς να συντρέχει ειδικός λόγος που να αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της απλής δυσφήμισης της αναιρεσίβλητης εκ μέρους των αποφάσεων και δικαιολογούν την απόρριψη των αντίστοιχων λόγων της έφεσης του αναιρεσείοντος και των ισχυρισμών του και την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο και τέταρτο κατά το ένα μέρος τους λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου του ΑΚ και του ΠΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο κατά το άλλο μέρος του λόγους αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Ειδικότερα, η παραδοχή της προσβαλλόμενης και ότι το περιεχόμενο του επίμαχου υστερόγραφου της ανακοίνωσης του αναιρεσείοντος αναφερόταν σε ποινική δίκη, που εντασσόταν στις αντιδικίες και έριδες της αναιρεσίβλητης και του πατέρα της εγκαλούσας εκείνης της δίκης, Σ, ενοίκου της πολυκατοικίας, που ο καθένας ήταν στη μία από τις αντιμαχόμενες ομάδες των συνιδιοκτητών, δεν ενέχει καμία αντίφαση σε σχέση με την περαιτέρω παραδοχή ότι: "το επίμαχο υστερόγραφο της ανακοίνωσης του αναιρεσείοντος δεν είχε καμία σχέση ή συνάφεια με το κυρίως κείμενο της ίδιας ανακοίνωσης με το οποίο χαρακτήριζε τις ένοικες της ίδιας πολυκατοικίας Ρ και Τ υπεξαιρέτες σε βάρος των συμφερόντων της συνιδιοκτησίας".

Εξ άλλου, η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι "ο αναιρεσείων προέβη στη σύνταξη και διανομή στα διαμερίσματα της πολυκατοικίας του επίμαχου υστερόγραφου της ανακοίνωσής του με σκοπό δυσφήμισης της αναιρεσίβλητης ενώπιον των ενοίκων της πολυκατοικίας ως τρίτων, χωρίς να ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον" δεν ενέχει αντίφαση ή ασάφεια ώστε να στερεί την προσβαλλόμενη από νόμιμη βάση.

Εξ άλλου, οι ίδιοι τέσσερις πρώτοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 §1 του Κ.Πολ.Δ. ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα, περί του κατά πόσο δηλαδή συνέτρεχε στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος ειδικός σκοπός εξύβρισης και δυσφήμισης της αναιρεσίβλητης και όχι λόγος δικαιολογημένου ενδιαφέροντος που θα μπορούσε να άρει τον άδικο χαρακτήρα της συμπεριφοράς-ενέργειάς του και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση:

α) για το ότι δεν είχε ειδικό σκοπό δυσφήμισης και εξύβρισης της αναιρεσίβλητης και β) συνέτρεχε στο πρόσωπό του δικαιολογημένο ενδιαφέρον ως λόγου άρσης του άδικου χαρακτήρα της συμπεριφοράς του, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ.561 §1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος για την ουσία του πράγματος, που είχαν σχέση με τις ομάδες και παραομάδες, των ενοίκων της ένδικης πολυκατοικίας, αλλά και της αντιδικίας μεταξύ των ενοίκων της πολυκατοικίας, που αποτυπώνονται στο υπ' αριθμ. 1842/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, απέρριψε όμως ρητά αλλά και εκ του πράγματος τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για τη συνδρομή δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του κατά τη σύνταξη του επίμαχου υστερόγραφου, κρίνοντας επί της ουσίας ανέλεγκτα ότι το υστερόγραφο αυτό και η μνεία της καταδικαστικής σε βάρος της αναιρεσίβλητης απόφασης, είχε σαν σκοπό στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος τη διάδοση σε βάρος της αναιρεσίβλητης του γεγονότος ότι είναι εριστικό άτομο, ως εκδήλωση αμφισβήτησης της ηθικής και κοινωνικής αξίας της.

Επομένως, ο πέμπτος και τελευταίος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αρ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κρίνεται αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 §12 εδ. α' του Ν.1157/12.5.1981 η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επόμενη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας.

Από την αδιάστικτη διατύπωση της εν λόγω διάταξης, όπως και των όμοιων διατάξεων του άρθρου 144 §1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενεργείας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα ή Σάββατο αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα, 7 μ.μ., της επόμενης εργάσιμης ημέρας (ΟλΑΠ 266/1985).

Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και εκείνη των τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρων ημερών οι οποίες πρέπει να έχουν περάσει από την κατάθεση και επίδοση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης μέχρι την ημέρα της συζήτησης της αναίρεσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 569 §2 ΚΠολΔ, που είχε αρχικά ορισθεί κατά την κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, ανεξάρτητα από το εάν η υπόθεση συζητήθηκε σε μεταγενέστερη μετ' αναβολή (για οποιοδήποτε λόγο) δικάσιμο.

Επομένως, αν η τελευταία (30η) πριν από τη δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 §2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 33/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με πράξη του Προέδρου του Α' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Χ ορίστηκε για τη δικάσιμο της 19-4-2010.

Ο αναιρεσείων κατέθεσε το με χρονολογία 19-3-2010 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης στις 19-3-2010, σύμφωνα με την επισυναπτόμενη οικεία πράξη κατάθεσης, που συντάχθηκε από τον αρμόδιο γραμματέα. Έτσι, έστω και αν την ίδια ημέρα επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους αντίγραφο του δικογράφου αυτού, η τριακοστή ημέρα, από την επομένη της κατάθεσής του και της επίδοσής του συμπίπτει με την 18-4-2010, ημέρα Κυριακή, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του παρόντος έτους, και η πιο πάνω 30ήμερη προθεσμία, παρατεινόμενη αντιστοίχως, έληγε την 7η μ.μ.

της επόμενης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή στις 19-4-2010, η οποία είναι και η αρχικά προσδιορισθείσα δικάσιμος της υπόθεσης, η συζήτηση της οποίας έχει οριστεί για την 9.30 π.μ. ώρα, μέχρι την οποία όμως δεν θα έχει συμπληρωθεί η 30ήμερη προθεσμία. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπροθέσμως και ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτοι.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο προσθέτων λόγων και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 178 και 183 του Κ.ΠολΔ) και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-12-2008 αίτηση του Χ και το από 19-3-2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 597/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 1 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ